Dimitris Liantinis//Δημήτρης Λιαντίνης

!cid_8A6047E6-FB09-47C2-B768-B275C2705D38@telus

ΠΡΟΛΟΓΙΣΜΑ

Πριν οκτώ χρόνους έφυγε ο άνδρας μου Δημήτρης Λιαντίνης. Ήταν η πρώτη Ιουνίου 1998 όταν εξαφανίστηκε από το σπίτι μας και το επαγγελματικό πανεπιστημιακό του περιβάλλον. Και όχι απρόσμενα και απροσδόκητα. Το μόνο που δεν γνώριζα ήταν η μέρα και η ώρα.
Σχέδιο φυγής, αρχιστρατηγικό, όπως μου έλεγε, που το ετοίμαζε με απόλυτη ακρίβεια χρόνους πολλούς.
Άδειασε το πρώτο συρτάρι του γραφείου του και τοποθέτησε μέσα όσα σημαντικά έκρινε, όσα μου επέτρεψε να γνωρίζω για την τελευταία του πράξη. Άλλα με γλώσσα σαφή, άλλα με αινιγματική και μυθοπλαστική. Του μύθου όμως του φιλοσοφικού (πλατωνικός μύθος) που λέγει με σύμβολα όσα έχει απορία ο νους να εκφράσει με ορισμούς. Μου άφησε γραπτές εντολές και δικαιοδοσίες, εξουσιοδοτήσεις, το ημιτελές βιβλίο του για τον Καβάφη, που το έγραφε στο τέλος της δεκαετίας του 80 και ποτέ δεν περάτωσε, το ποιητικό του έργο που εκδίδω σήμερα, ένα ακόμη βιβλίο γραμμένο στις αρχές της δεκαετίας του 90, που ποτέ δεν εξέδωσε, και το πιο σημαντικό και διαφωτιστικό της πράξης του· ένα κείμενο που έγραψε την παραμονή της αναχώρησής του, στις 31 Μαίου 1998.
Πάνω στο γραφείο του υπήρχε ένα γράμμα προς την κόρη μας Διοτίμα. Το μόνο κείμενο που έδωσα μέχρι σήμερα στη δημοσιότητα, και αυτό την πρώτη εβδομάδα της εξαφάνισης, θέλοντας τότε να προστατεύσω την τιμή του απέναντι στα ανόσια σχόλια κάποιων δημοσιογράφων για το πρόσωπό του.

Έζησα πολλά και περίεργα αυτούς τους οκτώ χρόνους. Ώρες – ώρες ένιωθα να ξεχειλίζει η αδικία, όπως η γη στον κατακλυσμό. Της πληγής μου και της απορίας μου τον ψίθυρο αποκήρυσσε αμίλητη η προστασία του που γένναγε την ευκρασία στην αλλαγή από το σκοτάδι στο φως και αντίστροφα. Και το σκοτάδι έχει μέσα του φως. Το λυκαυγές.
Ό,τι οι δυο μας ζήσαμε 26 χρόνους ήταν το δρύινο σκαρί του Οδυσσέα, σημαδεμένη μοίρα, δαιμονικό (με την αρχαιοελληνική σημασία του όρου «δαίμων») παραμύθι. Είτε οι χρόνοι μας ήταν γελαστοί είτε λυπημένοι. Σπουδάσαμε την ευτυχία μας ζωγραφίζοντας μέρες και νύχτες στο δρόμο της μεγάλης επιστροφής. Ήταν η ιστορία μιας θάλασσας, όπως εκείνης των Κεχρεών, που κατακλύζει την ακρογιαλιά, το βράχο στο μπούρτζι, το δάσος αντίκρυ, το κορίτσι στον απέναντι λόφο που κοιμάται στο φως του φεγγαριού, την αντάρα της βροχής, τη θύελλα του ίμερου. Αγωνιστήκαμε να μεταλλάξουμε το θυμό της καταστροφής σε πνοή δημιουργίας. Και όλα με την ίδια αταραξία και βεβαιότητα του ίδιου θανάτου, που όταν θα ερχότανε, θάταν μόνο ένα άλλο παιγνίδισμα, ένας απλά διαφορετικός ήχος στην απεραντοσύνη του πελάγους.

Ο Λιαντίνης δημοσίευσε οκτώ βιβλία. Το τελευταίο ήταν η Γκέμμα. Το καταληκτικό αλλά και αποκαλυπτικό για τους σοβαρούς ερμηνευτές κεφάλαιο (π), σελ. 255, με τίτλο «Sonne über Austerlitz» είχε στο χειρόγραφό του αρχικά το παρακάτω περιεχόμενο:

«Καθώς ο Οκταβιανός Αύγουστος, γέροντας εβδομήντα δύο χρονώ, γύριζε αλλόφρονας στο παλάτι, χτύπαγε το κεφάλι του στους τοίχους*, και φώναζε: – Κοϊντιλιανέ Βάρε, δος μου πίσω τις λεγεώνες μου!
Δόστε μου πίσω τους συντρόφους! Στο Νυμφαίο του Ελικώνα μου! Τον Ηράκλειτο, τον Εμπεδοκλή, το Νίτσε, τον Πλάτωνα, το Δάντη, το Σολωμό, τον Αισχύλο!
Δόστε μου πίσω το έχει μου! Τους δοξασμένους πρίγκιπες των χρωμάτων και του χρόνου. Τον Ορλώφ, τον Κούλιναν, το Σάχη, το Μεγάλο Μογγόλο, τον Τίφανυ, το Φλωρεντίνο, τον Αστέρα του Νότου.
Δόστε μου πίσω τις αναπνοές μου, στον κήπο ανατολικά! Τη Λου, τη Λαμπιδούσα, τη Μυρτάλη, τη Μαριέ, την Ευτζενική, την Υπεριώδη, τη Διοτίμα.
Γιατί η διαφορά, η τρομερή, εστάθηκε ότι οι ποιητές, που μοιάζαν την αλήθεια, είπανε ψέματα.
Εγώ όμως, που μοιάζει με τα ψέματα, έζησα την αλήθεια.»

* στις καλυδώνιες πέτρες του παλατιού, χτύπαγε το κεφάλι στα σφηνώματα.

Στο τυπογραφείο άφησε τελικά μόνο τις δύο τελευταίες παραγράφους. Γιατί;…

Τα ποιήματά του ο Λιαντίνης τα έγραψε από το 1971 μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 80. Στην ερώτησή μου, γιατί δεν τα εκδίδει, μου απαντούσε: Γράφω και δημοσιεύω πλέον ποίηση μέσα από τον πεζό επιστημονικό λόγο. Αυτά θα μείνουν σε σένα, στα κατάλοιπά μου. Πίστευε ότι η αληθινή ποίηση είναι αυτόνομη πηγή ζωής. Αγάπημά της διαλεχτό η μορφή. Το έργο της, ανεπανάληπτο, έχει μέσα του την εντελέχειά της. Ο δημιουργός νικάει το θάνατο με το έργο του.
Με έμαθε ότι ο γνήσιος ποιητής ζει την αλήθεια, ότι ο ποιητής φανερώνει την αλήθεια, ότι ο ποιητής πεθαίνει, ότι η φανερωμένη αλήθεια έρχεται στο φως μετά το «θάνατό» του, ότι ο ποιητής ανασταίνεται, ότι τον τραγικό ποιητή συμπληρώνει ο αναστημένος ποιητής.

Οι ποιητικές του συλλογές είναι δύο. Οι ώρες των άστρων και Η όγδοη μέρα. Δημοσιεύω τα ποιήματα στο πολυτονικό σύστημα, όπως ακριβώς υπάρχουν στα χειρόγραφά του.

Το πλέον όμως σημαντικό ποιητικό του κείμενο είναι από έποψη μορφής και ουσίας εκείνο που έγραψε την παραμονή της εξαφάνισής του (31. Μαίου 1998) και που το ίδιο μιλάει για την τελευταία του πράξη. Αρκεί ο μελετητής του να διαθέτει ικανότητα ερμηνευτική και εκπαιδευμένη αντίληψη.
Το αποκαλύπτω για πρώτη φορά σήμερα και αφήνω τον ίδιο να μιλήσει για το «τέλος» της πράξης του εντελεχειακά.

 

«Έ συ, αρχηγέ της φύσης! Τιμημένε και πολυκράτη.
Με τα πολλά ονόματα στον εσπερινό και στον όρθρο.
Ύπατε και τιμητή στις φρουρές και στα κάστρα του χρόνου.
Και ισχυρέ δήμαρχε των συνελεύσεων της αγοράς.
Που κυβερνάς με το δίκιο το άγιο, και τον ίσιο νόμο.
Χαίρε! Στρατηγέ και δορυκτήτορα.
Ζώνεσαι τα αμφίστομα ξίφη στον τελαμώνα.
Και πολεμάς τούς απελάτες στα σύνορα. Πέρα μακριά.
Στα μαγνητικά πεδία και τις αντλαντκές βαρύτητες.
Καμαρώνω τη δύναμη και τα γκέμια σου.
Κρατάς τις πληγές του κεραυνού στο χέρι.
Όπως ο καπετάνιος το δοιάκι του καραβιού.
Ανοίγεις το δρόμο δύσκολα μέσα από την αλαλησιά της αγαμίας.
Αναμερίζοντας τον πανικό του χάους.
Και κυβερνάς στη γραμμή του κράτει.
Το πλοίο των άστρων και το ποτάμι του σύμπαντος.
Έχεις υπουργό το Βοριά. Ξεπαστρευτή και Νυκτέλιο.
Για τους σήψαιμους, και για τους θράσιους.
Έχεις και του θρόνου σου σύμβουλο το δαδούχο τον Ήλιο.
Αγνέ αθλητή του δέκαθλου και του φωτός.
Φιλιώνεις το νερό και τη φάγουσα φλόγα. Πλέκεις στεφάνι.
Στο ανώφλι της αυγής από αστραπή κι από νύχτα.
Κι όλα τ’ αγκαλιάζει η στοργική μοναξιά σου.
Περιστέρια και φίδια, καρπούς και ηφαίστεια,και νησιά και ίσκιους.
Το άχ! Και το δυόσμο.
Μόνο οι μωροί μη σε νιώθουν.
Οι άδικοι και οι ταγμένοι του φθόνου.
Ποτέ δε σε φτάνει η γκρεμισμένη ματιά τους.
Η μολυσμένη ανάσα τους.
Των χεριών τους οι κάκτοι.
Ο αραχνεώνας του νου τους.
Εσένα οι αμίαντοι καλοδέχουνται ξένο.
Σιωπηλοί όταν πίνουν το στόμα της θάλασσας.
Και τρώνε μαζί με τους μήνες.
Αγγίζουν τη χλαμύδα σου στο σβήσιμο της αστραπής.
Και το χέρι τους πετρωμένο ελάφι σε δείχνει.
Γνώριμε άγνωστε.

Ο Λιαντίνης δεν έχει πει όμως ακόμη το δικό του νόημα και περιεχόμενο στην τελευταία λέξη της Γκέμμας «αλήθεια». Κάποτε οι δείχτες του χρόνου θα γελάνε με πολλά ανεδαφικά και επιπόλαια που γράφτηκαν και ειπώθηκαν για την ζωή του, την κοινή μας πορεία και την πράξη του .
Όμως και τότε δεν θα έχει αλλάξει κάτι.
Νικολίτα Γεωργοπούλου – Λιαντίνη
Κηφισιά, 1 Ιουνίου 2006
PROLOGUE

Eight years ago Dimitris Liantinis passed on. It was June the 1st 1998 when he disappeared from our home and his professional world. His disappearance wasn’t unexpected, I only didn’t know the date and time of day.
An escape plan that of a general as he often said to me, one he was preparing in detail and for a lot of years.
He emptied the top drawer of his desk and placed in it what he considered important, what he wanted me to know regarding his last course of action. Some of his comments were crystal clear others enigmatic and mythopoetic. The philosophical myth that describes with symbols what the mind can’t express with terminology. He also left me with instructions, requests, right to do as I wish regarding a book about Constantine Cavafy he left half-finished, which he was writing the last years of 1980 but never completed, his poetry work which is published this year, another book he wrote during the `90ies but never published and his most significant clarifying note regarding his last action; a comment he wrote the night before he departed, May 31st 1998.
On the desk he left a letter for our daughter Diotima, the only material I released to the media during the first week after his disappearance in order to protect his honour opposite the impious comments of some news reporters regarding Liantinis.
I went through a lot and strange events during those eight months. At times I felt the overflowing injustice not different than the deluge. His silent absence served as having a soothing effect and a wonder on my wound, his absence that gave birth to the benevolent feeling we sometimes have when light succeeds darkness and vise-versa. Even darkness has light in it: the twilight.
What Dimitris and I lived together, 26 years of marriage was the of oak tree craft of Odysseus, the marked Fate, a demonic (with the ancient Greek meaning of the word demon) fable. Our years were sometimes smiling other times sorrowful. We studied happiness by painting for days and nights the great return. It was the story of the sea, like the sea of Kechrees- Korinth that floods the seashore, the rock of Bourtsi, the opposite forest, the girl who sleeps under the moonlight on the opposite hill, the wrath of rain, the storm of sexual arousal. We fought to transcend the anger of destruction into the breath of creativity and all this with the calmness and certainty of the same death which whenever it would come it would be nothing but a game, simply a different sound in the endlessness of the sea.
He wrote all his poems between 1971 and 1985. To my question why he wouldn’t publish them he would answer “I write and publish poetry through my scientific prose. These poems will be left to you. He believed that true poetry has its own spring life as it is an exquisite form of expression; its purpose, irreplaceable, has in it its final completeness: the creator turns into an immortal.
Liantinis learned that the true poet experiences truth and reveals the truth; he learned that the poet dies and reveals the truth after his death; that the tragic poet is completed by the re-risen poet. He wrote two poetry collections: The Hour of the Stars and The Eight Day which are included in this publication.
However his most important poem in content and substance is the one he wrote on March 31st 1998 the night before he left; this poem speaks of his final course of action. I reveal this poem for the first time today and I let it speak to the discerning reader of the final completeness, of Dimitris Liantinis’ last course of action.

 

Hey, you leader of nature! Honored master of everything
with many names in the evening vespers and in the matins
consul and censor in the guards and castles of time and
powerful mayor in the meetings of the agora.
You who with justice govern the holy and right law
hail to You! General and holder of the spear
you criss-cross two swords in your bandolier and
you fight the frontiersmen at the borders. Far away
in the magnetic field and in the gravity of the Atlantic
I admire the power and your reins.
You hold the wound of thunderbolt in your hand
like a captain holds the tiller of the boat
you draw a difficult path through the silence of celibacy
putting aside the panic of chaos and
you control along the line of the sustainable
the ship of the stars and the river of the universe.
You have the North Wind as your minister: killer and nocturnal
for the septiaemic and the audacious and
you have the torchbearer Sun as your throne advisor.
Pure athlete of the decathlon and the light
you make friends of the water and the devouring fire. You fashion a wreath
on the cornice of dawn made of the lightning and the night.
Your loving loneliness embraces everything
doves and snakes, fruits and volcanos and islands and shadows
the ah! And the mint.
Only that the fools don’t sense you
the unjust and the dedicated to hatred
never let their tumbled glance reach you
their infected breath
the cactuses of their hands
the spider webs of their minds.
Your chaste people welcome the foreigner
when silently they drink the mouth of the sea and
eat along with the months
they touch your chlamys in the blowing out of the lightning and
their hands, petrified does, show you.
Familiar and unknown.

 

Liantinis yet hasn’t said his meaning and his explanation of truth, the last word of GEMMA. At some time the fingers of time will laugh with the lot of unsubstantiated and foolish reports written and said about his life, about our common path and his final course of action.
However even then nothing will be changed.

~Nikolitsa Georgopoulos-Liantinis, Kifisia, 1st of June 2006

Advertisements

Édouard Schuré

Edouard_Schuré_01

Eduard (Édouard) Schuré (January 21, 1841 in Strasbourg – April 7, 1929 in Paris) was a French philosopher, poet, playwright, novelist, music critic, and publicist of esoteric literature.

Biography

Schuré was the son of a doctor in the Alsatian town of Strasbourg, who died when Édouard was fourteen years old. Schuré mastered French as well as German, and was influenced by German and French culture in his formative years. He received his degree in law at the University of Strasbourg, but he never entered into practice. Schuré called the three most significant of his friendships those with Richard Wagner, Marguerita Albana Mignaty and Rudolf Steiner.[1]
Schuré’s interest and studies led to an extensive knowledge of German literature. The discovery of Wagner’s “music drama” Tristan and Isolde impressed him sufficiently to seek—and obtain—Wagner’s personal acquaintance.
In France, he published his first work Histoire du Lied—a history of the German folk song, which earned him some recognition in the country of his family. With the publication of the essay Richard Wagner et le Drame Musical, he established himself as a major French Wagner expert and advocate of the time.
When the Franco-German war of 1870-71 poisoned the German arts for many French, it would seem that Schuré was not immune from this influence. His nationalism is reflected in his remarks of this time—and later in his life—in a comparison of glorified Celtism (France) and a negatively viewed “Teutonism” (Germany).
On a trip to Italy during this time he met, twenty years his junior, a Greek girl, Marguerita Albana Mignaty, whom he subsequently described as his “muse”, although he himself was married.
After the tide of war had ebbed, Schuré reestablished his relationship with Wagner. In 1873, he met the German philosopher Friedrich Nietzsche; with frequent contact they shared enthusiasm for Wagner. The cultist veneration of Wagner, however, seeded Schuré’s alienation from the composer.
Schuré now turned increasingly to the esoteric and the occult; his major influence being the famous French occultist-scholar Fabre d’ Olivet. In 1884, he met the founder of the Theosophical Society Helena Petrovna Blavatsky. Although unwelcome in the Theosophical Society, he nevertheless entered. In 1889, he published, after some smaller works on similar topics, his major work Les Grands Initiés (The Great Initiates).
In 1900, the actress Marie von Sivers came into contact with him because she intended to translate his works into German (The Great Initiates, The Sacred Drama of Eleusis and The Children of Lucifer). At the German Section of the Theosophical Society, he met the Austrian philosopher and later founder of Anthroposophy, Rudolf Steiner. In 1906, Sivers brought about a meeting between Schuré and Steiner. Schuré was deeply impressed and thought of Steiner as an authentic ‘initiate’ in line with his The Great Initiates. After hearing Steiner lecture in Paris for the first time in 1906, Schuré in an ecstatic state ran home and wrote down the entirety of the lecture from memory. This first lecture, and the other lectures in the series (which Schuré wrote down) were published as Esoteric Cosmology.[2] Subsequently, Steiner and von Sivers staged Schuré’s esoteric dramas at the following Theosophical Congresses in Berlin and Munich. Schuré’s The Children of Lucifer, served as a precursor of Rudolf Steiner’s own esoteric dramas.
In 1908 Schuré brought out Le Mystère Chrétien et les Mystères Antiques,[3] a French translation of Steiner’s work Christianity as Mystical Fact and the Mysteries of Antiquity.[4] With the outbreak of World War I, Schuré’s relationship with Steiner and his wife became strained. Schuré threw in the two secret intentions about Germanic and Pan and stepped out of Steiner’s Anthroposophical Society. Four years after the war, Schuré re-consolidated his friendship with Steiner.
In subsequent years, Schuré published his autobiography.

Esoteric and literary meaning

Schuré’s The Great Initiates is described by some as a masterpiece. In it, he describes the path allegedly followed by some of the ancient philosophers in search of profound esoteric knowledge, often called the “initiation”, as describing the process of becoming a mystic master or spiritual healer.
Those familiar with Rama, Hermes Trismegistus, Socrates, Jesus, Orpheus will find frequent references in Schuré’s work. Schuré pursued the notion that a secret esoteric knowledge was known to them all, that this group were among the pillars of civilization and represented the founders of spiritual and philosophical ways of being as well as in some cases—though contrary to their message—religions. Schuré recognized that the path to a harmonious world was not to be found through a bigoted denial of the value found by other civilizations by their own sages. He wanted people to recognize the value of democracy in spiritual, philosophical, and religious ways. .
Schuré wrote a considerable number of books and plays. His plays enjoyed relative fame in his days in Europe, and some of them were put on stage by Steiner. He also influenced Russian composer Sergei Prokofiev.

~Wikipedia, the free Encyclopedia

NIETZSCHE: Guilty Conscience

800px-Nietzsche187a

NIETZSCHE: Guilty Conscience
Posted on January 17, 2015
In Shakespeare’s Macbeth, the pangs of a guilty conscience drive Lady Macbeth to madness. Her doctor remarks that medicine cannot cure a sense of guilt. “More needs she the divine than the physician.” Guilt overwhelms Lady Macbeth until she finally commits suicide at the end of the play.
Considering the powerful influence that guilt can have over a person, it is important to explore the origin and nature of this emotion in order to possibly gain some control over it. In this video, we will discuss Nietzsche’s theory concerning the origin of guilt, and we will also explain what it indicates for the future of mankind.
To feel guilty means to feel painful regret for some wrong committed. According to Nietzsche, the concepts of right and wrong arose with the development of societies. He describes guilt as a disease that humanity caught when it formed these social communities. “I look on bad conscience as a serious illness to which man was forced to succumb by the pressure of the change whereby he finally found himself imprisoned within the confines of society and peace.”
When man left the lawless wilderness and entered into societies, he entered into an entirely new world where his old instincts were worthless. Nietzsche compares this radical change experienced by man to the change experienced by the first sea animals to venture onto land. “It must have been no different for man, happily adapted to the wilderness, war, the wandering life and adventure than it was for the sea animals when they were forced to either become land animals or perish – at one go, all instincts were devalued and ‘suspended’. The poor things were reduced to relying on thinking, inference, calculation, and the connecting of cause with effect, that is, to relying on their mind, that most impoverished and error-prone organ!”
Man’s wild instincts, however, did not fade away. Instead, he was forced to turn his instincts for cruelty inwards because the new laws of societies prohibited violence. “Those terrible bulwarks with which state organizations protected themselves against the old instincts of freedom had the result that all those instincts of the wild, free, roving man were turned backwards, against man himself. Animosity, cruelty, the pleasure of pursuing, raiding, changing and destroying – all this was pitted against the person who had such instincts.”
After diverting his cruel instincts towards himself, man began to grow sick of existence. Nietzsche refers to this sentiment as the worst and most insidious illness ever to afflict man, and an illness from which man has yet to recover. “Lacking external enemies and obstacles, and forced into the oppressive narrowness and conformity of custom, man impatiently ripped himself apart, persecuted himself, gnawed at himself, gave himself no peace and abused himself, this animal who battered himself raw on the bars of his cage and who is supposed to be ‘tamed’; man, full of emptiness and torn apart with homesickness for the desert, has had to create within himself an adventure, a torture-chamber, an unsafe and hazardous wilderness – this fool, this prisoner consumed with longing and despair, became the inventor of ‘bad conscience’.”
Despite the dismal diagnosis of civilized man’s illness, Nietzsche regarded the disease of guilt, like all other afflictions in life, to be an opportunity to enhance human excellence. To him, mankind’s ability to turn against itself is indicative of man’s potential to achieve something great in the future – to achieve the meaning of the earth – to achieve the birth of the Ubermensch. “The prospect of an animal soul turning against itself was something so new, profound, puzzling, contradictory and momentous that the whole character of the world changed in an essential way. Man arouses interest, tension, hope, almost certainty for himself, as though something were being announced through him, were being prepared, as though man were not an end but just a path, an episode, a bridge, a great promise.”
To conclude, Nietzsche asserts that a guilty conscience developed when mankind formed societies and established laws. These social institutions forced man to turn his cruel and wild instincts inwards against himself. When man finally overcomes his bad conscience – which is nothing more than contempt for life – he will be one step closer to giving birth to the Ubermensch.
WWW.ORWELL.WORDPRESS.COM

Μέμνησο ότι άνθρωπος εί

manolis' pic

Posted on November 6, 2015 by Raskolnick

Ο Φίλιππος Β΄ o Μακεδών (382 – 336 π.Χ.) ήταν ο βασιλιάς που έκανε τη Μακεδονία ισχυρό κράτος. Ένωσε υπό την ηγεμονία του τα υπόλοιπα ελληνικά κράτη και επί της ουσίας προετοίμασε την κατάκτηση της Περσίας και του μεγαλύτερου μέρους του τότε γνωστού κόσμου από τον Μέγα γιο του, τον Αλέξανδρο.
Λέγεται ότι ο πανίσχυρος Φίλιππος της Μακεδονίας, είχε δώσει μια πάγια εντολή στον πιο έμπιστο δούλο του, αυτόν που μια ζωή μισοκοιμόταν έξω από την πόρτα του ηγεμόνα σαν πιστό σκυλί για τις ανάγκες της νύχτας και που ήταν ο πρώτος άνθρωπος που αντίκριζε ο βασιλιάς με την τσίμπλα στο μάτι.

Αντί για καλημέρα, ο δούλος είχε εντολή να λέει στον αγουροξυπνημένο αφέντη του:”Μέμνησο ότι άνθρωπος εί”. Να θυμάσαι ότι είσαι άνθρωπος, που πάει να πει.

Η φράση μας έμεινε στην καθομιλουμένη γλώσσα -και τη θυμήθηκα στην πιο απλή και πιο κυριολεκτική της έννοια, διαβάζοντας κάποιες πληροφορίες για τον φράχτη του Έβρου. Μια συγκλονιστική περιγραφή για την αποτελεσματικότητα του σιδερένιου φράχτη, που στο μυαλό μας οι περισσότεροι τον είχαμε, ίσως, ως έναν απλό, αλλά αποτελεσματικό κοτόσυρμα που στήθηκε για να εμποδίζει την είσοδο στις ροές των απελπισμένων. Στην πραγματικότητα όμως πρόκειται για ένα ανθρωποφάγο μηχανικό τέρας. Πραγματικά αξίζει να διαβαστούν οι λεπτομέρειες, για να ξέρουμε για τι πράγμα μιλάμε.

Εν τω μεταξύ, με είχε πολύ ξενίσει η προηγούμενη δήλωση του Έλληνα πρωθυπουργού, ο οποίος υπερασπιζόμενος τη χρησιμότητα του επονείδιστου φράχτη κι αναφερόμενος στους πολέμιούς του, στους οποίους μέχρι προ ολίγου συγκαταλεγόταν κι ο ίδιος, είπε χαρακτηριστικά: “Φαίνεται καλή ιδέα (σ.σ. η κατάργηση του φράχτη) για εκείνους που δεν έχουν ιδέα, που δεν γνωρίζουν ότι υπάρχουν νάρκες στον Έβρο”.

Τι αφελής δήλωση, σκέφτηκα, ακούγοντάς τον να την εκστομίζει. Κι ας μην έχω ούτε εγώ ιδέα, υπολόγισα με το φτωχό μου το μυαλό ότι δεν θα ήταν δυνατόν να υπάρχουν νάρκες στη συνοριακή γραμμή του Έβρου. Αν υπήρχαν νάρκες, δεν θα υπήρχε λόγος, εξ αρχής, να έχει στηθεί εκεί αυτός ο φριχτός φράχτης. Πράγματι, τα στοιχεία ήρθαν από τους 1101, για να επιβεβαιώσουν την ανοησία της πρωθυπουργικής δήλωσης, αφού τεκμηριώνεται ότι νάρκες δεν υπάρχουν στον Έβρο!

Τι να πει κανείς? Γιατί άραγε αυτή η υποκρισία, όταν στα νερά του Αιγαίου πελάγους πνίγονται παιδιά για να πλουτίζουν οι δουλέμποροι της Ανατολίας κι οι όμοιοί τους, οι Έλληνες μαυραγορίτες?

Φτάνουν άραγε τα κακοτραβηγμένα ενσταντανέ με τις τρεις λεσβίες γιαγιάδες που ταϊζουν με το μπιμπερό το προσφυγόπουλο, για να απαλυνθεί ο πόνος των κατατρεγμένων? Ασφαλώς και όχι!

Πώς μπορεί να αντιληφθεί ένας απλός άνθρωπος με σώας τας φρένας, τους λόγους για τους οποίους ο απαίσιος φράχτης δεν έχει ήδη μετατραπεί σε καυτό σημείο υποδοχής των προσφύγων? Ακόμα χειρότερα, αδυνατεί να διανοηθεί ένας λογικός άνθρωπος ότι αυτό το διαβολικό εργαλείο προορίζεται να παραμείνει, πρωτοδεύτερη φορά αριστερά, ως έχει: μια ανθρωποφάγος μηχανή, προορισμένη να κάνει κιμά την ανθρώπινη σάρκα και να ακυρώνει όνειρα και ζωές.

Αλήθεια, πώς να καταλάβει ένας σκεπτόμενος άνθρωπος, μετά από όλες αυτές τις εκατοντάδες των πνιγμένων παιδιών, τους λόγους για τους οποίους επιτρέπεται ακόμα να βουτούν στη μανιασμένη θάλασσα του Αιγαίου οι απελπισμένοι?

Πώς μπορεί να εκλάβει μια ολόκληρη κοινωνία τον λόγο ενός ανθρώπου που είναι επιφορτισμένος με τον ρόλο ενός πρωθυπουργού που ευαγγελίζεται το διαφορετικό και που θέλει να θεωρείται ηγέτης, όταν αυτός ψεύδεται ανοήτως -επειδή το ψεύδος είναι αυταπόδεικτο- αλλά και αλόγως -αφού η λογικότερη λύση θα ήταν η διοχέτευση των μεταναστευτικών ροών στα σύνορα του Έβρου, όπου η μεταχείριση θα ήταν ευχερέστερη και ασφαλέστερη για την ασφάλεια των κατατρεγμένων?

Ερωτήσεις, χωρίς απαντήσεις –κι έτσι πορευόμαστε με τις αδικοχαμένες ψυχές κάθε μέρα να μεγεθύνουν την εκατόμβη τους.

Κρίμα που ο Έλληνας πρωθυπουργός δεν έχει δίπλα του κι αυτός έναν παρατρεχάμενο να του ψιθυρίζει κάθε πρωί στο αυτί, να θυμάται κι αυτός να είναι άνθρωπος.

Διότι, κι αν ακόμα δεν έχει ιδέα για τι μιλάει μερικές φορές, αν δεν ξεχνούσε ότι είναι άνθρωπος, σίγουρα θα απέφευγε τέτοιες κακοτοπιές που μόνο προσθέτουν πόντους ντροπής στην εθνική μας αξιοπρέπεια και που κάθε μέρα κοστίζουν ακόμα περισσότερες ζωές. Χαμένες ζωές που κάνουν τον πρωθυπουργό να φαντάζει τόσο τραγικά αδύναμος και τόσο απογοητευτικά μικρότατος στα μάτια μιας κοινωνίας που, κατά τα άλλα, δηλώνει ευχαριστημένη από τη διαχείριση του προσφυγικού ζητήματος, ρίχνοντας ταυτόχρονα και ποταμούς κροκοδείλιων δακρύων στη θέα των φωτογραφιών των ξεβρασμένων στις ακτές πτωμάτων.

Η φωτοσύνθεση είναι από την OKTANA

https://raskolnick.wordpress.com/2015/11/06/humane/

Nietzsche: Promethean Übermensch

800px-Nietzsche187a

Prometheus is a Titan of Greek mythology who stole fire from Mount Olympus and gave it to mankind, defying the decree of Zeus. As punishment, Zeus ordered Prometheus to be chained to a rock where an eagle daily tore at his entrails. In this video, we will discuss the myth of Prometheus and its relevance to Nietzsche’s idea of the Superman.
In Aeschylus’ version of the myth, Prometheus knows the identity of the person who will overthrow Zeus as King of the Gods. Zeus desperately tries to extract the information from Prometheus, but the Titan remains defiant. Zeus might possess more physical power than Prometheus, but Prometheus’ intellectual power renders him much stronger than Zeus.
Nietzsche draws a comparison between Zeus and the God of the Bible. Just as Zeus became frightened by the knowledge of Prometheus, the God of Genesis became frightened by the knowledge of mankind after it ate from the forbidden tree of knowledge. “It was through woman that man learned to taste of the tree of knowledge. The old God was seized by mortal terror. Man himself had been his greatest blunder; he had created a rival to himself; science makes men godlike—it is all up with priests and gods when man becomes scientific! So the old God comes to his final resolution: “Man has become scientific—there is no help for it: he must be drowned!”
But mankind proved to be as resilient as Prometheus. It survived the flood and the expulsion from Eden into the world of suffering. As Prometheus overcomes Zeus with knowledge, so too does mankind overcome the belief in God with the developments of modern science. However, Nietzsche warns of the nihilism looming over us after the death of God. “God is dead. God remains dead. And we have killed him. How shall we comfort ourselves, the murderers of all murderers? What was holiest and mightiest of all that the world has yet owned has bled to death under our knives: who will wipe this blood off us? What water is there for us to clean ourselves? What festivals of atonement, what sacred games shall we have to invent? Is not the greatness of this deed too great for us? Must we ourselves not become gods simply to appear worthy of it?”
God bestowed value and meaning upon life. Something must replace God – otherwise humanity will sink into an undesirable state of nihilism. Thus, Nietzsche introduces his concept of the Ubermensch or Superman. Nietzsche’s Superman is entirely free from external influence. He is the creator of new values that replace the old values given by God. “I teach you the overman. Man is something that shall be overcome. What have you done to overcome him? All beings so far have created something beyond themselves. Do you want to be the ebb of this great flood and even go back to the beasts rather than overcome man? What is the ape to man? A laughingstock and a painful embarrassment. And man shall be just that for the Superman: a laughingstock and a painful embarrassment.”
The Superman finds value and happiness in activities that most would least expect – in suffering and in overcoming resistance. “The most intelligent men, like the strongest, find their happiness where others would find only disaster: in the labyrinth, in being hard with themselves and with others, in effort; their delight is in self-mastery; in them asceticism becomes second nature, a necessity, an instinct. They regard a difficult task as a privilege; it is to them a recreation to play with burdens that would crush all others.”
To conclude, the myth of Prometheus is similar to the story of mankind. Prometheus overcomes Zeus with the power of knowledge, and mankind overcomes the belief in God with the power of modern science. But Nietzsche recognizes that science cannot replace the void left by God. Science cannot bestow value and meaning upon life. The rise of the Superman – the creator of new values – is required to rescue mankind from the abyss of nihilism. And the Superman finds our lost meaning after the death of God in suffering and in overcoming resistance.
Νίτσε: Προμηθέας-Υπεράνθρωπος

Ο Προμηθέας ήταν ο τιτάνας της Ελληνικής Μυθολογίας που έκλεψε τη φωτιά απ’ τον Όλυμπο και την έδωσε στον άνθρωπο προκαλώντας έτσι την οργή του Δία. Ο Δίας για να τον τιμωρήσει διάταξε να τον καρφώσουν σ’ ένα μεγάλο βράχο κι ένα αετός πήγαινε κάθε μέρα κι έτρωγε το συκώτι του.
Σύμφωνα με τον Αισχύλο ο Προμηθέας γνωρίζει ποιος θα πάρει το θρόνο του Δία κι όταν ο Δίας ρωτά τον Προμηθέα να του τον αποκαλύψει ο τιτάνας αρνείται. Η δύναμη του Δία είναι ανώτερη απ’ του τιτάνα αλλά η πνευματικότητα του Προμηθέα τον κάνει ακόμα πιο δυνατό κι απ’ τον Δία.
Ο Νίτσε συγκρίνει το Δία με το Θεό της Βίβλου. Όπως ακριβώς ο Δίας φοβάται τη γνώση του Προμηθέα έτσι κι ο Θεός της Γένεσης φοβάται το δημιούργημά του, τον άνθρωπο που απόκτησε γνώση τρώγοντας απ’ το δέντρο της γνώσης που του είχε απαγορεύσει. Ο άνθρωπος γίνεται έτσι το μεγαλύτερο λάθος που δημιούργησε ο Θεός αφού έγινε ανταγωνιστής του. Η επιστήμη κάνει τον άνθρωπο όμοιο με το θεό. Γι αυτό κι αποφάσισε να τον εξαφανίσει με τον κατακλυσμό. Αλλά ο άνθρωπος αποδυκνεύεται πιο έξυπονος κι επιζεί τον κατακλυσμό και ζει στον κόσμο του πόνου. Όπως ο Προμηθέας αναχαιτίζει τη δύναμη του Δία με τη δύναμη του δημιουργικού του νου έτσι κάνει και ο άνθρωπος της Βίβλου. Αλλά ο Νίτσε προειδοποιεί για τον μηδενισμό που υποδαυλίζεται όταν η έννοια του θεού αλλοιώνεται. “Ο Θεός πέθανε, τον έχουμε σκοτώσει. Πώς να βρούμε γαλήνη εμείς οι δολοφόνοι των δολοφόνων; Το μαχαίρι μας έχει χύσει το αίμα του πιο άγιου των αγίων. Ποιος θα το σκουπίσει απ’ τα χέρια μας; Πού να βρούμε νερό να το ξεπλύνουμε; Τί είδους θυσίες να κάνουμε για να συγχωρηθούμε;”
Ο Θεός έδινε αξία και νόημα στη ζωή μας. Ποιος θ’ αντικαταστήσει το Θεό προτού πέσει η ανθρωπότητα στην παγίδα του μηδενισμού; Εδώ ο Νίτσε παρουσιάζει την έννοια του Υπεράνθρωπου— Übermensch —που είναι ανεπηρέαστος από εξωτερική επιρροή. Είναι ο δημιουργός αξιών που αντικαταστούν τις αξίες που είχε δώσει ο θεός στον άνθρωπο. “Σου διδάσκω τον υπεράνθρωπο. Ο άνθρωπος είναι κάτι εφήμερο που πρέπει να ξεπεράσουμε. Τί έχετε κάνει για να ξεπεράσετε τον άνθρωπο; Πολλοί έχουν δημιουργήσει κάτι πέραν του εαυτού τους. Θα θέλατε να `στε ένα κύμα μιας παλίροιας που θα σας επιστρέψει στην κατάσταση του ζώου ή θέλετε να ξεπεράσετε τον άνθρωπο; Τί είναι ο άνθρωπος για τον πίθηκο; Γελοίος και λόγος ντροπής. Έτσι κι ο άνθρωπος είναι για τον Υπεράνθρωπο. Γελοίος και λόγος ντροπής.”
Ο Υπεράνθρωπος βρίσκει αξία κι ευτυχία εκεί που κανείς δεν περιμένει — στα βάσανα και στην υπερνίκηση της αντίστασης. “Οι πιο έξυπνοι άνθρωποι, οι πιο δυνατοί βρίσκουν την ευτυχία τους εκεί που άλλοι βλέπουν μόνο δυστυχία: Σ’ ένα λαβύρινθο, στο να είναι σκληροί στον εαυτό τους και στους άλλους, στην προσπάθεια. Η χαρά τους έγκειται στην πειθαρχία, στον ασκητισμό που τους γίνεται δεύτερη φύση, μια αναγκαιότητα, ένα ένστικτο. Η δύσκολη πορεία θεωρείται προνόμιο, θεωρείται απαραίτητο μέρος της ευτυχίας τους.”
Τελικά ο μύθος του Προμηθέα είναι παρόμοιος με την ιστορία της ανθρωπότητας. Ο Προμηθέας με τη γνώση υπερσκελίζει το Δία, κι ο άνθρωπος υπερσκελίζει την πίστη του στο θεό με τη βοήθεια της επιστήμης. Αλλά ο Νίτσε αναγνωρίζει ότι η επιστήμη δεν μπορεί να αντικαταστήσει το Θεό, κι επίσης ότι με το θάνατο του Θεού δημιουργείται ένα τεράστιο κενό που μόνο η εμφάνιση του Υπεράνθρωπου θα το συμπληρώσει και οι νέες αξίες που θα διδάξει και θα βάλει σ’ εφαρμογή θα γλυτώσουν τόν άνθρωπο από την άβυσσο του μηδενισμού. Κι ότι ο Υπεράνθρωπος διακρίνει το νόημα της ζωής μας, μετά το θάνατο του θεού, στη δοκιμασία και στο ξεπέρασμα της αντίστασης του.

~Original post in English: https://orwell1627.wordpress.com/

ETERNAL RECURRENCE

800px-Nietzsche187a

NIETZSCHE: Eternal Recurrence in True Detective

19th century German philosopher Friedrich Nietzsche once wrote, “What, if some day or night a demon were to steal after you into your loneliest loneliness and say to you: ‘This life as you now live it and have lived it, you will have to live once more and innumerable times more?’”
Nietzsche was profoundly affected by the concept of Eternal Recurrence. In Thus Spake Zarathustra, he referred to it as the “mightiest thought.” It is important to note, however, that Nietzsche did not introduce the theory of Eternal Recurrence. It is found in Ancient Egyptian and Indian philosophies. But Nietzsche’s practical application of the idea is innovative.
Instead of asserting Eternal Recurrence as a metaphysical truth, Nietzsche presents it to the reader as a hypothetical test to determine whether one is living a worthwhile life. Supposing that someone tells you Eternal Recurrence is true, that you will need to live your life over and over again for eternity, Nietzsche asks: “Would you not throw yourself down and gnash your teeth and curse the demon who spoke thus? Or have you once experienced a tremendous moment when you would have answered him: ‘You are a god and never have I heard anything more divine.’” The person who embraces Eternal Recurrence as a blessing from the divine is living a worthwhile life. On the other hand, the person who curses Eternal Recurrence as a torment sent from the devil ought to consider changing the path of life on which he is treading.
To conclude, Eternal Recurrence is the theory that time is like a circle, and that the life we live now, we will live innumerable times more for eternity. In short, our lives are like DVDs. Nietzsche introduces an innovative interpretation of this ancient concept. He is unconcerned about the validity of the theory, but rather presents the concept as a hypothetical test. In order to pass the test, one must live so “that one wants to have nothing different, not forward, not backward, not in all eternity.”

ΝΙΤΣΕ: Η Αιώνια Επιστροφή για τον Άνθρωπο Ερευνητή

Ο φιλόσοφος του 19ου αιώνα Νίτσε έγραψε κάποτε, « Τί θα γινόταν αν κάποια στιγμή ένας δαίμονας ερχόταν κρυφά εκεί στην μοναξιά σου κι έλεγε: Η ζωή σου όπως την ζεις και την έχεις ζήσει στο παρελθόν, θα την ζήσεις ξανά στο μέλλον όχι μία φορά μόνον αλλά πολλές φορές;» Η έννοια της Αιώνιας Επιστροφής αναλύεται και σύμφωνα με το Νίτσε βλέπουμε και την πρακτική εφαρμογή της.
Η έννοια αυτή είχε μεγάλη επιρροή στη σκέψη του μεγάλου γερμανού φιλόσοφου. Στο Ζαρατούστρα του την ονομάζει την πιο δυνατή σκέψη. Αλλά είναι απαραίτητο να σημειώσουμε ότι η έννοια αυτή της Αιώνιας Επιστροφής δεν ήταν του Νίτσε. Προέρχεται από την αρχαία Αίγυπτο και την Ινδική φιλοσοφία. Αλλά η πρακτική εφαρμογή της έννοιας που προώθησε ο Νίτσε είναι πραγματικά καινούργια. Αντί να δεχτεί την έννοια της Αιώνιας Επιστροφής σαν μια μεταφυσική αλήθεια ο Νίτσε την προτείνει στον αναγνώστη σαν ένα υποθετικό τρόπο διαγωνισμού για να καταλάβει ο καθένας αν ζει τη ζωή του με αξιόλογο τρόπο. Αν κάποιος μας βεβαιώσει ότι η Αιώνια Επιστροφή είναι πραγματικότητα, ότι θα πρέπει να ζήσεις τη σημερνή σου ζωή ξανά και ξανά στον αιώνα τον άπαντα, ο Νίτσε ρωτά: «Θα `πεφτες κάτω στο χώμα και θα έτριζες τα δόντια σου και θα καταριόσουν το δαίμονα που σου μίλησε; Ή θα ήταν σαν να ξαναζούσες τη στιγμή που θα του απαντούσες : ‘Είσαι θεός και ποτέ δεν άκουσα κάτι πιο άγιο και πιο θεϊκό.’
Εκείνος που θ’ αγκάλιαζε την έννοια της Αιώνιας Επιστροφής σαν ευλογία από το Θεϊκό είναι το άτομο που ζει μια αξιόλογη ζωή. Αντίθετα εκείνος που καταριέται την Αιώνια Επιστροφή σαν ένα βασανιστήριο που του έστειλε ο δαίμονας θα ήταν σωστό να αναθεωρήσει το κάθε τι και ν’ αλλάξει τον τρόπο ζωής του.
Η Αιώνια Επιστροφή είναι η θεωρία ότι η ζωή είναι ένας κύκλος και ότι τη τωρινή μας ζωή την έχουμε ζήσει πολλές φορές. Ο Νίτσε αδιαφόρησε αν η θεωρία ήταν αληθινή ή όχι αλλά την παρουσίασε σαν ένα υποθετικό τρόπο δοκιμασίας κι εξέτασης. Για να περάσει κάποιος τις εξετάσεις αυτές πρέπει να ζει έτσι που να μην επιθυμεί τίποτα απολύτως διαφορετικό ούτε στο μέλλον, ούτε τώρα ούτε στο παρελθόν του για όλη την Αιωνιότητα.

~Original Article in English from the blog The Great Conversation

https://orwell1627.wordpress.com/

~Translated into Greek by Manolis Aligizakis

REMORSES AND REGRETS

1484735_572781182796300_1883774974_n

ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ

Ταχτοποίησες όλες τις υποθέσεις σου
με συγγενείς και φίλους

που ποτέ δεν θυμούνται
να σε καλέσουν
σε χαρούμενες μέρες
αλλά μόνο σε κηδείες.

Ταχτοποίησες τις ενοχλητικές σου
αναμνήσεις, όνειρα απραγματοποίητα

και τώρα γαλήνιος βάζεις
το καπέλο σου και ξεκινάς
έξω απ’ τη φυλακή σου να βαδίσεις

μία στροφή προς το εμπορικό κέντρο
που θα συναντήσεις φίλους σου
και μετά από μια παρτίδα τάβλι
δύο καφέδες και τρία τσιγάρα

θα επιστρέφεις πάλι σπίτι
για μιαν ακόμα βουβή βραδιά.

AFFAIRS

You’ve settled your affairs with
friends and relatives who
forget to call you during their

festive events though they always
invite you to funerals

you’ve settled with annoying memories
dreams that never turned into reality

in peace with yourself now
you put on your cap and

walk out of your prison
turn toward the shopping mall
where you’ll meet your pals and

after a game of backgammon
two coffees and three cigarettes

you walk back to your house
for another long soundless night

OF REMORSES AND REGRETS, Collection in Progress.

OF REMORSES and REGRETS

11167993_373787862810157_1549215843426208414_o

WATER WELL

Water-well springs to the foreground the matador’s blood that decorates goring horns of the bull and another opulent song dances on the white petals of the gardenia flower: save this moment before the irresistible Hades walks your way.

—You need to dig the garden but you watch TV all day long.

I drink the traditional bitter coffee while you lay in the coffin like a definition of exactly the opposite you ought to be yet when my time will arrive to fit in the width and length of the same casket you won’t return to drink my bitter coffee.

—You remember when you went hunting and the car engine froze on you?

Hoarfrost of April still around when the heartless Hades pierces my heart, the first swallows dance in the air and my mother covered the red eggs of Easter under the kitchen towel hiding them from my eyes.

—Get up and take the garbage to the sidewalk, you lazy bum.

And I beg Hades to bring you back to me, my beloved. His sardonic laughter a macabre omen and in the form of a song he whispers.

—Since I’ve left you alone your other half I needed to take: to balance the universe.

ΠΗΓΑΔΙ

Απ’το πηγάδι πηγάζει η ζωή του ταυρομάχου που το αίμα του στολίζει τα κέρατα του ταύρου που τον κάρφωσαν και τ’ οπάλινο τραγούδι χορεύει στα λευκά της γαρδένιας πέταλα: κράτησε τη στιγμή αυτη προτού ο ευδιάθετος Χάρος σε επιλέξει.

—Πρέπει να σκάψεις τον κήπο κι εσύ όλη μέρα χαζεύεις την τηλεόραση.

Πίνω τον παραδοσιακό πικρό καφέ κι εσύ κείτεσαι στο φέρετρο, ακριβής ορισμός του αντίθετου που μέλλουσουν να γίνεις κι όταν η ώρα μου έρθει κι εγώ να μετρήσω το μάκρος και το πλάτος του φερέτρου αυτού εσύ δεν θα `σαι `κει να πιεις τον πικρό καφέ σου.

—Θυμάσαι τότε που πήγες κυνήγι κι η μηχανή του αυτοκινήτου πάγωσε απ’ την παγωνιά;

Παγωνιά του Απρίλη που ο άκαρδος Χάρος την καρδιά μου πλήγωσε, τα πρώτα χελιδόνια χορεύουν στον αέρα κι η μάνα μου σκέπασε με μια πετσέτα τα κόκκινα Πασχαλινά αβγά για να τα κρύψει απ’ τα δυο λαίμαργά μου μάτια.

—Σήκω και βγάλε τα σκουπίδια στο δρόμο, τεμπέλη.

Κι εγώ το Χάρο παρακαλώ να σε γυρίσει πίσω, αγαπημένη μου. Γελά σαρδόνια και σαν τραγουδιστά μου ψυθιρίζει

—Σου χάρισα τη ζωή. Το έτερό σου ήμυσι έπρεπε να πάρω την ισορροπία να διατηρήσω.

~ OF REMORSES and REGRETS, Collection in progress, Vancouver, BC, 2015

CHTHONIAN BODIES–PAINTINGS BY KEN KIRKBY, POEMS BY MANOLIS ALIGIZAKIS

spruce

ONTOGENESIS

Immortal darkness
of the underworld, oh, Kore

a supplicant I become

the sky to adorn
the cloud with my fear to define

momentous freedom of thought

I am the Great Spirit’s song
eternal warmth of life

I possess before I come down
to find refuge in your abode

after my days reach their end
accept me in your Sanctum Sanctorum
oh Kore, a simple minded fir I’ve been
for all the days and nights of my life

ΟΝΤΟΓΕΝΗΣΗ

Αθάνατο σκοτάδι του
κάτω κόσμου, ω Κόρη

ικέτης γίνομαι

τον ουρανό ν’ αποθεώνω
το σύννεφο του φόβου μου να καθορίσω

στιγμιαία σκέψης ελευθερία

του Μεγάλου Πνεύματος είμαι τραγούδι
αιώνειας ζωής φωτιά

υποδαυλίζω προτού κατέλθω
και καταφύγιο βρω στο κόσμο σου

όταν οι μέρες μου στερέψουν
στο Άγιο των Αγίων σου δέξου με

ω, Κόρη, ένα απλοϊκό έλατο ήμουν
όλες τις μέρες και νύχτες της ζωής μου.

~CHTHONIAN BODIES, Paintings by Ken Kirkby, poems by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, Vancouver, Canada, 2015

ω, Κόρη, ένα απλοϊκό έλατο ήμουν
όλες τις μέρες και νύχτες της ζωής μου.
~CHTHONIAN BODIES, Paintings by Ken Kirkby, poems by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, Vancouver, Canada, 2015

KATERINA GOGOU (the rebellious, the communist, the poet, the actress, the anarchist)

Κατερίνα_Γώγου

25th of MARCH

One day I’ll open the door
to go out to the streets
just like yesterday and
I won’t think but
a piece of my father and
a piece of the sea,
things they left to me,
and the city. This city that they’ve turned rotten
and our friends who vanished.
One day I’ll open the door
straight to the fire and
I’ll enter like yesterday
crying out “fascists!!”
putting up road blocks and throwing stones
with a red banner
gleaming high up in the sunshine.
I’ll open the door
and this, not because I’m afraid,
but, I mean to say,
I had no time to grab them and
that you also have to learn
not to go down the streets
without arms like I did,
I had no time to grab them
because you’ll get lost like I did
“just like that, vaguely”
broken to pieces
of the sea, years of childhood and
red banners.
One day I’ll open the door
and vanish
with the dream of revolution
in the wholesome loneliness
of the conflagrated streets
in the endless loneliness
of the made of carton road blocks
with the epithet—don’t believe in them—
Provocateur.

Translated by Manolis Aligizakis
25 ΜΑΪΟΥ
Ένα πρωί θ’ ανοίξω την πόρτα
και θα βγω στους δρόμους
όπως και χτες.
Και δεν θα συλλογιέμαι παρά
ένα κομμάτι από τον πατέρα
κι ένα κομμάτι από τη θάλασσα
-αυτά που μ’ άφησαν-
και την πόλη. Την πόλη που τη σάπισαν.
Και τους φίλους μας που χάθηκαν.
Ένα πρωί θα ανοίξω την πόρτα
ίσα ολόισα στη φωτιά
και θα μπω όπως και χτες
φωνάζοντας “φασίστες!!”
στήνοντας οδοφράγματα και πετώντας πέτρες
μ’ ένα κόκκινο λάβαρο
ψηλά να γυαλίζει στον ήλιο.
Θ’ ανοίξω την πόρτα
και είναι -όχι πως φοβάμαι-
μα να, θέλω να σου πω, πως δεν πρόλαβα
και πως εσύ πρέπει να μάθεις
να μην κατεβαίνεις στο δρόμο
χωρίς όπλα όπως εγώ
– γιατί εγώ δεν πρόλαβα-
γιατί τότε θα χαθείς όπως και εγώ
“έτσι” “αόριστα”
σπασμένη σε κομματάκια
από θάλασσα, χρόνια παιδικά
και κόκκινα λάβαρα.
Ένα πρωί θ’ ανοίξω την πόρτα
και θα χαθώ
με τ΄όνειρο της επανάστασης
μες την απέραντη μοναξιά
των δρόμων που θα καίγονται,
μες την απέραντη μοναξιά
των χάρτινων οδοφραγμάτων
με το χαρακτηρισμό -μην τους πιστέψεις!-
Προβοκάτορας.

BIOGRAPHY

Katerina Gogou (Greek: Κατερίνα Γώγου; 1 June 1940 – 3 October 1993) was a Greek poet, author and actress. Before her suicide by pill overdose at the age of 53, Gogou appeared in over thirty Greek films. She was born in Athens, Greece.
One of her books was translated into English, “Three clicks left” in the United States in 1983 by Jack Hirschman and published by “Night Horn Books” in San Francisco. The Greek title was, ‘Τρία κλικ αριστερά’, and first published by Kastaniotis in 1978. Her poetry was known for its rebellious and communist content.
As an actress she was known for lesser roles of rebellious free spirited women. She won the first women’s award at the Salonica film festival.
As a poet she is known for her antiestablishment poems and her anarchist ideals. Her verse is filled by indignation and refute however her ideals, her wounded psychological state lead her to suicide at the age of 53.
Numerous poems written by Gogou appeared in the Greek film ‘Parangelia’ about the life of Nikos Koemtzis who, in 1973, killed three individuals (two of whom were policemen) and injured another eight at a bouzouki club in Athens over a dance.

ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ
Η Κατερίνα Γώγου (1 Ιουνίου 1940 – 3 Οκτωβρίου 1993) ήταν Ελληνίδα ποιήτρια και ηθοποιός. Ξεκίνησε από μικρή καριέρα στην ηθοποιία αλλά αργότερα στράφηκε στην ποίηση
Ως ηθοποιός είναι γνωστή περισσότερο για δευτερεύοντες ρόλους, όπως στην ταινία το Ξύλο βγήκε από τον Παράδεισο ή το Μια τρελή τρελή οικογένεια. Οι ρόλοι της συνήθως απεικόνιζαν αστείες και ανέμελες γυναίκες. Της έχει απονεμηθεί, στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, το Βραβείο Α΄ Γυναικείου ρόλου, για την ταινία Το βαρύ πεπόνι.
Ως ποιήτρια, από την άλλη, είναι γνωστή για τον αντισυμβατικό και συνειρμικό τρόπο γραφής της, καθώς και τις αναρχικές της ιδέες. Οι στίχοι της ήταν γεμάτοι οργή και επαναστατικότητα. Το σκοτάδι της, ο ασυμβίβαστος χαρακτήρας της και η κλονισμένη ψυχολογία της, όμως, την οδήγησαν, σε ηλικία μόλις 53 ετών, στην αυτοκτονία. Πολλά απ’ τα ποιήματά της παρουσιάστηκαν στο φιλμ «Παραγγελιά» που αναφερόταν στη ζωή του Νίκου Κοεμτζή που το 1973 σκότωσε τρία άτομα (δύο απ’ αυτά αστυνομικοί) και τραυμάτισε άλλα οκτώ σ’ ενα μπουζουκξίδικο της Αθήνας κι ο λόγος μια διφωνία για ένα χορό.
Πολλά απ’ τα ποιήματά της παρουσιάστηκαν στο φιλμ «Παραγγελιά» που αναφερόταν στη ζωή του Νίκου Κοεμτζή που το 1973 σκότωσε τρία άτομα (δύο απ’ αυτά αστυνομικοί) και τραυμάτισε άλλα οκτώ σ’ ενα μπουζουκξίδικο της Αθήνας κι ο λόγος μια διαφωνία γιαένα χορό.