George Seferis-Collected Poems

George Seferis_cover

ΜΕ ΤΟΝ ΤΡΟΠΟ ΤΟΥ Γ. Σ.

(Απόσπασμα)

 

Όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει.

 

Στο Πήλιο μέσα στις καστανιές το πουκάμισο του Κενταύρου

γλιστρούσε μλεσα στα φύλλα για να τυλιχτεί στο κορμί μου

καθώς ανέβαινα την ανηφόρα κι η θάλασσα μ’ ακολουθούσε

ανεβαίνοντας κι αυτή σαν τον υδράργυρο θεμρπμέτρου

ώσπου να βρούμε τα νερά του βουνού.

Στη Σαντορίνη αγγίζοντας νησιά που βουλιάζαν

ακούγοντας να παίζει ένα σουραύλι κάπου στις αλαφρόπετρες

μου κάρφωσε το χέρι στην κουπαστή

μια σαϊτα τιναγμλενη ξαφνικά

από τα πέρατα μιας νειότης βασιλεμένης.

Στις Μυκήνες σήκωσα τις μεγάλες πέτρες και τους

θησαυρούς των Ατρειδών

και πλάγιασα μαζί τους στο ξενοδοχείο της «Ωραίας

Ελένης του Μενελάου»

χάθηκαν μόνο την αυγή που λάλησε η Κασσάνδρα

μ’ έναν κόκορα κρεμασμένο στο μαύρο λαιμό της.

Στις Σπέτσες στον Πόρο και στη Μύκονο

με χτίκιασαν οι βαρκαρόλες.

 

IN THE MANNER OF GEORGE SEFERIS

 

(Excerpt)

 

Wherever I travel Greece wounds me.

On Pelion among the chestnut trees the shirt of the Centaur

slipped through the leaves to wrap around my body

as I went up the slope and the sea behind me

also climbing like the mercury of a thermometer

until we found the water of the mountain.

On Santorini touching islands that were sinking

listening to a flute playing somewhere on the pumice-stones

my hand was nailed on the gunwale

by an arrow suddenly shot

from a faraway vanished youth.

At Mycenae I raised the great rocks and the Atreides’ treasures

and I slept with them at the hotel “Menelaus’ Helen”

though they disappeared at dawn with Cassandra’s call

with a cock hanging from her black neck.

On Spetses, Poros and Mykonos

the barcaroles made me sick.

 

GEORGE SEFERIS-COLLECTED POEMS, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, 2012

 

www.manolisaligizakis.com

Tasos Livaditis//Τάσος Λειβαδίτης

Tasos Livaditis_Vanilla

ΟΙ ΜΕΡΕΣ είχαν αρχίσει να μεγαλώνουν, όταν ήρθαν αυτοί που
ξέρουν να περιμένουν
σαν την παρθενία, οι γυναίκες ταράχτηκαν κι έγειραν άξαφνα
όπως η υπομονή μες στον πολύν καιρό, εμείς ακουμπισμένοι στ’
αμόνια
κοιτάζαμε τήν πόλη ερημωμένη, κι ά, τί φριχτές σκηνές από πα-
νάρχαια γεγονότα,
κι όταν, στο γέρμα του ήλιου εκείνοι ξανάφυγαν και τα γαβγίσμα-
τα των σκυλιών
όλο και πιο πολύ μεγάλωναν την απόσταση, δεν έμεινε
παρά το μοναχικό άστρο κι η μυρουδιά που είχε το άχυρο
στην παιδική ηλικία.
THE DAYS had become longer when the ones who know how
to wait arrived
like virginity, women stirred and suddenly stooped
like patience in the infinity of time and we bowed over
the anvils and
we gazed the deserted city and yes the horrible images coming
from ancient events
and when at sundown those people left and the barking
of dogs
slowly made the distance longer only the lone star was left
and the odor of hay emitted from our childhood years.
~Τάσου Λειβαδίτη-Εκλεγμένα Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Tasos Livaditis-Selected Poems/Translated by Manolis Aligizakis
http://www.authormanolis.wordpress.com

Kiki Dimoula//Κική Δημουλά

kiki-dimoula

REPORT

Draw two columns
one for the day’s gains
and one for its losses.

The serious concepts
your bright thoughts and readings
your from one side to the other
unsparing passages
mark on the column of the gains.

The daydreams
with their little chasms
the easy jumps of your imagination
for all these tricks against your boredom
I don’t know, do not rush
perhaps tomorrow’s column of the gains you may need.

But all this day that has passed
don’t fool yourselves and don’t forget
under the column of the great losses
to write.

ΑΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ
Δυο στήλες χαρακώστε
για τις ζημιές της μέρας τούτης
και τα κέρδη της.

Τα σοβαρά νοήματα
τις φωτεινές σας σκέψεις, τα διαβάσματα
τ’ από τη μια γραμμή στην άλλη
άτεγκτα περάσματα
στη στήλη των κερδών να σημειώσετε.

Τα ονειροπολήματα
με τα μικρά τους χάσματα
της φαντασίας σας τα εύκολα πηδήματα
για όλα αυτά της πλήξης τα τεχνάσματα
δεν ξέρω, μη βιασθείτε,
ίσως των αυριανών κερδών τη στήλη χρειασθείτε.

Μα την ημέρα ολόκληρη που έφυγε
μη γελαστείτε και ξεχάσετε
στη στήλη των τρανών απωλειών
να την περάσετε.
~ΕΡΕΒΟΣ-EREBUS, by KIKI DIMOULA, ΙΚΑΡΟΣ, 1956, // translated by Manolis Aligizakis

Βύρων Λεοντάρης, ” Έως… “

him

Ποιητικός Πυρήνας
Από την ενότητα «Εκτός»

Δεν είναι παρά μόνο μαύρα σημαδάκια στο χαρτί
ίχνη που άγνωστο αν οδηγούν σε μένα
αλλά συνάζονται και συνωστίζονται, διεκδικούν τον χώρο μου
δε μου αφήνουνε λευκό
κι επαίρονται αναίσχυντα «εμείς γραφτήκαμε,
θα μείνουμε. Εσύ έζησες, πεθαίνεις».

Ε όχι και όχι… Μου ’ρχεται να τα καταραστώ
(…να μείνετε, να μείνετε εσαεί στη γέενα της γραφής
και να μην έχει ο παιδεμός σας τελειωμό
να σπαρταράτε σε κειμενικά δίχτυα και να ξεσκίζεστε
απ’ τα τσιγκέλια των γραφίδων
να πετσοκόβεστε σε χειρουργεία παραναγνώσεων
πολύποδες να βγαίνουν απ’ τα σύμφωνά σας
και φλύκταινες να σκαν τα φωνήεντά σας
λήθη για σας να μην υπάρχει αλλά αιώνια αναπαραγωγή
σε μνήμες ηλεκτρονικές
ατέλειωτο μαρτύριο αθανασίας…) Να τα καταραστώ…
Αλλά κλάμα μου κι αυτά δεν είναι;

If we could weep words…
Όμως τώρα το πρόβλημα ακριβώς είναι ότι κλαίμε λέξεις
και δεν κλαίμε δάκρυα
Α, δάκρυα, πού είστε δάκρυά μου…
Διαπεράστε τα έγκατα πετρώματα αναβλύστε
σαρώστε αυτά τα μυγοχέσματα απ’ τα μάτια μου
και κάντε μου ξανά το κλάμα κλάμα
Σεσημασμένος είμαι. Έχετε τα γραφικά μου αποτυπώματα
μπορείτε να με αναγνωρίσετε, όχι όμως και να με
διαβάσετε ούτε να με διαβείτε
Ποντάρατε στο μαύρο μου και χάσατε
Ποντάρατε στο κόκκινό μου πάλι χάσατε
κακή ζαριά ήμουνα στα χέρια σας

Τα λόγια που μιλώ μου κόβουνε τη γλώσσα
κάθε χειρονομία μου με σταυρώνει
Ας το ξεκαθαρίσουμε λοιπόν.
Σ’ αυτή την εποχή της υπαρκτής ποίησης
ποιητής μιας ποίησης που δε μπορεί να υπάρξει
μόνο με τους νεκρούς μιλώ και γι’ αυτούς γράφω.
Μόνο αυτοί μπορούν να με διαβάσουν
Ας με ονειδίσουν που τα παρατάω πριν απ’ το τέρμα
και ματαιώνεται η αίσια έκβαση και πάει στράφι
της τόλμης η παραφορά κι ο κόπος της ελπίδας
Δεν είναι που μακραίνει και μακραίνει το πλην
της τελικής ευθείας
μα που στρεβλώνεται

Χάθηκε το ίσιο βλέμμα
κι ο λόγος ο γεννναιόφρων
Λοξοδρομούν τα αισθήματα
Στα δίχτυα του μυαλού σκλαβώθηκε το πνεύμα
η οθόνη σκέπασε τη θέα
δεν έχω πέλαγος, δεν έχω αγνάντεμα

Φεύγουν οι μέρες απ’ τους μήνες τους
κι οι μήνες απ’ τα έτη
το εδώ γίνεται αλλού
κι ό,τι ήταν χρόνος πια δεν είναι
κι ό,τι ήταν τόπος πια δεν είναι
θραύση ορίων και μεγάλη θλίψη
κάτι σαν αντιγένεση
Από τα θραύσματά μου εν σκοτομήνη πλήττομαι

Ας με ονειδίσουν
όσοι προσβλέπουν στο αποτέλεσμα
σ’ αυτό το απόβλητο του τέλους που ρυπαίνει τα ιερά
Ας με ακυρώσουν οι κριτές στους πίνακές τους
Αλλά εσύ γενιά του αιώνα
τραγούδα μην κρεμάς τα όργανά σου στις ιτιές
και μην κολλάς τη γλώσσα στο λαρύγγι σου
Τίποτε μη μνησθείς
Περίτρομη τον τρόμο σου τραγούδα
σε γήπεδα πλατείες και στρατόπεδα
με λίθο μυλικό περί τον τράχηλό σου
λαβέ κιθάραν, ρέμβευσον… καλώς κιθάρισον,
πολλά άσον

ίνα σου μνεία γένηται.
Από την ενότητα «Επέκεινα»

*

Έμπλεος από σένα
πώς κι από πού να σε φωνάξω;
Χύνεται μέσα μου η φωνή μου
και δεν μ’ ακούς και δε μ’ ακούω
και σε ζητώ και δε σε βρίσκω
γιατί είσαι όπου είμαι
κι είμαι όπου είσαι
και κανείς μας δεν είναι όπου είναι.

Απροσδιόριστοι στον κόσμο.
Ένα κυμάτισμα είμαστε ένα τρέμισμα
− έρωτα το είπαν
ποίηση το είπαν…

Ας ήταν να βρεθούμε
έξω από μένα
έξω από σένα
γιατί περνάει η ώρα και βραδιάζω.

Στα δυτικά μου πάντα ήθελα να ’σουν
να μου γνέφεις
απ’ τα βαθιά των ημερών.
Ένας ο βίος κι αγύριστος κι όλα του αμετάκλητα
ό,τι είπαμε και πράξαμε δε σβήνει ούτε ξεγίνεται
μα η μνήμη βολοδέρνει όλο στο κακό.
Γιατί, ποιος λογαριάζει το καλό ποιος το θυμάται
το ρίχνεις στο γιαλό και χάνεται
μα το κακό πώς να χαθεί που είναι χαμός
με τίποτε δε σβήνει ούτε ξεγίνεται
για πάντα μένει και μας τυραννάει.

Και δε μιλώ για τύψεις.
Αυτές λίγο-πολύ όλους μας βολεύουν
είναι κρυφές οι τύψεις δεν εκτίθενται και
δεν σε εκθέτουν
δε σου στερούν υπόληψη κι αυτοεκτίμηση
μυθοποιούν τα κρίματά σου και τα παρασταίνουν
μέσα σου περίτεχνα
με νέες πάντα ερμηνείες και εκδοχές
και στο άλλοθι του θεατή του εαυτού σου
νιώθεις σιγά-σιγά να γίνεται η συγκίνησή σου
αισθητική
εν τέλει μια ποιητική του ήθους
− κι αν σε τρελαίνουν κάποτε σε ξαγοράρη πήγαινε…

Ντροπή ξέρεις τι είναι κι ένιωσες ποτέ σου;
Αυτή δεν κρύβεται εκτίθεται και σ’ εκθέτει σε
φτυσιές και λιθοβολισμούς
αυτή δεν έχει αντισήκωμα
δεν την καλύπτει τίποτε στο πρόσωπό σου
και στη γυμνή της θέα εξαγριώνονται
όσοι δεν ντρέπονται ή φοβούνται να ντραπούν,
οι ανώδυνοι και ανεπαίσχυντοι κι ειρηνικοί,
και σου χυμούν με λύσσα να σε ξαποστείλουν
σε ανεξιλέωτο θάνατο.

Ντροπή ξέρεις τι είναι κι ένιωσες ποτέ σου;
Ντροπή ν’ ανοίγει να σε καταπιεί η γη
ντροπή που έζησες
στον κόσμο ετούτον.

http://www.ppirinas.blogspot.com

Καρυωτάκης//Kariotakis

karyotakis

Ο Βύρων Λεοντάρης για την ποίηση του Καρυωτάκη*

Πηγή:http://eimaistahaimou.blogspot.gr/2014/08/1980.html

Κανένας άλλος ποιητής δεν ένιωσε τόσο βαθιά και τόσο άμεσα την τραγική αδυναμία και ευτέλεια του ποιητή σαν κοινωνικής ύπαρξης, και σε κανένα άλλο ποιητικό έργο δεν αναιρούνται τόσο ριζικά και καίρια οι ιδεολογικές κατασκευές για την “κοινωνική σημασία” της ποίησης και τον “κοινωνικό” ρόλο του ποιητή. Οι αντιλήψεις για τη “μοναδικότητα της ποιητικής προσωπικότητας”, για τη μεσσιανική “αποστολή” του ποιητή κλπ., σαρώνονται με άτεγκτους, βάναυσους, όσο και οξείς αφορισμούς, που μαρτυρούν πως ο Καρυωτάκης θα πρέπει πολύ να διανοήθηκε πάνω στους κοινωνικούς όρους ύπαρξης της ποίησης, και πως βρήκε πολύ ανεπαρκείς και τις κοινωνιστικές θεωρίες “του περιβάλλοντος κλπ.”, αφού τοποθετεί μέσα σε εισαγωγικά τις λέξεις “περιβάλλον” και “εποχή”. Έτσι ο Καρυωτάκης γίνεται ο πρώτος βλάσφημος στην ελληνική ποίηση και ο πρώτος βλάσφημος κριτικός της.
V. Περπατώντας κατά μήκος του χείλους του γκρεμού, η ποίηση μπορεί να διαιωνίζεται γράφοντας και ανακαλώντας επ’ άπειρον τη διαθήκη της. Όταν όμως ο ποιητής αντικρίσει κατά μέτωπο τον γκρεμό, η ποίηση φθάνει στην οριακή της στιγμή. Παύει πια να είναι σωτηρία, κάθαρση, παρηγοριά, ξόρκι. Γίνεται βασανιστική αγωνία, αίσθηση καταλυτική, ασυμβίβαστη προς οποιαδήποτε ψυχική δομή γίνεται το τέλος της. Γιατί η ποίηση είναι το αδιέξοδό της, είναι ψυχική πραγματικότητα που δεν επιδέχεται οργάνωση (“…είμαστε κάτι διάχυτες αισθήσεις χωρίς ελπίδα να συγκεντρωθούμε…) και υπερβαίνει συγχρόνως κάθε ανθρώπινη δυνατότητα και αντοχή (“…είμαστε κάτι απίστευτες αντένες… μα γρήγορα θα πέσουμε σπασμένες…”). Γιατί ο άνθρωπος είναι για να ζει και η ποίηση είναι για να πεθαίνει.
Ο Καρυωτάκης στην πορεία του αντίκρισε σύντομα και κατά μέτωπο το βάραθρο, έχοντας χάσει ήδη στο δρόμο του (“στο μεσοστράτι της ζωής του”κι αυτός…) κάθε άμυνα πίστης και αυταπάτης. (“Πριν φτάσουμε στη μέση αυτού του δρόμου, εχάσαμε τη χρυσή πανοπλία…”). Οριακός ποιητής με ποιήματα αμετάκλητα – δοκίμια αυτογνωσίας της ποιητικής λειτουργίας.
VI. Η τελευταία απόπειρα της ευρωπαϊκής ποίησης για την επαφή της με τον Θεό ή τον Δαίμονα είναι ο ρομαντικός ήρωας, διάμεσο της εκπεσμένης του προσωπικότητας με το υπερβατικό. Οι ρομαντικοί ήρωες τελειώνονται και πεθαίνουν συνήθως σε κορυφές βουνών, και στον ρομαντικό ποιητή δε μένει παρά να κατεβεί την πλαγιά επιστρέφοντας με ασήκωτες άγραφες πλάκες. Οι μεταρομαντικοί διαχέουν τη μορφή του ήρωα στο παρελθόν ή τον ταξιδέυουν στον εξωτισμό. Με τον Καρυωτάκη ο ποιητής ρίχνεται στο βάραθρο κρατώντας “σκήπτρο και λύρα” – Οιδίποδας που τελειώνει την περιπέτειά του κατάμονος, χωρίς συνοδείες, βασιλιάς και μαζί θύμα της μοίρας του

*: Ο Βύρων Λεοντάρης, εκτός από καλός ποιητής ήταν και πολύ καλός δοκιμιογράφος. Το κείμενό του για τον Καρυωτάκη, που πρόσφατα τράβηξε την προσοχή μου, ήταν για μένα αποκαλυπτικό. Γι’ αυτό και αναδημοσιεύω μέρος του…

ILLEGALITIES, BY KIKI DIMOULA–translated by Manolis Aligizakis

Kiki_Dimoula

ILLEGALITIES

Illegitimately
I expand and experience
on plains existing
that the others don’t accept

there I stop and present
my persecuted world
there I recreate it
with small insubordinate tools
there I devote it
to a sun
shapeless, lightless
motionless
my personal sun

there I occur

however at sometime
this ends and
I contract and
I violently return
(to calm down)
to the known and acceptable
plain of
the earthly bitterness and

I’m proved to be wrong

~ Kiki Dimoula, from the book “By Default”, Ikaros, Athens, Greece, 1958
~ Poem translated by Manolis Aligizakis

ΠΑΡΑΝΟΜΙΕΣ

Επεκτείνομαι και βιώνω
παράνομα
σε περιοχές που σαν υπαρκτές
δεν παραδέχονται οι άλλοι.
Εκεί σταματώ και εκθέτω
τον καταδιωγμένο κόσμο μου,
εκεί τον αναπαράγω
με πικρά κι απειθάρχητα μέσα,
εκεί τον αναθέτω
σ’ έναν ήλιο
χωρίς σχήμα, χωρίς φως,
αμετακίνητο,
προσωπικό μου.
Εκεί συμβαίνω.
Κάποτε, όμως,
παύει αυτό.
Και συστέλλομαι,
κι επανέρχομαι βίαια
(προς καθησυχασμόν)
στη νόμιμη και παραδεκτή
περιοχή,
στην εγκόσμια πίκρα.
Και διαψεύδομαι.

~ Από τη συλλογή Ερήμην (1958) της Κικής Δημουλά, Ίκαρος, Αθήνα, 1958
~ Source of the Greek version of the poem: http://www.greek-translation-wings.blogspot.gr

BIOGRAPHY

Kiki Dimoula (Greek: Κική Δημουλά; 19 June 1931, Athens) is a Greek poet.
Dimoula’s work is haunted by the existential dissolution of the post-war era. Her central themes are hopelessness, insecurity, absence and oblivion. Using diverse subjects (from a “Marlboro boy” to mobile phones) and twisting grammar in unconventional ways, she accentuates the power of the words through astonishment and surprise, but always manages to retain a sense of hope.
Her poetry has been translated into English, French, German, Swedish, Danish, Spanish, Italian and many other languages. In 2014, the eleventh issue of Tinpahar published ‘Kiki Dimoula in Translation’, which featured three English translations of her better known works.
Dimoula has been awarded the Greek State Prize twice (1971, 1988), as well as the Kostas and Eleni Ouranis Prize (1994) and the Αριστείο Γραμμάτων of the Academy of Athens (2001). She was awarded the European Prize for Literature for 2009. Since 2002, Dimoula is a member of the Academy of Athens
Dimoula worked as a clerk for the Bank of Greece. She was married to the poet Athos Dimoulas (1921–1985), with whom she had two children.