Οδυσσέας Ελύτης//Odysseus Elytis

 

odysseus-alepoudelis-elytis

ΜΙΚΡΗ ΠΡΑΣΙΝΗ ΘΑΛΑΣΣΑ

 

Μικρή πράσινη θάλασσα δεκατριώ χρονώ

που θα `θελα να σε υιοθετήσω

να σε στείλω σχολείο στην Ιωνία

να μάθεις μανταρίνι και άψινθο

μικρή πράσινη θάλασσα δεκατριώ χρονώ

στο πυργάκι το καταμεσήμερο

να γυρίσεις τον ήλιο και ν’ ακούσεις

πώς η μοίρα ξαναγίνεται και πώς

από λόφο σε λόφο συνεννοούνται

ακόμα οι μακρινοί μας συγγενείς

που κρατούν τον άερα σαν αγάλματα

μικρή πράσινη θάλασσα δεκατριώ χρονώ

με τον άσπρο γιακά και την κορδέλα

να μπεις απ’ το παράθυρο στη Σμύρνη

να μου αντιγράφεις τις αντιφεγγιές στην οροφή

από τα Κυριελέησον και τα Δόξα σοι

και με λίγο Βοριά λίγο Λεβάντε

κύμα το κύμα να γυρίσεις πίσω

μικρή πράσινη θάλασσα δεκατριώ χρονώ

για να σε κοιμηθώ παράνομα

και να βρίσκω βαθειά στην αγκαλιά σου

κομμάτια πέτρες τα λόγια των θεών

κομμάτια πέτρες τ’ αποσπάσματα  του Ηράκλειτου.

 

 

LITTLE GREEN SEA

 

Little green sea thirteen years old

how I would like to adopt you

and send you to school in Ionia

to learn of mandarins and absinthe

Little green sea thirteen years old

in the little tower of the lighthouse at high noon

to turn the sun and hear

how destiny becomes undone and how

from hill to hill our distant

relatives still communicate

holding the air like statues

Little green sea thirteen years old

with the white collar and your ribbon

enter Smyrna through the window

to copy for me reflections on the ceiling

and from the God Have Mercy and the Glory to You

and with a little north wind and little Levanter

wave by wave come back

Little green sea thirteen years old

that I secretly sleep with you

and find deep in your embrace

bits of stones the gods’ words

bits of stones quotations of Heraclitus.

 

 

~Το Φωτόδεντρο και η Δεκάτη Τετάρτη Ομορφιά//μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

~The Light Tree and the Fourteenth Beauty//translated by Manolis Aligizakis

www.manolisaligizakis.com

 

 

Yannis Ritsos

ritsos front cover

ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΣΗ

(Ένας ποιητής μιλάει σ’ έναν ποιητή τού μέλλοντος)

Άν δεν ήξερα πως εσύ θα μ’ ακούσεις μια μέρα
δε θάχα πια τί να πω, δε θα μπορούσα να μιλήσω,
κ’ η αράχνη που μας δίδαξε την κάθετη άνοδο
στο γυμνό τοίχο, θα στάθμευε στο στόμα μου
σπρώχνοντας ίσα μέσα στο λαιμό μου
τα τρία μαύρα κουμπιά του σακκακιού μου
και τ’ άλλα τα λευκά απ’ τις πουκαμίσες των νεκρών.
DISPATCH

(A poet speaks to a future poet)

If I didn’t know that you would listen to me one day
I wouldn’t have anything to say, I couldn’t talk,
and the spider who taught us the vertical ascend
on the bare wall, would have stopped in my mouth
pushing straight inside my larynx
the three black buttons of my coat
and the others the white ones from the nightshirts of the dead.

~Γιάννη Ρίτσου-ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Yannis Ritsos-Poems/translated by Manolis Aligizakis
http://www.authormanolis.wordpress.com
http://www.ekstasiseditions.com
http://www.libroslibertad.ca

Υπεράνθρωπος//Ubermensch

ubermensch_cover

FIRST PAIN

During the first night of resurrection we decided
to shed our blood and mix it with our enemy’s.
When we neared the dark forest we remembered
the forbidden room where the wax dripped onto
the ravaged tablecloth where candle snuff out
the un-repeated call of our hero who chose us
because we yearned for knowledge, we chose to become
the reason and the path for Ubermensch, we elected
our sundown even when our eyes were glued onto
the faded curtain that waited for dawn to light
the forbidden room where we felt the first pain of youth.

ΠΡΩΤΟΣ ΠΟΝΟΣ

Την πρώτη νύχτα της ανάστασης αποφασίσαμε
το αίμα μας να σμίξουμε με των εχθρών μας.
Στο σκοτεινό δάσος μπήκαμε και θυμηθήκαμε
εκείνο το δωμάτιο που σαν παιδιά μας απαγόρευαν
να εισέλθουμε εκεί που το κερί έλιωνε στάζοντας
στο λεκιασμένο τραπεζομάντιλο, ανεπανάληπτο
του ήρωά μας κάλεσμα που διάλεξε κοντά αυτούς
που πεθυμήσαν γνώση για να γίνουν άγια αιτία
τον Υπεράνθρωπο να φέρουν και το ηλιοβασίλεμα
πάντα τα μάτια κολλημένα ήτανε στη κουρτίνα
που ξεθώριασε το φως να περιμένει, μες το δωμάτιο
να μπει να το φωτίσει εκεί της πρώτης νιότης
το ανάβρυσμα που νιώσαμε.

 

http://www.ekstasiseditions.com

 

Übermensch//ΥΠΕΡΑΝΘΡΩΠΟΣ

ubermensch_cover800px-Nietzsche187a

Übermensch — The Solution

“It returns, what finally comes home to me is my own Self and what of myself has long been in strange lands and scattered among all things and accidents.”
Thus Spoke Zarathustra, The Wanderer
The word ‘hero’, coined in English in the fourteen century, derives from the Greek Ἥρως (hero, warrior). Nietzsche had a deeply heroic streak in his soul, and a hero archetype became a motivating drive in his life and in his philosophy. He confessed in Ecce Homo: “I am by nature warlike. The attack is among my instincts… I attack only causes that are victorious… where I stand alone.” It may well have been the heroism of exceptional men that appealed to him in Homer’s Iliad and Odyssey and in Shakespeare’s tragedies, which he read as a young teenager. He later rediscovered the hero’s mythical journey in the musical dramas of Wagner.
Jung believed that the archetype of a hero is the oldest and the most powerful of all archetypes, and considered religious figures such as Buddha, Christ or Mohammed to be its various personifications (in The Archetypes and the Collective Unconscious). The hero’s journey is ultimately a journey towards self-integration. The final destination, which Jung called ‘individuation’, is a state of wholeness and completeness, and it involves the unification of opposites. Indeed, coincidentia oppositorum (coincidence of the opposites), a concept borrowed from Heraclitus, is a propelling force in becoming the Übermensch. The constant tension and energy of the conflict becomes a source of inspiration and creativity; the strife leads to “new and more powerful births”. The superabundance of any force inevitably produces its opposite and an inner balance can be achieved by uniting (or overcoming, to use Nietzsche’s term) these opposites. The restoration of equilibrium is the essence of healing. The Übermensch advocates a new ‘great health’ which he equates with an all-embracing totality whereby “all opposites are blended into a unity” (The Gay Science, 382). The conscious and the unconscious, good and evil, the earthly and the spiritual synchronize in contrapuntal harmony. A noble soul is no longer divided; it becomes an ‘individual’ not a ‘dividual’, as Nietzsche has stressed. The element of transformation (or resurrection) lies at the heart of the hero’s message. The great hero (der Überheld) overcomes himself, sublimates his impulses and passions, and owes nothing to anyone, not even to God. In the process of ‘becoming what one is’, the Übermensch unites reason and passion, order and chaos, discipline and ecstasy. But to become ‘all one’, and be free, ultimately means to be alone, taking full responsibility for one’s life. There is no scapegoat to take the blame for one’s misfortunes; not the Jews, not the Christians, not the Muslims, not even the Devil himself. One is sentenced to freedom and its aloneness:
“During the longest period of human past nothing was more terrible than to feel that one stood by oneself. To be alone, to experience things by oneself, neither to obey nor to rule, to be an individual – that was not a pleasure but a punishment; one was sentenced ‘to individuality’. Freedom of thought was considered a discomfort itself.”
The Gay Science
ΥΠΕΡΑΝΘΡΩΠΟΣ — Η ΛΥΣΗ
Αυτός ο αδύναμος και ευάλωτος άνθρωπος πίστευε ότι «η ιδέα της θέλησης, της δύναμης και του υπεράνθρωπου έχουν σημασία και όχι οι χριστιανικές αντιλήψεις για την ευσέβεια, την καρτερία και την ισότητα». Στα έργα του, βρίσκουμε επεξεργασμένη κι εμπλουτισμένη τη σπορά των λόγων του Μαξ Στρίνερ που απετέλεσε την κοινή αφετηρία τόσο του αναρχισμού όσο και του ανηθικισμού και της φιλοσοφίας του υπεράνθρωπου. Ο Στρίνερ είχε πει:
«Αν το Κράτος είναι μια κοινωνία ανθρώπων και όχι μια συνάθροιση από Εγώ, τότε το Κράτος δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς την ηθική, πάνω στην οποία πρέπει να στηρίζεται. Γι’ αυτό, το Κράτος και Εγώ είμαστε εχθροί».
Ο Νίτσε το ερμήνευσε:
«Το κράτος οργανώθηκε όταν μια νικήτρια φυλή δημιούργησε καθεστώς τρομερής καταπίεσης του νικημένου λαού, πολυπληθέστερου αλλά ανοργάνωτου. Τα ένστικτα των υποταγμένων κατέληξαν σε εσωστρέφεια. Η δύναμη της ενέργειας και ο πόθος για δύναμη στράφηκαν ενάντια στον ίδιο τον άνθρωπο. Εμφανίστηκαν έτσι νέα ιδανικά: η απάρνηση του εγώ, ο αλτρουισμός. Η τάση του αλτρουισμού είναι δείγμα ενστίκτου σκληρότητας και οι τύψεις πόθος για βασανιστήρια. Οι άνθρωποι πίστεψαν ότι η ενοχή τους ήταν οφειλή προς τους προγόνους. Οφειλή που έπρεπε να την αναγνωρίσουν με τη θυσία της υποταγής. Αυτός ο φόβος για τους προγόνους βρίσκεται μεταμορφωμένος στον θεό. Γι’ αυτό η θρησκεία, και κυρίως ο χριστιανισμός, είναι πληγή για την ανθρωπότητα».
Με όλα αυτά, ο Νίτσε βρέθηκε να εκπροσωπεί τον αχαλίνωτο ατομικισμό και να γίνει η ιδεολογική σημαία των καπιταλιστών, την περίοδο της ανόδου των πλουσίων του χρήματος. Και πάνω στις απόψεις του για τον υπεράνθρωπο θέλησαν να χτίσουν οι ναζί θεωρητικοί της υπεροχής της άριας φυλής. Όμως, οι θέσεις του Νίτσε για τον υπεράνθρωπο ανήκουν στην τρίτη ομάδα του έργου του και δεν μπορούν να αποκοπούν από τις προηγούμενες δύο. Πολύ περισσότερο, που αναπτύχθηκαν παράλληλα και δεν αποτελούν παραγωγή ξεχωριστών χρονολογικών περιόδων.
~www.wikipedia.org

 

Friedrich Nietzsche//Φρίντριχ Νίτσε

 

800px-Nietzsche187a ubermensch_cover

Friedrich Nietzsche

Friedrich Wilhelm Nietzsche 15 October 1844 – 25 August 1900) was a German philosopher, cultural critic, poet, and Latin and Greek scholar whose work has exerted a profound influence on Western philosophy and modern intellectual history. Beginning his career as a classical philologist before turning to philosophy, he became the youngest-ever occupant of the Chair of Classical Philology at the University of Basel in 1869, at age 24. He resigned in 1879 due to health problems that plagued him most of his life, and he completed much of his core writing in the following decade. In 1889, at age 44, he suffered a collapse and a complete loss of his mental faculties. He lived his remaining years in the care of his mother (until her death in 1897) and then his sister Elisabeth Förster-Nietzsche, and died in 1900.
Nietzsche’s body of writing spanned philosophical polemics, poetry, cultural criticism, aphorism, and fiction while displaying a fondness for metaphor and irony. His thought drew variously on philosophy, art, history, religion, and science, and engaged with a wide range of subjects including morality, metaphysics, language, epistemology, value, aesthetics, and consciousness. Among the chief elements of his philosophy are his radical rejection of the existence and value of objective truth; his atheistic critique of religion and morality, and of Christianity in particular, which he characterized as propagating a slave morality in the service of cultural decline and the denial of life; his characterization of the human subject as the expression of competing wills, collectively understood as the will to power; and the aesthetic affirmation of existence in response to the “death of God” and the profound challenge of nihilism. His later work, which saw him develop influential (and frequently misunderstood) concepts such as the  and the doctrine of eternal recurrence, became increasingly preoccupied with the creative powers of the individual to overcome social, cultural, and moral contexts toward a state of aesthetic health.
After his death, Elizabeth Forster-Nietzsche became the curator and editor of her brother’s manuscripts, reworking Nietzsche’s unpublished writings to fit her own German nationalist ideology while often contradicting or obfuscating his stated opinions, which were explicitly opposed to antisemitism and nationalism. Through these published editions, Nietzsche’s name became associated with fascism and Nazism, although 20th-century scholars have contested this interpretation of his work. His thought enjoyed renewed popularity in the 1960s, and his ideas have since had a profound impact on twentieth and early-twenty-first century thinkers across philosophy—especially in schools of continental philosophy such as existentialism, postmodernism, and post-structuralism—as well as art, literature, psychology, politics, and popular culture.
Φρίντριχ Νίτσε
Ο Φρίντριχ Βίλχελμ Νίτσε (γερμ. Friedrich Wilhelm Nietzsche) (Ραίκεν, 15 Οκτωβρίου 1844[1] – Βαϊμάρη, 25 Αυγούστου 1900[1]) ήταν σημαντικός Γερμανός φιλόσοφος, ποιητής, συνθέτης και φιλόλογος. Έγραψε κριτικά δοκίμια πάνω στην θρησκεία, την ηθική, τον πολιτισμό, την φιλοσοφία και τις επιστήμες, δείχνοντας ιδιαίτερη κλίση προς την χρήση μεταφορών, ειρωνείας και αφορισμών.
Οι κεντρικές ιδέες της φιλοσοφίας του Νίτσε περιλαμβάνουν τον “θάνατο του Θεού”, την ύπαρξη του υπερανθρώπου, την ατέρμονη επιστροφή, τον προοπτικισμό καθώς και την θεωρία της ηθικής κυρίων – δούλων. Αναφέρεται συχνά ως ένας από τους πρώτους «υπαρξιστές» φιλοσόφους. Η ριζική αμφισβήτηση από μέρους του της αξίας και της αντικειμενικότητας της αλήθειας έχει οδηγήσει σε αμέτρητες διαμάχες και η επίδρασή του παραμένει ουσιαστική, κυρίως στους κλάδους του υπαρξισμού, του μεταμοντερνισμού και του μεταστρουκτουραλισμού.
Ξεκίνησε την καριέρα του σαν κλασικός φιλόσοφος, κάνοντας κριτικές αναλύσεις σε αρχαιοελληνικά και Ρωμαϊκά κείμενα, προτού εντρυφήσει στην φιλοσοφία. Το 1869, σε ηλικία 24 ετών, διορίστηκε καθηγητής στο πανεπιστήμιο της Βασιλείας, στην έδρα της Κλασικής Φιλολογίας, όντας ο νεότερος που έχει πετύχει κάτι ανάλογο. Παραιτήθηκε το καλοκαίρι του 1879 εξαιτίας των προβλημάτων υγείας που τον ταλάνιζαν σχεδόν όλη του την ζωή. Σε ηλικία 44 ετών, το 1889, υπέστη νευρική κατάρρευση, η οποία αργότερα διεγνώσθη ως συφιλιδική «παραλυτική ψυχική διαταραχή», διάγνωση η οποία αμφισβητείται. Η επανεξέταση των ιατρικών φακέλων του Φρειδερίκου Νίτσε δείχνει ότι κατά πάσα πιθανότητα πέθανε από όγκο στον εγκέφαλο, ενώ η μετά θάνατον σπίλωση του ονόματός του οφείλεται κυρίως στο αντι-ναζιστικό μέτωπο. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του ανέλαβε την φροντίδα του η μητέρα του, μέχρι τον θάνατό της το 1897, και έπειτα η αδελφή του, Ελίζαμπεθ Φούρστερ-Νίτσε, μέχρι τον θάνατό του, το 1900.
Εκτός από την φροντίδα του, η Ελίζαμπεθ Φούρστερ-Νίτσε ανέλαβε χρέη εκδότριας και επιμελήτριας των χειρογράφων του. Ήταν παντρεμένη με τον Μπέρναρντ Φούρστερ, εξέχουσα μορφή του γερμανικού εθνικιστικού και αντισημιτικού μετώπου, για χάρη του οποίου ξαναδούλεψε αρκετά από τα ανέκδοτα χειρόγραφα του Νίτσε, στην προσπάθειά της να τα «μπολιάσει» με τις ιδέες του, αντιβαίνοντας ριζικά με τις απόψεις του φιλόσοφου, οι οποίες ήταν ξεκάθαρα εναντίον του αντισημιτισμού και του εθνικισμού (βλ. Η κριτική του Νίτσε στον Αντισημιτισμό και τον Εθνικισμό). Με την βοήθεια των εκδόσεων της Φούρστερ-Νίτσε, ο Νίτσε έγινε συνώνυμο του Γερμανικού μιλιταρισμού και του Ναζισμού, αν και αρκετοί μελετητές του στο δεύτερο μισό του 20ου αιώνα έχουν καταφέρει να αντιστρέψουν την παρερμήνευση των ιδεών του.
~Wikipedia in both English and Greek http://www.wikipedia.org

Ubermensch//Υπεράνθρωπος

ubermensch_cover800px-Nietzsche187a

Nietzsche’s Übermensch: A Hero of Our Time?

Eva Cybulska dispells popular misconceptions about this controversial figure.

“Man is a rope, fastened between animal and Übermensch – a rope over an abyss.”
~Thus Spoke Zarathustra, Prologue

The term Übermensch, often translated as Superman or Overman, was not invented by Nietzsche. The concept of hyperanthropos can be found in the ancient writings of Lucian. In German, the word had already been used by Müller, Herder, Novalis, Heine, and most importantly by Goethe in relation to Faust (in Faust, Part I, line 490). In America Ralph Waldo Emerson wrote of the Over-soul, and, perhaps with the exception of Goethe’s Faust, his aristocratic, self-reliant ‘Beyond-man’ was probably the greatest contributor to Nietzsche’s idea of the Übermensch. Nietzsche was, however, well familiar with all the above sources.
The first public appearance of Nietzsche’s Übermensch was in his book Thus Spoke Zarathustra (1883-5). As a teenager Nietzsche had already applied the word Übermensch to Manfred, the lonely Faustian figure in Byron’s poem of the same name who wanders in the Alps tortured by some unspoken guilt. Having challenged all authoritative powers, he dies defying the religious path to redemption. Nietzsche’s affinity with Manfred culminated in him composing a piano duet called Manfred Meditation, which he sent to his musical hero, the conductor Hans von Bülow. The maestro’s verdict on this ‘masterpiece’ as “the most irritating musical extravagance” put a decisive end to Nietzsche’s career as a music composer.
For Nietzsche, the idea of Übermensch was more like a vision than a theory. It suddenly surfaced in his consciousness during the memorable summer of 1881 in Sils-Maria (Swiss Alps), born out of that epiphanic experience that also gave rise to Eternal Return, Zarathustra and God is Dead. It was a timeless moment of ecstasy at the boundary between the conscious and the unconscious, of past and present, of pain and elation. Nietzsche entered his own inferno in “the middle of life, so surrounded by death”, haunted by memories of his father’s death, and also of his shattered friendship with Wagner, the most significant relationship in his life. He never explained what he meant by Übermensch, only intimated:
“The Übermensch shall be the meaning of the earth!
I entreat you my brethren, remain true to the earth, and do not believe those who speak to you of supra-terrestrial hopes! …
Behold, I teach you the Übermensch: he is this lightning, he is this madness! …
Behold, I am a prophet of the lightning and a heavy drop from the cloud: but this lightning is called Übermensch.”
Thus Spoke Zarathustra, Prologue
Nietzsche’s reluctance to spell out exactly what he meant has provoked numerous interpretations in the secondary literature. Hollingdale (in Nietzsche) saw in Übermensch a man who had organised the chaos within; Kaufmann (Nietzsche) a symbol of a man that created his own values, and Carl Jung (Zarathustra’s Seminars) a new ‘God’. For Heidegger it represented humanity that surpassed itself, whilst for the Nazis it became an emblem of the master race.
There have been problems with translating Übermensch. It has been rendered as a ‘Beyond-man’ (Tille, 1896), ‘Superman’ (G.B. Shaw, 1903) and ‘Overman’ (Kaufmann, 1954). The difficulty hinges on the prefix über (over, above, beyond) and ultimately the word proves untranslatable. Although it is gender-indifferent, for the sake of simplicity I shall be using a masculine pronoun in its stead.
What the Übermensch is Not
“Above all do not confuse me with what I am not!”
Ecce Homo
The Übermensch is not a Nazi. Nietzsche’s anti-semitic sister Elisabeth invited Hitler to her brother’s shrine in Weimar in 1934 and essentially made an offering of his philosophy. The Führer, who never read the philosopher’s works, took to the selected snippets that Elisabeth provided like a proverbial fish to water and adopted the Übermensch as a symbol of a master-race. Little did he know that Nietzsche had written that he “would have all anti-Semites shot”, not to mention his strong anti-nationalistic and pan-European tendencies. Provocatively, he also talked of himself as “the last anti-political German” (Ecce Homo, Why I am so Wise).
Some anarchists appropriated Übermensch to their cause, latching onto its aspects of strength and individualism. But Nietzsche never advocated abolishment of the state or legislation in pursuit of selfish aims. Quite the opposite: he argued for a well-ordered soul and a well-ordered society.
Übermensch is not a tyrant. If anything, he is someone capable of tyranny who manages to overcome and sublimate this urge. His magnanimity stems not from weakness and servitude, but from the strength of his passions. He is rather like “the Roman Caesar with Christ’s soul” (Will to Power; 983), a value-creating and value-destroying free spirit who disciplines himself to wholeness. It’s important to stress that there has never yet been an Übermensch; it remains an ideal.
Ο Νίτσε και η θεωρία του υπεράνθρωπου
Πίστευε ότι η γερμανική κουλτούρα είναι ό,τι ανώτερο είχε να παρουσιάσει το ανθρώπινο πνεύμα του καιρού του. Και θεωρούσε τον εαυτό του ως τον πιο επιφανή εκπρόσωπο της γερμανικής σκέψης. Δε φαντάστηκε ποτέ του ότι μπορεί και να τον αφορούσαν τα λόγια του Σοπενχάουερ, που τόσο θαύμαζε και τόσο είχε επηρεαστεί από τη φιλοσοφία του:
«Η ζωή είναι μια αστείρευτη πηγή ηλιθιότητας».
Η υπέροχη λογική του Φρειδερίκου Νίτσε κονταροχτυπιόταν συνεχώς με τον άνθρωπο Νίτσε, τις φοβίες, τις αδυναμίες και τα πάθη του. Παρ’ όλο που είχε την ίδια με τους αναρχικούς προγονική φιλοσοφική αφετηρία, κατάφερε να γίνει το ιδεολογικό άλλοθι πρώτα των εκπροσώπων του ανερχόμενου καπιταλισμού και των στυγνών εκμεταλλευτών κι έπειτα του ναζισμού. Δεν έζησε να δει την πραγματικότητα. Πέθανε παράφρονας σε μια ψυχιατρική κλινική, στα 56 του χρόνια. Οπαδοί και πολέμιοι, υποκλίθηκαν στην πνευματική του δύναμη.
Γεννήθηκε στη Γερμανία, στις 15 Οκτωβρίου του 1844. Ήταν μόλις πέντε χρόνων, όταν έχασε τον πάστορα πατέρα του. Για να τα βγάλει πέρα, η μητέρα του τον πήρε μαζί με την αδερφή του και μετακόμισαν στης γιαγιάς του, όπου έμενε και κάποια θεία του. Ο μικρός Φρειδερίκος μεγάλωνε όντας το μοναδικό αρσενικό ανάμεσα σε τέσσερις γυναίκες που τον έπνιγαν με την αγάπη και τις φροντίδες τους. Από τότε, αντιπάθησε τις γυναίκες κι αισθανόταν μίσος για την κηδεμονία τους, την οποία όμως θεωρούσε αναγκαία.
Ξέφυγε προσωρινά στα 14, το 1858, όταν γράφτηκε στην ανθρωπιστική σχολή Πφόρτα, όπου βυθίστηκε στη μελέτη των αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων. Συνέχισε με θεολογικές κι έπειτα φιλολογικές σπουδές, πέρασε ένα χρόνο στο πανεπιστήμιο της Βόννης και κατέληξε φοιτητής φιλοσοφίας στο αρχαίο πανεπιστήμιο της Λειψίας. Ήταν 25 χρόνων, στα 1869, όταν ανέλαβε καθηγητής της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας στη Βασιλεία της Ελβετίας.
Στην ελβετική μεγαλούπολη έμεινε έντεκα χρόνια, γνωρίστηκε και συνδέθηκε με τον επαναστάτη μουσουργό Ρίχαρντ Βάγκνερ και τον ιστορικό της Αναγέννησης Ιακώβ Μπόχαρντ, τσακώθηκε με τον πρώτο, συνέχισε να θαυμάζει τον δεύτερο και διεύρυνε τον κύκλο των γνωριμιών του, ενώ παράλληλα ξεκίνησε την τεράστια συγγραφική και φιλοσοφική παραγωγή του.
Οι αντιλήψεις του διατυπώνονταν κυρίως με αφορισμούς και με έντονη ποιητική πνοή. Τάραζαν τα νερά και προκαλούσαν οξύτατες συζητήσεις και κριτικές. Παρ’ όλα αυτά, δεν μπορούσε να ανεχθεί ότι υπήρχαν άλλοι που είχαν κύρος κι απολάμβαναν δημοτικότητα, ενώ αυτός όχι. Απομονώθηκε. Κάποιοι έντονοι πονοκέφαλοι του κατέτρωγαν τον χρόνο, ενώ η όρασή του άρχισε προοδευτικά να μειώνεται. Κατάντησε σχεδόν τυφλός.
Στα 1879, εγκατέλειψε την έδρα της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας, προσπάθησε να ανοιχτεί στην κοινωνία, γρήγορα απογοητεύτηκε από τους ανθρώπους και ξαναγύρισε στη μοναξιά του μη βρίσκοντας κανέναν άξιο να τον συναναστραφεί. Η υγεία του κάπως καλυτέρευσε την περίοδο 1882 – 1884, αλλ’ ο ίδιος θύμωνε με τον εαυτό του, που ήταν υποχρεωμένος να παίρνει μύριες προφυλάξεις και να μετακινείται κάθε χειμώνα στην παραλία της Νίκαιας και κάθε καλοκαίρι στα ελβετικά υψίπεδα.
Η διετία 1887 – 1888 τον βρήκε να συγγράφει με μανία, αλλά στο τέλος της δεύτερης χρονιάς μια κρίση τον έριξε στο κρεβάτι. Συνήλθε. Το χτύπημα ήρθε το 1889 με μιαν οξύτατη κρίση παραφροσύνης. Μάνα κι αδερφή έσπευσαν να τον μαζέψουν και να τον περιθάλψουν. Για λίγα χρόνια. Μετά, κατέληξε σε μια ψυχιατρική κλινική της Βαϊμάρης, όπου και πέθανε στις 25 Αυγούστου του 1900.

Beyond Morality

800px-Nietzsche187a

Nietzsche: Beyond Morality

German philosopher Friedrich Nietzsche shared Kierkegaard’s conviction that philosophy should deeply reflect the personal concerns of individual human beings. But for Nietzsche, this entailed rejection of traditional values, including the Christian religion. Nietzche’s declaration of “the death of god” draws attention to our culture’s general abandonment of any genuine commitment to the Christian faith.
According to Nietzsche’s Die Götzendämmerung (Twilight of the Idols) (1889), Western philosophers since Socrates represent a degeneration of the natural strengths of humanity. A noble taste for heroic styles of life can only be corrupted and undermined by the interminable debates of dialectical reason. Traditional Western morality philosophy—and the Christian religion in particular—therefore opposes a healthy life, trying vainly to escape unfortunate circumstances by destroying native human desires.
Only perverse tenacity and cowardice, he believed, encourages us to cling to this servile morality, It would be more brave, more honest, and much more noble to cut ourselves loose and dare to live in a world without God. In such a world, death is not to be feared, since it represents nothing more significant than the fitting conclusion of a life devoted to personal gain.
All of this is, of course, a variety of nihilism. Nietzsche insists that there are no rules for human life, no absolute values, no certainties on which to rely. If truth can be achieved at all, it can come only from an individual who purposefully disregards everything that is traditionally taken to be “important.” Such a super-human person {Ger. Übermensch}, Nietzsche supposed, can live an authentic and successful human life.
Beyond Good and Evil
Nietzsche offered a quasi-historical account of the harmful consequences of traditional ethics in Zur Geneologie der Moral (On the Genealogy of Morals) (1887). “Good” initially and properly designated only the right of those individuals with social and political power to live their lives by sheer force of will. But a “priestly” caste, motivated by their resentment of their natural superiors, generated a corrupt alternative that would appeal to “the herd” of less capable persons, turning values inside-out. In the “slave morality” endorsed by religious establishments, Nietzsche argued, forceful action which should be admired gets labelled as “evil,” while the cowardly tendency to think through everything in advance is transformed into the supposed virtue of prudence.
Genuine autonomy, Nietzsche maintained, could only mean freedom from all external constraints on one’s behavior. In this (natural and admirable) state of existence, each individual human being would live a life without the artificial limits of moral obligation. No other sanction on conduct would be necessary than the natural punishment involved in the victory of a superior person over a vanquished enemy.
But the wish of lesser people to secure themselves against interference from those who are better gives rise to a false sense of moral responsibility. The natural fear of being overwhelmed by a superior foe becomes internalized as the self-generated sense of guilt, and individual conscience places severe limits on the normal exercise of human desire. Thus, on Nietzsche’s view, the fundamental self-betrayal of the human race is to submit its freedom to the ficticious demands of an imaginary god. Afraid to live by the strength of our own wills, we invent religion as a way of generating and then explaining our perpetual sense of being downtrodden and defeated in life.

http://www.philosophypages.com/hy/5v.htm

ALBERT CAMUS-QUOTES

images
Quotes by Albert Camus//Γνωμικά του Αλμπέρτου Καμύ

“But in the end one needs more courage to live than to kill oneself.”

“The only way to deal with an unfree world is to become so absolutely free that your very existence is an act of rebellion.”

“When I look at my life and its secret colours, I feel like bursting into tears.”

“Real generosity towards the future lies in giving all to the present.”

“Blessed are the hearts that can bend; they shall never be broken.”

“An intellectual? Yes. And never deny it. An intellectual is someone whose mind watches itself. I like this, because I am happy to be both halves, the watcher and the watched. “Can they be brought together?” This is a practical question. We must get down to it. “I despise intelligence” really means: “I cannot bear my doubts.”

“Autumn is a second spring when every leaf is a flower.”

“To be happy, we must not be too concerned with others.”
~Τελικά χρειάζεσαι πιο πολύ θάρρος να ζήσεις παρά ν’ αυτοκτονήσεις

~Ο μόνος τρόπος ν’ αντιμετωπίσεις έναν ανελεύθερο κόσμο είναι να νιώσεις τόσο ελεύθερος που η κάθε σου πράξη να `ναι μια πράξη εξέγερσης

~Όταν παρατηρώ τη ζωή μου και τα κρυφά της χρώματα, νιώθω την ανάγκη να κλάψω

~Πραγματική μελλοντική γεναιοδωρία είναι να τα δίνεις όλα στο παρόν

~Ευλογημένες οι καρδιές που λυγίζουν γιατί ποτέ δεν θα σπάσουν

~Διανοούμενος; Ναι και μην το αρνηθείς ποτέ. Διανοούμενος είναι αυτός που το μυαλό του προσέχει τον εαυτό του. Κι αυτό μ’ αρέσει γιατί προτιμώ να `μαι δύο μισά, ο παρατηρηρτής κι ο παρατηρούμενος. ‘Μπορούν άραγε να ταυτιστούν;’ Αυτή είναι πρακτική ερώτηση. Ας την εξετάσουμε. ‘Απεχθάνομαι την ευφυία’ στην πραγματικότητα σημαίνει ‘δεν μπορώ να υπομένω τις αμφιβολίες μου’

~Το φθινόπωρο είναι μια δεύτερη άνοιξη όταν το κάθε φύλλο είναι κι ένα λουλούδι

~Να νιώσεις ευτυχής σημαίνει ν’ αδιαφορείς για τους άλλους
~ Μετάφραση στα ελληνικά ΜΑΝΩΛΗ ΑΛΥΓΙΖΑΚΗ / translation by MANOLIS ALIGIZAKIS

 

Albert Camus (1913—1960)
Albert Camus was a French-Algerian journalist, playwright, novelist, writer of philosophical essays, and Nobel laureate. Though neither by advanced training nor profession a philosopher, Camus nevertheless through his literary works and in numerous reviews, articles, essays, and speeches made important, forceful contributions to a wide range of issues in moral philosophy – from terrorism and political violence to suicide and the death penalty. In awarding him its prize for literature in 1957, the Nobel committee cited the author’s persistent efforts to “illuminate the problem of the human conscience in our time,” and it is pre-eminently as a writer of conscience and as a champion of imaginative literature as a vehicle of philosophical insight and moral truth that Camus was honored by his own generation and is still admired today. He was at the height of his career, at work on an autobiographical novel, planning new projects for theatre, film, and television, and still seeking a solution to the lacerating political turmoil in his native Algeria, when he died tragically in an automobile accident in January, 1960.

 

KATERINA GOGOU (the rebellious, the communist, the poet, the actress, the anarchist)

Κατερίνα_Γώγου

25th of MARCH

One day I’ll open the door
to go out to the streets
just like yesterday and
I won’t think but
a piece of my father and
a piece of the sea,
things they left to me,
and the city. This city that they’ve turned rotten
and our friends who vanished.
One day I’ll open the door
straight to the fire and
I’ll enter like yesterday
crying out “fascists!!”
putting up road blocks and throwing stones
with a red banner
gleaming high up in the sunshine.
I’ll open the door
and this, not because I’m afraid,
but, I mean to say,
I had no time to grab them and
that you also have to learn
not to go down the streets
without arms like I did,
I had no time to grab them
because you’ll get lost like I did
“just like that, vaguely”
broken to pieces
of the sea, years of childhood and
red banners.
One day I’ll open the door
and vanish
with the dream of revolution
in the wholesome loneliness
of the conflagrated streets
in the endless loneliness
of the made of carton road blocks
with the epithet—don’t believe in them—
Provocateur.

Translated by Manolis Aligizakis
25 ΜΑΪΟΥ
Ένα πρωί θ’ ανοίξω την πόρτα
και θα βγω στους δρόμους
όπως και χτες.
Και δεν θα συλλογιέμαι παρά
ένα κομμάτι από τον πατέρα
κι ένα κομμάτι από τη θάλασσα
-αυτά που μ’ άφησαν-
και την πόλη. Την πόλη που τη σάπισαν.
Και τους φίλους μας που χάθηκαν.
Ένα πρωί θα ανοίξω την πόρτα
ίσα ολόισα στη φωτιά
και θα μπω όπως και χτες
φωνάζοντας “φασίστες!!”
στήνοντας οδοφράγματα και πετώντας πέτρες
μ’ ένα κόκκινο λάβαρο
ψηλά να γυαλίζει στον ήλιο.
Θ’ ανοίξω την πόρτα
και είναι -όχι πως φοβάμαι-
μα να, θέλω να σου πω, πως δεν πρόλαβα
και πως εσύ πρέπει να μάθεις
να μην κατεβαίνεις στο δρόμο
χωρίς όπλα όπως εγώ
– γιατί εγώ δεν πρόλαβα-
γιατί τότε θα χαθείς όπως και εγώ
“έτσι” “αόριστα”
σπασμένη σε κομματάκια
από θάλασσα, χρόνια παιδικά
και κόκκινα λάβαρα.
Ένα πρωί θ’ ανοίξω την πόρτα
και θα χαθώ
με τ΄όνειρο της επανάστασης
μες την απέραντη μοναξιά
των δρόμων που θα καίγονται,
μες την απέραντη μοναξιά
των χάρτινων οδοφραγμάτων
με το χαρακτηρισμό -μην τους πιστέψεις!-
Προβοκάτορας.

BIOGRAPHY

Katerina Gogou (Greek: Κατερίνα Γώγου; 1 June 1940 – 3 October 1993) was a Greek poet, author and actress. Before her suicide by pill overdose at the age of 53, Gogou appeared in over thirty Greek films. She was born in Athens, Greece.
One of her books was translated into English, “Three clicks left” in the United States in 1983 by Jack Hirschman and published by “Night Horn Books” in San Francisco. The Greek title was, ‘Τρία κλικ αριστερά’, and first published by Kastaniotis in 1978. Her poetry was known for its rebellious and communist content.
As an actress she was known for lesser roles of rebellious free spirited women. She won the first women’s award at the Salonica film festival.
As a poet she is known for her antiestablishment poems and her anarchist ideals. Her verse is filled by indignation and refute however her ideals, her wounded psychological state lead her to suicide at the age of 53.
Numerous poems written by Gogou appeared in the Greek film ‘Parangelia’ about the life of Nikos Koemtzis who, in 1973, killed three individuals (two of whom were policemen) and injured another eight at a bouzouki club in Athens over a dance.

ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ
Η Κατερίνα Γώγου (1 Ιουνίου 1940 – 3 Οκτωβρίου 1993) ήταν Ελληνίδα ποιήτρια και ηθοποιός. Ξεκίνησε από μικρή καριέρα στην ηθοποιία αλλά αργότερα στράφηκε στην ποίηση
Ως ηθοποιός είναι γνωστή περισσότερο για δευτερεύοντες ρόλους, όπως στην ταινία το Ξύλο βγήκε από τον Παράδεισο ή το Μια τρελή τρελή οικογένεια. Οι ρόλοι της συνήθως απεικόνιζαν αστείες και ανέμελες γυναίκες. Της έχει απονεμηθεί, στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, το Βραβείο Α΄ Γυναικείου ρόλου, για την ταινία Το βαρύ πεπόνι.
Ως ποιήτρια, από την άλλη, είναι γνωστή για τον αντισυμβατικό και συνειρμικό τρόπο γραφής της, καθώς και τις αναρχικές της ιδέες. Οι στίχοι της ήταν γεμάτοι οργή και επαναστατικότητα. Το σκοτάδι της, ο ασυμβίβαστος χαρακτήρας της και η κλονισμένη ψυχολογία της, όμως, την οδήγησαν, σε ηλικία μόλις 53 ετών, στην αυτοκτονία. Πολλά απ’ τα ποιήματά της παρουσιάστηκαν στο φιλμ «Παραγγελιά» που αναφερόταν στη ζωή του Νίκου Κοεμτζή που το 1973 σκότωσε τρία άτομα (δύο απ’ αυτά αστυνομικοί) και τραυμάτισε άλλα οκτώ σ’ ενα μπουζουκξίδικο της Αθήνας κι ο λόγος μια διφωνία για ένα χορό.
Πολλά απ’ τα ποιήματά της παρουσιάστηκαν στο φιλμ «Παραγγελιά» που αναφερόταν στη ζωή του Νίκου Κοεμτζή που το 1973 σκότωσε τρία άτομα (δύο απ’ αυτά αστυνομικοί) και τραυμάτισε άλλα οκτώ σ’ ενα μπουζουκξίδικο της Αθήνας κι ο λόγος μια διαφωνία γιαένα χορό.

Κριτική για το βιβλίο Υπεράνθρωπος/Ubermensch-Review

ubermensch_cover

Poetry, EKSTASIS EDITIONS

Ubermensch, by Manolis Aligizakis is the most difficult and most philosophical poetry book I have come across. And rightfully so since it is identified with Nietzsche’s “Ubermensch” so much in the plot as much in the concepts. The poet “toys” with the various conventions as he firstly relates Ubermensch to true dimension given to him by the German philosopher and secondly to the misinterpretation given to the concept by the German ‘national-socialists’ with the horrible results that followed and affected the whole world.

Before we describe Manolis Algizakis’ Ubermensch, let us quickly look at what Nietzsche anticipated from his treatise. In simple words Nietzsche posited man opposite his abilities and responsibilities which should he had used wisely, he could overcome every obstacle. With the right use of his logic and his instinct as his primal levers man can live in a free and just society where everyone is master of himself. Nietzsche, of course, never described the moral dimension of Ubermensch, as the author claimed, as he appeared to fill the void created by the lack of authority and the Death of God. Ubermensch therefore is a redeemer, defender of morality but at the same time uncontrollable, as far as it concerns his ulterior plans for the world that remain vague…

This book published in both Greek and English consists of three parts and the style of writing is closer to prose than poetry. In the first part “Red Dawn”, man being free from all religious obligations decides to walk the earth based on his strength and wants to get rid of his ties to the system. In a collapsing society and in a family that loses its primal meaning a person needs to accept human futility and if successful man will then recognize the importance of simple things such as nature and the innocent moments of childhood, the weight hidden in a word, in a compliment, in a gesture worthy of praise. The defenseless, before death, man waits languidly for his “resurrection”, without any effort to rid of his narcissism and irresponsibility. Thus, away from his God and his beliefs, man was led to his oblivion. But with ignorance as his point from where he commences his charge he can achieve greatness and he can excel.

How then can man change to the better? With self-knowledge, with paying attention to the importance of everyday events, with the right reflection of the positive and negative parameters that influence his life. At this point the appearance of Ubermensch among the people is announced who with the people’s devotion, again he sprang out of their self-consciousness. By trying to prove to him that they’re knowledgeable and can endure hardship they succumb to his preaching. And Ubermensch—the tyrant (as the poet calls him) opportunist as he is started to fully control their fearful consciousness. Smart, demagogue, witted he was the only one who could sense the human mistakes and him alone could subjugate them. Never punishing and never asking for something in return, known to forgive, he preached morality and balance. The first part closes with the people’s declaration of obedience, event that satisfied him to the fullest…


In the second part, “Fiery Highnoon”, Ubermensch begins the true preaching of his ideology. In fact he starts to reveal his true self. The poet presents before the eyes of Ubernmensch and his followers a series of men letting Ubermensch unfold his philosophy to the world. Among these men are: a beggar, an old miser, a jester, a decadent king…

Ubermensch, familiar with the human passion preaches his beliefs and presents his preferences. He likes for example those who live with no goals, meaninglessly, who disdain everything, who don’t sacrifice themselves for anything, those who with their acts bring him closer to his dominance, the ones who amass money and land which he’ll at some future day take from them, the ones who pretend they are not afraid, those who chase an unaccomplished morality, those who forever carry their wounds deep inside them, those who use the power of God to solve their problems, those who because of their deeds and decisions are led to their destruction. And all these, whom “he likes” hover over the heads of his followers, his followers who without religion stand opposite the chaos they brought unto the world; those who foolishly and without reservation accepted him into their houses; those dreamers, the self- absorbed, the loners and the arrogant. Those who forgot where they came from and they fell innocently in the pangs of the new leader. However their wholehearted joy for him, who would change the world, soon disappeared when they sensed that everything around them was ruined and again the lie was dominant. Finally they understood that again they were the ones who fought against themselves while contributing to the creation of their own hell thus empowering Ubermensch.  

In the third part of the book, “Conflagrated Dusk”, an evaluation of what transpired in the people’s lives while they lived along the Ubermensch takes place. Men had decided to hate everybody and become the bridge upon which Ubermensch would pass in order to achieve his goals. They were left naked and they witnessed the masses to be overtaken by greediness and dissolution. They again came across a world that didn’t like to change and only kept on following false leaders who promised hollow rewards.

The last journey with Ubermensch takes place before certain men who are chosen because of their attributes: an Eparch, an undertaker, a teacher, a painter, a general, a poet, a potter and a dancer. Each of them is to a certain extend an Ubermensch, because of what they create in their fields and because of their abilities while others are incapable of becoming Ubermenschen because of the weaknesses.

The poet, Manolis Aligizakis, tests human endurances and bounds. He underscores concepts that leave the reader with questions and why not, with an awakening. Everyone can be an Ubermensch in his field as long as he can rely on his own strengths and skills. Even the supporters of Manolis Aligizakis’ Ubermensch, at the end, rejuvenated by what they lived through experience, they decided to wake up and never to become again victims of the system. The poet underlines that the distance between the opposite polarities is very small: between a truth and a lie, between a belief and atheism, trust and suspicion, life and death. “Everything” is we as long as we understand our true self and we live in relation to that. Therefore every one of us can be an Ubermensch when we fight with all our strength for something higher and at the same so does the one who acquires (quite unjustly) power from the weakness of others and leads the rest in the wrong path (for example the German social-nationalism).

In conclusion I would like to underscore that from the moment I received and opened this book I understood I was before a truly great accomplishment. And for this I owe a big “thank you” to Manolis Aligizakis, the poet, for his trust in me. Manolis Aligizakis, a Greek—Canadian citizen, proves that Greek literature outside Greece is of the highest quality.

Example of the Manolis’ writing is the following poem:

 

Epode

     We the leaders and we the followers

the blind killers and the blind victims

     I the atheist and I the pious

the filthy rich and the despondent

    We the egotistical and we the humble

the allies and the enemies

     I the knowledge and I the ignorance

the palatial and the squalor

    We the dreamers and we the dreamless

the forever roamers and the domesticated

     I the important consonant and I the vowel

the wide ocean and the secluded cove

     We the princes and we the beggars

the bigots and the altruists

     I the hero and I the traitor

the serpent and the eagle

     We the sheep and we the lions

the socialites and the hermits

    I the free spirited and I the fanatic

the man erectus and the worm

     We the anthropocentric and we the anthropoid

the autocratic and the marionettes

    I the child of God and Devil’s cousin

the arduous worker and the tedious

    We the initiates and we the initiated

the ropewalkers and the Übermenschen

Alexander Akritidis—Writer, University Graduate with a Diploma in Humanities

http://apostaktirio.gr/index.php?option=com_content&view=category&id=28&Itemid=57

 

Ποίηση – EKSTASIS EDITIONS

Ο «Υπεράνθρωπος» του Μανώλη Αλυγιζάκη είναι από τα πιο δύσκολα και φιλοσοφημένα έργα που έχω συναντήσει. Και πώς να μην είναι άλλωστε, εφόσον ταυτίζεται με τον Υπεράνθρωπο του Νίτσε, τόσο σε πλοκή όσο και σε νοήματα. Ο ποιητής «παίζει» με τις συμβάσεις καθώς σχετίζει τον Υπεράνθρωπο, αφενός μεν με την πραγματική διάσταση που του δίνει ο Γερμανός φιλόσοφος, αφετέρου δε με την παρερμηνεία που του έδωσαν οι Γερμανοί εθνοσοσιαλιστές, με τα τραγικά αποτελέσματα που ακολούθησαν για όλη την ανθρωπότητα.

Πριν λοιπόν περιγράψουμε τον Υπεράνθρωπο του Μανώλη Αλυγιζάκη, ας δούμε εν συντομία τι προσδοκούσε ο Νίτσε με αυτό του το σύγγραμμα. Με πολύ απλά λόγια ο Νίτσε έθετε τον άνθρωπο αντιμέτωπο με τις ευθύνες του και τις δυνατότητές του, που αν τις χειριζόταν ορθά, θα μπορούσε να υπερπηδήσει κάδε εμπόδιο. Με κύριο μοχλό τη σωστή χρήση της λογικής και του ενστίκτου θα μπορέσει να ζήσει σε μια κοινωνία ισότητας και ελευθερίας, όπου ο καθένας θα είναι ο κύριος του εαυτού του. Βέβαια ο Νίτσε δεν περιέγραψε την ηθική διάσταση του Υπεράνθρωπου, καθώς ήρθε να αναπληρώσει (όπως ισχυρίζεται ο συγγραφέας) το κενό της εξουσίας και της Θεϊκής ανυπαρξίας. Ο Υπεράνθρωπος λοιπόν λυτρωτής, υπέρμαχος της ηθικής αλλά και λίγο ανεξέλεγκτος, όσον αφορά τα απώτερα σχέδιά του για τον κόσμο, που επίσης παραμένουν ασαφή…

Το δίγλωσσο αυτό βιβλίο (Ελληνικά-Αγγλικά) χωρίζεται σε τρεις ενότητες και είναι γραμμένο με ένα στυλ που θυμίζει περισσότερο πεζογράφημα, παρά ποίηση. Στο πρώτο μέρος, την Άλικη Αυγή,ο άνθρωπος ανεξαρτητοποιημένος από τις δεσμεύσεις της θρησκείας, αποφασίζει να βαδίσει βασισμένος στις δικές του δυνάμεις και να απαλλαγεί από τα σαγόνια του συστήματος. Μέσα σε μια καταρρέουσα κοινωνία και σε μια οικογένεια που χάνει την αρχέγονη σημασία της, το άτομο οφείλει να αποδεχτεί την ανθρώπινη ματαιότητα. Και αν καταφέρει να το επιτύχει αυτό, τότε θα αναγνωρίσει την αξία των απλών πραγμάτων, της φύσης και των αθώων στιγμών της παιδικής του ηλικίας. Την ιδιαίτερη βαρύτητα που μπορεί να έχει μια λέξη, μια φιλοφρόνηση, μια αξιέπαινη πράξη. Ο ανυπεράσπιστος, μπροστά στο θάνατο, άνθρωπος, νωχελικά περίμενε την «ανάστασή» του, χωρίς καμία προσπάθεια να αποβάλει το ναρκισσισμό και την ανευθυνότητα από το «είναι» του. Και έτσι, μακριά απ’ τον Θεό του και την πίστη του, οδηγήθηκε στον όλεθρο και την καταστροφή. Με ορμητήριο την άγνοια θεώρησε πως μπορούσε να διαπρέψει και να μεγαλουργήσει.

Πώς λοιπόν ο άνθρωπος θ’ αλλάξει προς το καλύτερο; Με αυτογνωσία, με σημασία στα απλά καθημερινά πράγματα, με σωστό υπολογισμό των θετικών και αρνητικών παραμέτρων, που επηρεάζουν τη ζωή του. Σ’ αυτό το σημείο προαναγγέλλεται και η άφιξη του Υπεράνθρωπου στους ανθρώπους, που η πίστη και η αφοσίωση στο πρόσωπό του, πάλι πήγαζε από την κούφια αυτοσυνειδησία τους. Προσπαθώντας να του δείξουν ότι είναι γνώστες και ανθεκτικοί στα δύσκολα, υποτάχθηκαν αμέσως στα κηρύγματά του. Και εκείνος, ο Υπεράνθρωπος – τύραννος (όπως τον αποκαλεί ο ποιητής) άρπαξε την ευκαιρία να ελέγξει πλήρως τις φοβισμένες συνειδήσεις τους. Έξυπνος, λαοπλάνος, ετοιμόλογος, ήταν ο μόνος που αντιλαμβανόταν τα ανθρώπινα λάθη και ο μόνος που μπορούσε να τα υποτάξει. Χωρίς να τιμωρεί και να ζητάει ανταλλάγματα, μαθημένος να συγχωρεί, δίδασκε την αρετή και την ισορροπία. Η πρώτη ενότητα κλείνει με τη δήλωση υποταγής από τους ανθρώπους στο πρόσωπό του, γεγονός που τον ικανοποιούσε απόλυτα…

Στο δεύτερο μέρος, το Πύρινο Μεσημέρι, ο Υπεράνθρωπος αρχίζει πλέον να εκφράζεται και να «κηρύττει» την ιδεολογία του. Αρχίζει δηλαδή να δείχνει το αληθινό του πρόσωπο. Ο ποιητής εναλλάσσει μια σειρά ανθρώπων μπροστά από το οπτικό πεδίο του Υπεράνθρωπου και των πιστών του, αφήνοντάς τον να ξεδιπλώσει τη φιλοσοφία του για τον κόσμο. Ανάμεσα σ’ αυτούς που συναντούν, ένας ζητιάνος, ένας τσιγκούνης γέρος, ένας γελωτοποιός, ένας ξεπεσμένος βασιλιάς…

Ο Υπεράνθρωπος, γνωρίζοντας καλά τα ανθρώπινα πάθη, κηρύττει τα πιστεύω του και εκφράζει τις προτιμήσεις του. Του αρέσουν, για παράδειγμα, όσοι ζουν χωρίς νόημα και στόχους, όσοι περιφρονούν τα πάντα, όσοι δεν θυσιάζονται για τίποτα, όσοι με τις πράξεις τους τον φέρνουν πιο κοντά στην κυριαρχία, όσοι συγκεντρώνουν γη και χρήμα, ώστε κάποτε να τα δρέψει εκείνος, όσοι προσποιούνται πως δεν φοβούνται, όσοι κυνηγούν μια ανέφικτη αρετή, όσοι κουβαλούν για πάντα τις πληγές μέσα τους, όσοι χρησιμοποιούν τη Θεϊκή οργή για να λύσουν τα προβλήματά τους, όσοι γενικά με τις αποφάσεις και τις πράξεις τους οδηγούνται στην καταστροφή. Και όλα αυτά που του «αρέσουν», ίπτανται πάνω από τα κεφάλια των πιστών του. Αυτών που, χωρίς θρησκεία πλέον, έρχονται αντιμέτωποι με το χάος που οι ίδιοι δημιούργησαν στον κόσμο. Αυτών που αφαίρεσαν τη σοφία από τη σκέψη τους και τον έβαλαν «επιπόλαια» στα σπίτια τους. Αυτών που ήταν ονειροπόλοι και αυτάρεσκοι, μοναχικοί και υπερόπτες. Αυτών που ξέχασαν από πού προήλθαν και αθώοι έπεσαν στα νύχια του νέου ηγέτη. Μα η αμέριστη χαρά τους για εκείνον, που θα άλλαζε τον κόσμο, καταχωνιάστηκε γρήγορα, όταν αντιλήφθηκαν πως όλα γύρω καταστρέφονταν και πως ξανά το ψέμα κυριαρχούσε. Τελικά αντιλήφθηκαν πως και πάλι εκείνοι πολεμούσαν τον ίδιο τους τον εαυτό συνεργώντας στη δημιουργία της κόλασης και στην ενδυνάμωση του Υπεράνθρωπου.

Στο τρίτο και τελευταίο μέρος, το Φλογερό Δείλι, γίνεται ο απολογισμός των πεπραγμένων από τη συμβίωση κοντά στον Υπεράνθρωπο. Οι άνθρωποι στράφηκαν να μισήσουν τους πάντες και έγιναν γεφύρι για περάσει εκείνος από πάνω τους και να πετύχει τους στόχους του. Έμειναν γυμνοί και είδαν τα πάντα να κυριεύονται από την απληστία και τη διάλυση. Είδαν ξανά έναν κόσμο να μην έχει σκοπό να αλλάξει και να ακολουθεί κίβδηλους ηγέτες που μοιράζουν ψεύτικες υποσχέσεις.

Η τελευταία περιήγηση με τον Υπεράνθρωπο πραγματοποιείται μπροστά από συγκεκριμένους ανθρώπους, που επιλέγονται κυρίως λόγω της ιδιότητάς τους. Ένας Έπαρχος, ένας νεκροθάφτης, ένας δάσκαλος, ένας ζωγράφος, ένας Στρατηγός, ένας ποιητής, ένα αγγειοπλάστης, ένας χορευτής. Κάποιοι πραγματικοί Υπεράνθρωποι γι’ αυτά που πετυχαίνουν με τα έργα και τις ικανότητές τους και κάποιοι ανίκανοι να γίνουν Υπεράνθρωποι λόγω των αδυναμιών τους.

Ο ποιητής Μανώλης Αλυγιζάκης “τεστάρει” ανθρώπινες αντοχές και όρια. Υποδεικνύει νοήματα, αφήνοντας τον αναγνώστη να προβληματιστεί και, γιατί όχι, να αφυπνιστεί. Ο καθένας μπορεί να γίνει Υπεράνθρωπος στον τομέα του αρκεί να πιστέψει στις δικές του δυνάμεις και δεξιότητες. Ακόμα και οι οπαδοί “του δικού του” Υπεράνθρωπου, στο τέλος, αναβαπτισμένοι από όσα βίωσαν και είδαν, αποφάσισαν να ξυπνήσουν και να μην ξαναγίνουν θύματα του συστήματος. Ο ποιητής τονίζει πως είναι πολύ μικρές οι αποστάσεις που χωρίζουν τα αντιθετικά δίπολα. Η αλήθεια από το ψέμα, η πίστη από την αθεΐα, η εμπιστοσύνη από την καχυποψία, η ζωή από τον θάνατο. “Όλα” είμαστε εμείς οι ίδιοι, αρκεί να κατανοήσουμε το δικό μας αληθινό “εγώ” και ανάλογα να το χρησιμοποιήσουμε. Άρα Υπεράνθρωπος μπορεί να είναι ο καθένας μας που παλεύει για το κάτι παραπάνω με όλες του τις δυνάμεις, αλλά και κάποιος που παίρνει (αδικαιολόγητα) δύναμη από την απραξία μας και μας οδηγεί σε λάθος μονοπάτια (παράδειγμα γερμανικού εθνικοσοσιαλισμού).

Κλείνοντας, θέλω να δηλώσω, πως απ’ τη στιγμή που έπιασα στα χέρια μου αυτό το βιβλίο, κατάλαβα πως ήρθα αντιμέτωπος με ένα πραγματικά μεγαλειώδες έργο. Και γι’ αυτό οφείλω να ευχαριστήσω μέσα από την καρδιά μου τον δημιουργό του για την εμπιστοσύνη του. Ο Μανώλης Αλυγιζάκης, Έλληνας κάτοικος του Καναδά, αποδεικνύει πως η ελληνική λογοτεχνική δημιουργία του εξωτερικού, βρίσκεται σε υψηλότατα επίπεδα…

Δείγμα γραφής:

Επωδός

Εμείς οι ηγέτες κι εμείς που ακολουθούμε

οι τυφλοί φονιάδες και τα τυφλά θύματα

Εγώ ο άθεος κι εγώ ο ευλαβής

ο πλούσιος και ο αποθαρρυμένος

Εμείς οι εγωϊστές κι εμείς οι ταπεινοί

οι σύμμαχοι και οι αντίπαλοι

Εγώ η γνώση κι εγώ η άγνοια

ο μεγαλοπρεπής κι ο άθλιος

Εμείς οι ονειροπόλοι εμείς κι οι ονειρομάντες

οι αιώνεια περιπλανώμενοι και οι οικόσιτοι

Εγώ το σπουδαίο σύμφωνο εγώ και το φωνήεν

ο αχανής ωκεανός και το κρυφό ακρογιάλι

Εμείς οι πρίγκιπες κι εμείς οι επαίτες

οι μισαλλόδοξοι κι οι αλτρουϊστές

Εγώ ο ήρωας κι εγώ ο προδότης

ο ερπόμενος κι ο αετός

Εμείς τα πρόβατα εμείς και τα λιοντάρια

οι κοινωνικοί κι οι ασκητές

Εγώ το ελεύθερο πνεύμα κι εγώ ο φανατικός

ο ορθοστατών κι ο σκούληκας

Εμείς οι ανθρωποκεντρικοί και τ’ ανθρωποειδή

οι αυταρχικοί κι οι μαριονέττες

Εγώ του Θεού παιδί και συγγενής διαβόλου

ο επίμοχθος εργάτης κι ο τεμπέλης

Εμείς οι μύστες κι εμείς οι μυημένοι

εμείς οι σχοινοβάτες κι εμείς οι Υπεράνθρωποι.

Αλέξανδρος Ακριτίδης

Λογοτέχνης – Πτυχιούχος Ανθρωπιστικών Σπουδών

 http://apostaktirio.gr/index.php?option=com_content&view=category&id=28&Itemid=57