George Seferis//Γιώργος Σεφέρης

George Seferis_cover

George Seferis’ Speech at the Nobel Banquet at the City Hall in Stockholm, December 10, 1963 (Translation)

I feel at this moment that I am a living contradiction. The Swedish Academy has decided that my efforts in a language famous through the centuries but not widespread in its present form are worthy of this high distinction. It is paying homage to my language – and in return I express my gratitude in a foreign language.

I hope you will accept the excuses I am making to myself. I belong to a small country. A rocky promontory in the Mediterranean, it has nothing to distinguish it but the efforts of its people, the sea, and the light of the sun. It is a small country, but its tradition is immense and has been handed down through the centuries without interruption. The Greek language has never ceased to be spoken. It has undergone the changes that all living things experience, but there has never been a gap. This tradition is characterized by love of the human; justice is its norm. In the tightly organized classical tragedies the man who exceeds his measure is punished by the Erinyes. And this norm of justice holds even in the realm of nature.

«Helios will not overstep his measure»; says Heraclitus, «otherwise the Erinyes, the ministers of Justice, will find him out». A modern scientist might profit by pondering this aphorism of the Ionian philosopher. I am moved by the realization that the sense of justice penetrated the Greek mind to such an extent that it became a law of the physical world. One of my masters exclaimed at the beginning of the last century,

«We are lost because we have been unjust» He was an unlettered man, who did not learn to write until the age of thirty-five. But in the Greece of our day the oral tradition goes back as far as the written tradition, and so does poetry. I find it significant that Sweden wishes to honour not only this poetry, but poetry in general, even when it originates in a small people. For I think that poetry is necessary to this modern world in which we are afflicted by fear and disquiet. Poetry has its roots in human breath – and what would we be if our breath were diminished? Poetry is an act of confidence – and who knows whether our unease is not due to a lack of confidence?

Last year, around this table, it was said that there is an enormous difference between the discoveries of modern science and those of literature, but little difference between modern and Greek dramas. Indeed, the behaviour of human beings does not seem to have changed. And I should add that today we need to listen to that human voice which we call poetry, that voice which is constantly in danger of being extinguished through lack of love, but is always reborn. Threatened, it has always found a refuge; denied, it has always instinctively taken root again in unexpected places. It recognizes no small nor large parts of the world; its place is in the hearts of men the world over. It has the charm of escaping from the vicious circle of custom.

I owe gratitude to the Swedish Academy for being aware of these facts; for being aware that language which are said to have restricted circulation should not become barriers which might stifle the beating of the human heart; and for being a true Areopagus, able «to judge with solemn truth life’s ill-appointed lot», to quote Shelley, who, it is said, inspired

Alfred Nobel, whose grandeur of heart redeems inevitable violence. In our gradually shrinking world, everyone is in need of all the others. We must look for man wherever we can find him. When on his way to Thebes Oedipus encountered the Sphinx, his answer to its riddle was: «Man». That simple word destroyed the monster. We have many monsters to destroy. Let us think of the answer of Oedipus.

~From Nobel Lectures, Literature 1901-1967, Editor Horst Frenz, Elsevier Publishing Company, Amsterdam, 1969

 

Γιῶργος Σεφέρης – Ὁμιλία κατὰ την ἀπονομὴ του Νόμπελ Λογοτεχνίας στη Στοκχόλμη

 

Τούτη την ώρα αἰσθάνομαι πως είμαι ο ίδιος μία ἀντίφαση. Ἀλήθεια, η Σουηδικὴ Ἀκαδημία, έκρινε πως η προσπάθειά μου σε μία γλώσσα περιλάλητη επὶ αιώνες, αλλὰ στην παρούσα μορφή της περιορισμένη, άξιζε αυτὴ την υψηλὴ διάκριση. Θέλησε να τιμήσει τη γλώσσα μου, και να – εκφράζω τώρα τις ευχαριστίες μου σε ξένη γλώσσα. Σας παρακαλώ να μου δώσετε τη συγνώμη που ζητώ πρώτα -πρώτα απὸ τον εαυτό μου.
Ανήκω σε μία χώρα μικρή. Ένα πέτρινο ἀκρωτήρι στη Μεσόγειο, που δεν έχει άλλο ἀγαθὸ παρὰ τὸν αγώνα του λαού, τη θάλασσα, και το φως του ήλιου. Είναι μικρὸς ο τόπος μας, αλλὰ η παράδοσή του είναι τεράστια και το πράγμα που τη χαρακτηρίζει είναι ότι μας παραδόθηκε χωρὶς διακοπή. Η ἑλληνικὴ γλώσσα δεν έπαψε ποτέ της να μιλιέται. Δέχτηκε τις αλλοιώσεις που δέχεται καθετὶ ζωντανό, ἀλλὰ δεν παρουσιάζει κανένα χάσμα. Άλλο χαρακτηριστικὸ αὐτής της παράδοσης είναι η ἀγάπη της για την ἀνθρωπιά, κανόνας της είναι η δικαιοσύνη. Στην ἀρχαία τραγωδία, την οργανωμένη με τόση ακρίβεια, ο άνθρωπος που ξεπερνά το μέτρο, πρέπει να τιμωρηθεί απὸ τις Ερινύες.
Όσο για μένα συγκινούμαι παρατηρώντας πώς η συνείδηση της δικαιοσύνης είχε τόσο πολὺ διαποτίσει την ελληνικὴ ψυχή, ώστε να γίνει κανόνας του φυσικού κόσμου. Κι ένας απὸ τους διδασκάλους μου, των αρχών του περασμένου αιώνα, γράφει: «… θα χαθούμε γιατί αδικήσαμε …». Αυτὸς ο άνθρωπος ήταν ἀγράμματος. Είχε μάθει να γράφει στα τριάντα πέντε χρόνια της ηλικίας του. Αλλὰ στην Ελλάδα των ημερών μας, η προφορικὴ παράδοση πηγαίνει μακριὰ στα περασμένα όσο και η γραπτή. Το ίδιο και η ποίηση. Είναι για μένα σημαντικὸ το γεγονὸς ότι η Σουηδία θέλησε να τιμήσει και τούτη την ποίηση καὶ όλη την ποίηση γενικά, ακόμη και όταν ἀναβρύζει ἀνάμεσα σ᾿ ένα λαὸ περιορισμένο. Γιατί πιστεύω πως τούτος ο σύγχρονος κόσμος όπου ζοῦμε, ο τυραννισμένος απὸ το φόβο και την ανησυχία, τη χρειάζεται την ποίηση. Η ποίηση έχει τις ρίζες της στην ανθρώπινη ανάσα – και τί θα γινόμασταν άν η πνοή μας λιγόστευε; Είναι μία πράξη ἐμπιστοσύνης – κι ένας Θεὸς το ξέρει άν τα δεινά μας δεν τα χρωστάμε στη στέρηση εμπιστοσύνης.
Παρατήρησαν, τον περασμένο χρόνο γύρω απὸ τούτο το τραπέζι, την πολὺ μεγάλη διαφορὰ ανάμεσα στις ανακαλύψεις της σύγχρονης ἐπιστήμης και στη λογοτεχνία. Παρατήρησαν πως ανάμεσα σ᾿ ένα ἀρχαίο ελληνικὸ δράμα κι ένα σημερινό, η διαφορὰ είναι λίγη. Ναι, η συμπεριφορὰ του ανθρώπου δε μοιάζει να έχει αλλάξει βασικά. Και πρέπει να προσθέσω πως νιώθει πάντα την ανάγκη ν᾿ ακούσει τούτη την ανθρώπινη φωνὴ που ονομάζουμε ποίηση. Αυτὴ η φωνὴ που κινδυνεύει να σβήσει κάθε στιγμὴ απὸ στέρηση αγάπης και ολοένα ξαναγεννιέται. Κυνηγημένη, ξέρει ποὺ νά ῾βρει καταφύγιο, απαρνημένη, έχει το ένστικτο να πάει να ριζώσει στοὺς πιο απροσδόκητους τόπους. Γι᾿ αυτὴ δεν υπάρχουν μεγάλα και μικρὰ μέρη του κόσμου. Το βασίλειό της είναι στις καρδιὲς όλων των ανθρώπων της γης. Έχει τη χάρη ν᾿ αποφεύγει πάντα τη συνήθεια, αυτὴ τη βιομηχανία. Χρωστώ την ευγνωμοσύνη μου στη Σουηδικὴ Ακαδημία που ένιωσε αυτὰ τα πράγματα, που ένιωσε πως οι γλώσσες, οι λεγόμενες περιορισμένης χρήσης, δεν πρέπει να καταντούν φράχτες όπου πνίγεται ο παλμὸς της ανθρώπινης καρδιάς, που έγινε ένας Άρειος Πάγος ικανὸς να κρίνει με αλήθεια επίσημη την άδικη μοίρα της ζωής, για να θυμηθώ τον Σέλλεϋ, τον εμπνευστή, καθὼς μας λένε, του Αλφρέδου Νομπέλ, αυτοῦ του ανθρώπου που μπόρεσε να εξαγοράσει την αναπόφευκτη βία με τη μεγαλοσύνη της καρδιάς του.
Σ᾿ αυτὸ τον κόσμο, που ολοένα στενεύει, ο καθένας μας χρειάζεται όλους τους άλλους. Πρέπει ν᾿ αναζητήσουμε τον άνθρωπο, όπου και να βρίσκεται.
Όταν στο δρόμο της Θήβας, ο Οιδίπους συνάντησε τη Σφίγγα, κι αυτὴ του έθεσε το αίνιγμά της, η απόκρισή του ήταν: ο άνθρωπος. Τούτη η απλὴ λέξη χάλασε το τέρας. Έχουμε πολλὰ τέρατα να καταστρέψουμε. Ας συλλογιστούμε την απόκριση του Οἰδίποδα.

http://www.wikipedia.org

Γίνεται η αγάπη μίσος;

Γίνεται η αγάπη μίσος;
Αντικλείδι
Φιλοσοφία/Ψυχολογία

Περιπλανώμενη στην πόλη τους συνάντησα τυχαία. O Άντρας πάρκαρε στην άκρη του άδειου δρόμου και βγήκε από ένα παλιό αυτοκίνητο. Μεσήλικας, ισχνός, με γκρίζα μαλλιά και μουστάκι. Απέναντι στεκόταν η Γυναίκα – υπολόγισα λίγο μεγαλύτερή του. Τον περίμενε. Κοντούλα, μελαχρινή, μαύρα ρούχα και μάτια. Κοιτάχτηκαν μερικά δευτερόλεπτα. Παύση προ λόγου. Ένα δευτερόλεπτο… δύο… τρία… Βλέμματα σπαθιά. Εκείνη μίλησε πρώτη: «Σήκω να φύγεις!Φύγε!».

agapi-misos-4

Αυτός δεν απάντησε. Την κοίταζε ασάλευτος σαν πληγωμένο ζώο. Η γυναίκα επανέλαβε «Φύγε. Μου κατέστρεψες τη ζωή, φύγε!». Μύρισα την οργή, αφουγκράστηκα το αίμα να χτυπάει στα μηλίγγια της γρήγορα. Ο άντρας εξακολούθησε να την κοιτάζει μαρμαρωμένος. Μετά από λίγο μπήκε στο αυτοκίνητό του και απομακρύνθηκε. Προσπέρασα και την άκουσα πίσω μου να φωνάζει «Πού πας; Γύρνα πίσω! Πού πας;». Τον καλούσε πίσω με τσακισμένη φωνή γεμάτη ουλές σχεδόν την ίδια στιγμή που τον έδιωχνε.
Τέχνη μέσα σ’ ένα άχαρο σκηνικό. Είδα μια παλιά ταινία του ’50 με πρωταγωνιστές δύο αγνώστους μου. Κοίταξα μια ζωή από την κλειδαρότρυπα. Διάβασα κλεφτά ένα προσωπικό γράμμα έστω άθελά μου. Μέσα σε λίγα αιώνια δευτερόλεπτα. Ερωτηματικά πολλά κι άλλα τόσα: Αμφιθυμία-την ίδια στιγμή που διώχνεις κάποιον από κοντά σου ζητάς να γυρίσει πίσω. Ο έρωτας, η αγάπη να μετουσιώνονται σε μίσος. Γιατί τον έδιωχνε; Τα μάτια της έλεγαν άλλα. Μεσήλικες και οι δύο. Αυτά τα πράγματα δεν έχουν μάλλον ηλικία. Ξαφνικά έρχεται η τρικυμία και σε κουκουλώνουν τα κύματα. Εκείνα τα αιώνια δευτερόλεπτα πηχτής σιωπής και τα βλέμματα. Δεν περιγράφεται αυτό. Είμαι βέβαιη πως οι δύο αυτοί άνθρωποι έχουν αγαπηθεί πολύ.

agapi-misos-2
Ο Πλάτωνας στο Συμπόσιο εγκωμιάζει τον έρωτα – η Διοτίμα στο διάλογό της με το Σωκράτη αναφέρει πως δε μπορεί κανείς να βρει καλύτερο βοηθό από τον έρωτα για να κατακτήσει την Αθανασία. Η αγάπη πάλι κατά τον Lacan είναι ένα ναρκισσιστικό συναίσθημα του μυαλού. Θες να αγαπήσεις και να αγαπηθείς, αυτό πηγάζει από το Εγώ του καθενός μας και προδίδει αυτή τη φαντασιακή αμοιβαιότητα. Εξαπατά η αγάπη, είναι ψεύτρα, προϋπόθεσή της είναι να δίνεις αυτό που δ ε ν έχεις. Δεν είναι ο αληθινός στόχος το αντικείμενο του πόθου σου που θες να σ’ αγαπήσει αλλά εκείνο που του λείπει, που δ ε ν έχει . Αγαπάω σε σένα κάτι παραπάνω από εσένα …γι αυτό σε κομματιάζω!

Γίνεται η αγάπη μίσος;
Αντικλείδι
Φιλοσοφία/Ψυχολογία
Περιπλανώμενη στην πόλη τους συνάντησα τυχαία. O Άντρας πάρκαρε στην άκρη του άδειου δρόμου και βγήκε από ένα παλιό αυτοκίνητο. Μεσήλικας, ισχνός, με γκρίζα μαλλιά και μουστάκι. Απέναντι στεκόταν η Γυναίκα – υπολόγισα λίγο μεγαλύτερή του. Τον περίμενε. Κοντούλα, μελαχρινή, μαύρα ρούχα και μάτια. Κοιτάχτηκαν μερικά δευτερόλεπτα. Παύση προ λόγου. Ένα δευτερόλεπτο… δύο… τρία… Βλέμματα σπαθιά. Εκείνη μίλησε πρώτη: «Σήκω να φύγεις!Φύγε!».

Αυτός δεν απάντησε. Την κοίταζε ασάλευτος σαν πληγωμένο ζώο. Η γυναίκα επανέλαβε «Φύγε. Μου κατέστρεψες τη ζωή, φύγε!». Μύρισα την οργή, αφουγκράστηκα το αίμα να χτυπάει στα μηλίγγια της γρήγορα. Ο άντρας εξακολούθησε να την κοιτάζει μαρμαρωμένος. Μετά από λίγο μπήκε στο αυτοκίνητό του και απομακρύνθηκε. Προσπέρασα και την άκουσα πίσω μου να φωνάζει «Πού πας; Γύρνα πίσω! Πού πας;». Τον καλούσε πίσω με τσακισμένη φωνή γεμάτη ουλές σχεδόν την ίδια στιγμή που τον έδιωχνε.
Τέχνη μέσα σ’ ένα άχαρο σκηνικό. Είδα μια παλιά ταινία του ’50 με πρωταγωνιστές δύο αγνώστους μου. Κοίταξα μια ζωή από την κλειδαρότρυπα. Διάβ
Σήμερα μέσα στη σιωπή και τα βλέμματα των δύο εραστών άρχισαν να γίνονται τα πράγματα λίγο πιο διάφανα – αν και όσο μπορούν να ξεκαθαρίσουν τα αινίγματα. Μπορεί να λέω ανοησίες. Ψάχνω λογικές απαντήσεις στην υπεροχή και φλόγα του παραλόγου. Το ερώτημα αν, πως και γιατι γίνεται ο έρωτας και η αγάπη μίσος παρέμεινε μέγα αναπάντητο μυστήριο. Όπως και να ’χει αυτοί οι δυο άνθρωποι έχουν κατακτήσει την Αθανασία…

Σήμερα μέσα στη σιωπή και τα βλέμματα των δύο εραστών άρχισαν να γίνονται τα πράγματα λίγο πιο διάφανα – αν και όσο μπορούν να ξεκαθαρίσουν τα αινίγματα. Μπορεί να λέω ανοησίες. Ψάχνω λογικές απαντήσεις στην υπεροχή και φλόγα του παραλόγου. Το ερώτημα αν, πως και γιατι γίνεται ο έρωτας και η αγάπη μίσος παρέμεινε μέγα αναπάντητο μυστήριο. Όπως και να ’χει αυτοί οι δυο άνθρωποι έχουν κατακτήσει την Αθανασία…

http://www.toportal.gr

Βύρων Λεοντάρης, ” Έως… “

him

Ποιητικός Πυρήνας
Από την ενότητα «Εκτός»

Δεν είναι παρά μόνο μαύρα σημαδάκια στο χαρτί
ίχνη που άγνωστο αν οδηγούν σε μένα
αλλά συνάζονται και συνωστίζονται, διεκδικούν τον χώρο μου
δε μου αφήνουνε λευκό
κι επαίρονται αναίσχυντα «εμείς γραφτήκαμε,
θα μείνουμε. Εσύ έζησες, πεθαίνεις».

Ε όχι και όχι… Μου ’ρχεται να τα καταραστώ
(…να μείνετε, να μείνετε εσαεί στη γέενα της γραφής
και να μην έχει ο παιδεμός σας τελειωμό
να σπαρταράτε σε κειμενικά δίχτυα και να ξεσκίζεστε
απ’ τα τσιγκέλια των γραφίδων
να πετσοκόβεστε σε χειρουργεία παραναγνώσεων
πολύποδες να βγαίνουν απ’ τα σύμφωνά σας
και φλύκταινες να σκαν τα φωνήεντά σας
λήθη για σας να μην υπάρχει αλλά αιώνια αναπαραγωγή
σε μνήμες ηλεκτρονικές
ατέλειωτο μαρτύριο αθανασίας…) Να τα καταραστώ…
Αλλά κλάμα μου κι αυτά δεν είναι;

If we could weep words…
Όμως τώρα το πρόβλημα ακριβώς είναι ότι κλαίμε λέξεις
και δεν κλαίμε δάκρυα
Α, δάκρυα, πού είστε δάκρυά μου…
Διαπεράστε τα έγκατα πετρώματα αναβλύστε
σαρώστε αυτά τα μυγοχέσματα απ’ τα μάτια μου
και κάντε μου ξανά το κλάμα κλάμα
Σεσημασμένος είμαι. Έχετε τα γραφικά μου αποτυπώματα
μπορείτε να με αναγνωρίσετε, όχι όμως και να με
διαβάσετε ούτε να με διαβείτε
Ποντάρατε στο μαύρο μου και χάσατε
Ποντάρατε στο κόκκινό μου πάλι χάσατε
κακή ζαριά ήμουνα στα χέρια σας

Τα λόγια που μιλώ μου κόβουνε τη γλώσσα
κάθε χειρονομία μου με σταυρώνει
Ας το ξεκαθαρίσουμε λοιπόν.
Σ’ αυτή την εποχή της υπαρκτής ποίησης
ποιητής μιας ποίησης που δε μπορεί να υπάρξει
μόνο με τους νεκρούς μιλώ και γι’ αυτούς γράφω.
Μόνο αυτοί μπορούν να με διαβάσουν
Ας με ονειδίσουν που τα παρατάω πριν απ’ το τέρμα
και ματαιώνεται η αίσια έκβαση και πάει στράφι
της τόλμης η παραφορά κι ο κόπος της ελπίδας
Δεν είναι που μακραίνει και μακραίνει το πλην
της τελικής ευθείας
μα που στρεβλώνεται

Χάθηκε το ίσιο βλέμμα
κι ο λόγος ο γεννναιόφρων
Λοξοδρομούν τα αισθήματα
Στα δίχτυα του μυαλού σκλαβώθηκε το πνεύμα
η οθόνη σκέπασε τη θέα
δεν έχω πέλαγος, δεν έχω αγνάντεμα

Φεύγουν οι μέρες απ’ τους μήνες τους
κι οι μήνες απ’ τα έτη
το εδώ γίνεται αλλού
κι ό,τι ήταν χρόνος πια δεν είναι
κι ό,τι ήταν τόπος πια δεν είναι
θραύση ορίων και μεγάλη θλίψη
κάτι σαν αντιγένεση
Από τα θραύσματά μου εν σκοτομήνη πλήττομαι

Ας με ονειδίσουν
όσοι προσβλέπουν στο αποτέλεσμα
σ’ αυτό το απόβλητο του τέλους που ρυπαίνει τα ιερά
Ας με ακυρώσουν οι κριτές στους πίνακές τους
Αλλά εσύ γενιά του αιώνα
τραγούδα μην κρεμάς τα όργανά σου στις ιτιές
και μην κολλάς τη γλώσσα στο λαρύγγι σου
Τίποτε μη μνησθείς
Περίτρομη τον τρόμο σου τραγούδα
σε γήπεδα πλατείες και στρατόπεδα
με λίθο μυλικό περί τον τράχηλό σου
λαβέ κιθάραν, ρέμβευσον… καλώς κιθάρισον,
πολλά άσον

ίνα σου μνεία γένηται.
Από την ενότητα «Επέκεινα»

*

Έμπλεος από σένα
πώς κι από πού να σε φωνάξω;
Χύνεται μέσα μου η φωνή μου
και δεν μ’ ακούς και δε μ’ ακούω
και σε ζητώ και δε σε βρίσκω
γιατί είσαι όπου είμαι
κι είμαι όπου είσαι
και κανείς μας δεν είναι όπου είναι.

Απροσδιόριστοι στον κόσμο.
Ένα κυμάτισμα είμαστε ένα τρέμισμα
− έρωτα το είπαν
ποίηση το είπαν…

Ας ήταν να βρεθούμε
έξω από μένα
έξω από σένα
γιατί περνάει η ώρα και βραδιάζω.

Στα δυτικά μου πάντα ήθελα να ’σουν
να μου γνέφεις
απ’ τα βαθιά των ημερών.
Ένας ο βίος κι αγύριστος κι όλα του αμετάκλητα
ό,τι είπαμε και πράξαμε δε σβήνει ούτε ξεγίνεται
μα η μνήμη βολοδέρνει όλο στο κακό.
Γιατί, ποιος λογαριάζει το καλό ποιος το θυμάται
το ρίχνεις στο γιαλό και χάνεται
μα το κακό πώς να χαθεί που είναι χαμός
με τίποτε δε σβήνει ούτε ξεγίνεται
για πάντα μένει και μας τυραννάει.

Και δε μιλώ για τύψεις.
Αυτές λίγο-πολύ όλους μας βολεύουν
είναι κρυφές οι τύψεις δεν εκτίθενται και
δεν σε εκθέτουν
δε σου στερούν υπόληψη κι αυτοεκτίμηση
μυθοποιούν τα κρίματά σου και τα παρασταίνουν
μέσα σου περίτεχνα
με νέες πάντα ερμηνείες και εκδοχές
και στο άλλοθι του θεατή του εαυτού σου
νιώθεις σιγά-σιγά να γίνεται η συγκίνησή σου
αισθητική
εν τέλει μια ποιητική του ήθους
− κι αν σε τρελαίνουν κάποτε σε ξαγοράρη πήγαινε…

Ντροπή ξέρεις τι είναι κι ένιωσες ποτέ σου;
Αυτή δεν κρύβεται εκτίθεται και σ’ εκθέτει σε
φτυσιές και λιθοβολισμούς
αυτή δεν έχει αντισήκωμα
δεν την καλύπτει τίποτε στο πρόσωπό σου
και στη γυμνή της θέα εξαγριώνονται
όσοι δεν ντρέπονται ή φοβούνται να ντραπούν,
οι ανώδυνοι και ανεπαίσχυντοι κι ειρηνικοί,
και σου χυμούν με λύσσα να σε ξαποστείλουν
σε ανεξιλέωτο θάνατο.

Ντροπή ξέρεις τι είναι κι ένιωσες ποτέ σου;
Ντροπή ν’ ανοίγει να σε καταπιεί η γη
ντροπή που έζησες
στον κόσμο ετούτον.

http://www.ppirinas.blogspot.com

Καρυωτάκης//Kariotakis

karyotakis

Ο Βύρων Λεοντάρης για την ποίηση του Καρυωτάκη*

Πηγή:http://eimaistahaimou.blogspot.gr/2014/08/1980.html

Κανένας άλλος ποιητής δεν ένιωσε τόσο βαθιά και τόσο άμεσα την τραγική αδυναμία και ευτέλεια του ποιητή σαν κοινωνικής ύπαρξης, και σε κανένα άλλο ποιητικό έργο δεν αναιρούνται τόσο ριζικά και καίρια οι ιδεολογικές κατασκευές για την “κοινωνική σημασία” της ποίησης και τον “κοινωνικό” ρόλο του ποιητή. Οι αντιλήψεις για τη “μοναδικότητα της ποιητικής προσωπικότητας”, για τη μεσσιανική “αποστολή” του ποιητή κλπ., σαρώνονται με άτεγκτους, βάναυσους, όσο και οξείς αφορισμούς, που μαρτυρούν πως ο Καρυωτάκης θα πρέπει πολύ να διανοήθηκε πάνω στους κοινωνικούς όρους ύπαρξης της ποίησης, και πως βρήκε πολύ ανεπαρκείς και τις κοινωνιστικές θεωρίες “του περιβάλλοντος κλπ.”, αφού τοποθετεί μέσα σε εισαγωγικά τις λέξεις “περιβάλλον” και “εποχή”. Έτσι ο Καρυωτάκης γίνεται ο πρώτος βλάσφημος στην ελληνική ποίηση και ο πρώτος βλάσφημος κριτικός της.
V. Περπατώντας κατά μήκος του χείλους του γκρεμού, η ποίηση μπορεί να διαιωνίζεται γράφοντας και ανακαλώντας επ’ άπειρον τη διαθήκη της. Όταν όμως ο ποιητής αντικρίσει κατά μέτωπο τον γκρεμό, η ποίηση φθάνει στην οριακή της στιγμή. Παύει πια να είναι σωτηρία, κάθαρση, παρηγοριά, ξόρκι. Γίνεται βασανιστική αγωνία, αίσθηση καταλυτική, ασυμβίβαστη προς οποιαδήποτε ψυχική δομή γίνεται το τέλος της. Γιατί η ποίηση είναι το αδιέξοδό της, είναι ψυχική πραγματικότητα που δεν επιδέχεται οργάνωση (“…είμαστε κάτι διάχυτες αισθήσεις χωρίς ελπίδα να συγκεντρωθούμε…) και υπερβαίνει συγχρόνως κάθε ανθρώπινη δυνατότητα και αντοχή (“…είμαστε κάτι απίστευτες αντένες… μα γρήγορα θα πέσουμε σπασμένες…”). Γιατί ο άνθρωπος είναι για να ζει και η ποίηση είναι για να πεθαίνει.
Ο Καρυωτάκης στην πορεία του αντίκρισε σύντομα και κατά μέτωπο το βάραθρο, έχοντας χάσει ήδη στο δρόμο του (“στο μεσοστράτι της ζωής του”κι αυτός…) κάθε άμυνα πίστης και αυταπάτης. (“Πριν φτάσουμε στη μέση αυτού του δρόμου, εχάσαμε τη χρυσή πανοπλία…”). Οριακός ποιητής με ποιήματα αμετάκλητα – δοκίμια αυτογνωσίας της ποιητικής λειτουργίας.
VI. Η τελευταία απόπειρα της ευρωπαϊκής ποίησης για την επαφή της με τον Θεό ή τον Δαίμονα είναι ο ρομαντικός ήρωας, διάμεσο της εκπεσμένης του προσωπικότητας με το υπερβατικό. Οι ρομαντικοί ήρωες τελειώνονται και πεθαίνουν συνήθως σε κορυφές βουνών, και στον ρομαντικό ποιητή δε μένει παρά να κατεβεί την πλαγιά επιστρέφοντας με ασήκωτες άγραφες πλάκες. Οι μεταρομαντικοί διαχέουν τη μορφή του ήρωα στο παρελθόν ή τον ταξιδέυουν στον εξωτισμό. Με τον Καρυωτάκη ο ποιητής ρίχνεται στο βάραθρο κρατώντας “σκήπτρο και λύρα” – Οιδίποδας που τελειώνει την περιπέτειά του κατάμονος, χωρίς συνοδείες, βασιλιάς και μαζί θύμα της μοίρας του

*: Ο Βύρων Λεοντάρης, εκτός από καλός ποιητής ήταν και πολύ καλός δοκιμιογράφος. Το κείμενό του για τον Καρυωτάκη, που πρόσφατα τράβηξε την προσοχή μου, ήταν για μένα αποκαλυπτικό. Γι’ αυτό και αναδημοσιεύω μέρος του…

ΣΤΑ ΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ ΚΑΙ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ–ΚΩΣΤΗΣ ΜΟΣΚΩΦ

erotas-afroditi

Κωστής Μοσκώφ, Στα όρια του Έρωτα και της Ιστορίας (απόσπασμα)

Νοσταλγία για τη μητέρα Θεσσαλονίκη, τον Πλαταμώνα, όπου είναι οι περισσότεροι φίλοι μου;
Αλλά έχω δημιουργήσει κι αλλού πάλι καταστάσεις τέτοιες κι αισθάνομαι δεν αισθάνομαι πολίτης του κόσμου, αισθάνομαι Έλληνας βέβαια και Ρωμιός, και μάλιστα με την ιδιαιτερότητα του Θεσσαλονικιού που είμαι, αλλά αισθάνομαι ότι αυτό που είχα στην Ελλάδα το δημιουργώ μέσα από ανθρώπινες σχέσεις και σε άλλα μέρη και το επεκτείνω. Και αυτό έχει μια ομορφιά! Δηλαδή, φτιάχνεις τη ζωή σου με μεγαλύτερη ποικιλία, με περισσότερες εκφορές. Τα ίδια πράγματα με πιο πολλές γλώσσες, με διαφορετικά ημιτόνια κάθε φορά. Θα έλεγα ότι λίγο-πολύ είμαι πεισματάρης. Ό,τι ήθελα στη ζωή μου το απέκτησα. Εκείνο βέβαια που πάντα θέλω πιο πολύ και είναι πράγμα που ίσως κανένας δεν μπορεί να τ’ αποκτήσει είναι, ακόμα πιο πολλή αγάπη, ακόμα πιο πολύ έρωτα. Και να παίρνω και να δίνω. Αυτό είναι ένα αλισβερίσι, όπως ξέρεις. Δηλαδή, θέλω το Θεό τον ίδιο, να αγαπήσω το Θεό τον ίδιο – να στο πω έτσι με λόγο θρησκευτικό -και αγαπάω τους αγγέλους του. Κι όχι τον ίδιο. Δεν μου δίνεται ο ίδιος ο Θεός, μου δίνονται οι προφήτες, οι αγγέλοι του. Ε, είναι ένας πλούτος, ίσως, να αισθάνεσαι αυτήν την έλλειψη. Μπορώ να την αισθάνομαι αυτήν την έλλειψη από τη συνείδησή της. Αλλά είναι και μια φτώχεια. Δηλαδή νοιώθω ανικανοποίητος. Ικανοποιημένος για πολλά, ανικανοποίητος για όλο και περισσότερα. Πάντα υπάρχει περιθώριο, βεβαίως, να καλυφθεί. Πάντα υπάρχει περιθώριο! Και ξέρεις, μεγαλώνοντας κανένας καταλαβαίνει πιο πολύ. Μπορεί βιολογικά να γερνάει, στα 57, αν μπορείς να πεις ότι γερνάει. Ήδη, δεν είσαι βέβαια 30 χρονών, είσαι, είμαι δηλαδή, στα 57. Αλλά απ’ την άλλη μεριά καταλαβαίνω πολύ περισσότερα πράγματα, έχω ζήσει πολύ περισσότερα πράγματα. Ξέρεις, έχω ζήσει πιο πολύ, και έχω εκτιμήσει τη στιγμή της αποτυχίας του ανθρώπου. Εντάξει οι στιγμές της επιτυχίας. Μιλήσαμε γι’ αυτές. Και είναι έκδηλες όταν υπάρχουν. Αλλά να μάθεις να βλέπεις το μεγαλείο του ανθρώπου όταν αποτυχαίνει στην προσπάθειά του να φτιάξει τον κόσμο καλύτερο και τον εαυτό του καλύτερο, ε, νομίζω και αυτό είναι σημαντικό. Κι αυτό το ‘χω μάθει μέσα από πολλά πράγματα. Είχα μεγάλους έρωτες και έχω. Αλλά κάποια στιγμή νοιώθω ότι οι έρωτες αυτοί έχουν πολύ άγρια όρια προς εμένα. Ίσως ακριβώς ζητάω τους δύσκολους έρωτες, ζητάω τις δύσκολες σχέσεις. Θα έλεγα ότι δεν υπάρχουν τα όρια του έρωτα και της ιστορίας σ’ ανθρώπους που δεν το συνειδητοποιούνε και σ’ ανθρώπους που συνειδητοποιούνε. Ίσως εγώ το έχω συνειδητοποιήσει ότι είναι άγρια αυτά τα όρια.
Το ταξίδι μετράει βεβαίως. Η ιστορία μας και η ζωή μας όλη συμπυκνώνεται πάνω σ’ αυτό το έπος της Οδύσσειας. Έτσι δεν είναι; Είναι αυτό το ταξίδι για το οποίο λέει κι ο Καβάφης αρκετά χρόνια μετά από τον Όμηρο. Αυτό μετράει. Δηλαδή είμαι πεισματάρης, επαναλαμβάνω πάλι και πάλι. Κι όταν βάλω κάποιο στόχο θα τον πετύχω, ή τουλάχιστον θα φάω το κεφάλι μου, θα προσπαθήσω όμως να τον πετύχω. Είπαμε, τώρα η Αίγυπτος μου μαθαίνει να είμαι πιο σοφός και να δέχομαι ίσως περισσότερο την αποτυχία. Ίσως αυτό, δεν ξέρω, μου διευκολύνει τη ζωή μου, μπορεί να την κάνει και λιγότερο πλούσια. Ξέρεις, έχω γνωρίσει τελευταία περιπτώσεις ανθρώπων με μεγάλα προβλήματα, οι οποίοι πήγανε σε γιατρούς, πήγαν από δω, πήγαν από κει, γιατρεύτηκαν λέγεται ψυχικά, αλλά δεν νομίζω ότι αυτή η γιατρειά είναι μια πραγματική γιατρειά. Χρειάζεται αυτή η ανάγκη του να φτιάξεις κάτι άλλο, έστω κι αν αυτή η ανάγκη σε κάνει όχι ευτυχισμένο αλλά δυστυχισμένο. Γιατί μια ευτυχία αλλιώτικη είναι μια ευτυχία του ύπνου και της ανυπαρξίας, ενώ το άλλο είναι η ύπαρξη με τις δυσκολίες της, τις στιγμές αυτές που η παράδοσή μας ονομάζει πολύ ωραία «σταυραναστάσιμες», με το σταυρό της κάθε μέρας και την Ανάσταση, που είναι μία βέβαια μέρα της εβδομάδας ή μία μέρα του χρόνου, η Λαμπρή του Πάσχα, αλλά είναι η καθοριστική μέρα, είναι το κέντρο του κόσμου. Αυτό κάπου βρίσκεται και στην αρχαία τραγωδία. Αλλά ακόμα πιο πολύ βρίσκεται στην καινούρια τραγωδία που είναι η Ορθοδοξία μας. Κατά κάποιον τρόπο είναι κι αυτή μια τραγωδία. Επικαθορίζονται όλα από τη στιγμή της νίκης του ανθρώπου. Και γι’ αυτήν πολεμάμε, αλλά και για την άλλη μεριά. Και για να κατανοήσουμε το μεγαλείο της μη νίκης. Της αποτυχίας μας. Όταν δεν είναι δυνατή η επιτυχία.
Από το βιβλίο του Κωστή Μοσκώφ Στα Όρια του Έρωτα και της Ιστορίας (Ιανός, 1997)

http://www.thepoetsiloved.wordpress.com

HOURS of the STARS–Translated by MANOLIS ALIGIZAKIS

!cid_8A6047E6-FB09-47C2-B768-B275C2705D38@telus

Centaur

Morning and the horses neigh
tied onto the froth of impenitent sea
rustle of naked leaves punished
leaves forty times lashed by the winds
climbs on the shoulder-blade of Sunday
and on the Pelion waters.
Here the blood of serpents poisons
the ripen languor of serenity
like rust the veins of marble and
time gathers the wings of ash
to debate with the blond gables
now that in the sleep of the olive tree
the spider forms its wrinkly netting.
In the fields the lustful sprouts
quiver and bathe
in the fountain of convulsion.

ΚΕΝΤΑΥΡΟΣ
Πρωί καί χλιμιντρίζουν τ’ ἄλογα
σκοινιασμένα στούς ἀφρούς τῆς ἀμεταμέλητης θάλασσας.
Βουή ἀπό γυμνά φύλλα τιμωρημένα
μέ σαράντα ραβδισμούς στήν ἀγορά τῶν ἀνέμων
σκαρφαλώνει στήν ὠμοπλάτη της Κυριακῆς
καί τά νερά του Πήλιου.
Ἐδῶ σαρακώνει τῶν ἑρπετῶν ὁ ἰχώρας
τήν μεστή νωχέλεια τῆς γαλήνης
καθώς ἡ σκουριά τίς φλέβες τοῦ μάρμαρου.
Καί τά φτερά τῆς ἀθάλης συντάσσει ὁ καιρός
μέ τά ξανθά ἀετώματα νά ἀντιδικήσουν
τώρα πού στόν ὕπνο τῆς ἐλιᾶς
ἀνυφαίνει ἡ ἀράχνη ἕνα δίχτυ ρυτίδες.
Τῶν ἀγρῶν ὅλοι οἱ μίσχοι λάγνοι
σαλεύουνε καί λούζονται
στήν κολυμπήθρα τῶν σπασμῶν.

HOURS OF THE STARS, poetry by Dimitris Liantinis, translated by Manolis Aligizakis Libros Libertad, 2015