Neo-Hellene Poets, an Anthology of Modern Greek Poetry, 1750-2018

Poem by Odysseus Elytis


The life of others strikes me like

a wild black sea. Whatever you believe in the night

God changes. Softly the houses go

some reach down to the quay with their lights on

the soul of the dead (as they say) goes

ah, what can you be that they call you soul

that neither the wind in its passing gave you

matter, nor ever took any feather from you

what balsam or what poison you pour so that

in ancient times the courteous Diotima

singing inwardly was able to alter

man’s mind and the flow of Swabia’s waters*

that those in love can be both here and there

of two stars and one single destiny

the earth seems to be unsuspecting

thought it’s not. Satiate with diamonds and coal

it still knows to speak from where truth comes

with subterranean drums or springs of great clarity

it comes to confirm for you. Which? What?

The only thing you believe in and God doesn’t change

is something that nevertheless exists

undeciphered within the Futile and the Nothing.

*Because from being Zeus’ child

and fighting in the claws of Harpy

he reverently signed as: Scardanelli.

Constantine P. Cavafy – Poems


Their illicit carnal pleasure is

consummated. They rise from the mattress,

and they quickly dress without speaking.

They separately go out of the house, in secret;

and as they walk somewhat uneasily on the street,

it seems they suspect that something about them betrays

what kind of a bed they were in a little while ago.

But here is how the life of the artist profits.

Tomorrow, day after tomorrow, or years later, powerful verses

that had their beginning here will be written.

Δημήτρης Α. Δημητριάδης, Τρία ποιήματα

To Koskino


Κάθε φορά που φεύγω από μέσα μου
νιώθω αιχμάλωτο πουλί
φύλλο στον τρελαμένο άνεμο.

Πιάνω σχοινί για να σωθώ
δε σώνομαι
πιάνω γραφή να γράψω
και ξεγράφεται

ένας πνιγμός
δε μ΄ αφήνει ν’ ανασάνω.



Τι μέρες παράξενες
δρόμοι κουβάρι
βήματα χωρίς ίχνη
λόγια που τινάζονται στον αέρα.

Άλλαξε ο εαυτός πετώντας ανέμελα
και δεν το παίρνεις χαμπάρι.

και μαυρίζεις αργά-αργά στα μαλλιά
στα χέρια
στο πρόσωπο
μαζί σου μαυρίζει κι η ψυχή μου.



Ξοδεύοντας ότι μου απόμεινε
λέω να τελειώνω εδώ με τα ποιήματα
τα πεζά
την αλήθεια που πονά
την τρέλα που με ζώνει

μα δεν μπορώ
κάπου βαθιά
μια καινούργια αρχή θέλει να σηκωθεί
μια μικρή σπίθα μου κλείνει το μάτι

κι απ’ τα ερείπια της φωνής μου ξαναρχίζω.

*Από τη συλλογή “θύλακες”, εκδ. 24γράμματα 2022.

View original post

Γιώργος Θέμελης: Ζώα, Πράγματα, Υποστάσεις (IV)

Βίκυ Παπαπροδρόμου: ό,τι πολύ αγάπησα (ποίηση, πεζογραφία & μουσική)

Δ. Η Μόνα παίζει

[Ενότητα Ζώα, Πράγματα, Υποστάσεις]


Ο ήλιος είναι απάνω.

Κάτω είμαστ’ εμείς,
Τα ζωντανά φυτά και τα λουλούδια.

Τάχα περνά ο αγέρας, μας αγγίζει
Με ήχους μακρινούς, αόρατα δάχτυλα.

Ο αγέρας σα μια θάλασσα.

Δε φαίνεται, τον ακούς,
Μια άλλη θάλασσα, μια μουσική.
Για ψάρια έχει πουλιά και πεταλούδες.

(Τα ψάρια είναι θαλάσσια πουλιά, πετούν.)

Ανοίγουνε τα πέταλά μας,
Βάζουμε τα φανταστικά φτερά της πεταλούδας.

Τα φανταστικά φτερά, τ’ άφαντα πέταλα
Στους γυμνούς ώμους, στ’ αχτένιστα μαλλιά,
Είναι πιο πραγματικά, πιο απέραντα,
Σαν τ’ αρχαγγελικά μες στα μεγάλα όνειρα.

Παίζουμε την Ανάσταση της Άνοιξης.

Τάχα κοιμάται και ξυπνά σε δάση αφανισμένα
Μια πεθαμένη αθάνατη μέσα στον θάνατο.

Σαν την Πεντάμορφη στον Άδη.

Από τη συλλογή Η Μόνα παίζει (1961) του Γιώργου Θέμελη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θέμελης

View original post