Yannis Ritsos/translated by Manolis Aligizakis

Ritsos_front large

ΜΕΤΑ ΤΗ ΦΥΓΗ ΤΩΝ ΣΑΛΠΙΓΚΤΩΝ

 

Να μαζεύεις—λέει—τί να μαζεύεις; — καμένα σπιρτόξυλα,

κουμπιά από γιλέκα πεθαμένων, σπασμένες τσατσάρες,

λέξεις φθαρμένες, και τ’ άλλα εκείνα, αόριστα κι ανώνυμα. Άλλωστε,

δυο μήνες τώρα, οι σαλπιγκτές έχουν χαθεί πίσω απ’ τους λόφους

ή πίσω απ’ τα μεγάλα βουνά. Δεν ακούγονται πια τ’ απογεύματα

ούτε και τα μεσάνυχτα κάποτε με την έκλειψη της σελήνης. Βέβαια

την άλλη μέρα βγήκαν οι γυναίκες στο κοντινό δασύλλιο, να μαζέψουν

στα παλιωμένα καλάθια τους τίποτα σαλιγκάρια. Στο νεροχύτη

είχαν αφήσει τ’ άπλυτα ποτήρια και κομμάτια καπνισμένα γυαλιά. Όμως

εγώ

δεν είχα τίποτα, ούτε ήξερα τίποτα. Είχα κρατήσει μονάχα

τη λέξη β ο υ ν ό. Κι ανέβαινα πράγματι, και μάλιστα μ’ εμπιστοσύνη

ότι θα δω στο αντίπερα βάθος τον Κόκκινο Πύργο. Και τον είδα.

 

 

AFTER THE TRUMPETER’S LEAVE

 

To gather things – he says – to gather what? – burnt up matches

buttons from vests of dead people, broken combs,

worn-out words and the others, those vague and anonymous. Nevertheless,

for two months now the trumpeters have vanished behind the hills

or behind the high mountains. You never hear them in the afternoon

anymore not at midnight or sometimes with the moon eclipse.

Certainly, the next day women went out to the nearby forest to gather

escargot in their old baskets. They had left the unwashed glasses

and pieces of smoked-up glass in the sink. However,

I

neither had anything, nor knew anything. I had only kept

the word m o u n t a i n. And I truly ascended and indeed with confidence

knew that on the opposite side I could the Red Tower. And I saw it.

 

 

Γιάννη Ρίτσου-Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη, Libros Libertad, 2011

Yannis Ritsos-Poems/Translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, 2011

 

www.libroslibertad.com

www.manolisaligizakis.com

Yannis Ritsos//Γάννης Ρίτσος

Ritsos_front large

ΤΟ ΘΕΜΕΛΙΩΔΕΣ

 

Ήλιος ισχυρογνώμων, αμετάπειστος, έξω και μέσα στα σπίτια, όλη μέρα,

το άσπρο του ασβέστη, το μαύρο του σίδερου, τα λίγα σπουργίτια,

κάθετες λάμψεις οι καθρέφτες, δεν περιέχουν πολυθρόνες, μπουκάλια

ούτε κρεμάστρες και γέρους. Εγώ—λέει—θ’ αγοράσω

καινούργιο πουκάμισο, καινούργια παπούτσια, είμαι όμορφος ακόμα, το δείλι

με κοιτούν τα κορίτσια, βάζω τα χέρια στις τσέπες μου—το `δες;—

Είναι ο ήλιος, μου τσούζει τα μάτια. Μπαίνω στο ανσασέρ. Ανεβαίνω.

Δεν πήρα εφημερίδα. Η μάνα μου είχε πάντα χέρια αλευρωμένα,

σε σταματούσε, σου άφηνε στα πέτα δυο πενταδάχτυλα χνάρια,

μια στιγμή το θυμήθηκα. Δεν ξέρω. Όχι, όχι. Βγαίνω στην ταράτσα,

ανάμεσα σε άσπρα πλυμένα σεντόνια, πολύχρωμους στηθόδεσμους,

σώβρακα, φανέλες,

ιστία πλαταγίζουν, ανοίγομαι, φεύγω, να μπώ σ’ ένα σώμα.

 

~Αθήνα, 31-12-79

 

THE FUNDAMENTAL

 

Obstinate sun, unconvinced, in and out of houses, all day long;

the white of whitewash, the black of iron, the few sparrows;

the mirrors: vertical flashes, they don’t contain armchairs, bottles

not even hangers and old men. I – he says – shall buy

a new shirt, new shoes; I’m still handsome; in the sunset

the girls look at me; I place my hands in my pockets – you saw that? –

It’s the sun, it stings my eyes. I enter the elevator. I go up.

I didn’t buy a newspaper. My mother had her hands always in flour;

she would stop you, would leave two five-finger marks on your lapel;

for a moment I remembered it. I don’t know. No, no. I go up to the roof,

among the washed white sheets, colorful bras, underwear,

undershirts

like sails flapping, I sail away, I leave to enter a body.

 

~Athens, 31-12-79

 

 

Γιάννη Ρίτσου-Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη, Libros Libertad, 2011

Yannis Ritsos-Poems/Translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, 2011

www.libroslibertad.com

www.manolisaligizakis.com

Yannis Ritsos/translated by Manolis Aligizakis

11007741_1028336327180072_6866849738460871477_n

ΕΝΑ ΠΟΝΤΙΚΙ

 

Όλη τη νύχτα τύμπανα, φωνές, μεθυσμένα τραγούδια,

φωτιές στις πλατείες, κοκκίνισε ο τόπος, κοκκίνιζαν

τα κλεισμένα δωμάτια. Ίσως να σφάζαν τ’ αγάλματα πάλι,

ίσως να καίγαν ομοιώματα θεών ή τυράννων. Ένα ποντίκι

στεκότανε στα πόδια του Σταυρού και κοιτούσε με κόκκινα μάτια

απορημένο άν θα χτυπούσε στην ώρα του το ξυπνητήρι του μεταλλωρύχου,

άν τούτη η πυρκαγιά της νύχτας θα κατέληγε στη μουσική.

 

 

MOUSE

 

All night long drums, voices, drunken songs,

fires in the plazas; the landscape turned red; the closed

rooms turned red. Perhaps they were butchering the statues again;

perhaps they were burning effigies of gods or tyrants. One mouse

stood under the cross and stared with red eyes

wondering whether the alarm clock of the miner would strike on time,

whether this night fire would turn into music.

 

 

Γιάννη Ρίτσου-Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

Yannis Ritsos-Poems/Translated by Manolis Aligizakis

 

www.libroslibertad.com

www.manolisaligizakis.com

www.ekstasiseditions.com

 

Yannis Ritsos-Romiosini//translated by Manolis Aligizakis

Ritsos_front large

ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ

I

Αυτά τα δέντρα δε βολεύονται με λιγότερο ουρανό,
αυτὲς οι πέτρες δε βολεύονται κάτου απ᾿ τα ξένα βήματα,
αυτὰ τα πρόσωπα δε βολεύονται παρὰ μόνο στον ήλιο,
αυτὲς οι καρδιὲς δε βολεύονται παρὰ μόνο στο δίκιο.

Ετούτο το τοπίο είναι σκληρὸ σαν τη σιωπή,
σφίγγει στον κόρφο του τα πυρωμένα του λιθάρια,
σφίγγει στο φως τις ορφανὲς ελιές του και τ᾿ αμπέλια του,
σφίγγει τα δόντια. Δεν υπάρχει νερό. Μονάχα φως.
Ο δρόμος χάνεται στο φως κι ο ίσκιος της μάντρας είναι σίδερο.
Μαρμάρωσαν τα δέντρα, τα ποτάμια κ᾿ οι φωνὲς μες στον ασβέστη του ήλιου.
Η ρίζα σκοντάφτει στο μάρμαρο. Τα σκονισμένα σκοίνα.
Το μουλάρι κι ο βράχος. Λαχανιάζουν. Δεν υπάρχει νερό.
Όλοι διψάνε. Χρόνια τώρα. Όλοι μασάνε μία μπουκιὰ ουρανὸ πάνου απ᾿ την πίκρα τους.
Τα μάτια τους είναι κόκκινα απ᾿ την αγρύπνια,
μία βαθειὰ χαρακιὰ σφηνωμένη ανάμεσα στα φρύδια τους
σαν ένα κυπαρίσσι ανάμεσα σε δυο βουνὰ το λιόγερμα.

Το χέρι τους είναι κολλημένο στο ντουφέκι
το ντουφέκι είναι συνέχεια του χεριού τους
το χέρι τους είναι συνέχεια της ψυχής τους –
έχουν στα χείλια τους απάνου το θυμὸ
κ᾿ έχουνε τον καημὸ βαθιὰ-βαθιὰ στα μάτια τους
σαν ένα αστέρι σε μία γούβα αλάτι.

Όταν σφίγγουν το χέρι, ο ήλιος είναι βέβαιος για τον κόσμο
όταν χαμογελάνε, ένα μικρὸ χελιδόνι φεύγει μες απ᾿ τ᾿ άγρια γένια τους
όταν κοιμούνται, δώδεκα άστρα πέφτουν απ᾿ τις άδειες τσέπες τους
όταν σκοτώνονται, η ζωὴ τραβάει την ανηφόρα με σημαίες και με ταμπούρλα.

Τόσα χρόνια όλοι πεινάνε, όλοι διψάνε, όλοι σκοτώνονται
πολιορκημένοι απὸ στεριὰ και θάλασσα,
έφαγε η κάψα τα χωράφια τους κ᾿ η αρμύρα πότισε τα σπίτια τους
ο αγέρας έριξε τις πόρτες τους και τις λίγες πασχαλιὲς της πλατείας
απὸ τις τρύπες του πανωφοριού τους μπαινοβγαίνει ο θάνατος
η γλώσσα τους είναι στυφὴ σαν το κυπαρισσόμηλο
πέθαναν τα σκυλιά τους τυλιγμένα στον ίσκιο τους
η βροχὴ χτυπάει στα κόκκαλά τους.

Πάνου στα καραούλια πετρωμένοι καπνίζουν τη σβουνιὰ και τη νύχτα
βιγλίζοντας το μανιασμένο πέλαγο όπου βούλιαξε
το σπασμένο κατάρτι του φεγγαριού.

Τo ψωμὶ σώθηκε, τα βόλια σώθηκαν,
γεμίζουν τώρα τα κανόνια τους μόνο με την καρδιά τους.

Τόσα χρόνια πολιορκημένοι απὸ στεριὰ και θάλασσα
όλοι πεινάνε, όλοι σκοτώνονται και κανένας δεν πέθανε –
πάνου στα καραούλια λάμπουνε τα μάτια τους,
μία μεγάλη σημαία, μία μεγάλη φωτιὰ κατακόκκινη
και κάθε αυγὴ χιλιάδες περιστέρια φεύγουν απ᾿ τα χέρια τους

για τις τέσσερις πόρτες του ορίζοντα.

 

ROMIOSINI

I

These trees don’t take comfort in less sky

these rocks don’t take comfort under foreigners’

footsteps

these faces don’t take comfort but only

in the sun

these hearts don’t take comfort except in justice.

This landscape is merciless like silence

it hugs its fiery rocks tightly in its bosom

it hugs tightly in the sun its orphan olive trees

and grapevines

it clenches its teeth. There is no water. Only light.

The road vanishes in light and the shadow of the fence wall

is made of steel.

Trees rivers and voices turn to marble

in the sun’s whitewash.

The root stumbles on the marble. The dusty

bulrush.

The mule and the rock. They all pant. There is

no water.

They’ve all been thirsty for years and years. They all

chew one bite of sky over their bitterness.

Their eyes are red for lack of sleep

a deep wrinkle is wedged between their eyebrows

like a cypress between two mountains

at sundown

their hands are glued to their rifles

their rifles are extensions of their hands

their hands extensions of their souls –

they have anger on their lips

and grief deep within their eyes

like a star in a pothole of salt.

When they clasp a hand the sun is certain

of the world

when they smile a small swallow flies away from

their rough beards

when they sleep twelve stars fall from their

empty pockets

when they are killed life follows the uphill with

flags and drums.

For so many years they’ve all starved they’ve all thirsted

they’ve all been killed

besieged by land and sea

sweltering has devoured their fields and salinity has

drenched their homes

wind pushed down their doors and the few lilac shrubs

of the plaza

death goes in and out the holes of their overcoats

their tongues are astringent like cypress cones

their dogs died wrapped in their own shadows

the rain pounds on their bones.

Petrified on their battlements they smoke

the cow dung and during the night

they keep watch on the furious pelagos where

the broken mast of the moon sank.

The bread running out the ammunition spent

now they load their cannons with only their

hearts.

So many years besieged by land

and sea

they are all hungry they are all killed and yet

nobody died –

on their battlements their eyes shine

a large flag a great conflagration

totally red

and every dawn thousands of doves fly out

from their hands

to the four gates of the horizon

 

Yannis Ritsos-Poems, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, Vancouver, BC, 2011

 

Yannis Ritsos/translated by Manolis Aligizakis

11007741_1028336327180072_6866849738460871477_n

ΠΕΡΑΣΜΑ

 

Κοντοστεκόταν στις βιτρίνες των μικρομάγαζων. Δεν είχε

τίποτα ν’ αγοράσει, μόνο που έτσι ακουγόταν καλύτερα

πίσω απ’ την πλάτη του η θάλασσα. Τότε είδε

τους τρεις λιμενεργάτες με τα μαύρα κασκέτα

που κουβαλούσαν βλαστημώντας σ’ ένα γυάλινο φορείο

ένα τεράστιο δασύτριχο ψάρι με κατακίτρινα μάτια.

 

 

PASSAGE

 

He stopped short in front of window displays of small shops. He didn’t

want to buy anything, only this way the sea was

heard better behind his back. Then he saw

the three longshoremen with black caps

who cursed while carrying on a glass stretcher

a huge thick-haired fish with stark yellow eyes.

 

 

YANNIS RITSOS-SELECTED POEMS, translated by Manolis Aligizakis, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2013

 

www.libroslibertad.com

www.manolisaligizakis.com

www.ekstasiseditions.com

Yannis Ritsos/translated by Manolis Aligizakis

 

11007741_1028336327180072_6866849738460871477_n

ΜΙΑ ΑΛΛΗ ΝΥΧΤΑ

 

Αυτός με την κιθάρα, εκείνος με το ακορντεόν. Ώρα προχωρημένη.

Η μουσική τα δικά της. Και πώς να γδυθείς; Έκανε κρύο.

Ξύλινη σκάλα, λίγα λαμπιόνια, η άσπρη λεκάνη.

Μες στο κλεισμένο εστιατόριο, το βιολί πάνω στην καρέκλα.

Στο δεύτερο όροφο πατήματα των χορευτών με γυμνά πόδια,

μπερδεύοντας μπουκάλια, κόκκινες κορδέλες, μαύρα καπέλα.

Είδαμε τότε πως καλύπτει τα μάτια της η δόξα με το `να φτερό της.

 

 

 

A DIFFERENT NIGHT

 

This one with the guitar; that one with the accordion. Late hour.

Music by itself. And how to undress? It was cold.

Wooden staircase, some small lamps, the white basin.

Inside the closed restaurant the violin on the chair.

On the second floor footsteps of barefoot dancers,

mixing up bottles, red ribbons, black hats.

Then we saw how glory covers its eyes with one of its feathers.

 

 

 

YANNIS RITSOS-SELECTED POEMS, translated by Manolis Aligizakis, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2013

 

www.libroslibertad.com

www.manolisaligizakis.com

 

Γιάννης Ρίτσος//Yannis Ritsos

ritsos_front-large

ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΤΑΞΙΔΙΟΥ

 

Μιά ολόκληρη μέρα ταξιδεύαμε σέ ακρογιαλιές ξεχασμένες.

Βάρκες, κολυμβητές, ένα κόκκινο ορόσημο, μιά γυμνή γυναίκα,

ο εσκαφέας τυλιγμένος σ’ ένα μεγάλο κατάλευκο νάιλον,

ένα ξενοδοχείο μέ περιστύλιο κάτω απ’ τά δέντρα. Τό κίτρινο πουλί

κοίταξε αλλού, χάθηκε, η σκιά του καρφώθηκε στό δρόμο. Τότε

φάνηκαν στάλες από αίμα στή μαρμάρινη σκάλα. Η γυναίκα

είχε τρομάξει. Τά παιδιά φωνάζανε κάτω στή θάλασσα. Κούραση κι έρωτας.

Ώσπου ήρθε τό βράδυ μέ ήσυχα φώτα σέ παράθυρα καί πλοία

μέσα σέ μιά βαθιά ελαφρότητα κάπως θλιμμένη, χορτασμένη

από γαλάζιο τίποτα.

 

 

FREEDOM TO TRAVEL

 

One whole day we traveled in deserted seashores.

Boats, swimmers, a red landmark, a naked woman,

the excavator wrapped in a large snow white nylon,

a hotel with a colonnade under the trees. The yellow bird

looked elsewhere; it vanished; its shadow nailed on the road. Then

drops of blood appeared on the marble staircase. The woman

was frightened. The children shouted by the sea. Love-making and tiredness.

Until evening came with faint lights to windows and ships

amid a deep, somehow sad lightness, contented by the blue void.

 

 

YANNIS RITSOS — POEMS, Ekstasis Editions, 2013

ΓΙΑΝΝΗ ΡΙΤΣΟΥ — Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

 

www.manolisaligizakis.com

Yannis Ritsos//Γιάννης Ρίτσος

ritsos_front-large

ΣΕ ΔΥΟ ΕΠΙΠΕΔΑ

 

Αυτή η ωραία, αναρριχητική τριανταφυλλιά, πλαγιασμένη

στη σιδεροδεσιά—μ’ ένα βαθύτερο κόκκινο, μεταποιημένο

(ποιός ξέρει από ποιά μυστική διεργασία) σ’ ένα χρώμα

ευγενικά τριανταφυλλί, πρός τό ασημί,—λάμπει ακέρια

τούτες τίς μέρες τής άνοιξης, φωτίζει τήν πέτρινη σκάλα,

τούς έξω τοίχους, ώς καί μέσα τά μπρίκια τής κουζίνας,

 

μόνο πού τούτος ο σπάταλος πλούτος φέρνει στή μνήμη

εκείνα τά παλιά (καί τά μελλοντικά) φθινόπωρα, τότε

πού τά πλακάκια τής αυλής, η αποθήκη, η στέρνα,

ώς καί τά πάνω δωμάτια, η βιβλιοθήκη, τά κρεββάτια,

γεμίζουν πέταλα ξερά, κοτσάνια, αγκάθια, φύλλα,

καί χρειάζεται νά τά σαρώνεις κάθε τόσο.

Γι’ αυτό

όταν εκφράζουμε στήν οικοδέσποινα τό θαυμασμό μας

γιά τήν ωραία της τριανταφυλλιά—τί χρώμα, τί λάμψη—

εκείνη μόλις πού χαμογελά μ’ έναν τρόπο θλιμμένο

κι απόμακρο, σάμπως τό μόνο πού θά επιθυμούσε νάταν

ένα πολύ λεπτό δαχτυλίδι στό μικρό δάχτυλό της.

 

 

ON TWO LEVELS

 

This beautiful, climbing rosebush, leaning

on the iron frame – a transformed deep red color

(who knows from what secret mixing) a hue

gracefully rosy, yet closer to silver – shines

these spring days, lights the marble stairs

the outside walls, even inside the small kitchen pots;

 

only that this wasteful wealth brings to mind

those old (and future) autumns when

the yard tiles, the storage room, the cistern,

even the upstairs rooms, the library, the beds,

fill with dry petals, stems, thorns, leaves,

and you need to sweep them so often.

For this reason

when we express our admiration to the lady of the house

for her beautiful rosebush – what a color, what a shine –

she just smiles in a certain sorrowful and remote way

as if she would prefer that it was

a very delicate ring on her pinkie finger.

 

 

Γιάννη Ρίτσου-Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

Yannis Ritsos-Poems/Translated by Manolis Aligizakis

 

www.manolisaligizakis.com

 

Yannis Ritsos//Γιάννης Ρίτσος

Ritsos_front large

ΚΑΙ ΜΙΑ ΑΛΛΗ ΝΥΧΤΑ

Εκείνο τ’ ασημένιο κηροπήγιο, τοποθετημένο
ανάμεσα σε δυο κενά. Δοκίμασε
να σβύσει το κερί και να πλαγιάσει. Τότε
διέκρινε την ένταση της αναπνοής του
επάνω στην αντίσταση της φλόγας, διέκρινε
την καμπύλη της φλόγας—μια ελάχιστη
υπόκλιση (σ’ αυτόν;), μια συγκατάνευση,
κ’ ύστερα η τρέμουσα ευθυστασία.
Δεν πλάγιασε.
Έμεινε να παρατηρεί μες απ’ αυτή τη φλόγα,
σ’ ένα απροσμέτρητο, λησμονημένο βάθος,
εκείνο το ίδιο σώμα, ολόγυμνο, άτρωτο,
σε νέα ανάληψη, καθόλου φωταγωγημένη,
ενώ στο δεξί πόδι του ανερχόμενου, δεμένο
το ίδιο σκοινί, συνέχιζε να τον ακολουθεί.

 
ANOTHER NIGHT

That silver candleholder, placed
between two empty spaces. He tried
to put the candle out and go to bed. Then he
compared the strength of his breath
opposite the resistance of the flame,
he discerned the flame’s contour – a faint
bow (to him?) a consent,
and then the trembling upright pose.
He didn’t lie down.
He stayed and observed within this flame,
in an immeasurable, forgotten depth,
that same body, naked, invincible,
in a new ascension, not at all illuminated,
while on the right foot of the ascending, the same
rope was tied and kept following him.

~Γιάννη Ρίτσου-ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Yannis Ritsos-Poems/translated by Manolis Aligizakis
http://www.authormanolis.wordpress.com
http://www.ekstasiseditions.com
http://www.libroslibertad.ca

Yannis Ritsos//Γιάννης Ρίτσος

ritsos front cover

ΓΥΝΑΙΚΕΣ

Είναι πολύ μακρινές οι γυναίκες. Τα σεντόνια τους μυρίζουν κα-
ληνύχτα.
Ακουμπάνε το ψωμί στο τραπέζι για να μη νιώσουμε πως λείπουν.
Τότε καταλαβαίνουμε πως φταίξαμε. Σηκωνόμαστε απ’ την καρέ-
κλα και λέμε:
“Κουράστηκες πολύ σήμερα” ή “άσε, θ’ ανάψω εγώ τη λάμπα”.

Όταν ανάβουμε το σπίρτο, εκείνη στρέφει αργά πηγαίνοντας
με μιαν ανεξήγητη προσήλωση προς την κουζίνα. Η πλάτη της
είναι ένα πικραμένο βουναλάκι φορτωμένο με πολλούς νεκρούς—
τους νεκρούς της φαμίλιας, τους δικούς της νεκρούς και τον δικό σου.

Ακούς το βήμα της να τρίζει στα παλιά σανίδια
ακούς τα πιάτα να κλαίνε στην πιατοθήκη κ’ ύστερα ακούγεται
το τραίνο που παίρνει τους φαντάρους για το μέτωπο.

WOMEN

Women are very distant. Their bed sheets smell
of goodnight.
They place the bread on the table so that we won’t miss them.
Then we understand we did something wrong. We get up
from the chair saying:
“You are very tired today” or “don’t worry, let me light the lamp.”

When we strike the match, she turns slowly going to
the kitchen with an inexplicable concentration. Her back
is a sad little mountain loaded with many dead –
the family dead, her dead and your death.

You hear her footsteps creaking on the old floor planks
you hear the plates crying in the plate rack and then the train
is heard carrying soldiers to the front line.
~Γιάννη Ρίτσου-ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Yannis Ritsos-Poems/translated by Manolis Aligizakis
http://www.authormanolis.wordpress.com
http://www.ekstasiseditions.com
http://www.libroslibertad.ca