Yannis Ritsos/translated by Manolis Aligizakis

11007741_1028336327180072_6866849738460871477_n

ΕΝΑ ΠΟΝΤΙΚΙ

 

Όλη τη νύχτα τύμπανα, φωνές, μεθυσμένα τραγούδια,

φωτιές στις πλατείες, κοκκίνισε ο τόπος, κοκκίνιζαν

τα κλεισμένα δωμάτια. Ίσως να σφάζαν τ’ αγάλματα πάλι,

ίσως να καίγαν ομοιώματα θεών ή τυράννων. Ένα ποντίκι

στεκότανε στα πόδια του Σταυρού και κοιτούσε με κόκκινα μάτια

απορημένο άν θα χτυπούσε στην ώρα του το ξυπνητήρι του μεταλλωρύχου,

άν τούτη η πυρκαγιά της νύχτας θα κατέληγε στη μουσική.

 

 

MOUSE

 

All night long drums, voices, drunken songs,

fires in the plazas; the landscape turned red; the closed

rooms turned red. Perhaps they were butchering the statues again;

perhaps they were burning effigies of gods or tyrants. One mouse

stood under the cross and stared with red eyes

wondering whether the alarm clock of the miner would strike on time,

whether this night fire would turn into music.

 

 

Γιάννη Ρίτσου-Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

Yannis Ritsos-Poems/Translated by Manolis Aligizakis

 

www.libroslibertad.com

www.manolisaligizakis.com

www.ekstasiseditions.com

 

Advertisements

Τάσος Λειβαδίτης/Tasos Livaditis

Tasos Livaditis_Vanilla

ΒΡΑΔΙΝΕΣ ΣΚΕΨΕΙΣ

 

Έπρεπε ν’ ανακαλύψω γρήγορα το μυστικό — ήταν μια υπόθεση

σκοτεινή, μια συνωμοσία θα `λεγα, για την οποία όλοι απέφευγαν

να μιλήσουν, ακόμα κι ο ίδιος ο πατέρας μου μετά το δείπνο άναβε

τσιγάρο κι έμενε σιωπηλός, εγώ ονειρευόμουν ένα λεοφωρείο μια

νύχτα φθινοπωρινή, μια εκδρομή με παλιούς φίλους στο χαμένο μας

όνειρο ή άφηνα τις μύγες πάνω στο πρόσωπό μου διότι λησμόνησα

να σας πω ότι είχα πεθάνει από καιρό, μόνο που έπρεπε να το

κρύβω, γιατί τί άλλο πιο επαίσχυντο από συντρόφους που λιποτα-

κτούν ή ακόμα χειρότερο που επιμένουν να ονειροπολούνε.

Κι ίσως, σκέφτομαι, η Κόλαση είναι ένα παιγνίδι

που κερδίζεις.

 

 

 

EVENING THOUGHTS

 

I had to discover that secret fast — it was a dark case, a conspiracy

I would say, of which everyone avoided talking even my own father

after dinner he would light a cigarette and he would remain silent while

I dreamed of a bus on an autumn night, an outing with old friends into

our lost dream or I would leave flies on my face because I forgot

to tell you I had been dead for a long time though I had to keep it secret

because what else is more shameful but friends who desert or even

worst who insist to daydream.

And perhaps, I think, Hell is just a game

you win.

 

 

 

TASOS LIVADITIS, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, Vancouver, 2014

www.libroslibertad.com

www.manolisaligizakis.com

Τάσος Λειβαδίτης/Tasos Livaditis-translated by Manolis Aligizakis

Tasos Livaditis_Vanilla

ΚΑΘΩΣ ΠΕΦΤΕΙ ΤΟ ΒΡΑΔΥ

 

Στο βάθος υπάρχει πάντα μια μικρή παρόρμηση, ανεξιχνίαστη,

από παλιούς αποχαιρετισμούς, από μακριές σιωπές σε κρύα

δωμάτια, ενώ με το πέσιμο της νύχτας ξεσπάει πάλι ο πα-

νικός —

το κακό είναι αθεράπευτο, κι η στέγη του σπιτιού μια τρομερή

απειλή

για κείνους που ξεχνάνε.

 

AS NIGHT FALLS

 

In depth there is always a secret impulse, indescribable,

from ancient farewells, from far away silences in

cold rooms but as the night falls again the panic

returns —

evil is incurable and the roof of the house a horrible

threat

for the ones who forget.

 

 

TASOS LIVADITIS—SELECTED POEMS, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, Vancouver, 2014

 

www.libroslibertad.com

www.manolisaligizakis.com

Nostos and Algos, poetry by Manolis Aligizakis

nostos and algos cover

ΚΥΨΕΛΟΕΙΔΕΣ

 

Στέππα καθορισμένη από διαφανείς αποχρώσεις

οικισμός σε γραμμή

κατά μήκος της γραμμής του τραίνου

κάτω απ’ τ’ ουρανού τ’ απέραντο γαλάζιο

 

που διατηρεί τα σύννεφα μακριά

και τη βροχή το σκληρό καλοκαιρινό

χώμα που λατρεύει

άχρηστο πια πλέει το τρακτέρ

σε φανταστικά σκουριασμένα όνειρα

 

ατέλειωτα χωράφια καλαμποκιού

και κίτρινα μουστάρδας λούλουδα

καλιασμένα χέρια, αθριτικά

που δεν μπορούν να κόψουν δίχως πόνο το ψωμί

 

κι η μέρα αναθιβάνει τον τραχύ χειμώνα

μοναχικός ο ήλιος βασιλεύει

μ’ ασκίαστη προσοχή

πάνω από ζωντανά κι ανθρώπους

 

και τους πτωματοφάγους

που σε κάθε ψώφιο συνεστιάζονται

 

HONEYCOMB

 

Prairie ordered in diaphaneity

little town simply lined

along the train path

 

under a sky-lobe holding off

rain from arduous soil tractor

incapacitated in rusty dreams

 

vast corn fields competing

with mustard flowers yellow

and darker calloused hands

cannot break bread without ache

 

while day is reminded of

harshness of winter

single sun reigned with undivided attention

 

over man or beast or thirsty

field or ravening scavengers

feasting on everything dead

 

NOSTOS AND ALGOS, poetry by Manolis Aligizakis, Ekstasis Editions, 2012

The Medusa Glance-Review

The Medusa Glance cover

 

Η συνεχής αναζήτηση του δύστροπου εαυτού μας

 

Το Βλέμμα της Μεδούσας αποτελεί ένα σύγχρονο τρίπτυχο, μια πλούσια και βαθειά εμπεριστατωμένη αφήγηση, ευαίσθητη κι ανταποκρινόμενη σε όλες τις έμφυτες και λεπτομερείς αποχρώσεις της πραγματικότητας που αποπνέουν εναγκαλισμό και σύνθεση όλου του φάσματος της ζωής. Σαν βασικό κίνητρο, ο ποιητής επικαλείται τη Μέδουσα, θυληκό τέρας με δηλητηριώδη φίδια στο κεφάλι της. Κι αυτός ο πέπλος φόβου μας προσελκύει να βυθιστούμε στον ποιητικό κόσμο του Μανώλη Αλυγιζάκη. Το επίγραμμα που ακολουθεί μας παρουσιάζει το τόλμημα του ποιητή που έχει σκοπό να αναλύσει λεπτομερώς την έσω αρχιτεκτονική του δυναμισμού της εμπειρίας με την κάθε νέα μορφή αφήγησης και με την συνεχή επαναδιαπραγμάτευση της ταυτότητάς μας.  Ο αναγνώστης παρασύρεται απ’ τα πολύχρωμα ρήματα σ’ ένα ταξίδι που τον οδηγεί στη διάσταση του λεπτεπίλεπτου και σε ατελεύτητους πολυσχιδείς κυματισμούς της υποσεληνιακής συνείδησης. Τα ποιήματα του πρώτου μέρους αποτελούν μετουσίωση μέσω της οποίας καθενός η ύπαρξη αναγυρίζεται από μέσα προς τα έξω και μεταλλάσεται σε μια αλληλουχία αντιπολεμικών ποιημάτων που αναφέρονται στις πολιτικές εξελίξεις των Ηνωμένων Πολιτειών και σε διεθνή προβλήματα. Ο ποιητής ολοκάθαρα καταδικάζει τον πολιτικό διχασμό την ολοφάνερη ανικανότητα των πολιτικών να πάρουν αποφάσεις, την συνεχή πάχυνση του σώματος και της ψυχής των περισσοτέρων ανθρώπων που έχουν πια χάσει κάθε κίνητρο αντίστασης κάτω απ’την επιρροή των μαζικών μέσων επικοινωνίας, τη χρήση ακλοολικών ποτών που παραλύει την πλειονότητα του πληθυσμού. Η ποίηση του Μανόλη είναι έγκυρη, πειστική και έγκαιρη προτροπή μια συνεχής νουθεσία που προσπαθεί ν’ αποκαλύψει τις κρυμμένες και μυστηριώδεις δυναμικές της συνείδησης και την υποκείμενη μεταφορική αρχιτεκτονική της ζωής μας σε ένα νέο ερμηνευτικό πλαίσιο της ποιητικής αλήθειας. Η ροή των λέξεων υποκινείται απ’ το ακούραστο κριτικό βλάμμα του ποιητή, την καυστική του ειρωνία και τον σαρκασμό.  Ένα απ’ τα άξια επαίνου χαρακτηριστικά της ποίησης του είναι η αναμφισβήτη άποψη που αντιπροσωπεύει την αδιάκοπη ταλάντωση μεταξύ ταύτησης και ετερότητας. Ο ποιητής ασχολείται γενικά με την πραγματικότητα και ειδικώτερα με την διυποκειμενική    μορφή της. Η διαφάνεια και η ευθύτητα είναι διάχυτες στην ποίηση του Μανώλη Αλυγιζάκη

και το αμετάβλητο του ορίζοντα αποτελεί μιαν έντονη παρουσία στην εμπειρία και στην βουλητική δραστηριότητα του ποιητή που τονίζονται σαν συστατικά στιγμιαίας ύπαρξης. Η εμπειρία του να είναι κάποιος ενεργό μέλος των καθημερνών συμβάντων κι ακόμα περισσότερο όταν κάποιος ντύνεται το μανδύα του αυστηρού κριτή που πεθυμά να διαπλάσει

τον κόσμο δεν εμπνέουν μόνο σιγουριά αλλά ξεξυπνούν και το συναίσθημα της ευθύνης καθώς σταδιακά γινόμαστε μέλη της ποιητικής οικουμένης του ποιητή που αποδέχεται την διαφορετική σύσταση του άλλου, τους φόβους και τις ελπίδες μας και πώς αντιλαμβανόμαστε

την ανθρώπινη ύπόσταση. Κι αυτό μπορεί να στρώσει το δρόμο για τη διαλογική μας εναλλαγή με τον συνάνθρωπο που θα είναι βασικό στοιχείο κι φήγηση άξονας του εγώκοσμου που ερμηνεύει και συνεχώς αναλύει συμβάντα του εξωτερικού κόσμου, κακουχίες, πείνα, πολέμους, βία, την κατάσταση ζωής των αδύναμων λαϊκών στρωμάτων που βλέπουμε καθημερνά μέσω των μαζικών μέσων επικοινωνίας. Η συνεχής αναφορά σε γεγονότα τρόμου, πόνου, λύπης και αγωνίας που υποφέρει μεγάλος αριθμός του πληθυσμού, η αληθινή ανησυχία κι έγνοια του ποιητή είναι ολοφάνερες. Κάθε ποίημα αποτελεί ένα ευθύ απολογισμό για το τί συμβαίνει κι ακόμα περισσότερο μια χάντρα στο κομπολόϊ που περιγράφει το μαρασμό, την καταπίεση, τη μηδένιση των πολλών προς όφελος των λίγων που τους εκμεταλεύονται. Βόμβες, τηλεκατευθυνόμενα βλήματα, εκρήξεις,Πτώματα, το παιγνίδι των μεγάλων πολυενθικών εταιρειών που ευφημιστικά ονομάζονται, ανάδοχες αμυντικές εταιρείες στο εξωφρενικό κόμσο ου σήμερα ζούμε, είναι εικόνες που παρελαύνουν στα ποιήματα του πρώτου μέρους και υπογραμίζουν την αγωνία του ποιητή να βρει διέξοδο απ’ τη σύγχρονη παγίδα του διεθνισμού και καταναλωτισμού. Όσο ενδοστρεφή και βαθειά ριζωμένα στη γνώση είναι αυτά τα ποιήματα αποτελούν την πραγματικόηττα που ο ποιητής μέσω του λυρισμού προσπαθούν να βρουν καταφύγιο στην ανθρώπινη φύση και τις έμφυτες αξίες. Ένα συνοθύλευμα διαφόρων θεμάτων και εικόνων ακουλουθεί στο δεύτερο μέρος του βιβλίου Το Βλέμμα της Μεδούσας. Αναμνήσεις, ερωτισμός, φιλοσοφία, αφηρημένη τέχνη, αλληλουχία σκέψεων που τριγυρίζει έναν υπαρξιακό διαλογισμό, η απόσταξη ζωής περιγράφονται με λογοτεχνική ουσία: ο ποιητικός κόσμος του Μανώλη Αλυγιζάκη υπάρχει σε συνεχή εξέλιξη και διαπλάσεται κι αποκτά σώμα οστά και σκοπό. Αυτή η συνεχήςεξελικτική υπόσταση του βιβλίου αποτελεί και το νόημά του κι είναι το βασικό στοιχείο της διανοητικής και καλλιτεχνικής του Οικουμένης. Διαβάζουμε τα ποιήματα αυτά και κάνουμε μια προσπάθεια να τα ερμηνεύσουμε μέσω διαλόγου και ειλικρίνιας. Προσπαθούμε να τα εννοήσουμε έχοντας στο νου ότι το λυρικό εγώ αναγεννιέται σε μια σειρά σκέψεων, αντυπώσεων και συναισθημάτων, στην πολύμορφη δημιουργική του ποιητή που χαμηλώνει τα σύνορα του αυτο-εγκλωβισμένου κόσμου στο έδαφος. Το αντικείμενο κάθε ποιήματος αποτελείται από ένα σύνολο αποχρώσεων κληρονομικής εμπειρίας του άλλου καθώς ο φακός μέσω του οποίου εστιαζόμαστε στην εικόνα θρύβει τις υπάρχουσες και καθεστημένες δοξασίες δυναμώνοντας το σκοπό των ετερογενών και πολύχρωμων εννοιών που αναμοχλεύονται από την καθημερνή εμπειρία του ανθρώπου.    Σαν επέκταση των εμπειριών του ποιητή κάποια ετερότητα αναβλύζει απ’ τα ποιήματα καθώς ο ποιητής προσφέρει μέσω του πολύπλευρου κόσμου των εικόνων του πολλαπλές ερμηνείες παράλληλων ζωών, ταυτόχρονα συμβάντα, και συγχονισμένες υπερθέσεις εισχωρώντας στο πνευματικό πεδίο του άλλου και με την προώθηση του αναγνώστη στο χώρο του άλλου. Έτσι ο ποιητής αφού αντιμετωπίσει το εγώ του τοποθετώντας το στη θέση του άλλου σαν κοινωνική και πολιτική αναγκαιότητα μας προσκαλεί να μεταλλάξουμε το εγώ μας όπως τολμά κι ο ίδιος. Η αναμφισβήτη ειλικρίνεια και διαφάνεια του ποιητή εκδηλώνονται σε σειρά συσχετιζομένων ποιημάτων με αλληλοσυνδεόμενες εικόνες σαν να πηγάζουν από μια στέρευτη πηγή αισθήσεων κι εντυπώσεων στενά συσχετισμένων με την πραγματικότητα της καθημερινής ζωής. Οι ολιγόστροφοι επιγραμματικοί διάλογοι του τρίτου μέρους του βιβλίου παρουσιάζουν μια δυναμική και λεπτομερή ρεαλιστική αναφορά στη δυναμική που διενεγείται ανάμεσα σ’ ένα ζευγάρι ηλικιωμένων. Η δυαδικότητα του διαλόγου βασίζεται σε δύο διαφορετικές μορφές έκφρασης του ηλικιωμένου ζευγαριού καθώς προσπαθούν να αυτοπροσδιοριστούν. Οι ιδιαίτερα ξεχωριστές απόψεις συζούν δίχως να εναλλάσουν κάποιο στοιχείο που να τους ενώνει και να το χρησιμοποιούν με την πρόθεση να επηρρεάσουν ο ένας τον άλλο. Τα ποιήματα του τρίτου μέρους αναπτύσονται μέσω ενός φακού που εκθέτει τις διαφορές και τα κατεστημένα που έχουν ορθωθεί ανάμεσα στα δύο πρόσωπα που ζουν σε διαφορετικά επίπεδα και ιδιωτικούς χώρους. Στην περίπτωση αυτή το να μοιράζεται κάποιος τη ζωή του με κάποιο άλλο πρόσωπο είναι απλό θέμα συνύπαρξης και όχι απαραιτήτως σύνδεσης ή έστω και επικοινωνίας που στην περίπτωσή μας εξελίσεται σε διαφορετικά επίπεδα, διαφορετικούς ψυχολογικούς κόσμους και συνεπώς ζουν μαζί και χωριστά. Οι χαρακτήρες των ποιημάτων του τρίτου μέρους διενεργούν εκ του εντός διφορετικές εξωτερικές επιδράσεις κι η εναλλαγή τους δεν παρουσιάζει κανένα σημείο επαφής καθώς ντύνονται κι οι δύο την φευτοαμφίεση του έτερου ενός που δεν είναι παρά ένας ρόλος τδια του οποίου δρουν και υπάρχουν. Η έλληψη ανταπόδοσης παρουσιάζεται σε όλους σχεδόν τους διαλόγους, τις μισοκομμένες φράσεις, τα υπονοούμενα, που αποδεικνύουν ολοκάθαρατην απομόνωση στην οποία τα δύο πρόσωπα ζουν: ο τρόπος έκφρασής τους και οι σκέψειςπου ποτέ δεν αναπτύσονται σαν μέσο αληθινής επικοινωνίας υπογραμμίζουν τις διαφορές που υψώνονται ανάμεσά τους και που εμποδίζουν την απλή λογική εναλλαγή μεταξύ των δύο χαρακτήρων. Και όταν πια διαπιστώνουν τις διαφορές τους και το χάσμα που υπάρχει ανάμεσά τους αποδέχονται τη συμβίωση όπως είναι καταλαβαίνοντας ότι κανένα σημείο επαφής δεν υφίσταται πια. Η επικοινωνία μεταξύ άνδρα και γυναίκας έχει μηδενιστεί κι η ζωή τους συνυπάρχει μόνο στη φαντασία και των δύο.  Στο τρίτο μέρος του βιβλίου ο Μανώλης Αλυγιζάκης αποκαλύπτει πτυχές και επαρσιώσεις της σχέσης δίχως βερμπαλισμούς και με αναμφίβολη ευθύτητα που προβάλει σαν αποτέλεσμα τη συμβατηκότητα των περισσοτέρων σχέσεων ηλικιωμένων ζευγαριών που συνυπάρχουν, συζούν, συμβιώνουν αλλά ζουν σε ξεχωριστούς κόσμους, μια φρικτή αλλά αληθινή πλευρά της σύγχρονης ζωής. Το Βλέμμα της Μεδούσας είναι ένα ολοζώνταντο, επισκοπόν, κυνικό,ιδιαίτερα κριτικό, σύγχρονο πορτρέτο που μας παρουσιάζει με τον ευθύτατο τρόπο του ποιητή ένα τεράστιο πανόραμα φιλτραρισμένο από την εξεταστική και υποκειμενική ματιά του Μανώλη Αλυγιζάκη και μας προτρέπει να την αποδεχτούμε και να την αγκαλιάσουμε σαν κάτι δεδομένο κι αποδεχόμενο. Η ζωντάνια των εικόνων κι ο πλούτος εμπεριστατωμένων στιγμών και η καθηλωτική αφήγηση του ποιητή μας παίρνουν σ’ ένα ταξίδι του εσωτερικού του κόσμου που διαφαίνεται σαν διαπλοκή και την ίδια στιγμή σαν αξέχαστη κι ευχάριστη εμπειρία. Η ποίηση του Μανώλη Αλυγιζάκη επιβεβαιώνει την αξία της πρωτογενής ύπαρξης αλλά ότι είναι επίσης πράξη και περιπλοκή. Το Βλέμμα της Μεδούσας υφίσταται σαν ένα ερμηνευτικό σημείο του κυκλικού ανωφερικού μονοπατιού που ο ανθρωπος αναμένεται ν’ ακολουθήσει προς την ψυχολογική και φιλοσοφική του εξέλιξη, έννοια που συμβαζίζει με τηγνησιότητα του ποιητή που ερμηνεύει τις διαφορές και τις αντιξοότητες της σύγχρονης ζωής.Οι αντιθέσεις του εγώ με τον άλλο και οι συνθήκες κάτω από τις οποίες μια ταύτιση ίσως ανακαλυφθεί είναι στοιχεία που ο ποιητής, ερευνά, αναφέρει, και μέσω της ευθύτητάς του προσπαθεί να εδραιώσει με την ελπίδα πως κάποια στιγμή οι ιδεολογικές και πολιτικές διαφορές ίσως γεφυρωθούν κι ίσως η αναμφίβολη διαφάνειά του χρησιμεύσουν σαν ορόσημα που θα οδηγήσουν στο καλύτερο αύριο. Karoly Sandor Pallai, PhD, researcher, translator, poet.

 

 

 

 

 

 

The ceaseless wanderings of a recalcitrant self

 

 

The Medusa Glance is a present-day triptych, a rich and profoundly nuanced contemporary narrative, sensitive to all the immanent and minute shades of reality, aspiring to embrace and incorporate the whole spectrum of lived experience. As a key motive, the author invokes Medusa, the female monster with venomous snakes on hear head. Stricken with fear, we are nonetheless tempted to be immersed in the poetic universe of Manolis. The epigraph characterizes the bold enterprise of the author aimed at the explicitation of the inner architecture and dynamics of experience, at the renewal of narrative practices and at the constant (re)negotiation of identity. The reader is swept away by a polychromatic tempest of verbs and embarks on a journey guiding him to the dimension of the minute and infinitely multifarious undulations of sublunary consciousness.

 

The poems of the first part mark an act of transubstantiation in which one’s existence is turned inside out, transcending itself and identity is filtered through alterity in a succession of anti-war poems dealing with the politics and elections of the USA and with international affairs. The author passes severe judgement on political disunity, the striking incapacity for decision-making, on our body and soul growing fat, lazy and losing all sense of criticism, on our stupefied, inebriated and paralyzed citizenship. The poetry of Manolis is a valid, cogent and timely exhortation, a perennial admonition endeavoring to disclose the hidden and mysterious dynamics of consciousness and the underlying metaphorical architecture of our lives in a new hermeneutical framework of poetic truth. The flow of words is set into motion by the inexorable criticism of the author, by his scathing irony and withering sarcasm. One of the most laudable characteristics of this poetry is the intermediate view that it represents in the incessant oscillation between identity and alterity.

 

The poet is concerned with reality in general and with intersubjective reality in particular. Openness and straightforwardness are encoded in the essence of this poetry and the immutable horizon of vigorous presence, experience and volitional activity is accentuated as a constitutive moment of existence. The experience of being an active participant of the events unfolding around us, moreover, of being a highly intensive critical presence shaping the world is not only reassuring but it also awakes our feeling of responsibility as we gradually become part of this poetic universe which serves to accommodate our impressions of the radical alterity of the other, our fears and hopes and our understanding of human identity. This can pave the way for our dialogical activity which is essential in the construction of our own narrative of the ego-world axis and of our interpretative matrix in which we constantly try to place and analyze the events of the external world, the famines and wars, the violence, the defenselessness and the privation that we see on a daily basis.

 

The succession of the trenchant images of suffering, pain, sorrow and agony is deeply personal, the genuine concern of the poet is moving: each poem is a state of affairs and what is more, a bead on a rosary told for the victims of violence, exclusion and discrimination. Bombs, missiles, explosions, corpses, great power politics, weapons and defense contractors in a mad world… The poems of the first chapter constitute the etching of the poet’s foregoing investigation into the horrors of modern-day existence. However introversive and rooted in a profound knowledge of the self these texts are, they are far from the common self-absorption of many poetic trends: the interference of the lyrical self is inconsiderable and it is instrumental in giving occasion to an inspection into the realm of human nature and inherent values.

 

A fusion of themes and horizons characterize the poems of the second part of the book. Reminiscence, eroticism, abstraction, philosophy, a chain of thoughts revolving around existential meditation and the distillation of life condensed in literary essence: the poetic world of Manolis is continually in the process of taking shape and being formed. This ceaseless becoming is the very essence of his intellectual and artistic universe. When it comes to these texts, to engage in hermeneutics is to engage in a reflection of openness and dialogue. The fragmented narrative serves the enlargement of the horizon of our experiences by an immersion in the inexhaustibly divergent possibilities of alternative subjectivity. Striving for understanding, the lyrical I is incarnated in a sequence of thoughts, impressions and sensations, in a multiplicity of self-representations, levelling the boundaries of the self-enclosed subject to the ground. The poetic subject appears as the focal point of the diverse shades and nuances of the inherent alterity of all experience, as the convergent lens splitting and shattering fixed categories, activating and mobilizing our most heterogeneous and multi-colored concepts and experiences of life and existence. As an extension of the experience of alterity to textual creation, the poet offers us his many-worlds interpretations of parallel lives, simultaneous events and synchronous superpositions by entering into the spirit and ideas of others and by projecting us into their existence. Thereby, the poet, after addressing the self-other, identity-alterity relationship as a socio-political concern, invites us to transcend the egological dimensions of the self. The poetic efficacy attributing autonomy and postulating self-sufficiency as the normative structure of the subject is replaced by the necessity of the other’s perspective and the engagement in an open dialectic of experience. The relentless candor and openness of the poet manifest themselves in the interlocking patterns of an apparently autofictitious chain of images, of an almost limitless inventory of sensations and impressions closely related to the realms of lived experience of everyday existence and to the phenomenological and ontological readings of feelings, life events and thoughts.

 

The short, epigrammatic dialogues of the third section of the book offer a sternly detailed and coldly realistic portrayal of the dynamics of estrangement and disaffection of the relationship of an elderly couple. The duplicity of the narrative is constituted by the disparate strategies of self-representation: the distinct perspectives coexist without being engaged in interaction, without interpenetrating and influencing each other. The poetic text operates in this part of the book as a divergent lens displaying, exhibiting the major discrepancies and splits in these two radically dissimilar inner structures of experience and existence. Sharing life, in this case, doesn’t mean a dialectical, bilateral relationship: on the contrary, it is only a setting for the plain scheme of communication divested of its essence, of the essential alterity and openness of shared experience. These series of pseudo-encounters deprive the subjects of any vertical dimension, compelling them to float in indeterminacy and to abandon all hope of a communion in which the encounter could transform the innermost realms of their existence. The lack of reciprocity manifests itself in the bifurcate, juxtaposed phrases and paragraphs, in the tessellated fugue-structure of non-alignment, phase-displacement and avoidance. The thoughts disengage and come apart as two people fade into the delusive intimacy of isolation: their means to express and articulate the nuances of their personality and inner self are incompatible, the schemata of their behavior reflect the distance between their authentic selves. By asserting their identities in their monologic and monolithic fragments of the universe, they tacitly accept the increasing alienation and the correlative tensions. The communion of wife and husband has lost even its seeming and fictitious feeling of togetherness, often disguised in an illusory narrative secrecy. In the final sequence of poems, Manolis reveals the cleavages and ruptures of a relationship in all honesty, with unrelenting directness. In fact, the apparent tranquillity and respite dissimulate an alarming defensiveness and a regressive inner fear which make it impossible to recognize and accept the growing gap and anxiety and the reinforcement of incongruence and decomposition of the self.

 

This lively, alert, highly critical, cynical, daring and often intrepid portrait of our age, this unyielding reckoning offers us a large-scale panorama filtered through the subjectivity of the poet which is the strategy of Manolis to embrace, appropriate and refigure reality. The vividness of his imagery and the richness of the moments of lived experience and enacted narratives make our journey into the inextricable intertwining of his inner world not only memorable but pleasurable as well. The poetry of Manolis confirms the postulation not only of the primacy of being, but of being as action and involvement. The Medusa Glance is a hermeneutical sign-post

tracing an ascending curve of psychological and philosophical analysis, congruent with the genuineness of the poet, which gives an account of his interpretations of our confrontations with the incomprehensibility of life, of the unfathomable fullness of experience, of the often controversial and impenetrable complexities and mysteries of ipseity and alterity, of conceptual and carnal intersubjectivity and of the mental space opened up for a critique of our deeply rooted ideological constructions and insincerities by the implacable openness and directness of this poetry.

 

Károly Sándor Pallai, PhD, researcher, translator, poet

 

Katerina Anghelaki Rooke//translated by Manolis Aligizakis

 

aggelakirouk-thumb-large

Κατερίνας Αγγελάκη Ρουκ//Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

 

ΣΤΙΓΜΙΑΙΑ ΖΩΗ

 

 

Έχω κλείσει όλα τα παράθυρα

που έβλεπαν στον κήπο της σάρκας.

Τα παντζούρια μόνο άγγιζαν

τα κλαδιά της αγάπης

που έγερναν ξεραμένα

κι άγγιζαν το χώμα.

Μακριά στεκόμουνα

από τη θέα των  θνητών αστεριών

φυλαγόμουνα μήπως κι επιθυμήσω.

Και τώρα; Χωρίς τίποτα ν’ αλλάξει

υπήρξε μόνο μια στιγμή

όπου ένα εύγλωττο βλέμμα

περιέγραφε κάτι

ασύγκριτα πιο συναρπαστικό

απ’ τη δική μου πραγματικότητα

 

 

 

MOMENTARY LIFE

 

 

I closed all the windows

that looked to the garden of flesh

the shutters only touch

the tree branches of love

that hang loose

and touch the ground

I stay away from

the view of mortal stars

I hide myself just not to desire.

And now? With nothing changed

only one moment is left

when the keen eye

will describe something

incomparably more exciting

than my own reality

 

ANTHOLOGY of  NEOHELLENIC POETRY, translated by Manolis Aligizakis, Ekstasis Editions, Victoria, BC, autumn 2017

 

Anthology of Neohellenic Poetry–translated by Manolis Aligizakis

Ο ΣΩΤΗΡΑΣ (by Miltos Sachtouris)

 

Μετρώ στα δάχτυλα των κομμένων χεριών μου

τις ώρες που πλανιέμαι στα δώματα αυτά τ’ ανέμου

δεν έχω άλλα χέρια αγάπη μου κι οι πόρτες

δε θέλουνε να κλείσουν κι οι σκύλοι είναι ανένδοτοι

 

Με τα γυμνά μου πόδια βουτηγμένα στα βρώμια αυτά νερά

με τη γυμνή καρδιά μου αναζητώ (όχι για μένα)

ένα γαλανό παράθυρο

πώς χτίσανε τόσα δωμάτια τόσα βιβλία τραγικά

δίχως μια χαραμάδα φως

δίχως μια αναπνοή οξυγόνου

για τον άρρωστο αναγνώστη

 

Αφού κάθε δωμάτιο είναι και μια ανοιχτή πληγή

πώς να κατέβω πάλι σκάλες που θρυμματίζονται

ανάμεσα απ’ το βούρκο πάλι και τ’ άγρια σκυλιά

να φέρω φάρμακα και ρόδινες γάζες

κι αν βρω το φαρμακείο κλειστό

κι αν βρω πεθαμένο το φαρμακοποιό

κι αν βρω τη γυμνή καρδιά μου στη βιτρίνα του φαρμακείου

 

Όχι όχι τελείωσε δεν υπάρχει σωτηρία

 

Θα μείνουν τα δωμάτια όπως είναι

με τον άνεμο και τα καλάμια του

με τα συντρίμμια των γυάλινων προσώπων που βογγάνε

με την άχρωμη αιμορραγία τους

με χέρια πορσελάνης που απλώνονται σε μένα

με την ασυχώρετη λησμονιά

 

Ξέχασαν τα δικά μου σ ά ρ κ ι ν α χέρια που κόπηκαν

την ώρα που μετρούσα την αγωνία τους

 

 

 

SAVIOR

 

I count the fingers of my severed hands

the hours I’ve spent on these windy roofs

I have no other hands, my love, and the doors

don’t close and the dogs are uncompromising.

 

With my naked legs deep in these dirty waters

with my naked heart I long (not for myself)

a light-blue window

how have they built so many rooms

so many tragic books

without a shred of light

without a short breath of oxygen

for the sick reader

 

since each room is but an open wound

how can I descent the tumbled stairs again

among the bog and the wild dogs

to bring medicine and rosy gauzes

and if I find the pharmacy closed

and if I find the pharmacist dead

and if I find my naked heart on the window display of the pharmacy

 

No, no, it’s all over, there’s no salvation

 

the rooms will remain as they were

with the wind and its reeds

with the ruins of glassy faces that moan

with their achroous bleeding

with porcelain hands opened towards me

with the unforgiving forgetfulness

 

They’ve forgotten my fleshy hands which were severed

when I was measuring their agony

 

 

 

ANTHOLOGY OF NEOHELLENIC POETRY, translated by Manolis Aligizakis, Ekstasis Editions, Victoria, BC, autumn 2017

THE MEDUSA GLANCE

The Medusa Glance cover

 

ΠΡΩΤΑ ΧΡΟΝΙΑ

 

Οι πατούχες γελαστά πλατσούριζαν

στα πηγαδάκια τα γιομάτα ζωή

κι η μάνα παραπέρα σκυφτή —

μανάδες πάντοτες σκυφτά

του πόνου πίναν το κρασί —

μάζευε πεταλίδες και κοχύλια

 

κι ο σύντροφος του πεπρωμένου μου

αδερφός της ξεγνιασιάς μου

έξυπνα πίσω απ’ τα καβούρια με χέρι

επιδέξιο και σβέλτο τ’ άρπαζε πριχού

γοργά κρυφτούν σε κώχες και μικρές σπηλιές

μονάχα τα καβούρια που γνωρίζουν

 

κι ήταν οι μέρες μίσους

που ο πατέρας στην εξορία έτρεχε

απ’ των δοσίλογων τα νύχια να γλυτώσει

κι από νωρίς της πίκρας το ψωμί γευτήκαμε

κι από νωρίς που ντροπαλά

σάν τα κλαριά τεντώσαμε το μάκρος,

σάν δυό πουλιά πριχού

τήν ώρα μας που ανδρειωθήκαμε

 

 

EARLY YEARS

Laughing benevolence our soles

splashed into small water pools

filled by moving life

and further away our mother stooped,

mothers always stooped drank bitterness,

and collected sea snails and abalone

 

my brother, my Fate’s choice

moved his hand swiftly to grab

the little crab before it took refuge

in the crevasse only a crab could see

and we lived in fear for our father was

in a land unknown to our little world,

exiled, away from the pangs of the police

informants: such was our luck

that early in life we tasted

the bitter orphan water

yet like tree branches we stretched our limbs

against the elements

and like birds prematurely we grew wings

 

THE MEDUSA GLANCE, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2017

 

Yannis Ritsos-translated by Manolis Aligizakis

Ritsos_front large

ΑΦΗ ΜΟΝΑΞΙΑΣ

 

Αυτό μονάχα. Τίποτ’ άλλο. Χρόνος διαμελισμένος.

Ανεμόμυλοι χάσκουν σε παλιούς λόφους εξορίας.

Οι σφουγγαράδες δε γύρισαν. Μια φανέλα χτυπιέται στο σύρμα.

Ανάβω τη λάμπα μου κι εργάζομαι μόνος

στο ίδιο νυχτερινό γυμνό χωρίς μοντέλο.

 

                                                             

TOUCH OF LONELINESS

 

Just this. Nothing else. Time dismembered.

Windmills gape on the ancient hills of exile.

The sponge divers didn’t return. An undershirt unfurls on the clothesline.

I light my lamp and work alone

on the same nightly nude statue without a model.

 

 

www.libroslibertad.com

www.manolisaligizakis.com

www.ekstasiseditions.com

Poetry Review

Manolis1_RGB_96_web

 

Φιληδονία στην ποίηση του Μανώλη Αλυγιζάκη σε σύγκριση με τον Καβάφη και Ρίτσο

 

Η ιστορία μας διδάσκει ότι η αντίθεση ανάμεσα στη ζωή και στις τέχνες κάνει εύκολη την θεώρηση της ποίησης του Καβάφη σαν ιδιόρυθμη, προσωπική αφού αναπτύσεται πέραν των κατεστημένων μορφών ποίησης και δίχως να συνδέεται με το παρόν. Και το πιο βασικό χαρακτηριστικό της ποίησης Καβάφη είναι η εκλυστική και αιχμηρή του αφήγηση.

 

Υπάρχουν πολλοί θαυμαστές των ιστορικών ποιημάτων Καβάφη που εξελίσσονται στο μαγικό χώρο της Μεσογείου παλαιών χρόνων και που διαχέονται από ειρωνικά σχόλια εναντίον των κοινωνικών συνθηκών της εποχής κι επίσης από κάποιο στωικισμό

 

Η Ιθάκη σ’ έδωσε τ’ ωραίο ταξίδι

χωρίς αυτήν δεν θα `βγανες στον δρόμο.

Άλλα δεν έχει να σε δώσει πιά.

 

γράφει στο ποίημα Ιθάκη που αποτελεί την πιο αξιόλογη επίκληση της αρχαίας Ελληνικής παράδοσης: το ταξίδι είναι πάντα πιο αξιολόγο από το φτάσιμο στον προορισμό της απογοήτευσης, κι αυτό υπογραμίζεται επίσης στο ποίημα

Θερμοπύλες,

 

Τιμή σ’ εκείνους όπου στην ζωή των

ώρισαν να φυλάγουν Θερμοπύλες

……………………………………………….

Και περισσότερη τιμή τους πρέπει

όταν προβλέπουν (και πολλοί προβλέπουν)

πως ο Εφιάλτης θα φανεί στο τέλος

κ΄οι Μήδοι επί τέλους θα διαβούνε

 

αλλά ίσως είναι πιο σωστό να πούμε ότι κύριος ο λόγος που η ποίηση του Καβάφη είναι τόσο γνωστή είναι τα ερωτικά του ποιήματα, που μερικές φορές δεν θεωρούνται σαν τα καλύτερά του επιτεύγματα, αλλά που όμως ασχολούνται με Συναρπαστικες εικόνες ερωτικής επιθυμίας, συνειδητοποίησης και απώλειας.Κι αυτός είναι ο τρόπος έκφρασης όταν η μνήμη διατηρεί το επιθυμιτό που δεν μπόρεσε ν΄αποκτηθεί. Αυτή η ερωτική επιθυμία κάνει την εικόνα πιο ζωντανή και σύγχρονη πλησίον του ενεστώτα χρόνου. Όπως είναι στην περίπτωση του ποιήματος του Μανώλη Αλυγιζάκη, Κολόνα του Δρόμου                Αφού χαράξαμε τα αρχικά μας               στου δρόμου τη μοναχική κολόνα

χωρίσαμε

 

εκείνη προς τα δυτικά

εγώ προς την ανατολή

 

με την υπόσχεση

να ξανασυναντηθούμε

κάτω απ’ την κολόνα τούτη

ν’ αναζητήσουμε παλιά σημάδια

μα τις Σειρήνες δεν σκεφτήκαμε ποτέ

τους Κύκλωπες τον άγριο Ποσειδώνα

 

μα δεν σκεφτήκαμε ποτέ

τον πονηρό βαρκάρη

 

Κανείς εκτός απ’ τον Καβάφη που μελέτησε με ενθουσιασμό, με σεβασμό και προσοχή όλες τις λεπτομέρειες των ιστορικών γεγονότων δεν θα αναγνώριζε τον κίνδυνο που καιροφυλακτεί όταν κάποιος παρασύρει τους ανθρώπους απ’ το ιστορικό περιεχόμενο της γεννιάς του και η σπουδαιότητα αυτή δεν είναι πιο ολοφάνερη από το επόμενο ποίημα

 

Η ΠΟΛΙΣ

 

Είπες, ‘θα πάγω σ’ άλλη γη, θα πάγω σ’ άλλη θάλασσα.

Μια πόλις άλλη θα βρεθεί καλύτερη από αυτή

κάθε προσπάθεια μου μια καταδίκη είναι γραφτή

κ’ είν’ η καρδιά μου — σαν νεκρός — θαμένη.

 

…………………………………………………………………….

 

Πάντα στην πόλι αυτή θα φθάνεις. Για τα αλλού — μην ελπίζεις

δεν έχει πλοίο για σε, δεν έχει οδό.

Έτσι που τη ζωή σου ρήμαξες εδώ

στην κώχη τούτη την μικρή, σ’ όλην την γη την χάλασες.

 

 

Ποίηση που δεν υπάρχει καλύτερη της και ταυτόχρονα διαχρονική που μεταθέτει τον αναγνώστη στην εποχή του μεγάλου Καβάφη. Αλλά η πρόθεση ν’ αντιμετωπίσουμε τον Καβάφη σαν τωρινό ποιητή που ομιλεί με γλώσσα διάφανη και πολύ γνωστή σε όλους μας για αναμφισβήτητα θέματα έχει σαν αποτέλεσμα την αφαίρεση κάποιας σοβαρής λεπτεμέρειας που αν την επιστρέψουμε στο χρόνο του Καβάφη διαπιστώνουμε ότι ο Αλεξανδρινός ποιητής μεταλλάσεται στο διαχρονικό και ποιητή του μέλλοντος αντι για τον ποιητή του δεκάτου ενάτου αιώνα. Αυτή η λεπτομέρεια συνυπάρχει επίσης και στην ποίηση του Μανώλη Αλυγιζάκη που αντλεί από το μυθικό κόσμο της αχαίας Ελλάδας και ξεδιπλώνει εικόνες φιληδονίας, εγκατάλειψης και απώλειας.

Η ποίηση του Καβάφη, είναι πλούσια, αφηγητική, χωρίς μουσικότητα κι είναι βαθειά ριζωμένη στο χρόνο του ποιητή και μερικά απ’ τα ποιήματά του προς έκλπηξη πολλών είχαν γραφτεί σα σονέτες ή άλλου είδους καθιερωμένου στίχου.

Ο Μανώλης Αλυγιζάκης γεννήθηκε στο Κολυμπάρι της Κρήτης το 1947. Όταν ήταν σε μικρή ηλικία η οικογένειά του μετακόμισε στην Θεσσαλονίκη και μετά στην Αθήνα όπου τέλειωσε το Γυμνάσιο και το Πάντειο Πανεπιστήμιο απ’ όπου αποφοίτησε με το πτυχίο Πολιτικών Επιστημών.

Μερικά απ’ τα ποιήματα του Καβάφη έχουν προσπεραστεί από τους αναγνώστες λόγω του ότι αναφέρονται στο ένδοξο παρελθόν, σε ιστορικά γεγονότα και θεωρούνταν ότι δεν σχετίζονταν καθόλου με τη σύγχρονη εποχή. Με τον ίδιο τρόπο μερικά από τα ποιήματα του Μανώλη Αλυγιζάκη αντλούν από μυθικές εικόνες, την αστέρευτη πηγή των περισσοτέρων Ελλήνων ποιητών, κι έτσι δημιουργούν ένα αναπόσπαστο σύνδεσμο με το αρχαίο κάλλος που ο σύγχρονος ποιητής Αλυγιζάκης διατηρεί στη μνήμη του, εικόνες και στοιχεία που διαχέουν πολλά απ’ τα ποιήματά του.

Η ομορφιά παρουσιάζεται αναμφίβολα μέσω των ποιημάτων του Μανώλη Αλυγιζάκη που χρησιμοποιεί σαν πρώτιστο του μέσο την εμπειρία του και τη δύναμη του Έρωτα. Το ψυχολογικό του γίγνεσται προσελκύει και με αυθεντικότητα κοσμεί την προσωπική του λατρεία προς την έννοια της ερωτικής έλξης που απευθύνεται προς αυτόν από γυναικεία υπέροχα κορμιά που τον φέρνουν σε υπερβατική έκσταση, μέσω της βαθείας του αγάπης για το γυνακείο φύλλο και την αφοσιωμένη του κατανόηση. Είναι ολοφάνερτο ότι συναντεί τον σκοπό της ζωής του όταν ερωτεύεται με πάθος την αγαπημένη του.

Δεν παύει να υπενθυμίζει ότι ακόμα και πριν γενηθεί θα ήθελα να γίνει

 

ένα φεστιβάλ

μια κίνηση πουλιού ή τραγουδιού

ένας εσπερινός

ένας απλός ανασταναγμός

που θα θωπεύσει τα χείλη της αγαπημένης του

 

Αν νιώθει ανυπεράσπιστος μπροστά στην παντοδύναμη Μοίρα, δηλώνει ολοκάθαρα ότι η αγκαλια της γυναίκας του γνέφει και θέλει αναμφίβολα να γευτεί με πάθος κάθε γυναίκεια καμπύλη

 

το αδιευκρίνιστο μηδέν

αιώνεια απροσδιόριστο

κι αυτό η προσταγή

κι αυτό η υποταγή

κι αυτό ο οργασμός

κι αυτό ο έρωτας

κι αυτό είσαι εσύ

 

 

αισθάνεται ότι ο Έρωτας τον έχει εκλέξει και διαχέεται από ερωτικό πάθος που ελύθερα εκθέτει στους ερωτικούς του στίχους. Σαν γενναίος υπερασπιστής της λαγνείας και της φιληδονίας και των αληθινών ερωτικών αισθήσεων μας μετουσιώνει χαρίζοντάς μας τροφή για την ψυχή.

Ιδεαλισμός, πραγματισμός και κάποια μεσσιανική πρόθεση συνυπάρχουν μαζί με την παράδοση και την αισθησιακή χαύνωση, ο έρωτας αφιερώνεται σε πρόσκαιρες ερωτικές απολαύσεις και ερωτική μέθη που συντελούν τα υπόλοιπα στοιχεία της ποίησης του Μανώλη Αλυγιζάκη. Έχοντας αποκτήσει ποιητική μεστότητα και ικανότητα να δημιουργεί υποβλητικές εικόνες με το δικό του προσωπικό τρόπο, μας οδηγεί σ’ αυτό που αποτελεί την πιο λαμπρή έκφραση των πιο κρυφών του σκέψεων και πιστεύω με την παρουσία του κόσμου καθ’ υποβολήν.

Ο τρόπος του επίσης ενισχύεται απ’ τη μνήμη που έχει διατηρήσει αυτό που η επιθυμία μερικές φορές δεν συγκρατεί. Αν αυτή η επιθυμία και νοσταλγία ανεφερόταν σε άλλους ανθρώπους ίσως να φαινόταν πιο πρόσφατες, τωρινές. Αλλά όταν βλέπουμε το πρώτο ποίημα Σκανδαλίζειν του βιβλίου ΕΑΡΙΝΗ ΙΣΗΜΕΡΙΑ διαπιστώνουμε ότι μόνο ένας ποιητής σαν το Μανώλη θα μπορούσε να γράψει τέτοιον ερωτικό υμέναιο

 

σαν πουλί παγωμένο πάνω

σε φακό φωτογραφικής μηχανής

η ήβη της τον σκανδαλίζει

σαν έρχεται στο νου του

απ’ τις μέρες εκείνου του Αυγούστου

στο ηλιοκαμένο νησί

στο νωχελικό μεσημεριανό ύπνο

στην τραγουδιστή λαγνεία

αλλιώς ο καθρέφτης θα ράγιζε απ’ την ένταση

 

 

Κατά τη διάρκεια των δεκαετιών 1880 και 1890 ο Καβάφης έγραφε ποίηση, άρθρα και κριτικές στα ελληνικά και στα αγγλικά, που είχε εξασκήσει καλά κατά τη διαμονή του στο Λονδίνο, και που έστελνε σε διάφορες εφημερίδες και λογοτεχνικά περιοδικά στην Αλεξάνδριας αλλά και στην Ελλάδα. Κι εδώ υπάρχει μια ομοιότητα με τον Μανώλη Αλυγιζάκη που ζει στο Βανκούβερ του Καναδά και γράφει ποίηση στα ελληνικά και στα αγγλικά που αναφέρεται στον τόπο που ζει αλλά και στην πατρίδα του, τη μακρινή Κρήτη.

 

Ο Γιάννης Ρίτσος γενήθηκε στη Μονεμβασία το 1909. Μετά τα γυμνασιακά του χρόνια μετακόμισε στην Αθήνα που εργάστηκε για μερικά χρόνια πριν γυρίσει στα πατρικά εδάφη όπου και άρχισε να γράφει και να ζωγραφίζει, η άλλη του αδυναμία που μαζί με το γράψιμο ασχολήθηκε για όλη του τη ζωή. Ίσως η ζωγραφγική να τον έμπνευσε να γράφει αισθησιακά ποιήματα

 

ΓΥΝΑΙΚΕΣ

 

Είναι πολύ μακρινές οι γυναίκες. Τα σεντόνια τους μυρίζουν

καληνύχτα.

Ακουμπάνε το ψωμί στο τραπέζι για να μη νιώσουμε πως λείπουν

τότε καταλαβαίνουμε πως φταίξαμε. Σηκωνόμαστε απ’ την καρέκλα

και λέμε

 

Κουράστηκες πολύ σήμερα, ή άσε θ’ αν’αψω εγώ τη λάμπα

 

………………………………………………………………………………………………

 

Ακούς το βήμα της να τρίζει στα παλιά σανίδια

κούς τα πιάτα να κλαίνε στηνπιατοθήκη κ’ ύστερα ακούγεται

το τραίνο που παίρνει τους φαντάρους για το μέτωπο

 

Μερικές φορές τα ποιήματά του Γιάννη Ρίτσου διαχέονται από εικόνες ονειρικές και γεγονότα που αποκτούν σώμα κι αναπτύσονται σε χώρο που λίγο λίγο γίνεται πιο γνωστός και πιο πολύ ελκυστικός. Χώρος που την ίδια στιγμή ταυτίζεται με τον ελλαδικό χώρο: μπαλκόνια, γεράνια σε γλάστρες, αγάλματα, μαυροφορεμένες γυναίκες

και φυσικά πάντα η γαλανή θάλασσα που παίζει πρωταρχικό ρόλο. Το άγγιγμα του Ρίτσου είναι απαλό αλλά η επίδρασή του στον αναγνώστη αναμφίβολη. Πολλά εξαρτώνται φυσικά από την εικόνα που δημιοργεί την αφήγηση του ποιήματος. Μερικά απ’ τα ποιήματα αυτά είναι λακωνικά, τόσο πολύ αφαιρετικά αλλά τα τμήματα της ιστορίας που έχουμε μπροστά μας έχουν απαράμιλλη δύναμη. Όσο πιο λίγο δέχομαι τόσο πιο μεγαλύτερη είναι η επίδρασή του, είπε ο Αλμπέρτος Γιακομέττι κι αυτή η βαθειά έννοια διαχέει πολλά απ’ τα ποιήματα του Γιάννη Ρίτσου.

Κάτω απ’ το πρίσμα αυτό η ποίηση του Γιάννη Ρίτσου απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή τόσο για τις λεπτομέρειες των θεμάτων τους όσο και για τις διαφοροποιήσεις τους ανάμεσα στο ιστορικά υπόβαθρό που πολλά έχουν και στο ερωτικό. Ο ερωτισμός είναι μια μορφή του εσωτερικού κόσμου του ανθρώπου καθώς ο καθένας αναζητεί το άλλο ήμισυ για να ολοκληρωθεί η έννοια του ζεύγους. Αλλα αυτή η αναζήτηση του ετέρου ανταποκρίνεται στην εσωτερική φύση του καθενός τη στιγμή που εξωτερικεύεται αυτή η επιθυμία με διαφορετικό τρόπο στο κάθε πρόσωπο. Κι όταν ο έρωτισμός υποδαυλίζει την αναζήτηση του άλλου τότε εμφανίζεται η διαφοροποίηση της έκφρασής της έλξης ανάμεσα στα δύο άτομα.

Η έννοια της απώλειας του κατεστημένου κόσμου που ωφείλεται στην αισθητική ένταση που παρουσιάζεται είναι αυταπόδεικτη και τότε απρόσμενα αποτελέσματα μερικές φορές ξεπηδούν όταν η γλυκύτητα του έρωτα μετατρέπεται σε πίκρα και ο κήπος μας μεταλλάσεταιν από ανθισμένο σε έρημο χώρο και τα διάφορα εμδιαφέροντα του σπιτιού γίνονται η ρουτίνα που καταπλακώνει το κάθε ερωτικό έναυσμα. Τη στιγμή αυτή ο ερωτευμένος αναγνωρίζει την οντολογική του υπόσταση σαν ολοκάθαρη έλειψη, σαν απώλεια και συχνά ο κόσμος εμφανίζεται σαν να τον βλέπουμε εκ των έσω και το μόνο καταφύγιο ποτ εμφανίζεται μπροστά μας είναι ο πιο έντονος ερωτισμός όπως στο εξής ποίημα που συνδυάζει το θάνατο με την αναγεννητική δύναμη του έρωτα

 

ΑΙΝΙΓΜΑ

 

Τίποτα δεν μας έχει απομείνει

εκτός απ’ τη λαγνεία του έρωτα

κι από τη σκαλιστή ταφόπετρα

στο μάρμαρο ονόματα αόριστα

στο μάταιο κενό αχτίνα μοναχή

που έλαμψε στο στήθος σου επάνω

μια αστραπή μονοστιγμής

που φώτισε την έλξη στη ματιά μου

 

και ρώτησες —

 

άραγε υπάρχει κάποιο νόημα

που ψάχνουμε μες το σκοτάδι

για να βρούμε ή μοναχικό μας

καταφύγιο τα δυό κορμιά;

 

 

Η λαγνεία που περιγράφεται στην ποίηση του Μεσογειακού περιβάλοντος κι ιδιαίτερα στον ελλαδικό χώρο ίσως να υπάρχει από καταβολής κόσμου και σιγοκαίει μέσα στις καρδιές των ποιητών και ποιητριών της Ελλάδας όπως έχουμε διαπιστώσει από την ιστορία αιώνων και καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι η ποίηση των αρχαίων Ελλήνων Θεών ίσως έχει πεθάνει αλλά η ψυχή της πάντα ζει στην ψυχή των Ελλήνων. Ο Έρωτας κι ο Διόνυσος είναι πάντα ζωντανοί από τα αρχαϊκά χρόνια ως σήμερα και πιο πολύ στην ποίηση του Μανώλη Αλυγιζάκη που ζει στο Βανκούβερ του δυτικού Καναδά αλλά δεν έχει λησμονήσει τις κρητικές ρίζες του και γράφει στις δύο γλώσσες αγγλικά κι ελληνικά υπογραμίζοντας με τ εξής παράδειγμα ποιήματος ΦΙΛΙ την αισθησιακή σύνδεση μεταξύ της ποίησης του και την ποίηση του Κ. Καβάφη και Γιάννη Ρίτσου

 

 

ΦΙΛΙ

 

Πέταξε το καπέλο στην καρέκλα

έβγαλε το πουκάμισο αποκαλύπτοντας

το μαυρισμένο στήθος που ο σταυρός

αντανακλούσε του ήλιου τις αχτίνες

 

μα η καρδιά του χτύπησε πιο έντονα

όταν εκείνη τον πλησίασε

και βάζοντας το χέρι της στο ευλογημένο σημείο

του φίλησε τα χείλη λέγοντας. Μου έλειψες!

 

 

~Έρικ Πόντυ, ποιητής, μεταφραστής, Σάο Πάολο, Βραζιλία, 2016

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Sensuality in Manolis’ Poetry Compared to Cavafy and Yannis Ritsos

 

As history teaches us, the contrast between life and art has made it easy to think of Cavafy as special, personal as an artist whose work exists free from tradition and attachment to a specific moment in time. This trend has been prompted by the two elements of his poetry for which he is most famous: his surprisingly contemporary theme (one of his themes, at least), and his attractive and direct style.

Certainly there have always been many readers who appreciate the so-called historical poems, situated in magical places of the Mediterranean during times that have been long dead and acrimonious with sociable irony and a certain tired stoicism. (“Ithaca gave you the beautiful journey, / without her you would not have put in the passage. / But now she has nothing to give you,” he writes in what may be the most famous evocation of ancient Greek culture: the journey is always more important than the fatefully disappointing destination.) This can be seen in the poem:

Thermopylae

Honor to all of those who in their lives

have settled on, and guard, a Thermopylae.

Never stirring from their obligations;

just and equitable in all of their affairs,

but full of pity, nonetheless, and of compassion;

generous whenever they’re rich, and again

when they’re poor, generous in small things,

and helping out, again, as much as they are able;

always speaking nothing but the truth,

yet without any hatred for those who lie.

And more honor still is due to them

when they foresee (and many do foresee)

that Ephialtes will make his appearance in the end,

and that the Medes will eventually break through

 

But it is probably fair to say that the popular reputation of Cavafy rests almost entirely on the remarkably preexisting way in which his other “sensual” poems, often not considered as this poet’s gift, deal with the ever-fascinating and pertinent themes of erotic desire, realization and loss.

The way, too, when memory preserves what desire so often cannot sustain. That desire and longing only makes it appear more contemporary, closer to our own times. Perhaps this is the case with Manolis’ poem:

Lamppost

 

After leaving our marks

on the sole lamppost

we parted

she to the west

I to the east

with a promise

to meet again

by this lamppost

and trace our marks

though we never thought of the Sirens

the Cyclops and the angry Poseidon

though we never thought of the pricey

ferryman

 

No one but Cavafy, who studied history not only eagerly but with a studious respect and meticulous attention to detail, would have recognized the dangers of abstracting people from their historical contexts; and nowhere is this abstraction more dangerous than in the case of Cavafy himself.

 

THE CITY

 

You said: “I’ll go to another land, to another sea;
I’ll find another city better than this one.
Every effort I make is ill-fated, doomed;
and my heart —like a dead thing—lies buried.
How long will my mind continue to wither like this?
Everywhere I turn my eyes, wherever they happen to fall
I see the black ruins of my life, here
where I’ve squandered, wasted and ruined so many years.”
New lands you will not find, you will not find other seas.
The city will follow you. You will return to the same streets.
You will age in the same neighborhoods; and in these
same houses you will turn gray. You will always
arrive in the same city. Don’t even hope to escape it,
there is no ship for you, no road out of town.
As you have wasted your life here, in this small corner
you’ve wasted it in the whole world.

 

Surely his work is as good as great poetry can be and at the same time timeless in the way we like to think that great literature can be alchemizing details of the poet’s life, times and obsessions into something relevant to a large audience over the years and even centuries.

But the tendency to see Cavafy as one of us, as one in our own time, speaking to us with a voice that is transparent and admittedly ours about things whose meaning is self-evident, threatens to take away a specific detail one that, if we give it back to him, makes him look larger than life and more a poet of the future, as it was once described, rather than the time he lived in. This detail also pertains to Manolis who refers to mythical passages of his home-country and unfolds scenes of sensuality, abandonment and loss.

Cavafy’s style, to begin with, is far less prosaic, much richer although not musical, and rooted deeply in the nineteenth century in which he lived for more than half of its life. Some readers will be surprised to learn that many of Cavafy’s poems, even when he was almost forty, were cast as sonnets or other prepared forms of verse.

Manolis was born in Kolibari a small village west of Chania on the Greek island of Crete in 1947. At an early age his family took him first to Thessaloniki and then to Athens where he was educated, earning a Bachelor of Science in Political Science from the Panteion University of Athens.

The subject in some of Cavafy’s poems which tend to be overlooked by readers as difficult are the poems deliberately placed in the dark, geographical and temporal margins of the Greek past: poems which seem not to have much to do with today’s concerns and are often passed in favor of works with more contemporary appeal.

Perhaps this is the case with Manolis who draws from the same Greek sources as Cavafy does making historical references to Greece, the cradle where his soul was born, when he creates the Greek myths interacted in his contemporary poetry. Even far from his motherland Greece where he resides now he still retains in his poetic memory, images and themes he channels through verve in this book and others.

 

Can Manolis channel the beauty as easily as he describes in his verse? “An ancient time leader / as an anointed and pious / a musical instrument of candor flowing free / ready to speak with words that relieve pain and free the soul?” Yes its main tool is its firsthand experience of the power of Eros. His psychological makeup attracts and conveys authenticity and happiness based on his worship and being adored by sensual and provocative female figures exposing him in an ecstatic transcendence through the  lustful bodies of his poems and his deep love and undoubtable understanding. It is obvious that he finds his purpose in falling in love passionately for his beloved.

He does not hide that before he emerged he wanted to become “a festival / movement song of a bird / a vesper / a simple sigh / that will heal the lips of his beloved.” If he feels powerless in the face of inconceivable and powerful Destiny, he declares that a woman’s embrace beckons him and he likes to give in to his passion: “dark and vague circle / forever indeterminable / and this, the command / and this, the Obedience / This, the orgasm / and this, the Eros / and this is you.” He feels being favored by Eros and he diffuses his burning passion with light that fills his erotic verses. As a gallant defender of lust and sensuality and the true emotions of love, he delivers joy to the soul.

 

Both idealism and pragmatism, messianism, but also tradition and the languor of the senses, the subjects of love dedicated to ephemeral satisfaction and erotic drunkenness make up the changes of its vast poetic content. Having the maturity of an accomplished poet and the ability to create evocative images in a personal way, the poet introduces us to what constitutes the most brilliant expression of his most intimate thoughts and beliefs in front of the world of his time and age.

The way, too, where memory preserves what desire so often can’t sustain. That desire and longing were for other men only makes it appear more contemporary, closer in our own times as we see in this opening poem of Scandalous, which poem may seem obscene and prosaic created by a minor poet, but when created by a poet such as Manolis it locks up the erotic aura of a Moravia.

 

like a bird stilled by camera lens

her scandalous vulva visits his mind

from days of that August

on the scorched island

in low tone siesta

in muffled moaning

lest the mirror would crack from tension

 

 

In the 1880s and 1890s, Constantine Cavafy was a young man with modest literary ambitions, writing verses and contributing articles, critiques and essays, mostly in Greek but also in English (a language in which he was perfectly at home as a result of spending a few of his adolescence years in England), on a various idiosyncratic subjects, for Alexandrian and Athenian newspapers. The cunning similarity in the biographies of these two poets binds Cavafy with Manolis who lives in Vancouver and writes poems in Greek and English referring to both countries.

 

Yannis Ritsos was born in Monemvasia, Greece, on May 1, 1909, in a family of landowners. He did his early schooling and finished high school in Gythion, Monemvasia and after graduating in 1925, he moved to Athens where he began working on typing and copying legal documents. A year later, he returned to his home town where he spent his time writing and painting, another form of art that he devoted himself which along with his writing he kept for the rest of his life, perhaps the painting has given him elements of his sensual poems:

 

WOMEN

Our women are distant, their sheets smell of goodnight.

They put bread on the table as a token of themselves.

It’s then that we finally see we were at fault; we jump up saying,

‘Look, you’ve done too much, take it easy, I’ll light the lamp.

’She turns away with the striking of the match,

walking towards the kitchen, her face in shadow,

her back bent under the weight of so many dead –

those you both loved, those she loved, those

you alone loved . . . yes . . . and your death also

 

Listen: the bare boards creaking where she goes.

Listen: the dishes weeping in the dishrack.

Listen: the train taking soldiers to the front.

 

 

Sometimes the poems are invested with the fractured logic of the dream with images of dream events or they’re placed in a landscape of dreams that grows, as one reads more, more and more recognizable, less strange, always attractive. At the same time, their locations and quotations are redemptive of a completely recognizable Greece: the balconies, the geraniums, the statuary, women in their black attires and, in a lasting way, the sea. His touch is light, but its effect is profound. Much depends on the image that causes the narrative movement. Some poems are so small, so distilled, that the fragments of history given to us – the kids’ psychodramas – have an irresistible power. “The less I get the bigger it gets,” said Alberto Giacometti and the same powerful reticence is a feature in Ritsos’ shorter poems.

 

The content of Yannis Ritsos also deserves renewed attention – both the specific themes of the individual poems, which in fact keep the historical and the erotic in a single focus.

Eroticism is one of the appearances of man’s inner life. In this one deludes himself because one is seeking the object of his desire. But this object of desire responds to the internal desire. The choice of an object always depends on the individual’s personal tastes: even if it falls on the woman as most would have selected, what comes into play is often an unspeakable aspect, not an objective characteristic of this woman unless she has touched the inner being of man which creates the force to choose her.

The notion of disorientation, when heightened emotion puts us at odds with the world, when the aromas become sour, when a view of the garden becomes desolate, when household objects shed their purpose, is perfectly evoked in the following ten lines. There is an immediate recognition of a precarious ontological state tied to a story until, a moment later, we realize that we can see that street, see that window, see through that door:

 

 

ALMOST

 

It was just luck: I open the door, the two women

side by side on the sofa

 

in his black handkerchief,

mother and daughter, perhaps,

 

staying immobile, unpronounceable, a mouthful of bread

on the table, a cat sleeping on the couch.

 

Looking away and the sun at the top of the waves, cicadas

the swallows attractions in blue. They look back.

 

I almost had it, I almost had it in one of them.

Then Mother got up and closed the door.

 

This poem by Yannis Ritsos refers us to another poem by Manolis but more sensual and right:

 

Nothing to hold onto

but ourselves in lust

and the cenotaph with

names engraved in marble

yet in this near futile void

a sudden speck of light

gleams on Suzanne’s breast

as a lightning flash like

when her eyes demanded

a deeper meaning to this: are we

to search for it during this dark night

with our two bodies as the only absolution?

 

The sensuality of the Mediterranean world may be in the Greek soul of the poets to a greater or lesser degree, as we have seen over the years and centuries, referring to the idea that the Greek gods though dead are alive in the souls of the Greeks: Eros and Dionysus are alive from the bygone days of yesteryears to today and even more so in the case of Manolis who lives in Vancouver but has not forgotten his Cretan roots, and he writes in both Greek and English and shows with his simple poem Golden Kiss

 

Golden Kiss

 

He threw his hat on the chair

took off his shirt to reveal

his tan breast where a cross shone

reflecting brightness of the sun

and his heart pulsed in a different mode

when she walked to him and

placing her finger over the venerable spot

kissed his lips saying: I miss you

 

the sensual and erotic connection between his poetry and that of Cavafy and Yannis Ritsos.

 

~Eric Ponty, poet, translator, Sao Paolo, Brazil, 2016