Yannis Ritsos

ritsos front cover


(Ένας ποιητής μιλάει σ’ έναν ποιητή τού μέλλοντος)

Άν δεν ήξερα πως εσύ θα μ’ ακούσεις μια μέρα
δε θάχα πια τί να πω, δε θα μπορούσα να μιλήσω,
κ’ η αράχνη που μας δίδαξε την κάθετη άνοδο
στο γυμνό τοίχο, θα στάθμευε στο στόμα μου
σπρώχνοντας ίσα μέσα στο λαιμό μου
τα τρία μαύρα κουμπιά του σακκακιού μου
και τ’ άλλα τα λευκά απ’ τις πουκαμίσες των νεκρών.

(A poet speaks to a future poet)

If I didn’t know that you would listen to me one day
I wouldn’t have anything to say, I couldn’t talk,
and the spider who taught us the vertical ascend
on the bare wall, would have stopped in my mouth
pushing straight inside my larynx
the three black buttons of my coat
and the others the white ones from the nightshirts of the dead.

~Γιάννη Ρίτσου-ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Yannis Ritsos-Poems/translated by Manolis Aligizakis

Tasos Livaditis//Τάσος Λειβαδίτης

Tasos Livaditis_Vanilla

ΚΑΤΩ απ’ το μανδύα ενός άλλου πηγαίνουμε, που προχωράει
σιωπηλός, δίχως όνομα, ίσως γι’ αυτό και πιο αληθινός, κι όταν
σηκώνουμε το κύπελλο, είναι κι εκείνο μες στο μυστικό και δεν
ξεδιψάμε, γιατι η πρόνοια μας θέλει βιαστικούς, ολομόναχους μες
στην υπόσχεση, σαν τα χωράφια που πηγαίνουν σκεπασμένα το
φθινόπωρο, και μόνον όποιος φεύγει ξαναβρήκε την πατρίδα, αφού
κάθε μας λέξη εδώ μια πόρτα σφαλά εκεί ή ένα παράθυρο, κι αυτό
που έρχεται σαν σκόνη ή σαν σφάλμα κάθεται πάνω στο τραπέζι.
Όμως τα βράδια, ο οποιοσδήποτε είναι ένα πρόσωπο προορι-

WE WALK under the heavy coat of someone else who walks on
silently, who has no name, perhaps for this he’s truer to himself and
when we raise the cup it also hides in the secret so we don’t quench
our thirst because providence wants us to be fast, lonely, inside
the promise like the fields that in the fall go covered and only one
who leaves rediscovers his motherland since our every word shuts
a door here or a window there and what comes as dust or mistake sits
on the table.
However at night anybody can be the destined person.

~Τάσου Λειβαδίτη-Εκλεγμένα Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Tasos Livaditis-Selected Poems/Translated by Manolis Aligizakis


cavafy copy


Τί συμφορά, ενώ είσαι καμωμένος
για τα ωραία και μεγάλα έργα
η άδικη αυτή σου η τύχη πάντα
ενθάρρυνσι κ επιτυχία να σε αρνείται
να σ’ εμποδίζουν ευτελείς συνήθειες
και μικροπρέπειες, κι αδιαφορίες.
Και τί φρικτή η μέρα που ενδίδεις
(η μέρα που αφέθηκες κ’ ενδίδεις)
και φεύγεις οδοιπόρος για τα Σούσα,
και πιαίνεις στον μονάρχη Αρταξέρξη
που ευνοϊκά σε βάζει στην αυλή του,
και σε προσφέρει σατραπείες και τέτοια.
Και συ τα δέχεσαι με απελπισία
αυτά τα πράγματα που δεν τα θέλεις.
Άλλα ζητεί η ψυχή σου, γι’ άλλα κλαίει
τον έπαινο του Δήμου και των Σοφιστών
τα δύσκολα και τ’ ανεκτίμητα Εύγε
την Αγορά, το Θέατρο, και τους Στεφάνους.
Αυτά που θα στα δώσει ο Αρταξέρξης,
αυτά που θα τα βρεις στη σατραπεία
και τί ζωή χωρίς αυτά θα κάμεις.

How unfortunate though you are made
for great and beautiful deeds
your unjust fate always denies you
encouragement and success;
worthless habits, pettiness
and indifference distract you.
And what a horrible day when you give in
(the day you let yourself give in)
and you set out on the road to Susa
and you approach the monarch Artaxerxes
who favors you with a place at his court
and offers you satrapies and such.
And you accept them in despair
these things that you don’t want.
Your soul craves other things, yearns for other things:
the praise of the people and the sophists,
that difficult and priceless “Well Done”;
the Agora, the Theater, and the Laurels.
Will Artaxerxes give you these things?
Can your Satrapy provide them?
And what sort of life will you live without them?

~Κωνσταντίνου Καβάφη-Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~C. P. Cavafy-Poems/translated by Manolis Aligizakis


cavafy copy

Έχασε τήν παληά του ορμή, τό θάρρος του.
Τού κουρασμένου σώματός του, τού άρρωστου

σχεδόν, θάχει κυρίως τήν φροντίδα. Κι’ ο επίλοιπος
βίος του θά διέλθει αμέριμνος. Αυτά ο Φίλιππος

τουλάχιστον διατείνεται. Απόψι κύβους παίζει
έχει όρεξι νά διασκεδάσει. Στό τραπέζι

βάλτε πολλά τριαντάφυλλα. Τί άν στήν Μαγνησία
ο Αντίοχος κατεστράφηκε. Λένε πανωλεθρία

έπεσ’ επάνω στού λαμπρού στρατεύματος τά πλήθια.
Μπορεί νά τά μεγαλώσαν όλα δέν θάναι αλήθεια.

Είθε. Γιατί αγκαλά κ’ εχθρός, ήσανε μιά φυλή.
Όμως ένα «είθε» είν’ αρκετό. Ίσως κιόλας πολύ.

Ο Φίλιππος τήν εορτή βέβαια δέν θ’ αναβάλει.
Όσο κι άν στάθηκε τού βίου του η κόπωσις μεγάλη

ένα καλό διατήρησεν, η μνήμη διόλου δέν τού λείπει.
Θυμάται πόσο στήν Συρία θρήνησαν τί είδος λύπη

είχαν, σάν έγινε σκουπίδι η μάνα των Μακεδονία.—
Ν’ αρχίσει τό τραπέζι. Δούλοι τούς αυλούς, τή φωταψία.

He’s lost his old ardor, his courage.
His body, nearly ill with fatigue,

will be his only concern now. And the rest
of his life will go by without any worry. This

at least is what Philip contends. Tonight he plays
at dice to amuse himself, loads the table

with roses. What if Antiochos was destroyed
at Magnesia? They say complete carnage

crushed the ranks of his brilliant army. Perhaps
those claims were stretched a bit. Perhaps they are not all true.

Let us hope. Because, although enemies, they belong to our race.
However, one “perhaps” is enough. Maybe too much.

But of course Philip will not postpone the feast.
No matter how great the weariness of his life,

one good thing remains: his memory has not left him.
He remembers how much they mourned in Syria, that charade

of sorrow, when their Mother Macedonia fell to dust.—
Let the feast begin. Servants: the flutes, the lights!





Τάσος Λειβαδίτης//Tasos Livaditis

Tasos Livaditis_Vanilla



Ή μάλλον γιά νά `μαι πιο συγκεκριμένος όλα ξεκίνησαν απ’
αυτό το ρολόι, ένα ρολόι ηλίθιο και φαλακρό, εγώ τί έφταιξα —
απλώς καθόμουν τ’ απογεύματα ήσυχος στον καναπέ κι έτρωγα
τις θείες μου σε νεαρή ηλικία, αλλά μια μια, για να μη φανεί απότομα
η γύμνια του τοίχου ή μια φορά στο δρόμο έφτυσα αίμα, τόσο η
πόλη ήταν ακαλαίσθητη
και μόνον η έλλειψη κάθε ενδιαφέροντος για τους άλλους είναι
που έδωσε στη ζωή μας αυτό το ατέλειωτο βάθος.



Or perhaps to be more accurate it all started by
this clock a stupid bald headed clock, it wasn’t my fault —
every afternoon I simply sat quietly on the sofa and ate my
young unties, however but one by one so that the emptiness
of the wall wouldn’t show or another time in the street I spat
blood so much the city was inelegant
that only the lack of interest for others gave our lives
this endless depth.


~Τάσου Λειβαδίτη-Εκλεγμένα Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Tasos Livaditis-Selected Poems/Translated by Manolis Aligizakis




Φαινόταν καλαίσθητος
επιτήδειος, ποιητική συμπεριφορά

ευφραδείς συλλογισμοί
που άφησαν τους τριγύρω

πριν απομακρυνθούν

σε κανένα δεν άρεσε
να μοιάζει μ’ ανεκπαίδευτο
αγροίκο μπρος στο δημαγωγό
που έπειθε ακόμα
και το διάβολο να βάλει φόρεμα

κι ο καλλιτέχνης συνέχισε την ομιλία
για το συγκεκριμένο πίνακα
αόρατο στα μάτια των τριγύρω
που ύψωσαν τα φρύδια τους

και ξάφνου ένιωσαν παντογνώστες
αρμοστοί να `ναι σιμά στον καλλιτέχνη


He looked elegant
artiste, poetic body language

eloquent syllogisms
left people around
with gaping mouths

before they left him
no one liked to look

uneducated before this
demagogue talker
who could convince
the devil to wear dress

artistic man kept talking
about a painting
invisible to the men around
who raised their eyebrows

suddenly feeling knowledgeable
suitable to be in his proximity


Tasos Livaditis//Τάσος Λειβαδίτης

Tasos Livaditis_Vanilla

ΟΙ ΜΕΡΕΣ είχαν αρχίσει να μεγαλώνουν, όταν ήρθαν αυτοί που
ξέρουν να περιμένουν
σαν την παρθενία, οι γυναίκες ταράχτηκαν κι έγειραν άξαφνα
όπως η υπομονή μες στον πολύν καιρό, εμείς ακουμπισμένοι στ’
κοιτάζαμε τήν πόλη ερημωμένη, κι ά, τί φριχτές σκηνές από πα-
νάρχαια γεγονότα,
κι όταν, στο γέρμα του ήλιου εκείνοι ξανάφυγαν και τα γαβγίσμα-
τα των σκυλιών
όλο και πιο πολύ μεγάλωναν την απόσταση, δεν έμεινε
παρά το μοναχικό άστρο κι η μυρουδιά που είχε το άχυρο
στην παιδική ηλικία.
THE DAYS had become longer when the ones who know how
to wait arrived
like virginity, women stirred and suddenly stooped
like patience in the infinity of time and we bowed over
the anvils and
we gazed the deserted city and yes the horrible images coming
from ancient events
and when at sundown those people left and the barking
of dogs
slowly made the distance longer only the lone star was left
and the odor of hay emitted from our childhood years.
~Τάσου Λειβαδίτη-Εκλεγμένα Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Tasos Livaditis-Selected Poems/Translated by Manolis Aligizakis

Salvatore Quasimodo


In the air of lunar cedars
at the sight of gold we heard the Lion.
The earthly wail foretold.
Unveiled is the vein of corolla
on the temple that slopes to sleep
and your voice orphic and marine.

As salt from water
I issue from my heart.
The age of laurel vanishes
and the un quiet ardourγυναίκα,Δελφική,χρυσός,
and its pity without justice.

At your naked shoulder
odorous of honey
perishes exiguous
the invention of dreams.

In you I rise, o Delphic woman,
no longer human. Secret
the night of the warm moons’ rains

sleeps in your eyes:
to this quiet of skies in ruins
occurs the inexistent childhood.

In the movements of starred solitudes
to the bursting of the grains
to the will of the leaves
you will be howl of my substance.


Στον αέρα των κέδρων του φεγγαριού
στο χρυσό στεναγμό ακούσαμε το λιοντάρι.
Ο γήϊνος κλαυθμός προμαντεύτηκε.
Του στέμματος η φλέβα αποκαλύφτηκε
στον κρόταφο που γέρνει για ύπνο
κι η φωνή σου θαλασσινή και ορφική.

Σαν τ’ αλάτι απ’ τη θάλασσα
απ’ την καρδιά μου ανακοινώνω.
Η εποχή της δάφνης πέρασε
κι η ασίγαστος ενθουσιασμός
κι ο οίκτος του δίχως δικαιοσύνη.

Στον γυμνό σου ώμο
που ευωδιάζει σαν το μέλι
το ασήμαντο πεθαίνει
η εφεύρεση ονείρων.

Μέσα σου ορθώνομαι, ώ γυναίκα των Δελφών
πέραν του ανθρώπινου πια. Μυστική
η νύχτα της ζεστής φεγγαρίσιας βροχής

κοιμάται στα μάτια σου:
σ’ αυτόν τον ήρεμο ερηπωμένο ουρανό
υπάρχει η ανύπαρκτη παιδική ηλικία.

Στη κίνηση της μοναξιάς των αστεριών
ως το σκάσιμο του σταριού
και στη θέληση των φύλλων
θα γίνεις το ουρλιαχτό της ύπαρξής μου.

~Salvatore Quasimodo, translated from the English, my Manolis Aligizakis

Yannis Ritsos//Γιάννης Ρίτσος

Ritsos_front large


Ο άνεμος κουβεντιάζει μπροστά στα παράθυρα
όπως εκείνοι που πρόκειται να χωρίσουν.
Τά έπιπλα γίνονται σάν τά φτωχά κορίτσια πού μαζεύουν
τίς πεσμένες ελιές. Η βραδιά περπατάει κάτω απ’ τά λιόδεντρα
ολομόναχη, κι ο κάμπος μέ τά θερισμένα στάχυα
είναι μιά άρνηση. Τό παλιό δέρμα τού τζίτζικα
μοιάζει μ’ ένα μικρό καμπαναριό γκρεμισμένο στά ξερά χόρτα.

Έρχεται αργότερα η ψιχάλα—κυνηγάει τά σπουργίτια,
αργά τό φεγγάρι πλαγιάζει κάτου απ’ τά κυπαρίσσια
σάν τό παρατημένο αλέτρι. Ο ζευγολάτης
κοιμάται κάτου απ’ τό χώμα—
η γυναίκα του μονάχη μέ τό σκυλί καί τό λιγνό βόδι.

Τά χέρια τής σιωπής είναι παγωμένα
έτσι πού δένει κάτου απ’ τό πηγούνι της τό μαύρο τσεμπέρι της.
Όμως στό ξύλο τού αλετριού μένει τό χνάρι τού χεριού του πιό
δυνατό απ’ τό χέρι του
κι η ράχη τής καρέκλας κρατάει ζεστό τό φάρδος τής πλάτης του.

Γιά τούτα τ’ ασήμαντα πράματα—δέν ξέρω—
θέλω νά γράψω ένα μικρό τραγούδι πού νά δείχνει πώς δέν ξέρω
τίποτα γιά όλ’ αυτά, μόνο πώς είναι αυτά όπως είναι
μονάχα, καταμόναχα κι ούτε ζητάνε καμιά μεσολάβηση
ανάμεσα σ’ εκείνα καί σέ κάποιον άλλον.

The wind converses with the windows
like those who are going to separate.
The furniture becomes like the poor girls who gather
fallen olives. The evening walks under the olive trees
all alone and the field with harvested wheat
is a denial. The shed husk of the cicada
resembles a small bell-tower fallen on dry grass.

Later, the drizzle comes – it hunts the sparrows,
slowly the moon lies down under the cypresses
like the abandoned plow. The plowman
sleeps beneath the soil –
his wife alone with the dog and the thin ox.

The hands of silence are frozen
as she ties her black headscarf under her chin.
But the trace of his hand stays on the wood of the plow
more strong than his hand
and the chair’s back retains the warmth of his broad shoulder blades.

About these insignificant things – I don’t know –
I want to write a small song that will show I don’t know
anything about them, only that they are as they are
alone, completely alone and they don’t ask for any mediation
between themselves and someone else.
~Γιάννη Ρίτσου-ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Yannis Ritsos-Poems/translated by Manolis Aligizakis

Κ. Καβάφης//C. Cavafy



This much I have gazed on beauty—,
my vision is filled with it.

Contours of the body. Red lips. Sensual limbs.
Hair as if taken from Greek statues;
always beautiful, even when undone,
and falling, a bit, on the white brow.
Faces of love, as my poetry
wished them…in the nights of my early manhood,
in my nights, secretly, met…

Την εμορφιά έτσι πολύ ατένισα
που πλήρης είναι αυτής η όρασίς μου.

Γραμμές του σώματος. Κόκκινα χείλη. Μέλη ηδονικά.
Μαλλιά σαν από αγάλματα ελληνικά παρμένα
πάντα έμορφα, κι αχτένιστα σαν είναι,
και πέφτουν λίγο, επάνω στ’ άσπρα μέτωπα.
Πρόσωπα της αγάπης, όπως τάθελεν
η ποίησίς μου…μες στες νύχτες της νεότητός μου,
μέσα στες νύχτες μου, κρυφά, συναντημένα…