VORTEX

vortex_cover 

ΛΕΞΕΙΣ

 

Οι ανίσκιωτες μου λέξεις γέρνουν

η μια δίπλα στην άλλη

 

λυτρωτικά βέλη σε φαρέτρα

που σκοπεύουν να ηρεμήσουν

 

τη χθεσινοβραδινής σου αγρύπνια

και τ’ άγχος ν’ απαλύνουν

 

και βάζεις το κόκκινο καπέλλο

το ηλιόλουστο τούτο πρωί

σαν να καλοσωρίζεις καλοκαίρι

 

στη μέση του Δεκέμβρη

κι οι ανίσκιωτες μου λέξεις

 

μένουν ανείπωτες

έχοντας την καρδιά σου στόχο

 

WORDS

Words casting no shadows

lean next to one another

their meaning aims to calm

last night’s agony

 

during the ambivalent hours

that stressed your mind

and you put your red hat

this sunlit morning as if

to welcome summer

 

middle of December and even

my words casting no shadow

just have your heart

as their target

 

 

VORTEX, poetry by Mnaolis Aligizakis, Libros libertad, 2014

Advertisements

Yannis Ritsos-Romiosini//translated by Manolis Aligizakis

Ritsos_front large

ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ

I

Αυτά τα δέντρα δε βολεύονται με λιγότερο ουρανό,
αυτὲς οι πέτρες δε βολεύονται κάτου απ᾿ τα ξένα βήματα,
αυτὰ τα πρόσωπα δε βολεύονται παρὰ μόνο στον ήλιο,
αυτὲς οι καρδιὲς δε βολεύονται παρὰ μόνο στο δίκιο.

Ετούτο το τοπίο είναι σκληρὸ σαν τη σιωπή,
σφίγγει στον κόρφο του τα πυρωμένα του λιθάρια,
σφίγγει στο φως τις ορφανὲς ελιές του και τ᾿ αμπέλια του,
σφίγγει τα δόντια. Δεν υπάρχει νερό. Μονάχα φως.
Ο δρόμος χάνεται στο φως κι ο ίσκιος της μάντρας είναι σίδερο.
Μαρμάρωσαν τα δέντρα, τα ποτάμια κ᾿ οι φωνὲς μες στον ασβέστη του ήλιου.
Η ρίζα σκοντάφτει στο μάρμαρο. Τα σκονισμένα σκοίνα.
Το μουλάρι κι ο βράχος. Λαχανιάζουν. Δεν υπάρχει νερό.
Όλοι διψάνε. Χρόνια τώρα. Όλοι μασάνε μία μπουκιὰ ουρανὸ πάνου απ᾿ την πίκρα τους.
Τα μάτια τους είναι κόκκινα απ᾿ την αγρύπνια,
μία βαθειὰ χαρακιὰ σφηνωμένη ανάμεσα στα φρύδια τους
σαν ένα κυπαρίσσι ανάμεσα σε δυο βουνὰ το λιόγερμα.

Το χέρι τους είναι κολλημένο στο ντουφέκι
το ντουφέκι είναι συνέχεια του χεριού τους
το χέρι τους είναι συνέχεια της ψυχής τους –
έχουν στα χείλια τους απάνου το θυμὸ
κ᾿ έχουνε τον καημὸ βαθιὰ-βαθιὰ στα μάτια τους
σαν ένα αστέρι σε μία γούβα αλάτι.

Όταν σφίγγουν το χέρι, ο ήλιος είναι βέβαιος για τον κόσμο
όταν χαμογελάνε, ένα μικρὸ χελιδόνι φεύγει μες απ᾿ τ᾿ άγρια γένια τους
όταν κοιμούνται, δώδεκα άστρα πέφτουν απ᾿ τις άδειες τσέπες τους
όταν σκοτώνονται, η ζωὴ τραβάει την ανηφόρα με σημαίες και με ταμπούρλα.

Τόσα χρόνια όλοι πεινάνε, όλοι διψάνε, όλοι σκοτώνονται
πολιορκημένοι απὸ στεριὰ και θάλασσα,
έφαγε η κάψα τα χωράφια τους κ᾿ η αρμύρα πότισε τα σπίτια τους
ο αγέρας έριξε τις πόρτες τους και τις λίγες πασχαλιὲς της πλατείας
απὸ τις τρύπες του πανωφοριού τους μπαινοβγαίνει ο θάνατος
η γλώσσα τους είναι στυφὴ σαν το κυπαρισσόμηλο
πέθαναν τα σκυλιά τους τυλιγμένα στον ίσκιο τους
η βροχὴ χτυπάει στα κόκκαλά τους.

Πάνου στα καραούλια πετρωμένοι καπνίζουν τη σβουνιὰ και τη νύχτα
βιγλίζοντας το μανιασμένο πέλαγο όπου βούλιαξε
το σπασμένο κατάρτι του φεγγαριού.

Τo ψωμὶ σώθηκε, τα βόλια σώθηκαν,
γεμίζουν τώρα τα κανόνια τους μόνο με την καρδιά τους.

Τόσα χρόνια πολιορκημένοι απὸ στεριὰ και θάλασσα
όλοι πεινάνε, όλοι σκοτώνονται και κανένας δεν πέθανε –
πάνου στα καραούλια λάμπουνε τα μάτια τους,
μία μεγάλη σημαία, μία μεγάλη φωτιὰ κατακόκκινη
και κάθε αυγὴ χιλιάδες περιστέρια φεύγουν απ᾿ τα χέρια τους

για τις τέσσερις πόρτες του ορίζοντα.

 

ROMIOSINI

I

These trees don’t take comfort in less sky

these rocks don’t take comfort under foreigners’

footsteps

these faces don’t take comfort but only

in the sun

these hearts don’t take comfort except in justice.

This landscape is merciless like silence

it hugs its fiery rocks tightly in its bosom

it hugs tightly in the sun its orphan olive trees

and grapevines

it clenches its teeth. There is no water. Only light.

The road vanishes in light and the shadow of the fence wall

is made of steel.

Trees rivers and voices turn to marble

in the sun’s whitewash.

The root stumbles on the marble. The dusty

bulrush.

The mule and the rock. They all pant. There is

no water.

They’ve all been thirsty for years and years. They all

chew one bite of sky over their bitterness.

Their eyes are red for lack of sleep

a deep wrinkle is wedged between their eyebrows

like a cypress between two mountains

at sundown

their hands are glued to their rifles

their rifles are extensions of their hands

their hands extensions of their souls –

they have anger on their lips

and grief deep within their eyes

like a star in a pothole of salt.

When they clasp a hand the sun is certain

of the world

when they smile a small swallow flies away from

their rough beards

when they sleep twelve stars fall from their

empty pockets

when they are killed life follows the uphill with

flags and drums.

For so many years they’ve all starved they’ve all thirsted

they’ve all been killed

besieged by land and sea

sweltering has devoured their fields and salinity has

drenched their homes

wind pushed down their doors and the few lilac shrubs

of the plaza

death goes in and out the holes of their overcoats

their tongues are astringent like cypress cones

their dogs died wrapped in their own shadows

the rain pounds on their bones.

Petrified on their battlements they smoke

the cow dung and during the night

they keep watch on the furious pelagos where

the broken mast of the moon sank.

The bread running out the ammunition spent

now they load their cannons with only their

hearts.

So many years besieged by land

and sea

they are all hungry they are all killed and yet

nobody died –

on their battlements their eyes shine

a large flag a great conflagration

totally red

and every dawn thousands of doves fly out

from their hands

to the four gates of the horizon

 

Yannis Ritsos-Poems, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, Vancouver, BC, 2011

 

George Seferis-Collected Poems

George Seferis_cover

ΜΕ ΤΟΝ ΤΡΟΠΟ ΤΟΥ Γ. Σ.

(Απόσπασμα)

 

Όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει.

 

Στο Πήλιο μέσα στις καστανιές το πουκάμισο του Κενταύρου

γλιστρούσε μλεσα στα φύλλα για να τυλιχτεί στο κορμί μου

καθώς ανέβαινα την ανηφόρα κι η θάλασσα μ’ ακολουθούσε

ανεβαίνοντας κι αυτή σαν τον υδράργυρο θεμρπμέτρου

ώσπου να βρούμε τα νερά του βουνού.

Στη Σαντορίνη αγγίζοντας νησιά που βουλιάζαν

ακούγοντας να παίζει ένα σουραύλι κάπου στις αλαφρόπετρες

μου κάρφωσε το χέρι στην κουπαστή

μια σαϊτα τιναγμλενη ξαφνικά

από τα πέρατα μιας νειότης βασιλεμένης.

Στις Μυκήνες σήκωσα τις μεγάλες πέτρες και τους

θησαυρούς των Ατρειδών

και πλάγιασα μαζί τους στο ξενοδοχείο της «Ωραίας

Ελένης του Μενελάου»

χάθηκαν μόνο την αυγή που λάλησε η Κασσάνδρα

μ’ έναν κόκορα κρεμασμένο στο μαύρο λαιμό της.

Στις Σπέτσες στον Πόρο και στη Μύκονο

με χτίκιασαν οι βαρκαρόλες.

 

IN THE MANNER OF GEORGE SEFERIS

 

(Excerpt)

 

Wherever I travel Greece wounds me.

On Pelion among the chestnut trees the shirt of the Centaur

slipped through the leaves to wrap around my body

as I went up the slope and the sea behind me

also climbing like the mercury of a thermometer

until we found the water of the mountain.

On Santorini touching islands that were sinking

listening to a flute playing somewhere on the pumice-stones

my hand was nailed on the gunwale

by an arrow suddenly shot

from a faraway vanished youth.

At Mycenae I raised the great rocks and the Atreides’ treasures

and I slept with them at the hotel “Menelaus’ Helen”

though they disappeared at dawn with Cassandra’s call

with a cock hanging from her black neck.

On Spetses, Poros and Mykonos

the barcaroles made me sick.

 

GEORGE SEFERIS-COLLECTED POEMS, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, 2012

 

www.manolisaligizakis.com

SECOND ADVENT OF ZEUS-REVIEW

merging dimensions cover

ΔΕΥΤΕΡΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΔΙΑ — ΚΡΙΤΙΚΗ

 

~João da Penha

 

ΠΟΙΗΤΗΣ, ΤΟΥ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΥ

 

Αν πάρουμε σαν παράδειγμα το τραγούδι του Frank Sinatra που λέει ότι, όλοι τραγουδούν αλλά μόνον δέκα με δώδεκα τραγουδιστές υπάρχουν, μπορούμε να πούμε ότι μόνο τόσοι λίγοι αληθινοί ποιητές υπάρχουν στον κόσμο — εδώ και παντού, ποιητές του χθές ή σημερνοί. Κι υποπτεύομαι ότι δεν θα υπάρξουν ποτέ πολλοί ή τουλάχιστον δεν θα υπάρξουν πολλοί εξαιρετικοί. Κι είμαι σίγουρος πως δεν θα υπάρξουν τόσοι πολλοί όσα τα βιβλία ποίησης που εκδίδονται και προωθούνται από οικονομικά ισχυρούς φορείς και με τίτλους που είναι μόνο για να εντυπωσιάσουν. Συναντούμε πολλές ποιητικές εξαασκήσεις κάνουν ακριβώς αυτό: μιαν εξάσκηση ή φαντάζονται ότι κάνουν. Αλλά εκείνοι που γράφουν εξαιρετική ποίηση είναι λίγοι από λίγους χαρισματικούς που ανήκουν σε μια ξεχωριστή κλάση ανθρώπων.

 

Ο Schiller είπε ότι δεν αρκεί να γράψει κανείς καλούς στίχους για να αυτοονομαστεί ποιητής γιατί ο καθένας κι απανταχού μπορεί να γράψει μερικούς στίχους αλλά αυτοί που γράφουν εξαιρετική ποίηση είναι πολύ λίγοι όπως ανέφερα πιο πάνω. Μόνον η μικρή αυτή κλάση ανθρώπων έχει το χάρτη του μονοπατιού. Κι όσοι το έχουν και γνωρίζουν πώς να το διαβάζουν, και ξέρουν πώς να το εξηγούν, αυτοί μόνο ηγούνται και οδηγούν όλους τους άλλους, όλους μας εννοώ, που αποτελούμε την ομάδα των δημιουργών-ποιητών, προς τον τόπο της ποίησης, κι αν είμαστε ευαίσθητοι στα των Μουσών θα καταλάβουμε. Οι υπόλοιποι θα κάνουν απλά τουρισμό.

 

Ο Eric Ponty, που μετέφρασε το βιβλίο ποίησης του Μανώλη Αλυγιζάκη στην Πορτογαλική γλώσσα, έχει το χάρτη του μονοπατιού γιατί είναι ο ίδιος ένας αυθεντικός ποιητής κι η ωριμότητά του είναι ολοφάνερη, όπως μας υπογραμίζει η έκδοση του “Retirement Boy Goes to the Circus in Brodowski” (Εκδόσεις Μούσα, Σάο Πάολο, Βραζιλία, 2003).

 

Στο βιβλίο του Μανώλη Αλυγιζάκη, ΔΕΥΤΕΡΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΔΙΑ που μετέφρασε ο Eric Ponty και συγκεκριμένα στο ποίημα, ΑΠΟΛΛΩΝΑΣ,

 

ΑΠΟΛΛΩΝΑΣ

 

Στον ήλιο του Απόλλωνα μεγάλωσα

 

λεπτά εκφραστικά

μόνος στα σκοτεινά

πρoτού τα μάτια ανοίξω

είχα για συνοδία

το νόμο της αποτυχίας

 

που εγεννήθηκα τυφλός

μ’ είπαν κι αιρετικό

μια επανάσταση στη γέννησή της

πριν καν μια λέξη να ειπώ

κλάμα λυπητερό ή πόνου

 

συγκέντρωσα όλη τη δύναμή μου

το ραντεβού μου με το θάνατο εταχτοποίησα

ώρες πριν γεννηθώ

στα χέρια της μητέρας

νιογένητη γιορτή

λάθος επιτρεπταίο

 

δυο πόδια για να περπατώ

μία καρδιά

για να αισθάνομαι

κι άλλα ανθρώπινα

μεγαλοσύνης σύσσημα

 

Η ανάπτυξη του ποιήματος αυτού αποδεικνύει ότι ο χώρος του ποιητή δεν υποκλείνεται μπροστά σε καθορισμένους λεκτικούς και κανόνες αλληλουχίας που κυβερνούν τον κόσμο της εμπειρίας (τίποτα δεν είναι πιο πραγματικό απ’ το τίποτα, είπε ο Δημόκριτος) κι οι ποιητές το γνωρίζουν αυτό καλά. Γι’ αυτό ακριβώς υπάρχει και το ειδικό λογικό. Ειδικό αλλά όχι αμφισβηταίο ή αυθαίρετο. Ειδικό γιατί οι ποιητές κατέχουν το “κλειδί του βασιλείου”.

 

Ο Croce και ο Vossler, τώρα που το θυμήθηκα, πολέμισαν ένα γύρω στη φράση Η Στρογγυλή Τράπεζα είναι τετράγωνη και για τον Ιταλό αναλυτή η φράση αυτή δηλώνει ότι δεν υπάρχει καθόλου λογική έννοια, ενώ ο Γερμανός αναλυτής έλαβε τη φράση αυτή σαν αληθινή, από αισθητική και γραμματολογική άποψη αδιαφορώντας για το λογικά αδύνατο. Ο Vossler κι “άλλοι πολλοί πριν και μετά απ’ αυτόν κατάλαβαν ότι οι ποιητές είναι ο μόνοι που δημιουργούν την πραγματικότητα. Στην κυριολεξία οι ποιητές δημιουργούν κόσμους όπως στα ποιήματα του Μανώλη Αλυγιζάκη που μετέφρασε ο Eric Ponty, μουσικός αλλά και ποιητής, που ακολουθούν τη συμβουλή του Wagner ότι ο ποιητής τονώνει το αντιληπτό του ανθρώπου και τον οδηγεί στο να κάνει νέους συνδυασμούς του αντιληπτέου έχοντας σαν οδηγό την αισθητική του αντίληψη.

 

Αν, όπως μας λέει ο Eric Ponty σ’ ένα απ’ τα ποιήματα αυτά,

 

στα χέρια της μητέρας

νιογένητη γιορτή

λάθος επιτρεπταίο

δυο πόδια για να περπατώ

 

είναι εξ ίσου αληθινό και πρέπει πάντα να δίνουμε προσοχή στο τί μας λένε οι ποιητές (λίγοι εξηγούν τις λέξεις καλύτερα απ’ τους ποιητές, γείτονες των φιλοσόφων). Ο Eric Ponty, στο απόγειο της δημιουργικής του καρριέρας, μας λέει και μας υπογραμμίζει πολλά αφού η μετάφραση των ποιημάτων ΔΕΥΤΕΡΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΔΙΑ του Κρητικού-Καναδού ποιητή, συγγραφέα και μεταφραστή Μανώλη Αλυγιζάκη δεν είναι τίποτε άλλο από ένα ποιητικό αριστούργημα.

 

“…για τη συνεχή του αντανάκλαση-ενδοσκόπηση και λυρική φωνή και τον τρόπο που βλέπει την ύπαρξη όχι σαν ένα στείρο αντικείμενο, αλλά σαν ένα σύνθετο δυναμικό που έχει τη δική του εξαιρετική και ιδιόμορφη εικόνα του αληθινού…” όπως μας λέει ο ποιητής-κριτικός Ηλίας Τουρτίδης, είναι αναγκαίο να δώσουμε προσοχή στη φωνή του Μανώλη Αλυγιζάκη μέσω της μετάφρασης του Eric Ponty που είναι ένας ταλαντούχος σημερνός ποιητής.

 

 

~ João da Penha, δημοσιογράφος, συνταξιούχος καθηγητής, που έχει συναργαστεί με πάμπολλα λογοτεχνικά περιοδικά κι εφημερίδες. Επίσης συγγραφέας πολλών βιβλίων όπως των What Is Existentialism (Brasiliense, 2011, 17. ed.) And Philosophical Periods (Ática 2000, 4. ed.). Έχει μεταφράσει για λογοτεχνικά περιοδικά κι εφημερίδες ποίηση των Ρώσων  Sierguêi Iessiênin and Alieksandr Blok και διηγήμτα των José María Argüedas, Júlio Cortázar and Gabriel García Márquez, που εκδόθηκανστη λατινική Αμερική.

 

 

 

SECOND ASDVENT OF ZEUS REVIEW

By João da Penha

 

 

POET, OF FACT.

 

 

Singing, everyone sings, but singers only about ten or twelve.

 

The boutade, they say, is by Frank Sinatra, whose remarkable vocal skills – it seems to me – have not been contested to this day.

To paraphrase the song of the great American singer, it can be said that there are not so many poets like this in the world – here and elsewhere, yesterday and today. I suspect that there will never be many poets, or at least many great poets. At least, I am convinced, not as many as the growing number of edited collections suggest, by marketing strategy arts, just under hyperbolic titles. Many poetic exercise exercises it, or imagine exercising it. But to make great poetry is grace granted to a minority; to a caste of elect, therefore.

Schiller, by the way, has already warned that it is not enough to create good verses so that its author considers himself a poet. Now, to do verses, almost everyone, at some point in life, has already done. To make POETRY, however, is the road traveled by the minority referred to above. Only she, this chosen caste, has the map of the trail. Whoever holds it, who knows how to read it, interprets its coordinates, leads the others, that is, all of us, who have formed this majority, as creators, of the poetic territory, only by traveling, if sensitive to the Muses, as travelers. For the senseless, the tour of this territory will be nothing more than mere tourism.

Eric Ponty has the map of the trail. He is an authentic poet. Maturity is everything, the supreme bard in the “King Lear” told us. Poet, owner of his craft, poet who reached the full domain of poetic making.

His poetic virtuosity, Ponty has already shown and demonstrated in the magnificent “Retirement Boy Goes to the Circus in Brodowski” (Musa Publishing House, São Paulo, 2003.) In this book with its translation, our poet only makes it reaffirmed. For example when translating this stanza of Manolis’ poem Apollo, which reminds us of Paul Valéry’s Socratic prose in Eupalinos Lame et la Danse Dialogue De L arbre:

 

APOLLO

 

And I grew under Apollo’s sun

 

minutes of expressiveness

alone in darkness and

before I opened my eyes

I was accompanied

by the law of failure

born blind and

accused of heresy

a revolution in its making

even before I could utter

a groan or a begging cry

 

I gathered all my strength

to pick a date with death

hours before I appeared

in my mother’s arms

newborn festivity

error permitted

two legs just to walk

a heart as if

to feel emotion and

other human traces

of grandeur

 

 

 

APOLO

 

E eu cresci sob o sol de Apolo

 

Minutos de expressividade

Sozinho nas trevas e

Antes de abrir os meus olhos

Eu estava acompanhado

Pela lei da bobagem

 

Nasceu cega e

Acusada de heresia

Uma conflagração na sua fazendo

Mesmo antes que eu pudesse articular

Um suspiro ou um grito a mendigar

 

Eu ajuntei toda minha força

A seleção de uma data com a morte

Horas antes eu semelhava

Nos meus braços da minha mãe

Festa de um recém-nascido

Erro admitido

As duas pernas apenas a pé

Um coração como se

Sentisse à emoção e

Outros traços humanos

Da grandeza

 

This defense can be translated as the recognition that poets inhabit a province where logic does not bow down to the principles that govern the empirical world (nothing is more real than nothing, pre-Socratic Democritus preached). Poets know that. That’s why your particular logic. Particular, but not arbitrary. Particular because only they have the “kingdom key”.

Croce and Vossler, the memory comes to me now, they polemicized around the phrase: “The round table is square”. For the Italian thinker, the phrase would sum up to a total absence of meaning, illogical, while the German critic saw it as true, aesthetically and grammatically valid, caring little that logically impossible. Vossler, like so many others, before and after him, realized that the poet is the one who creates realities. Poets are creators of worlds. Therefore, in the poems translated by Eric Ponty, a musician, as well as a poet, he follows the Wagnerian advice that the poet does nothing but stimulate the understanding, leading the reader to make new combinations on the subject already known by means of sensory perception.

If, as Ponty tells us in one of the translated poems, “In My Mother’s Arms /newborn festivity / error permitted / two legs just to walk” it is equally true that we should listen to what poets have to say (few decipher the world better than poets, neighbors to philosophers). Eric Ponty, at the height of his creative force, has much to tell us through these translations as he did with Manolis-a Canadian Greek poet who’s credit is The Second Advent of Zeus a masterful piece.

 

“…for his sustained reflection, for a lyrical voice, and an invitation to see life not as a barren subject, but as a complex dynamic that has its own extraordinary design and imago of truth” as Ilya Tourtidis tells us, it is urgent that we listen to Manolis’ voice through the translation of the poet-translator Ponty, one of the most talented of his time.

 

 

 

João da Penha, a journalist and retired professor, collaborated in cultural publications such as Encounters with Brazilian Civilization, Cult and Tempo Brasileiro. Author, among other books, of What Is Existentialism (Brasiliense, 2011, 17. ed.) And Philosophical Periods (Ática 2000, 4. ed.), Translated for magazines and newspapers poems by Russians Sierguêi Iessiênin and Alieksandr Blok, and short stories By José María Argüedas, Júlio Cortázar and Gabriel García Márquez, published in The first short stories of ten masters of Latin American narrative (Paz e Terra, 1978). How to read Wittgenstein. São Paulo: Paulus, 2013.

 

 

Karyotakis – Polydouri/the Tragic Love Story

 

KARIOTAKIS_POLYDOURI_cover_Oct31.indd

ΚΥΡΙΑΚΗ

Ο ήλιος ψηλότερα θ’ ανέβει
σήμερα πού `ναι Κυριακή.
Φυσάει το αγέρι και σαλεύει
μια θημωνιὰ στο λόφο εκεῖ.

Τα γιορτινὰ θα βάλουν, κι όλοι
θα ῾χουν ανάλαφρη καρδιά:
κοίτα στο δρόμο τα παιδιά,
κοίταξε τ᾿ άνθη στο περβόλι.

Τώρα καμπάνες που χτυπάνε
είναι ο θεὸς αληθινός.
Πέρα τα σύννεφα σκορπάνε
και μεγαλώνει ο ουρανός.

Άσε τον κόσμο στη χαρά του
κι έλα, ψυχή μου, να σου πω,
σαν τραγουδάκι χαρωπό,
ένα τραγούδι του θανάτου

 

 

SUNDAY

 

The sun will climb higher

today, since it’s Sunday.

The breeze flows and the stack

of the shrub stirs over that hill.

 

They’ll all dress festive cloths

and shall keep a light heart

look at the children in the street

look at the flowers in the orchard.

 

Now that the bells are chiming

god must be true

the clouds are blown far away

the sky becomes immense.

 

Oh leave the world in its joy

and come close to me, my soul,

a joyous song I shall sing

for you: the song of death.

 

 

 

KARYOTAKIS-POLYDOURI//THE TRAGIC LOVE STORY, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, 2016

 

The Medusa Glance

Medusa

 

ΠΡΟΕΚΛΟΓΙΚΗ ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ

 

 

Η προεκλογική εκστρατεία καλύφθηκε άψογα

είπε με στεγνή φωνή

η ξανθιά παρουσιάστρια ειδήσεων

και μετακινήθηκε άβολα στην καρέκλα της

 

αποτελέσματα του τελευταίου ντιμπέϊτ

ποιος βγήκε νικητής

ποιος πρέπει να σταλεί στο Καθαρκτήριο

 

κωμωδία σφαλόντων παπαγάλων

επαναλαμβάνουν αριθμούς

 

η συγκέντρωση του κόμματος ήταν στημένη

 

είπε απολογητικά

 

κι έλουσε τους τηλεθεατές

στην ψυχρολουσία της πραγματικότητας

 

άλλη μια δόση παραπληροφόρησης

των τηλεθεατών

του πιο καλοπληροφορημένου

κράτους στον κόσμο

 

 

 

PRESIDENTIAL CAMPAIGN

 

 

Well covered presidential campaign

she said with a dry voice

 

blonde media anchor

stirred uncomfortably

 

latest debate results

of who won, who’s condemned

to Purgatory

Comedy of Erring parrots

repeating numbers

 

rigged convention —

 

she said apologetically

 

baptizing the viewers in the cold

water of reality

 

news cast misinformed

the viewers of their collective

fortune to be citizens of the most

well informed nation on earth

 

FEUILLES D’AUTOMNE

couv_manolis_front

AUTUMN LEAVES REVIEW

 

(English translation of the foreword of “Feuilles d’Automne” by Károly Sándor Pallai, published in Paris by the Éditions du Cygne in 2017)

 

http://www.editionsducygne.com

 

With images spanning from worldliness to metaphysical depths inscribed on these autumn leaves, Manolis offers us a dynamic reinterpretation of the conventional relations, a reframed point of view of our inner universe, of the spirit’s gleaming and of the fluctuation between loss and contention constantly renewing itself and ceaselessly surprising and startling us, thereby outlining the nuanced philosophical portrait of the author. This collection of poems is a textual etching of the poet, a polyphony of lived experiences, impressions, sensations and forebodings. Manolis phrases the essence of his study of ethos and the interpersonal world by probing into the unexplored profundity of human nature, behavior and world of thought. He imposes on himself the daunting task to declare war upon the stumbling and inaccuracy of conventional usage in order to bring to light and to fullness the vibrations of the other world filtering through the crevices of existence.

Breeze, heavenly songs and birds sketch out the flowing dynamics of obscurity and brightness. People transubstantiate in songs and harmonies in order to presage the accomplishment and apogee of the poem and to anticipate the emergence of the aspiration to reach the “endless perfection”, “Eros” and “orgasm” in every sense of the word. The author pursues his quest all the way to the sources of life. The poet, “companion of the infinite”, studies the cracks of existence and erects a textual monument dedicated to the wandering of men who learn to decipher the signs and symbols of the physical and transcendental world, to read the universe by means of the “scent of a red rose”, of “the bird’s first flutter”, “in the wrath of the tempest”, in the rays of sunlight, in the architecture and the psalms of the body and in the flesh of a woman. This collection of poems is woven by the interpenetration of several semantic dimensions: the inter- and intrapersonal axis, nature and love. These texts emphasize the value of the relational dimension of existence. The figures, who compose the verses and who are lost in the “north wind” and in the complexities of the poet’s world, who walk “in the ancestors’ footsteps”, are scattered in archipelagic constellations. Manolis manages with great mastery to postulate as a guiding thread and a central dialectic principle the dream of fullness, the study of the anatomy of hope and sexual desire. The poems unfold in the vital intimacy of nature, eroticism and the transcendental. A character starts to take shape from a sequence of a set of narratives, the figure of a man who constitutes himself by his own narrative activity, by amplifying the voice of his singularity, by contemplating and analyzing the transparency and opacity of his being or by closing on and withdrawing within himself. He conjugates his bonds to the world, giving free rein to the effusions of the text which are at the source of the genesis and complexity of the world and which gravitate around the auto-referential enunciations and around the core of the lyrical subject.

We can discern a voluntary inconsistency at the level of the outlines of identity taking shape in this poetry which is deeply anchored in the memory and in the emotional contents of lived experience. The outlined images form nomad identities permanently engaged in a dynamics of balancing and movement, characterized by far-reaching embranchment and bifurcations and operating against monolithic blocs. The inaccessible, the inexplicable and the ineluctable are the notions and images which mark and characterize the unfolding and the consummation of the poet’s universe in the “orange dusk” of the texts and sensations as they keep lingering like a delicious fragrance which imbues our skin and oozes into our pores. The conscious reflexivity of the author and the complex web of references emphasize the irreducible and inalienable singularity which emerges and unfolds from the verses: the lyrical subject is nurtured by the singularizing effect of the textual flow, by the organization and subjective presentation of lived experience. The oscillation between the semantic axes, the subjects and the diverse methods of approach is deliberate and skillfully worked since it is by means of this fluctuation that the text becomes saturated with a swirling dynamics and transforms the poems into “uncommitted weathervanes” displaying a wide array of nuances and reflections, all the transitions of a color gradient.

The forces of fate appear as well and move into action in order to trace out the limits and to punctuate the traces of remembrance and of productive imagination. The creative intention is audacious and the assembling of heterogeneous and apparently incompatible tesserae shows a great aptitude for awareness and initiative. Manolis rearranges the fragments, the polychrome pieces of his micro-realities and exploded pictures into a totality in order to give consistency to this collection of poems which aspires to nothing less than to comprehend and grasp the essence of life itself. The “drops of the first autumn rain” purify the “crevasses of the mind”, enabling a certain kind of lucidity, a clear-sightedness in order to grant access to a repository of unfulfilled dreams and unsatisfied longings.

Instead of describing the cleavage between the palpability of the material and the intangible nature of the phenomenal and the metaphysical, the poet situates the key poetic challenge of the book in the entanglement of the corporeal, erotic, emotional, spiritual and philosophical axes. That’s where the ego and the identity of the poet expand and enact themselves, where the synthesis of the elements of the essence of life and of the world, of the projection of infinity and of the heterogeneous elements of the identity is achieved. The ego seizes its unity in the multiplicity of feelings, sensations, impressions and images. “Terpsichore’s dance”, a “bloomed rose”, an “olive grove”, the “moist autumn fragrance”, a “canticle” and “the mind’s serenity” are some of the most important unities of construction through which the lyrical subject filters the world and constructs itself in its integrity and in the polyphony of its being.

The portraits, the still lives of everyday scenes become embedded in the poetic vision as an integral part of the objective of the hermeneutics of the self. The subject seeking and discovering itself in the succession and stratification of the verses, images and topoi opens up by narration and remembrance diverse layers which overlap and interpenetrate each other. The quest and the writing of the self are inscribed in the plural semantics of the poems, in a wide variety of the horizons of alterity and in the protean search for the profound values of life. The texts appear as silver gelatin prints, the mystical transcriptions of reality where “light conspires with the wind to craft the soundless poem”.

This poetic universe of being is written at the crossroads of internal and external experiences, of memories of lived experience and of sensations of the self and of the others, of the universe of singularity and the horizon of collectivity. In the poetry of Manolis, the texts, ideas, impressions and sensations become “an instrument of serenity, a song and rhythm” and define the “contours of totality”, of “a fragile cosmos filled with passion, hopes and dreams”. But the poems are also “stigmata and other human scars engraved in the skin” which, by the intensity of their presence and by their “close proximity”, reopen the wounds, touch tender spots and evoke moments of happiness and pleasure that remain forever engraved in our memory. We are thereby witness to the reinterpretation, transubstantiation and apotheosis of everyday scenes of life which, due to the unique colors and vibrations of the author’s voice, become imbued with light, increase in scale and importance and become the cornerstones of a poetry which seeks to embrace, incorporate and absorb life with all its possible facets and nuances.

 

~Karoly Sandor Pallai

Cloe and Alexandra//translated by Manolis Aligizakis

cloe-and-alexandra_cover_aug265

ΙΕΡΗ ΠΕΤΡΑ

 

«Κι αν τώρα πέθαινα», είπε αυτός

δεν θάνιωθα ποτέ πιο ζωντανός».

Τα πόδια τους βαθιά στο Λιβυκό

αρχές χειμώνα καλοκαίρι

ήλιος με ξανθές βεντάλιες βλεφαρίδες

τους δρόσιζε στον ουρανό,

μια γριούλα τους φίλεψε ρακή,

η δική της είχε μέσα ροδόνερο και μέλι

«για να γλυκαθείς» της είπε

και γέλασε ένα γέλιο χωρίς δόντια.

 

Γιατί το τέλος

είναι πάντοτε κρυμμένο

στην ίδια του την τελειότητα.

 

 HOLY ROCK

He said, ‘if I die right now

I would have never felt more alive’

Their feet deep in the Lybian Sea

beginning winter-summer

sun with blond fans of eyelids

freshened them up in the sky,

an old woman offered them raki

hers had some honey and rosewater

‘to sweeten you up’ he said

and laughed a toothless laugh.

 

Because the end

is always hidden

in its own perfection.

Cloe and Alexandra, Translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, 2013

www.manolisaligizakis.com

 

 

 

 

Yannis Ritsos

ritsos front cover

ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΣΗ

(Ένας ποιητής μιλάει σ’ έναν ποιητή τού μέλλοντος)

Άν δεν ήξερα πως εσύ θα μ’ ακούσεις μια μέρα
δε θάχα πια τί να πω, δε θα μπορούσα να μιλήσω,
κ’ η αράχνη που μας δίδαξε την κάθετη άνοδο
στο γυμνό τοίχο, θα στάθμευε στο στόμα μου
σπρώχνοντας ίσα μέσα στο λαιμό μου
τα τρία μαύρα κουμπιά του σακκακιού μου
και τ’ άλλα τα λευκά απ’ τις πουκαμίσες των νεκρών.
DISPATCH

(A poet speaks to a future poet)

If I didn’t know that you would listen to me one day
I wouldn’t have anything to say, I couldn’t talk,
and the spider who taught us the vertical ascend
on the bare wall, would have stopped in my mouth
pushing straight inside my larynx
the three black buttons of my coat
and the others the white ones from the nightshirts of the dead.

~Γιάννη Ρίτσου-ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Yannis Ritsos-Poems/translated by Manolis Aligizakis
http://www.authormanolis.wordpress.com
http://www.ekstasiseditions.com
http://www.libroslibertad.ca

Tasos Livaditis//Τάσος Λειβαδίτης

Tasos Livaditis_Vanilla

ΚΑΤΩ απ’ το μανδύα ενός άλλου πηγαίνουμε, που προχωράει
σιωπηλός, δίχως όνομα, ίσως γι’ αυτό και πιο αληθινός, κι όταν
σηκώνουμε το κύπελλο, είναι κι εκείνο μες στο μυστικό και δεν
ξεδιψάμε, γιατι η πρόνοια μας θέλει βιαστικούς, ολομόναχους μες
στην υπόσχεση, σαν τα χωράφια που πηγαίνουν σκεπασμένα το
φθινόπωρο, και μόνον όποιος φεύγει ξαναβρήκε την πατρίδα, αφού
κάθε μας λέξη εδώ μια πόρτα σφαλά εκεί ή ένα παράθυρο, κι αυτό
που έρχεται σαν σκόνη ή σαν σφάλμα κάθεται πάνω στο τραπέζι.
Όμως τα βράδια, ο οποιοσδήποτε είναι ένα πρόσωπο προορι-
σμένο.

WE WALK under the heavy coat of someone else who walks on
silently, who has no name, perhaps for this he’s truer to himself and
when we raise the cup it also hides in the secret so we don’t quench
our thirst because providence wants us to be fast, lonely, inside
the promise like the fields that in the fall go covered and only one
who leaves rediscovers his motherland since our every word shuts
a door here or a window there and what comes as dust or mistake sits
on the table.
However at night anybody can be the destined person.

~Τάσου Λειβαδίτη-Εκλεγμένα Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Tasos Livaditis-Selected Poems/Translated by Manolis Aligizakis
http://www.libroslibertad.ca
http://www.authormanolis.wordpress.com