Katerina Anghelaki Rooke//translated by Manolis Aligizakis

 

aggelakirouk-thumb-large

Κατερίνας Αγγελάκη Ρουκ//Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

 

ΣΤΙΓΜΙΑΙΑ ΖΩΗ

 

 

Έχω κλείσει όλα τα παράθυρα

που έβλεπαν στον κήπο της σάρκας.

Τα παντζούρια μόνο άγγιζαν

τα κλαδιά της αγάπης

που έγερναν ξεραμένα

κι άγγιζαν το χώμα.

Μακριά στεκόμουνα

από τη θέα των  θνητών αστεριών

φυλαγόμουνα μήπως κι επιθυμήσω.

Και τώρα; Χωρίς τίποτα ν’ αλλάξει

υπήρξε μόνο μια στιγμή

όπου ένα εύγλωττο βλέμμα

περιέγραφε κάτι

ασύγκριτα πιο συναρπαστικό

απ’ τη δική μου πραγματικότητα

 

 

 

MOMENTARY LIFE

 

 

I closed all the windows

that looked to the garden of flesh

the shutters only touch

the tree branches of love

that hang loose

and touch the ground

I stay away from

the view of mortal stars

I hide myself just not to desire.

And now? With nothing changed

only one moment is left

when the keen eye

will describe something

incomparably more exciting

than my own reality

 

ANTHOLOGY of  NEOHELLENIC POETRY, translated by Manolis Aligizakis, Ekstasis Editions, Victoria, BC, autumn 2017

 

Τάσος Λειβαδίτης//Tasos Livaditis

Tasos Livaditis_Vanilla

ΤΕΡΨΕΙΣ ΤΟΥ ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΟΣ

 

Ή μάλλον γιά νά `μαι πιο συγκεκριμένος όλα ξεκίνησαν απ’
αυτό το ρολόι, ένα ρολόι ηλίθιο και φαλακρό, εγώ τί έφταιξα —
απλώς καθόμουν τ’ απογεύματα ήσυχος στον καναπέ κι έτρωγα
τις θείες μου σε νεαρή ηλικία, αλλά μια μια, για να μη φανεί απότομα
η γύμνια του τοίχου ή μια φορά στο δρόμο έφτυσα αίμα, τόσο η
πόλη ήταν ακαλαίσθητη
και μόνον η έλλειψη κάθε ενδιαφέροντος για τους άλλους είναι
που έδωσε στη ζωή μας αυτό το ατέλειωτο βάθος.

AFTERNOON DELIGHTS

 

Or perhaps to be more accurate it all started by
this clock a stupid bald headed clock, it wasn’t my fault —
every afternoon I simply sat quietly on the sofa and ate my
young unties, however but one by one so that the emptiness
of the wall wouldn’t show or another time in the street I spat
blood so much the city was inelegant
that only the lack of interest for others gave our lives
this endless depth.

 

~Τάσου Λειβαδίτη-Εκλεγμένα Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Tasos Livaditis-Selected Poems/Translated by Manolis Aligizakis
http://www.libroslibertad.ca
http://www.authormanolis.wordpress.com

Tasos Livaditis//Τάσος Λειβαδίτης

Tasos Livaditis_Vanilla

ΟΙ ΜΕΡΕΣ είχαν αρχίσει να μεγαλώνουν, όταν ήρθαν αυτοί που
ξέρουν να περιμένουν
σαν την παρθενία, οι γυναίκες ταράχτηκαν κι έγειραν άξαφνα
όπως η υπομονή μες στον πολύν καιρό, εμείς ακουμπισμένοι στ’
αμόνια
κοιτάζαμε τήν πόλη ερημωμένη, κι ά, τί φριχτές σκηνές από πα-
νάρχαια γεγονότα,
κι όταν, στο γέρμα του ήλιου εκείνοι ξανάφυγαν και τα γαβγίσμα-
τα των σκυλιών
όλο και πιο πολύ μεγάλωναν την απόσταση, δεν έμεινε
παρά το μοναχικό άστρο κι η μυρουδιά που είχε το άχυρο
στην παιδική ηλικία.
THE DAYS had become longer when the ones who know how
to wait arrived
like virginity, women stirred and suddenly stooped
like patience in the infinity of time and we bowed over
the anvils and
we gazed the deserted city and yes the horrible images coming
from ancient events
and when at sundown those people left and the barking
of dogs
slowly made the distance longer only the lone star was left
and the odor of hay emitted from our childhood years.
~Τάσου Λειβαδίτη-Εκλεγμένα Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Tasos Livaditis-Selected Poems/Translated by Manolis Aligizakis
http://www.authormanolis.wordpress.com

Tasos Livaditis//Τάσος Λειβαδίτης

cover

ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΧΡΗΣΗ
Βέβαια, όλα αυτά ήταν κάπως θολά, ίσως μάλιστα κι ανεξήγητα
γι’ αυτούς που σηκώνουν μ’ έμφαση το ποτήρι τους πάνω απ’ το
τραπέζι, χωρίς να βλέπουν ποιος το κρατά, ώσπου σιγά σιγά, η
καθημερινή χρήση μας κάνει θνητούς, έτσι προσπαθούσα πάντα να
κοιτάζω αλλού όταν χτυπούσε το κουδούνι, κι όταν ύστερα όλα
ησύχασαν, ήταν αργά, που είναι ο οικοδεσπότης, γιατί κρύβεται,
ακούμπησα στο τραπέζι για να μην πέσω, ύστερα με κεφάλι
σκυφτό άνοιξα την πόρτα κι ακολούθησα το δρόμο μου.
Και τα βράδυα, στο δείπνο, τους άκουγα να διηγούνται τις ιστο-
ρίες τους, αποσιωπώντας με τρόμο το σκοτεινό, απόμακρο έξω —
εκεί που είχαμε ζήσει.
DAILY USE
Of course, all these were somehow vague perhaps even inexplicable
for the ones who raise their glass emphatically over the table without
seeing who holds it until slowly the everyday use makes us mortal
thus I always tried to look elsewhere when the doorbell rang and when
everything was quietened: where is the host, why is he hiding?
I leaned on the table that I wouldn’t fall; then bowing my head
I opened the door and followed my path.
And at night, dinner time, in horror I listened to them narrating
their stories that in a way silenced the dark, remote outside — there
where we had lived.

~Τάσου Λειβαδίτη-Εκλεγμένα Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Tasos Livaditis-Selected Poems/Translated by Manolis Aligizakis
http://www.libroslibertad.ca
http://www.authormanolis.wordpress.com

Odysseus Elytis//Οδυσσέας Ελύτης

elyths

ΑΣΜΑ ΗΡΩΙΚΟ ΚΑΙ ΠΕΝΘΙΜΟ ΓΙΑ ΤΟΝ ΧΑΜΕΝΟ ΑΝΘΥΠΟΛΟΧΑΓΟ ΤΗΣ ΑΛΒΑΝΙΑΣ

Α

Εκεί που πρώτα εκατοικούσε ο ήλιος
που με τα μάτια μιας παρθένας άνοιγε ο καιρός
καθώς εχιόνιζε απ’ το σκούντημα της μυγδαλιάς ο αγέρας
κι άναβαν στις κορφές των χόρτων καβαλάρηδες.

Εκεί που χτύπαγεν η οπλή ενός πλάτανου λεβέντικου
και μια σημαία πλατάγιζε ψηλά γη κι ουρανό
που όπλο ποτέ σε πλάτη δεν εβάραινε
μα όλος ο κόπος τ’ ουρανού
όλος ο κόσμος έλαμπε σαν μια νεροσταγόνα
πρωί, στα πόδια του βουνού.

Τώρα, σαν από στεναγμό Θεού ένας ίσκιος μεγαλώνει.

Τώρα η αγωνία σκυφτή με χέρια κοκαλιάρικα
πιάνει και σβύνει ένα ένα τα λουλούδια επάνω της
μες στις χαράδρες όπου τα νερά σταμάτησαν
από λιμό χαράς κείτουνται τα τραγούδια
βράχοι καλόγεροι με κρύα μαλλιά
κόβουνε σιωπηλοί της ερημιάς τον άρτο.

Χειμώνας μπαίνει ώς το μυαλό. Κάτι κακό
θ’ ανάψει. Αγριεύει η τρίχα του αλογόβουνου

τα όρνια μοιράζουνται ψηλά τις ψύχες τ’ ουρανού.

A

There where the sun used to dwell
where time was opening with the eyes of a virgin
as the wind was snowing from the nudging almond tree
and horse riders were lit on the peaks of grass

There where the hoof of a splendid maple tree struck
and a flag was high flapping earth and water
where weapons never burdened the backs
but all the tiredness of the sky
the whole world shone like a waterdrop
in the morning at the feet of the mountain

Now, as if from God’s sigh a shadow spreads

Now a stooping agony with bony hands
takes and wipes out onto herself one by one the flowers
in the crevasses where waters stopped from
the famine of joy the songs recline;
monks of rocks with cold hair
silently break the bread of desolation.

Winter cuts reaching the bone. Something evil
will be ignited. The mountain-horse’s hair goes wild

Vultures on high share the sky’s crumbs.

~Translated by Manolis Aligizakis

George Seferis//Γιώργος Σεφέρης

220px-Giorgos_Seferis_1963
ΟΙ ΣΥΝΤΡΟΦΟΙ ΣΤΟΝ ΑΔΗ

Νήπιοι, οι κατα βούς Υπερίονος Ηελίοιο
ήσθιον αυτάρ ο τοίσιν οφείλετο νόστιμον ήμαρ
~Οδύσσεια
Αφού μας μέναν παξιμάδια
τί κακοκεφαλιά
να φάμε στην ακρογιαλιά
του Ηλιου τ’ αργά γελάδια
που το καθένα κι ένα κάστρο
για να το πολεμάς
σαράντα χρόνους και να πας
να γίνεις ήρωας κι άστρο
Πεινούσαμε στης γης την πλάτη
σα φάγαμε καλά
πέσαμε εδώ στα χαμηλά
ανίδεοι και χορτάτοι

THE COMRADES IN HADES
…fools who ate the Hyperion Sun’s cattle
for this he deprived them of their return
~Odyssey
Since we still had some hardtack
what a stupidity
to eat by the seashore
Helios’ slow moving cattle
that each was like a castle
you’d had to fight for
forty years until you turned
into a hero and a star
We hungered on the back of earth
but after we ate well
we fell down to the low levels
of being fools but satiated
“George Seferis-Collected Poems” translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, 2012, ~Finalist at the Greek National Literary Awards, category translation.

 

George Seferis//Γιώργος Σεφέρης

George Seferis_cover

ΣΤΡΟΦΗ

Στιγμή, σταλμένη από ένα χέρι
που είχα τόσο αγαπήσει
με πρόφταξες ίσια στη δύση
σα μαύρο περιστέρι
Ο δρόμος άσπριζε μπροστά μου,
απαλός αχνός ύπνου
στο γέρμα του μυστικού δείπνου
Στιγμή σπυρί της άμμου,
που κράτησες μονάχη σου όλη
την τραγική κλεψύδρα
βουβή, σα να είχε δει την Υδρα
στο ουράνιο περιβόλι

STROPHE

Moment sent by a hand
that I had so much loved
you reached me almost at dusk
like a black dove
The road shone before me
soft breath of sleep
at the end of a secret feast
Moment grain of sand
that you alone kept
the tragic clepsydra whole
silent as though it had seen Hydra
in the heavenly orchard

Η ΛΥΠΗΜΕΝΗ

Στην πέτρα της υπομονής
κάθισες πρός το βράδυ
με του ματιού σου το μαυράδι
δείχνοντας πως πονείς
κι είχες στα χείλια τη γραμμή
που είναι γυμνή και τρέμει
σαν η ψυχή γίνεται ανέμη
και δέουνται οι λυγμοί
κι είχες στο νου σου το σκοπό
που ξεκινά το δάκρυ
κι ήσουν κορμί που από την άκρη
γυρίζει στον καρπό
μα της καρδιάς σου ο σπαραγμός
δε βόγκηξε κι εγίνη
το νόημα που στον κόσμο δίνει
έναστρος ουρανός

THE SADDENED GIRL

On the stone of patience
you sat at dusk
with the black of your eye
showing how you hurt
And on your lips you had
a line naked and shivering
as the soul spins
and sobs plead
and in your mind the tune
that starts a tear
and you were a body that from its edge
returns to its fruit
but your heart’s anguish
didn’t sob but turned into
a meaning given to the world
by the star filled sky

ΑΡΝΗΣΗ

Στο περιγιάλι το κρυφό
κι άσπρο σαν περιστέρι
διψάσαμε το μεσημέρι
μα το νερό γλυφό
Πάνω στην άμμο την ξανθή
γράψαμε τ όνομα της
ωραία που φύσηξεν ο μπάτης
και σβήστηκε η γραφή
Με τι καρδιά με τι πνοή
τι πόθους και τι πάθος
πήραμε τη ζωή μας λάθος!
κι αλλάξαμε ζωή

DENIAL

On the secluded seashore
white like a dove
we thirsted at noon
but the water brackish
On the golden sand
we wrote her name
when the sea breeze blew
the writing vanished
With what heart with what spirit
what desire and what passion
we led our life what a mistake
so we changed our life

“George Seferis-Collected Poems” translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, 2012, ~Finalist at the Greek National Literary Awards, category translation.

George Seferis//Γιώργος Σεφέρης

Image

FIRES OF ST JOHN

Our fate, spilled lead, it can’t be altered
you can do nothing about it.
They spilled the lead in the water pitcher under the stars
and let the fires burn.

If you stand naked before the mirror at midnight
you see
you see the man moving through the mirror’s depth
your destined man, who will rule your body
in loneliness and in silence, the man
of loneliness and silence
and let the fires burn.

At the hour when one day ends and the other hasn’t commenced
at the hour when time is stopped
you need to find the man
who now and from the very beginning ruled your body
you must search for him, so that someone else may find him
when you are dead.

It’s the children who light the fires and yell before the fires
in the hot night
(Was there ever a fire not started by a child,
oh, Herostratus)
and they throw salt in the flames to sparkle it
(How strange the houses suddenly stare at us
the crucibles of men, when the gleam of fire
falls on them).

But you who met with the stone’s grace on the sea-whipped rock
the evening when stillness came
you heard from afar the human voice of solitude and silence
in your body
that night of St John
when all the fires went out
and you studied the ashes under the stars.

ΦΩΤΙΕΣ ΤΟΥ ΑΪ ΓΙΑΝΝΗ
Η μοίρα μας, χυμένο μολύβι, δεν μπορεί ν’ αλλάξει
δεν μπορεί να γίνει τίποτε.
Έχυσαν το μολύβι μέσα στο νερό κάτω από τ’ αστέρια κι
ας ανάβουν οι φωτιές.

Αν μείνεις γυμνή μπροστά στον καθρέφτη τα μεσάνυχτα
βλέπεις
βλέπεις τον άνθρωπο να περνά στο βάθος του καθρέφτη
τον άνθρωπο μέσα στη μοίρα σου που κυβερνά
το κορμί σου
μέσα στη μοναξιά και στη σιωπή τον άνθρωπο
της μοναξιάς και της σιωπής
κι ας ανάβουν οι φωτιές.

Την ώρα που τέλειωσε η μέρα και δεν άρχισε η άλλη
την ώρα που κόπηκε ο καιρός
εκείνον που από τώρα και πριν από την αρχή κυβερνούσε
το κορμί σου
πρέπει να τον εύρεις
πρέπει να τον ζητήσεις για να τον εύρει τουλάχιστο
κάποιος άλλος, όταν θα `χεις πεθάνει.

Είναι παιδιά που ανάβουν τις φωτιές και φωνάζουν
μπροστά στις φλόγες μέσα στη ζεστή νύχτα
(Μήπως έγινε ποτές φωτιά που να μην την άναψε
κάποιο παιδί, ώ Ηρόστρατε)
και ρίχνουν αλάτι μέσα τις φλόγες για να πλαταγίσουν
(Πόσο παράξενα μας κοιτάζουν ξαφνικά τα σπίτια
τα χωνευτήρια των ανθρώπων, σαν τα χαϊδέψει κάποια
ανταύγεια).

Μα εσύ που γνώρισες τη χάρη της πέτρας πάνω στο
θαλασσόδαρτο βράχο
το βράδυ που έπεσε η γαλήνη
άκουσες από μακριά την ανθρώπινη φωνή της μοναξιάς
και της σιωπής
μέσα στο κορμί σου
τη νύχτα εκείνη του Αϊ Γιάννη
όταν έσβησαν όλες τις φωτιές
και μελέτησες τη στάχτη κάτω από τ’ αστέρια.
~George Seferis-Collected Poems, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, 2012

http://www.libroslibertad.ca
http://www.authormanolis.wordpress.com

Kostis Palamas//Κωστής Παλαμάς

palamas

Kostis Palamas

Kostis Palamas (Greek: Κωστής Παλαμάς; 13 January 1859 – 27 February 1943) was a Greek poet who wrote the words to the Olympic Hymn. He was a central figure of the Greek literary generation of the 1880s and one of the cofounders of the so-called New Athenian School (or Palamian School, or Second Athenian School) along with Georgios Drosinis, Nikos Kampas, Ioanis Polemis.
Born in Patras, he received his primary and secondary education in Mesolonghi. In 1880s, he worked as a journalist. He published his first collection of verses, the “Songs of My Fatherland”, in 1886. He held an administrative post at the University of Athens between 1897 and 1926, and died during the German occupation of Greece during World War II. His funeral was a major event of the Greek resistance: the funerary poem composed and recited by fellow poet Angelos Sikelianos roused the mourners and culminated in an angry demonstration of a 100,000 people against Nazi occupation.
Palamas wrote the lyrics to the Olympic Hymn, composed by Spyridon Samaras. It was first performed at the 1896 Summer Olympics, the first modern Olympic Games. The Hymn was then shelved as each host city from then until the 1960 Winter Olympics commissioned an original piece for its edition of the Games, but the version by Samaras and Palamas was declared the official Olympic Anthem in 1958 and has been performed at each edition of the Games since the 1960 Winter Olympics.
The old administration building of the University of Athens, in downtown Athens, where his work office was located, is now dedicated to him as the “Kosti Palamas Building” and houses the “Greek Theater Museum”, as well as many temporary exhibitions.
He has been informally called the “national” poet of Greece and was closely associated with the struggle to rid Modern Greece of the “purist” language and with political liberalism. He dominated literary life for 30 or more years and greatly influenced the entire political-intellectual climate of his time. Romain Rolland considered him the greatest poet of Europe and he was twice nominated for the Nobel Prize for Literature but never received it. His most important poem, “The Twelve Lays of the Gypsy” (1907), is a poetical and philosophical journey. His “Gypsy” is a free-thinking, intellectual rebel, a Greek Gypsy in a post-classical, post-Byzantine Greek world, an explorer of work, love, art, country, history, religion and science, keenly aware of his roots and of the contradictions between his classical and Christian heritages.

Κωστής Παλαμάς

Ο Κωστής Παλαμάς (Πάτρα, 13 Ιανουαρίου 1859 – Αθήνα, 27 Φεβρουαρίου 1943) ήταν ποιητής, πεζογράφος, θεατρικός συγγραφέας, ιστορικός και κριτικός της λογοτεχνίας. Θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες ποιητές, με σημαντική συνεισφορά στην εξέλιξη και ανανέωση της νεοελληνικής ποίησης. Αποτέλεσε κεντρική μορφή της λογοτεχνικής γενιάς του 1880, πρωτοπόρος, μαζί με το Νίκο Καμπά και το Γεώργιο Δροσίνη, της αποκαλούμενης Νέας Αθηναϊκής (ή Παλαμικής) σχολής. Επίσης, είχε σπουδάσει και ως θεατρικός παραγωγός της ελληνικής λογοτεχνίας
Γεννήθηκε στην Πάτρα στις 13 Ιανουαρίου 1859 από γονείς που κατάγονταν από το Μεσολόγγι. Η οικογένεια του πατέρα του ήταν οικογένεια λογίων, με αξιόλογη πνευματική δραστηριότητα, και ασχολούμενων με τη θρησκεία. Ο προπάππος του Παναγιώτης Παλαμάς (1722-1803) είχε ιδρύσει στο Μεσολόγγι την περίφημη “Παλαμαία Σχολή” και ο παππούς του Ιωάννης είχε διδάξει στην Πατριαρχική Ακαδημία της Κωνσταντινούπολης. Ο θείος του Ανδρέας Παλαμάς υπήρξε πρωτοψάλτης και υμνογράφος, τον οποίο ο Κωστής Παλαμάς αναφέρει στα “Διηγήματά” του (Β’ έκδοση, 1929, σελ. 200). Ο Μιχαήλ Ευσταθίου Παλαμάς (αδελφός του Ανδρέα) και ο Πανάρετος Παλαμάς ήταν ασκητές. Ο Δημήτριος Ι. Παλαμάς, επίσης θείος του Κωστή, ήταν ψάλτης και υμνογράφος στο Μεσολόγγι.
Όταν ο ποιητής ήταν 6 χρονών έχασε και τους δύο γονείς του σε διάστημα σαράντα ημερών (Δεκέμβριος 1864-Φεβρουάριος 1865). Στενοί συγγενείς ανέλαβαν τότε τα τρία παιδιά της οικογένειας, το μικρότερο αδερφό του η αδερφή της μητέρας του και εκείνον και το μεγαλύτερο αδερφό του ο θείος τους Δημήτριος Παλαμάς, που κατοικούσε στο Μεσολόγγι. Εκεί έζησε από το 1867 ως το 1875 σε ατμόσφαιρα μάλλον δυσάρεστη και καταθλιπτική, που ήταν φυσικό να επηρεάσει τον ευαίσθητο ψυχισμό του, όπως φαίνεται και από ποιήματα που αναφέρονται στην παιδική του ηλικία.
Μετά την αποφοίτησή του από το γυμνάσιο εγκαταστάθηκε στην Αθήνα το 1875, όπου γράφτηκε στην Νομική Σχολή. Σύντομα όμως εγκατέλειψε τις σπουδές του αποφασισμένος να ασχοληθεί με τη λογοτεχνία. Το πρώτο του ποίημα το είχε γράψει σε ηλικία 9 ετών, μιμούμενος τα πρότυπα της εποχής του, “ποίημα για γέλια”, όπως το χαρακτήρισε αργότερα ο ίδιος. Η αρχή του ποιήματος εκείνου ήταν: “Σ΄ αγαπώ εφώνησα, / κι εσύ μ΄ αστράπτον βλέμμα /Μη – μ΄ απεκρίθης – μη θνητέ, / τολμήσης να μιάνης / δια της παρουσίας σου / τας ώρας τας ωραίας / που έζησα στον κόσμον /…”.
Από το 1875 δημοσίευε σε εφημερίδες και περιοδικά διάφορα ποιήματα και το 1876 υπέβαλε στον Βουτσιναίο ποιητικό διαγωνισμό την ποιητική συλλογή Ερώτων Έπη, σε καθαρεύουσα, με σαφείς τις επιρροές της Α’ Αθηναϊκής Σχολής. Η συλλογή απορρίφθηκε με το χαρακτηρισμό “λογιωτάτου γραμματικού ψυχρότατα στιχουργικά γυμνάσματα”. Η πρώτη του αυτοτελής έκδοση ήταν το 1878 το ποίημα “Μεσολόγγι”. Από το 1898 εκείνος και οι δύο φίλοι και συμφοιτητές του Νίκος Καμπάς (με τον οποίο μοιραζόταν το ίδιο δωμάτιο) και Γεώργιος Δροσίνης άρχισαν να συνεργάζονται με τις πολιτικές-σατιρικές εφημερίδες “Ραμπαγάς” και “Μη χάνεσαι”. Οι τρεις φίλοι είχαν συνειδητοποιήσει την παρακμή του αθηναϊκού ρομαντισμού και με το έργο τους παρουσίαζαν μια νέα ποιητική πρόταση, η οποία βέβαια ενόχλησε τους παλαιότερους ποιητές, που τους αποκαλούσαν περιφρονητικά “παιδαρέλια” ή ποιητές της “Νέας Σχολής”.
Το 1886 δημοσιεύτηκε η πρώτη του ποιητική συλλογή Τραγούδια της Πατρίδος μου στη δημοτική γλώσσα, η οποία εναρμονίζεται απόλυτα με το κλίμα της Νέας Αθηναϊκής Σχολής. Το 1887 παντρεύτηκε τη συμπατριώτισσά του Μαρία Βάλβη, με την οποία απέκτησαν τρία παιδιά, μεταξύ των οποίων και ο Λέανδρος Παλαμάς. το 1889 δημοσιεύτηκε ο Ύμνος εις την Αθηνάν, αφιερωμένος στη γυναίκα του, για τον οποίο βραβεύτηκε στον Φιλαδέλφειο ποιητικό διαγωνισμό την ίδια χρονιά. Ένδειξη της καθιέρωσής του ως ποιητή ήταν η ανάθεση της σύνθεσης του Ύμνου των Ολυμπιακών Αγώνων, το 1896. Το 1898, μετά το θάνατο του γιου του Άλκη σε ηλικία τεσσάρων ετών, δημοσίευσε την ποιητική σύνθεση “Ο Τάφος”. Το 1897 διορίστηκε γραμματέας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, απ’ όπου αποχώρησε το 1928. Από την ίδια χρονιά (1897) άρχισε να δημοσιεύει τις σημαντικότερες ποιητικές του συλλογές και συνθέσεις, όπως οι “Ίαμβοι και Ανάπαιστοι” (1897), “Ασάλευτη Ζωή” (1904), “ο Δωδεκάλογος του Γύφτου” (1907), “Η Φλογέρα του Βασιλιά” (1910). Το 1918 του απονεμήθηκε το Εθνικό Αριστείο Γραμμάτων και Τεχνών, ενώ από το 1926 αποτέλεσε βασικό μέλος της Ακαδημίας των Αθηνών, της οποίας έγινε πρόεδρος το 1930.
Κατά τον Ελληνοϊταλικό πόλεμο του 1940 ο Κωστής Παλαμάς μαζί με άλλους Έλληνες λογίους προσυπέγραψε την έκκληση των Ελλήνων Διανοουμένων προς τους διανοούμενους ολόκληρου του κόσμου, με την οποία αφενός μεν καυτηριάζονταν η κακόβουλη ιταλική επίθεση, αφετέρου δε, διέγειρε την παγκόσμια κοινή γνώμη σε επανάσταση συνειδήσεων για κοινό νέο πνευματικό Μαραθώνα.
Πέθανε στις 27 Φεβρουαρίου του 1943 έπειτα από σοβαρή ασθένεια, 40 ημέρες μετά το θάνατο της συζύγου του (τον οποίο δεν είχε πληροφορηθεί επειδή και η δική του υγεία ήταν σε κρίσιμη κατάσταση). Η κηδεία του έμεινε ιστορική, καθώς μπροστά σε έκπληκτους Γερμανούς κατακτητές, χιλιάδες κόσμου τον συνόδευσαν στην τελευταία του κατοικία, στο Α΄ νεκροταφείο Αθηνών, ψάλλοντας τον εθνικό ύμνο.

Η οικία του Παλαμά στην Πάτρα σώζεται ως σήμερα στην οδό Κορίνθου 241. Τρία χρόνια πριν τη γέννηση του Παλαμά στο ίδιο σπίτι γεννήθηκε η μεγάλη Ιταλίδα πεζογράφος Ματθίλδη Σεράο.
Ήταν υποψήφιος για το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας 14 φορές (1926, 1927, 1928, 1929, 1930, 1931, 1932, 1933, 1934, 1935, 1936, 1937, 1938 και 1940).[3] Ανάμεσα σε αυτούς που πρότειναν τον Παλαμά για το βραβείο υπήρξε και ο νικητής του 1916 Καρλ Γκούσταφ Βέρνερ φον Χάιντενσταμ, ο οποίος πρότεινε τον Παλαμά τρεις φορές (1928, 1930 και 1935).[4]
Σήμερα “τιμής ένεκεν” φέρεται αφιερωμένη στο όνομά του μεγάλη αίθουσα εκθέσεων του πολυχώρου Τεχνόπολις στην Αθήνα.
Ο Παλαμάς ήταν ένας από τους πολυγραφότερους Έλληνες λογοτέχνες και πνευματικούς ανθρώπους. Δημοσίευσε συνολικά σαράντα ποιητικές συλλογές, καθώς και θεατρικά έργα, κριτικά και ιστορικά δοκίμια, συγκριτικές μελέτες και βιβλιοκριτικές. Την επιμέλεια της επανέκδοσης των έργων του μετά το θάνατό του ανέλαβε ο γιος του Λέανδρος Παλαμάς επίσης ποιητής και κριτικός της λογοτεχνίας.

Ποιητικό έργο

Το ποιητικό του έργο είναι μεγάλο σε έκταση και σε σημασία και είχε τεράστια απήχηση στην εποχή του. Διαμετρικά αντίθετες πολιτικές και πνευματικές προσωπικότητες, όπως ο Κωνσταντίνος Τσάτσος και ο Νίκος Ζαχαριάδης αισθάνθηκαν την ανάγκη να τοποθετηθούν απέναντι στο Δωδεκάλογο του Γύφτου. Ο Μίκης Θεοδωράκης έχει πει ότι ο Παλαμάς είχε μεγαλύτερη επιρροή από 10 Πρωθυπουργούς. Το ενδιαφέρον για το έργο του μειώθηκε στη μεταπολεμική Ελλάδα, όταν επεκράτησαν διαφορετικά αισθητικά ρεύματα ενώ υποχώρησε και το ενδιαφέρον για την ποίηση γενικότερα.
Οι δύο πρώτες του συλλογές, Τραγούδια της πατρίδος μου και Τα μάτια της ψυχής μου είχαν ακόμα απηχήσεις του ρομαντισμού της Α’ Αθηναϊκής Σχολής και κάποια κατάλοιπα καθαρεύουσας. Η πρώτη σημαντική στάση στο έργο του ήταν η συλλογή Ίαμβοι και Ανάπαιστοι (1897), κυρίως για την ανανεωμένη μετρική της, με την εναλλαγή ιαμβικού και αναπαιστικού ρυθμού (ο ίδιος επισήμανε ότι παρακινήθηκε από την μετρική του Κάλβου), αλλά και για την εκφραστική λιτότητα και σαφήνεια. Το επόμενο έργο του, ο Τάφος (1898), αποτελείται από ποιήματα – μοιρολόγια για τον θάνατο του γιου του Άλκη. Η πρώτη περίοδος της δημιουργίας του κλείνει με την συλλογή Ασάλευτη Ζωή (1904), η οποία περιέχει υλικό από όλα τα προηγούμενα χρόνια της δράσης του. Κεντρική θέση στη συλλογή έχουν τα ποιήματα Η Φοινικιά (αναγνωρίζεται ως το καλύτερο ίσως έργο του), Ασκραίος και Αλυσίδες (συναποτελούν την ενότητα “Μεγάλα οράματα”) και η ενότητα σονέτων Πατρίδες.
Η κορυφαία έκφραση της “λυρικής σκέψης” του Παλαμά είναι Ο Δωδεκάλογος του Γύφτου (1907). Στο πνευματικό του ταξίδι ο Γύφτος θα γκρεμίσει και θα ξαναχτίσει τον κόσμον όλο. Θα απαρνηθεί τη δουλειά, την αγάπη, τη θρησκεία, την αρχαιότητα, το βυζάντιο και όλες τις πατρίδες, αλλά και θα τα αναστήσει όλα μέσα από την Τέχνη, μαζί και τη μεγάλη χίμαιρα της εποχής, τη Μεγάλη Ιδέα. Θα υμνήσει τον ελεύθερο λαό του, αλλά θα τραγουδήσει και έναν νιτσεϊκό αδάκρυτο ήρωα. Θα καταλήξει προσκυνώντας τη Φύση και την Επιστήμη.
‘Η Φλογέρα του βασιλιά (1910) διαδραματίζεται στο Βυζάντιο και αφηγείται το ταξίδι του Βασίλειου Β’ (“Βουλγαροκτόνου”) στην Αθήνα. Κεντρικό σημείο του έργου είναι το προσκύνημα του αυτοκράτορα στον Παρθενώνα, που έχει γίνει ναός της Παναγίας. Αυτό συμβολίζει για τον ποιητή τη σύνθεση και την ενότητα όλης της ιστορίας του Ελληνισμού, αρχαίας, βυζαντινής και σύγχρονης. Η έμπνευση της Φλογέρας του Βασιλιά είναι αποτέλεσμα και του ανανεωμένου τότε ενδιαφέροντος για το Βυζαντινή Αυτοκρατορία, αλλά κυρίως του Μακεδονικού Αγώνα.
Μετά τις μεγάλες συνθέσεις επανήλθε σε μικρότερες λυρικές φόρμες με τις συλλογές Οι καημοί της Λιμνοθάλασσας και Η Πολιτεία και η Μοναξιά (1912), μαζί με τις οποίες εξέδωσε και τα σατιρικά ποιήματά του (Σατιρικά γυμνάσματα). Στις επόμενες συλλογές του γενικά δεν παρουσιάστηκε κάτι νέο στην ποιητική του εξέλιξη, παρά μόνο στις τελευταίες, Ο κύκλος των τετράστιχων (1929) και Οι νύχτες του Φήμιου(1935) αποτελούνται αποκλειστικά από σύντομα τετράστιχα ποιήματα.

Η σχέση με το δημοτικισμό

Η εποχή της εμφάνισης του Κωστή Παλαμά, αλλά και των άλλων ποιητών της Νέας Αθηναϊκής Σχολής συνέπεσε με την έξαρση του προβληματισμού για το γλωσσικό ζήτημα. Το 1888 εκδόθηκε το Ταξίδι μου του Ψυχάρη, ενώ είχε προηγηθεί η διαμάχη Κωνσταντίνου Κόντου- Δημ. Βερναρδάκη, το 1882. Ενώ σταδιακά στην ποίηση η δημοτική καθιερώθηκε (με τη συμβολή και των ποιητών της Νέας Αθηναϊκής Σχολής), στην πεζογραφία (και φυσικά στον επίσημο λόγο) επικρατούσε η καθαρεύουσα. Ο Παλαμάς, υποστηρικτής της δημοτικής, υποδέχθηκε με ευνοϊκή κριτική το Ταξίδι μου. Μια μόλις μέρα αφ’ ότου το διάβασε, έγραψε το άρθρο “Το επαναστατικόν βιβλίον του κ. Ψυχάρη” εκφράζοντας ενθουσιώδεις κρίσεις, χωρίς βέβαια να παραλείψει να επισημάνει και τις ακρότητες του συγγραφέα. Η υποστήριξή του προς όλες τις προσπάθειες καθιέρωσης της δημοτικής ήταν συνεχής και έμπρακτη. Συνεργαζόταν με το περιοδικό-όργανο του δημοτικισμού Ο Νουμάς από το πρώτο κιόλας τεύχος και στη δημοτική έγραψε όχι μόνο τα ποιήματα αλλά και τα (λίγα) διηγήματά του.
Είναι αξιοσημείωτο το γεγονός ότι ενώ στο λογοτεχνικό (και αργότερα και στο κριτικό) έργο χρησιμοποιούσε τη δημοτική, ως Γραμματέας του Πανεπιστημίου ήταν υποχρεωμένος να συντάσσει τα επίσημα έγγραφα σε αυστηρή καθαρεύουσα. Όπως ανέφερε ο ίδιος σε επιστολή του, στην φιλολογική του εργασία ήταν “μαλλιαρός” και στην υπηρεσία του “αττικιστής απ’ την κορφή ως τα νύχια”. Η επίσημη θέση του, όπως ήταν φυσικό, δύσκολα μπορούσε να συνδυαστεί με την υποστήριξη στο δημοτικισμό. Βρέθηκε πολλές φορές στο επίκεντρο επιθέσεων, ειδικά κατά τα “Ευαγγελικά” (1901) και τα “Ορεστειακά” (1903). Παρά ταύτα ο ίδιος δε δίστασε να δηλώσει δημοσίως ότι ο δημοτικισμός ήταν η αρετή του (1908).

Ποιητικό έργο

Τραγούδια της πατρίδος μου (1886)
Ύμνος εις την Αθηνάν (1889)
Τα μάτια της ψυχής μου (1892)
Ίαμβοι και ανάπαιστοι (1897)
Ο Τάφος (1898)
Οι χαιρετισμοί της Ηλιογέννητης (1900)
Η ασάλευτη ζωή (1904)
Ο Δωδεκάλογος του Γύφτου (1907)
Η φλογέρα του Βασιλιά (1910)
Οι καημοί της λιμνοθάλασσας (1912)
Σατιρικά Γυμνάσματα (1912)
Η πολιτεία και η μοναξιά (1912)
Βωμοί (1915)
Τα παράκαιρα (1919)
Τα δεκατετράστιχα (1919)
Οι πεντασύλλαβοι και Τα παθητικά κρυφομιλήματα- Οι λύκοι- Δυο λουλούδια από τα ξένα (1925)
Δειλοί και σκληροί στίχοι (1928)
Ο κύκλος των τετράστιχων (1929)
Περάσματα και χαιρετισμοί (1931
Οι νύχτες του Φήμιου (1935)
Βραδινή φωτιά (1944, μεταθανάτια έκδοση επιμελημένη από τον γιό του Λέανδρο)
Η Κασσιανή

http://www.wikipedia.org

Hedonism

A fleshless string of beads made of songs
I haven’t given you today
with the spells and games of a charmer
I’ll cloy you, my love.

Naked. And like a vine I’ll climb
to taste your body that devours me
the tender hairs of your mound
with my fingers I’ll conflagrate

wine that enraptures and milk that soothes
to sleep drop by drop I’ll bring
to moisten you with all my body

and on your white sculptured legs
two vases that drive me crazy
my honey like a maniac, at last, I’ll ejaculate.

Ἡδονισμός

Ἀπὸ τραγούδια ἒν᾿ ἄυλο κομπολόϊ
σ᾿ ἐσὲ δεν ἦρθα σήμερα να δώσω.
Με τα παιγνίδια ἐγὼ θα σε λιγώσω
και με τα ξόρκια, ἀγάπη μου, ἑνὸς γόη.
Γυμνοί. Και σαν κισσὸς θα σκαρφαλώσω
για να φάω το κορμί σου που με τρώει.
Του λαγκαδιοῦ σου τη δροσάτη χλόη
με το χέρι θρασὰ θα την πυρώσω.
Το κρασὶ που ξανάφτει και το γάλα
που κοιμίζει, θα φέρω στάλα-στάλα,
μ᾿ ὅλο μου τὸ κορμί, νὰ σὲ ποτίσω.
Και στα πόδια σου τ᾿ ἀσπροσκαλισμένα,
δύο βάζα που μου παίρνουνε τα φρένα,
στερνὴ μανία το μέλι μου θα χύσω.

Humility

It is my pride to stand before you
naked; down with my pride!
I bring my soul to you, a tender flower
my thought I bring to you, my orphanhood
I bring to you my love, my poverty.
I came wishing to be caught in the net of your lust.

I bring to you the mirror that reflects
all the sunsets and all the stars
as you wish them, as your desire commands
smash it to pieces with your golden hands.

To the lands of immenseness: dreamy
voyages, wishes for a safe trip…instead
of these the earth I want that I’m stepped on
by your beloved tender soles.

Ταπείνωση

Η περηφάνια μου εἶναι να σταθῶ
γυμνὸς μπροστά σου· κάτου η περηφάνια!
Σου φέρνω την ψυχή μου, ἀστάλωτον ἀνθὸ
τη σκέψη μου σου φέρνω, την ὀρφάνια,
σου φέρνω την ἀγάπη μου, τη φτώχια.
Ἦρθα, και θέλω να δεθῶ στου πόθου σου τα βρόχια.
Σου φέρνω το γυαλὶ που καθρεφτίζει
του ἡλιοῦ τα γέρματα ὅλα, ὅλα τ᾿ ἀστέρια·
ὅπως σ᾿ ἀρέσει κ᾿ η ὄρεξή σου ὅπως ὁρίζει,
σύντριψέ το με τα χρυσά σου χέρια.
Στη χώρα των ἀπέραντων ὀνειρευτὰ
ταξίδια, εὐτυχισμένα κατευόδια…
Κάλλιο ἀπὸ σας ἔχω τη γη που με πατᾶν τα λατρευτά,
τα πλαστικά σου πόδια…

~Κωστή Παλαμά, μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

Pablo Neruda-The Heights of Macchu Picchu

pablo-neruda-vinilo-20-poemas-de-amor-y-1-cancion-desesper_mlc-f-2989414531_082012

Pablo Neruda
Born Ricardo Eliecer Neftalí Reyes Basoalto in the town of Parral in southern Chile on July 12, 1904, Pablo Neruda led a life charged with poetic and political activity. In 1923 he sold all of his possessions to finance the publication of his first book, Crepusculario (“Twilight”). He published the volume under the pseudonym “Pablo Neruda” to avoid conflict with his family, who disapproved of his occupation. The following year, he found a publisher for Veinte poemas de amor y una cancion desesperada (“Twenty Love Poems and a Song of Despair”). The book made a celebrity of Neruda, who gave up his studies at the age of twenty to devote himself to his craft.
In 1927, Neruda began his long career as a diplomat in the Latin American tradition of honoring poets with diplomatic assignments. After serving as honorary consul in Burma, Neruda was named Chilean consul in Buenos Aires, Argentina, in 1933. While there, he began a friendship with the visiting Spanish poet Federico García Lorca. After transferring to Madrid later that year, Neruda also met Spanish writer Manuel Altolaguirre. Together the two men founded a literary review called Caballo verde para la poesîa in 1935. The outbreak of the Spanish Civil War in 1936 interrupted Neruda’s poetic and political development. He chronicled the horrendous years which included the execution of García Lorca in Espana en el corazon (1937), published from the war front. Neruda’s outspoken sympathy for the loyalist cause during the Spanish Civil War led to his recall from Madrid in 1937. He then moved to Paris and helped settle Spanish republican refugees in Chile.
Neruda returned to Chile in 1938 where he renewed his political activity and wrote prolifically. Named Chilean Consul to Mexico in 1939, Neruda left Chile again for four years. Upon returning to Chile in 1943, he was elected to the Senate and joined the Communist Party. When the Chilean government moved to the right, they declared communism illegal and expelled Neruda from the Senate. He went into hiding. During those years he wrote and published Canto general (1950).
In 1952 the government withdrew the order to arrest leftist writers and political figures, and Neruda returned to Chile and married Matilde Urrutia, his third wife (his first two marriages, to Maria Antonieta Haagenar Vogelzang and Delia del Carril, both ended in divorce). For the next twenty-one years, he continued a career that integrated private and public concerns and became known as the people’s poet. During this time, Neruda received numerous prestigious awards, including the International Peace Prize in 1950, the Lenin Peace Prize and the Stalin Peace Prize in 1953, and the Nobel Prize for Literature in 1971.
Diagnosed with cancer while serving a two-year term as ambassador to France, Neruda resigned his position, ending his diplomatic career. On September 23, 1973, just twelve days after the defeat of Chile’s democratic regime, the man widely regarded as the greatest Latin American poet since Darío died in Santiago, Chile.
THE HEIGHTS OF MACCHU PICCHU — A CRITIQUE

machu_2653358b

Around the middle of his poetic life Neruda published the book “The Heights of Macchou Picchou” after he travelled to the site in the fall of 1943. The book was written two years later and consists of a realization and response to his personal experience. His translator, Nathaniel Tarn, quite eloquently writes about Neruda’s trip to the site: “When Neruda does reach Macchou Picchou, its heights turn out to be the place from which all else makes sense, including the poet’s continent and by extension the life of the poet past and present.”
The book consists of only twelve poems and the name of the site appears in the sixth poem while the first five refer to the poet’s life in search for meaning and scope, in search for a focus. From the 6th poem on Neruda tries to grasp the meaning of his emotional response to what he saw and felt when he visited this beautiful city in the sky.
Everything Neruda has written up to this point starts making sense and the first five poems are almost a survey of the different moods, settings, environments, which are weaved into the complex fabric of this short book.
When Neruda stands on top of the world in Macchou Picchou the natural and human elements became of most importance to him as he sees down below the masses going about their everyday affairs ignorant of the greatness that exists up there. Neruda comes to bring all this greatness to the level of the populace down below the heights of Macchu Picchu sometimes with simple words and at other times with the symbolism he uses to clarify and underscore that everything is meaningful and important in this world including his own pilgrimage there.
The elements of earth, sky, air, the fecund cycle of the four seasons and the natural renewal, the sexual love, the irresistible Death the humiliating daily affairs of the people, the humdrum life, as he calls it are the subjects of the first five poems of the book; the battle of the transience of human life against the undefeated time (Chronos) are images profoundly disturbing to him. He searches for an answer a way out of this transient existence which he finally discovers it in Macchou Picchou.

 

From air to air, like an empty net,
dredging through streets and ambient atmosphere, I came
lavish, at autumn’s coronation, with the leaves’
proffer of currency and — between spring and wheat ears —
that which a boundless love, caught in a gauntlet fall,
grants us like a long-fingered moon.

 

The first poem starts with the image of the empty net dredging through streets but getting nothing important while the pneuma oversees the chaos: logos over the void and the poet calls upon the unwritten word to the rescue. In the second poem we deal with the contrast between the natural renewal and man who grinds things down to the level of his impoverished self: everything in nature defines its purpose by its deed albeit man who crumples the petal of light

 

Flower to flower delivers us its seed
and rock maintains its blossom broadcast
in a bruised garment of diamond and sand
yet man crumples the petal of the light he skins
from the predetermined sources of the sea
and drills the pulsing metal in his hands.
In the third poem we read

 

Being like maize grains fell
in the inexhaustible store of lost deeds, shoddy
occurrences, from nine to five, to six,
and not one death but many came to each
each day a little death: dust, maggot, lamp…

 

Images and works that go around the modern way of life, man walking as if in a maze accomplishing nothing of value: the indifferent reality of everyday chores consuming his soul and leaving nothing of value behind while the fourth poem turns its direction into the poet and his love for the people but he realizes he can’t help them as long as they still work for their “daily death”; even the poet is unable to help man unless he finds a purpose in heights and vast structures of wind and snowdrift

 

Irresistible death invited me many times:
it was like salt oculted in the waves
and what its invisible fragrance suggested
was fragments of wrecks and heights
or vast structures of wind and snowdrift

 
The fifth poem defines this kind of death with surrealistic images leaving a final vision of modern life with nothing in its wounds “save wind in gusts” to chill one’s “cold interstices of soul” and this is the lowest level of the sequence.

 

It was not you, grave death, raptor of iron plumage
that the drab tenant of such lodgings carried
mixed with its gobbled rations under hollow skin —
rather: a trodden tendril of old rope,
the atom of courage that gave way
or some harsh dew never distilled to sweat.

 

From the beginning of the 6th poem the book begins to rise as Neruda climbs upward in space toward the Macchou Picchou where he declares: Here “two lineages that had run parallel” meet and fuse. The line behind small men and petty deaths and the line of permanence behind the recurring fertility of nature have been produced into the past, as it were, until they paradoxically met at one still point which “was the habitation … is the site” resembling the “still point of the turning world” where “past and future are gathered” Macchou Picchou is that point.

 

Then up the ladder of the earth I climbed
through the barbed jungle’s thickets
until I reached you Macchu Picchu

 

What is most intriguing is that Neruda, after he visits the site, he sees the world from the perspective of the collective. The numerous people who worked to build this city on top of the mountain, he sees them in their huge number, most likely slave labor, most world famous sites were built by slave labor, and he assimilates with them and he tries to represent them, to help them, short of speak, he tries to find a justification for their struggle … and the answer to this is Neruda’s effort to pass them into immortality by writing and telling the world about them and by presenting their great achievement to the world looked through the poet’s lens.

 

Tall city of stepped stone,
home at long last of whatever earth
had never hidden in her sleeping clothes

 

From the sixth poem and on the site and the people who fought to have it built is Neruda’s focus. In them he sees the multitude of Chilean people and in general the multitudes of South American people taken advantage by the multinationals with the influence of their power based on the material world and he tries to stand by these citadel builders with the only tools he has at his disposal: his pen and his marvelous creative power: His Poetry.

 

In you two lineages that had run parallel
met where the cradle both of man and light
rocked in a wind of thorns.

Mother of stone and sperm of condors.

 

However Neruda’s journey doesn’t end at this point. The journey backward in time and upward in space was an exploration in which the poet learned-more by means of feeling than by means of thought-to see new facets of the truth, both about himself and about the nature of human life. There isn’t only death in this city. “There is life in the stone after so many lives” and this discovery goes onto to the next two poems.

 

You dead of a common abyss, shades of one ravine —
the deepest — as if to match
the compass of your magnitude,
this is how it came, the true, the most consuming death:
from perforated rocks,
from crimson cornices,
and cataracting aqueducts
you plummeted like an autumn
into a single death.

 

He says in the seventh poem which is the hymn to what remains when everything else vanishes through time, what endures time opposite what withers. A hymn that extols these men who constructed this citadel working under the harshest conditions only to defeat Hades with their extraordinary accomplishment of the everlasting rose, the chalice raised by their hands

inca_trail_pp1

Poem VIII is but an invocation of surging nature and the pre-Colombian man fused into the warm instinctive love which is summoned from the past in order to transfuse the present and embrace the future: Images of time before the Europeans civilizers and he calls American love
to kiss these stones with him

 

Come up with me, American love.

Kiss these secret stones with me.
The torrential silver of the Urubamba
makes the pollen fly to its golden cup
The hollow of the bindweed’s maze
the petrified plant, the inflexible garland,
soar above the silence of these mountain coffers.

 

in poem IX he writes

 

Interstellar eagle, vine-in-a-mist.
Forsaken bastion, blind scimitar.
Orion belt, ceremonial bread.
Torrential stairway, immeasurable eyelid.
Triangular tunic, pollen of stone.
Granite lamp, bread of stone.
Mineral snake, rose of stone

 

which is a solemn and incantatory chant made up of units based on interlocking metaphors with the phrase ‘de piedra’ meaning ‘the stone’ recurring as if in a litany: what else can it be when stones are put atop stones to create this chalice in space and time; a chalice leading to the final lines and back to the multitude who built the citadel and the one-way thrust of man-slaying time. and in the tenth poem Neruda questions where man was when this great citadel was built. Was he a free man or was he a slave? Most likely they were all slaves, and Neruda wonders…if built by slaves in what condition did they live? His endless concern with human condition is adamant in this poem.

 

Stone within stone, and man, where was he?
Air within air, and man, where was he?
Time within time, and man, where was he?
were you also the shattered fragment
of indecision, of hollow eagle
which, through the streets of today, in the old tracks,
through the leaves of accumulated autumns
goes pounding at the soul into the tomb?

 

Poem XI deals with the ‘old and unremembered human heart’ until it strikes the ‘hypotenuce of hair-shirt and salt blood’ implied by each right angle of the ruins. Here he names all the workers ‘his brothers’ he assimilates with them, he becomes them, this is his way of fusing himself into their struggles to build the famous citadel. Neruda builds this citadel along with his compatriots, his comrades, he becomes their sweat and blood. He becomes THEM.

 

Through a confusion of splendor
through a night made of stone let me plunge my hand
and move to beat in me a bird held for a thousand years,
the old and unremembered human heart!
Today let me forget this happiness, wider than all the sea
because man is wider than all the sea and her necklace of islands
and we must fall into him as down a well to clamber back with
branches of secret water, recondite truths.

 

In poem XII Neruda finally reaches what matters to him: he compares and sees the similarities between the lives of these people and his own life, he feels that he identities with these men; he knows them as his own people; he wants to become them by telling their story to the world. He’s of the same blood; he’s a man in their likeness; he’s a human being like them and nothing more.

 

Arise to birth with me, my brother.
Give me your hand out of the depths
sown by your sorrows.
You will not return from these stone fastnesses.
You will not emerge from subterranean time.
Your rasping voice will not come back
nor your pierced eyes rise from their sockets.

 

And he includes them in his poems, in his voice, in his creative work, I come to speak for your dead mouths and he concludes with

 

Come quickly to my veins and to my mouth.
Speak through my speech, and through my blood.

 

pablo neruda
ΠΑΜΠΛΟ ΝΕΡΟΥΔΑ

Ο Πάμπλο Νερούδα, φιλολογικό ψευδώνυμο του Νεφταλί Ρικάρδο Ρέγιες Μπασοάλτο (12 Ιουλίου 1904-23 Σεπτεμβρίου 1973) ήταν Χιλιανός συγγραφέας και ποιητής. Θεωρείται ο σημαντικότερος ποιητής του 20ού αιώνα στη Λατινική Αμερική[1]. Του απονεμήθηκε το 1971 το Νόμπελ Λογοτεχνίας, γεγονός που προκάλεσε αντιδράσεις λόγω της πολιτικής του δραστηριότητας. Εξέδωσε ποιητικές συλλογές ποικίλου ύφους, όπως ερωτικά ποιήματα, έργα που διέπονται από τις αρχές του σουρεαλισμού, ακόμα και κάποια που θα μπορούσαν να θεωρηθούν πολιτικό μανιφέστο. Τον Απρίλιο του 2013, ακριβώς 40 χρόνια μετά το θάνατό του, άρχισε η εκταφή του πτώματός του, με σκοπό να διακριβωθεί αν ο Νερούδα είχε πέσει θύμα δολοφονικής επίθεσης (δηλητηρίαση) από πράκτορες του δικτατορικού καθεστώτος.
Γεννήθηκε στις 12 Ιουλίου του 1904, στην πόλη Παράλ της Χιλής. Η μητέρα του πέθανε από φυματίωση ένα μήνα μετά τη γέννησή του κι έτσι ο πατέρας του, Χοσέ, σιδηροδρομικός υπάλληλος, μετακόμισε στην πόλη Τεμούκο, όπου ξαναπαντρεύτηκε.
Ξεκίνησε να γράφει ποίηση σε ηλικία 10 ετών, αλλά ο πατέρας του τον αποθάρρυνε κι έτσι άρχισε να υπογράφει τα έργα του το 1946 με το ψευδώνυμο Πάμπλο Νερούντα, υιοθετώντας το επώνυμο του γνωστού Τσέχου συγγραφέα και ποιητή Γιαν Νερούντα. Το μικρό του όνομα εικάζεται ότι το πήρε από το Γάλλο ποιητή Πωλ Βερλαίν.
Το 1921 μετακόμισε στην πρωτεύουσα, Σαντιάγο, για να σπουδάσει Γαλλική Φιλολογία. Κατά το διάστημα των σπουδών του, εξέδωσε δυο ποιητικές συλλογές: Crepusculario (1923) και Veinte poemas de amor y una cancion desesperada (Είκοσι ερωτικά ποιήματα και ένα απελπισμένο άσμα, 1924), συλλογή για την οποία έγινε περισσότερο γνωστός. Διαπιστώνοντας ότι τα έσοδά του από τα εκδιδόμενα έργα του δεν του αρκούσαν, αποφάσισε να μπει στο Διπλωματικό Σώμα, κάνοντας έτσι πολυάριθμα ταξίδια ανά τον κόσμο από το 1927 ως το 1935, ως πρόξενος στη Βιρμανία, στην Κεϋλάνη, στην Ιάβα, στη Σιγκαπούρη, στο Μπουένος Άιρες, στη Βαρκελώνη και τη Μαδρίτη.
Στην Ιάβα γνώρισε και παντρεύτηκε την Ολλανδέζα Μαρύκα Αντονιέτα Χάγκενααρ Βόγκελζανγκ, με την οποία χώρισε μετά από έξι χρόνια, κατά τη θητεία του στην Ισπανία. Εκεί, ερωτική του σύντροφος και μετέπειτα δεύτερη σύζυγός του υπήρξε επί δεκαέξι χρόνια η Αργεντίνα Δέλια ντελ Καρρίλ, είκοσι χρόνια μεγαλύτερή του.
Η εμπειρία του από τις άθλιες συνθήκες επιβίωσης των ανθρώπων στην Ασία, τα καταπιεστικά καθεστώτα και η φιλία του με το Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα τον οδήγησαν ακόμη πιο κοντά στον κομμουνισμό. Τα έργα του άρχισαν να γίνονται πιο πολιτικοποιημένα, με αποκορύφωμα το Κάντο Χενεράλ, το οποίο έχει μελοποιηθεί από το συνθέτη Μίκη Θεοδωράκη. Όταν ο Πρόεδρος Γκονσάλες Βιδέλα απαγόρευσε τον κομουνισμό στη Χιλή, βγήκε ένταλμα σύλληψης εις βάρος του. Για τέσσερις μήνες κρυβόταν στο υπόγειο κατοικίας στην πόλη Βαλπαραΐσο, αλλά κατάφερε να διαφύγει στην Αργεντινή και από εκεί στην Ευρώπη, όπου έζησε εξόριστος από το 1948 ως το 1952. Ανάμεσα στα μέρη που έζησε ήταν και το νησί Κάπρι της νότιας Ιταλίας, γεγονός από το οποίο είναι εμπνευσμένη η ταινία «Ο ταχυδρόμος»[3].
Κατά την εξορία του, γνώρισε και ανέπτυξε ερωτική σχέση με τη Χιλιανή τραγουδίστρια Ματίλντε Ουρρούτια, η οποία αποτέλεσε τη “μούσα” του για τα έργα του. Μετά το τέλος της δικτατορίας επέστρεψε στη Χιλή, αφού είχε γίνει πλέον διάσημος παγκοσμίως από τα ποιήματά του. Μετά το δεύτερο διαζύγιό του, παντρεύτηκε τελικά με την Ουρρούτια το 1966.
Το 1971, του απονεμήθηκε το Νόμπελ Λογοτεχνίας, το οποίο παρέλαβε όντας άρρωστος από καρκίνο. Βοήθησε το Σαλβαδόρ Αγιέντε στην προεκλογική του εκστρατεία, αλλά πέθανε στις 23 Σεπτεμβρίου 1973, λίγο μετά τη δολοφονία του Αγιέντε από τους πραξικοπηματίες του Πινοσέτ. Ο Πινοσέτ απαγόρευσε να γίνει δημόσιο γεγονός η κηδεία του Νερούντα, ωστόσο το πλήθος αψήφησε τη φρουρά και κατέκλυσε τους δρόμους, μετατρέποντας την κηδεία στην πρώτη δημόσια διαμαρτυρία ενάντια στη στρατιωτική δικτατορία της Χιλής. Το στρατιωτικό καθεστώς μέχρι το 1990 είχε απαγορεύσει τα έργα του ποιητή.

winawayna

“ΤΑ ΥΨΗ ΤΟΥ ΜΑΤΣΟΥ ΠΙΤΣΟΥ” — ΑΝΑΛΥΣΗ

Γύρω στη μέση της ποιητικής του δημιουργίας ο Πάμπλο Νερούδα έκδοσε τη συλλογή “Tα Ύψη του Μάτσου Πίτσου” χώρος που είχε επισκευθεί δύο χρόνια πριν το φθινόπωρο του 1943. Το μικρό αυτό βιβλίο αποτελείται από μόνο δώδεκα ποιήματα και είναι η αντίδρασή του για την εμπειρία που βίωσε στην κορφή του παλατιού των Ίνκας. Όταν ο Νερούδα έφτασε στο Μάτσου Πίτσου, διαπίστωσε ότι χώρος πήρε τη μορφή από την οποία όλα τα υπόλοιπα στη ζωή του απόκτησαν νόημα συμπεριλαμβανομένης όλης της ηπείρου απ’ όπου κατάγεται ο ποιητής και κατ’ επέκταση η ζωή του που πέρασε αυτή που ζεί τώρα αλλά και η μελλοντική.

Το όνομα του χώρου παρουσιάζεται για πρώτη φορά στο έκτο ποίημα. Τα πέντα πρώτα αναφέρονται στη ζωή του ποιητή όταν έψαχνε για κάποιο νόημα στη ζωή του και κάτι στο οποίο να εστιαστεί. Απ’ το έκτο ποίημα και μετά ο Νερούδα προσπαθεί να πιάσει το νόημα της συναισθηματικής του αντίδρασης στο τί αντίκρυσε και στο τί ένιωσε όταν επισκεύτηκε την ουράνια πόλη.

Ό,τι έχει γράψει ως τώρα ξαφνικά παίρνει νόημα και όσα παλαιώτερα του φαίνονταν αταίριαστα τώρα, μετά την επίσκεψή του στο Μάτσου Πίτσου, όλα αποκτούν σημασία και έχουν κάποια αδιάσπαστη σχέση με όλη του τη ζωή έως τώρα ακόμα και με τα μέλλοντά του χρόνια. Τα πρώτα πέντε ποιήματα αποτελούν μια γενική επισκόπηση της διάθεσης του ποιητή, του περιβάλοντος μέσα στο οποίο ζει, την ένταξή τους στο χώρο με εικόνες που υφαίνονται σ’ ένα περίπλοκο υφάδι του μικρού αυτού σε έκταση βιβλίου.

Κι ο λόγος είναι γιατί όταν στέκεται πάνω στην κορφή του κόσμου στο Μάτσου Πίτσου όχι μόνο τα στοιχεία της φύσης αλλά και ο άνθρωπος αποκτούν μια υπέρτατη σπουδαιότητα καθώς ατενίζει προς τα κάτω τις μάζες να πηγαινοέρχονται για τα καθημερινά τους κι αγνοούν τη μεγαλοσύνη που υπάρχει εκεί πάνω. Ο Νερούδα αποφασίζει να κάνει αυτή τη μεγαλοσύνη γνωστή στους ανθρώπους απανταχού της γης μερικές φορές με απλές λέξεις και άλλες πάλι φορές με τα σύμβολα που χρησιμοποιεί να διαλευκάνει και να υπογραμμίσει ότι το κάθε τί έχει τη σημασία του και το νόημά του στον κόσμο συμπεριλαμβανομένου και του ταξιδιού του εκεί στο Μάτσου Πίτσου.

Τα στοιχεία γη, ουρανός, αγέρας, οι παραγωγικοί κύκλοι των τεσσάρων εποχών του χρόνου
και η φυσική αναγέννηση, ο ερωτισμός, ο αναπόφευκτος θάνατος, η ρουτίνα του ανθρώπου κι ο εξευτελισμός του, η μονοτονία της καθημερνότητας, όπως την ονομάζει είναι υποκείμενα των πέντε πρώτων ποιημάτων του βιβλίου αυτού. Η μάχη εναντίον της πεπερασμένης ζωής του ανθρώπου σε αντίθεση με τον αέναο, ανίκητο θάνατο είναι εικόνες που τον ταράζουν σε υψηλό βαθμό. Γι’ αυτό αναζητεί κάποια απάντηση για ένα δρόμο έξω απ’ αυτή την πρόσκαιρη ζωή κι αυτό το δρόμο ξάφνου ανακαλύπτει στο Μάτσου Πίτσου.

Tο πρώτο ποίημα ξεκινά με την εικόνα ενός άδειου δυχτιού που ο ποιητής σέρνει μέσα στους δρόμους αλλά δεν πιάνει τίποτα αξιόλογο καθώς το πνεύμα επισκοπεί το χάος: εν αρχεί ο λόγος πάνω απ’ το κενό κι ο ποιητής επικαλείται τον άγραφτο λόγο να έρθει σαν σωτήρας.

 

Από αγέρα στον αγέρα σαν άδειο δίχτυ
παρασυρόμενο σε δρόμους και στην περιρρέουσα ατμόσφαιρα, ήρθα
αφειδής στην κορφή του φθινοπώρου, με των φύλλων
το προσφερμένο νόμισμα και — ανάμεσα σε άνοιξη και καλοκαίρι —
αυτό που ασυνόρευτη η αγάπη γράπωσε πρόκληση σε μονομαχία
μας χαρίζεται σαν μακρυδάχτυλο φεγγάρι

 

Το δεύτερο ποίημα διαβάζουμε…

 

Το κάθε άνθος μας χαρίζει το σπόρο του
κι η πέτρα διαφημίζει το μπουμπούκι της
σαν λερωμένο φόρεμα διαμαντιού και άμμου
κι ο άνθρωπος στραπατσάρει το άνθος του φωτός
το ξεχωρίζει απ’ την μοιραία πηγή της θάλασσας
και τρυπά το παλμώδες μέταλλο στα χέρια του

 
αναφορά στην αντίθεση ανάμεσα στην αναγέννηση της φύσης και στον άνθρωπο που αλέθει το κάθε τί και το φέρνει στο δικό του εξαθλιωμένο επίπεδο: τα πάντα στη φύση έχουν ένα ολοκάθαρο σκοπό-προορισμό εκτός απ’ τον άνθρωπο πού στραπατσάρει το άνθος του φωτός ενώ το τρίτο ποίημα ασχολείται με το σύγχρονο τρόπο ζωής που ο άνθρωπος βαδίζει σαν σε κύκλο, σαν σε λαβύρινθο και φέρει σε πέρας τίποτα το αξιόλογο: Η αδιάφορη πραγματικότητα του καθημερνού εκεί που σπαταλά την ψυχή του δίχως ν’ αφήνει πίσω του τίποτα χρήσιμο.

 

Σαν να `ναι σε λαβύρινθο το στάρι πέφτει
στο ατελεύτητο δοχείο άδοξων κατορθωμάτων, σκάρτες
εμπειρίες απ’ τις εννιά στις πέντε, στις έξι
και να πεθαίνουν όχι μόνο μια φορά αλλά πολλές
κάθε μέρα κι ένας μικρός θάνατος: σκόνη, λάμπα, κρεστόμυγες…

 

Το τέταρτο ποίημα στρέφει την προσοχή του προς τον ποιητή και στην αγάπη του για τους ανθρώπους αλλά καταλαβαίνει ότι δεν μπορεί να τους βοηθήσει όσο αυτοί συνεχίζουν να ζουν τον καθημερνό τους θάνατο που κι ο ποιητής ακόμα είναι ανίσχυρος να τον βοηθήσει σε γενικές γραμμές εκτός κι αν βρει το σκοπό του στα ύψη και στα ατέλειωτα δημιουργήματα του αγέρα και της χιονοστιβάδας.

 

Πολλές φορές με προκάλεσε ο ακατανίκητος θάνατος
σαν το αλάτι που αποκρύφεται στα κύματα
και το τί υποσχέθηκε η αόρατή του ευωδία
ήταν κομματάκια ύψους και ναυαγίων
μεγαλοπρεπείς κατασκευές και χιονοστιβάδες

 

Στο ακόλουθο ποίημα παρατηρούμε τον ποιητή να καθορίζει το είδος του θανάτου με σουρρεαλιστικές εικόνες που δεν αφήνουν τίποτα σαν τελικό όραμα της σύγχρονης ζωής παρά τις πληγές από ριπές αγέρα που παγώνουν τα κρύα διάκενα της ψυχής του καθενός κι αυτό είναι το χαμηλώτερο σημείο του βιβλίου

 

Δεν ήσουν εσύ, κατηφή θάνατε, αρπακτικό πουλί με σιδερένια φτερά
που σαν μοναδικός νοικάρης τέτοιου οίκου μετέφερες
ανακατεμένες με το κλώσιμό σου μερίδες υπό το κενό σου δέρμα —
μάλλον: βηματιστό ακροβλαστάρι παλιού σχοινιού
άτομο θάρρους που υποχώρησε
ή κάποιο βασανιστική δροσιά που ποτέ δεν γίνηκε ιδρώτας

 

Απ’ την αρχή του έκτου ποιήματος το όλο βιβλίο αρχίζει να ανυψώνεται καθώς ο Νερούδα ανέρχεται προς το ναό απ’ όπου κι ανακοινώνει: δύο γεννιές που έχουν ταξιδέψει σε παράλληλα μονοπάτια συναντώνται κι αφομοιώνονται. Το ένα μονοπάτι των μικρών ανθρώπων με τους ασήμαντους θανάτους των και το μονοπάτι του αιώνειου που υποθάλπτεται απ’ την αναγέννηση της φύσης και που ήταν χωρισμένα στο παρελθόν ώσπου να συναντηθούν σ’ αυτό το σημείο που ήταν η κατοικία…κι είναι ο ιερός χώρος που ομοιάζει με το ακίνητο σημείο ενός κόσμου που αέναα γυρίζει κι όπου το παρελθόν και το μέλλον συγκεντρώνονται κι ο τόπος αυτός είναι το Μάτσου Πίτσου

 

Τότε ανέβηκα τη σκάλα του κόσμου
μέσα από αγκαθωτές συστάδες του δάσους
ώσπου σ’ έφτασα Μάτσου Πίτσου

 

Εκείνο που έχει μεγάλη σημασία είναι ότι ο Νερούδα μετά την επισκεψή του στο Μάτσου Πίτσου βλέπει τον κόσμο μέσα απ’ το πρίσμα του συλλογικού. Τους αναρίθμητους ανθρώπους που δούλεψαν εκεί για να χτίσουν την πόλη στην κορφή του βουνού παρατηρεί, κατά πάσα πιθανότητα σκλάβοι, τα πιο πολλά φημισμένα αρχαία χτίσματα χτίστηκαν απο σκλάβους, κι ο Νερούδα ταυτίζεται μαζί τους, προσπαθεί να τους αντιπροσωπεύσει, να τους βοηθήσει, να δικαιώσει τον αγώνα για το επίτευγμά τους κι αναρωτιέται πώς; Η απάντηση σ’ αυτή την ερώτηση είναι η προσπάθειά του να τους χαρίσει αιωνιότητα μέσω των στίχων του που θα διαβάσει όλος ο κόσμος.

 

Πανήψηλη πόλη από σκαλωτές πέτρες
τελικό χαγιάτι σε ό,τι η γη
ποτέ δεν έκρυψε στις πυζάμες της

 

Απ’ το έκτο ποίημα ο Νερούδα εστιάζεται στο χώρο και στους ανθρώπους που πάλεψαν να το χτίσουν. Διακρίνει σ’ αυτούς τις χιλιάδες Χιλιανούς συμπατριώτες του και γενικώτερα τα εκατομμύρια των κατοίκων της Νοτίου Αμερικής που τους εκμεταλλεύτηκαν οι πολυεθνικές με την επιρροή τους βασισμένη στον υλικό πλούτο και προσπαθεί να σταθεί αντιμέτωπος όλων αυτών και υπερασπιστής των αναρίθμητων χτιστών της ακρόπολης αυτής με το μόνο όπλο που κατέχει: την πένα του και το υπέροχο δημιουργικό του πνεύμα. Την ΠΟΙΗΣΗ του.

 

Μέσα σου ταξιδεύουν παράλληλα δύο γεννιές
που συναντώνται εκεί που η φάτνη ανθρώπου και φωτός
νανουρίστηκε απ’ τον αγκαθώδη αγέρα.

Μάνα της πέτρας και σπέρμα του κόνδορα

 

Αλλά το ταξίδι του Νερούδα δεν τελειώνει σ’ αυτό το σημείο. Το ταξίδι του σε περασμένο χρόνο αλλά και ψηλά στο χώρο της ακρόπολης αυτής ήταν μια ανακάλυψη από την οποία ο ποιητής διδάχτηκε περισσότερο απ’ ό,τι ένιωσε παρά απ’ τις διαφορετικές σκέψεις και απόψεις που αποκόμισε περί της αλήθειας για τον εαυτό του και για τη φύση της ανθρώπινης ζωής.

Το έβδομο ποίημα καθιστά έναν ύμνο για το τί απομένει όταν τα πάντα εξαφανίζονται, τι αντέχει το πέρασμα του χρόνου και παραμένει έναντι σε όλα όσα μαραίνονται και λυώνουν. Ύμνος που ευαγγελίζει τους ανθρώπους που έχτισαν την ακρόπολη αυτή και πάλεψαν κάτω από τις πιο δυσμενείς συνθήκες μόνο και μόνο για να νικήσουν το Χάρο με το εξαίσιό τους οικοδόμημα σαν αιώνειο ρόδο, δισκοπότηρο που ύψωσαν με τα χέρια τους.

 

Νεκροί μιας κοινής αβύσσου, σκιές μιας λαγκαδιάς —
η πιο βαθειά — σαν να ταίριαζε
με την πυξίδα της μεγαλειότητάς σας
έτσι δημιουργήθηκε, η αλήθεια, ο πιο αχόρταγος θάνατος:
από διάτρητες πέτρες
από βαθυκόκκινα ακρογείσια
και καταρακτώδεις υδρορροές
κατρακυλήσατε σαν φθινόπωρο
σ’ ένα ομαδικό θάνατο

 

Περνώντας στο όγδοο ποίημα συναντούμε μια λυρική επίκληση προς την αέναα αναγγενόμενη φύση και τον κάτοικο της γης αυτής πριν τον ερχομό του Κολόμβου εποχή που ο άνθρωπος ήταν ένα με τη φύση αυτή και που αγκάλιαζε το παρελθόν του για να προσδιορίσει το τώρα και να προβλέψει το μέλλον του βασισμένος στην παράδοσή του: Εικόνες προτού ο Ευρωπαίος προσηλυτιστής ήρθε. Εδώ ο ποιητής επικαλείται επίσης αυτό που ονομάζει αγάπη της Αμερικής να ερθεί και να φιλήσει αυτές τις πέτρες

 

Έλα, ανέβα μαζί μου, αγάπη της Αμερικής

Φίλησε μαζί μου αυτές τις μυστηριακές πέτρες
το καταρακτώδες ασήμι του Ουρουμπάμπα
που κάνει τη γύρη να πετά προς το χρυσό της κύπελλο

 

Το ποίημα που ακολουθεί είναι ένα άσμα εξορκισμού που συντελείται με διαπλεκτικούς στίχους μεταφορικούς όπου η φράση η πέτρα επαναλαμβάνεται σαν σε λιτανεία: τί άλλο μπορούν να δημιουργήσουν οι πέτρες πάνω σε άλλες πέτρες παρά αυτό το δισκοπότηρο σε χώρο και χρόνο; Ένα δισκοπότηρο που οδηγεί στους τελευταίες στίχους και πίσω στο πλήθος που έχτισαν την ακρόπολη αυτή και στο μονόδρομο του ανθρώπου που εξουδετερώνει το θάνατο.

 

Διαστρικέ αετέ, κλήμα μέσα στην ομίχλη.
Εγκαταλελειμένε προμαχώνα, αόμματο γιαταγάνι.
Ζώνη του Ωρίωνα, τελετουργικό ψωμί.
Καταρρακτώδης κλίμακα, ανυπολόγιστη βλεφαρίδα.

 

Φτάνοντας στο δέκατο συναντούμε τον ποιητή που ρωτά σε τί κατάσταση ζούσε ο άνθρωπος που το έχτισε: να `ταν ελεύθερος ή μήπως ήταν σκλάβος; Πολύ πιθανόν, σκέφτεται ο Νερούδα να ήταν σκλάβοι αλλά αν ήταν σκλάβοι κάτω από ποιές συνθήκες ζούσαν; Η ανησυχία του για την κατάσταση της εποχής εκείνης είναι ολοφάνερη στο ποίημα αυτό.

 

Πέτρα μέσα στην πέτρα κι ο άνθρωπος πώς ζούσε;
Αγέρας μέσα σε αγέρα κι ο άνθρωπος πώς ζούσε;
Χρόνος μέσα στο χρόνο κι ο άνθρωπος πώς ζούσε;
ήταν άραγε κι εκείνος το θρυματισμένο κομματάκι
της αναποφασιστηκότητας, του άυλου αετού
που μέσα σε δρόμους τωρινούς και σε παλιά αχνάρια
μέσα στα φύλλα αθροισμένων φθινοπώρων
συνεχίζει να κοπανά την ψυχή μέσα στον τάφο;

 

Η παλιά και ξεχασμένη καρδιά του ανθρώπου είναι το αντικείμενο του ενδεκάτου ποιήματος ώσπου να συναντήσει την υποτείνουσα του μάλλινου πουκαμίσου και του αλατιού απ’ το αίμα που υπονοείται σε κάθε στροφή της ακρόπολης του Μάτσου Πίτσου. Εδώ ονομάζει τους εργάτες αδέρφια του και ταυτίζεται μαζί τους, γίνεται ένα μ’ αυτούς αυτός είναι ο τρόπος που συντήκεται μέσα στον αγώνα τους να χτίσουν την ακρόπολη. Ο Νερούδα χτίζει την ακρόπολη μαζί με τους εργάτες εκείνου του καιρού, τους πατριώτες του, τους συντρόφους του, γίνεται το αίμα κι ο ιδρώτας τους. Γίνεται ένα μ αυτούς.

 

Μέσα στην παραζάλη της μεγαλοπρέπειας
μέσα στην πέτρινη νύχτα άσε να βάλω το χέρι μου
και να ξυπνήσω το πουλί που για χιλιάδες χρόνια έχω μέσα μου
την παλιά και ξεχασμένη ανθρώπινη καρδιά!

 

Το τελευταίο ποίημα του βιβλίου εκτείνεται σε ό,τι έχει σημασία για τον ποιητή: συγκρίνει και διακρίνεις τις ομοιότητες ανάμεσα στη ζωή των χτιστών και τη δική του, αισθάνεται ότι ταυτίζεται με τους άντρες αυτούς. Τους αναγνωρίζει σαν δικούς του. Αποφασίζει να γίνει ένα μ’ αυτούς και να ανημερώσει τον κόσμο για το θρύλο τους. Ο ποιητής κι οι άντρες αυτοί τώρα έχουν το ίδιο αίμα, είναι ταυτισμένοι. Είναι κι ο ποιητής ένας άνθρωπος σαν κι αυτούς, τίποτε περισσότερο.

 

Σηκωθείτε και ξαναγεννηθείτε αδέρφια μου.
Δώστε μου το χέρι σας που έρχεται
από βαθειά εκεί που υφάνθηκε η λύπη σας.
Δεν θα επιστρέψετε απ’ αυτές τις σταθερές πέτρες.
Δεν θ’ αναστηθείτε απ΄τον υποχθόνιο χρόνο.
Η τραχειά σας φωνή δεν θα ξανακουστεί
μήτε τα τυφλά σας μάτια θα ξαναπεταχτούν απ’ τις κόγχες τους

 

και καταλήγει με την προσθήκη τους στα ποιήματα του, τη φωνή του, τη δημιουργική του δουλειά, έρχομαι να μιλήσω σαν τα μουγγά σας στόματα, λέγοντας

 

Ελάτε γρήγορα στις φλέβες μου και στο στόμα μου
μιλήστε με τα λόγια μου και μέσα απ’ το αίμα μου.

~Source, Wikipedia
~ Source, the Heights of Macchcu Picchu, by Jonathan Cape, New York, 1966