The Prisoner-Petros Spathis

A FOGOLY 03

A FOGOLY

My novel “Prisoner” translated into Hungarian by Karoly Csiby just published in Slovakia. Book was published in N. America with the title “Petros Spathis” (name of the main character). Title in Hungarian is ‘A Fogoly’

Το μυθιστόρημά μου “Κρατούμενος” μεταφρασμένο στην ουγγρική γλώσσα από τον Karoly Csiby εκδόθηκε στη Σλοβακία. Το μυθιστόρημα εκδόθηκε στη Β. Αμερική στα αγγλικά με τίτλο “Πέτρος Σπαθής” (όνομα του κεντρικού ήρωα) Τίτλος στην ουγγρική είναι ‘A Fogoly’

Advertisements

EROTICISM and MANOLIS ALIGIZAKIS

11753692_144624882536479_6748902548484954914_n

EROTICISM IN THE POETRY OF MANOLIS ALIGIZAKIS

The poet Manolis Aligizakis has familiarized himself with the tragedy by seeing life through the multi-faceted lens of observation and by living experiences that gave him the ability to perceive first-hand the injustice, exploitation, greediness and the various expressions of violence. Unquestionably the ugliness of this world saddens him like a wound that doesn’t heal. When he feels uncertain with himself and divided in two we find in his poetry a messianic sense that leads him to wish to change the world and make it better free of all ugliness and lawlessness. However he has no illusion that idealism, visions and civility are things easily accomplished. If great gestures and practical action retreat before the opposition, at least what one can achieve through messianic ideas is the beauty through poetry that brings harmony, enjoyment and ultimately truth.
Can Manolis channel beauty as easily as he describes it in his verse? “an old time leader/like an anointed and pious/a musical instrument of free flowing innocence/ready to speak with words that relieve the pain and free the spirit?” Yes and his main tool is his first hand experience of the power of Eros. His psychological makeup draws and transmits authenticity and felicity based on his adoration of and being adored by feminine figures sensual and provocative exposing him into an ecstatic transcendence through their lusting bodies and their devoted deep love and understanding. It’s obvious he finds his contention in being passionately in love with his beloved.
He doesn’t hide that before he was born he wanted to become “a festival song/a bird’s flutter/an evening vesper/a simple sigh/that will scar the lips of his beloved.” If he feels powerless before the inconceivable and undefined Fate, he declares a woman’s embrace invites him and he likes to give in to her passion: “obscure and vague circle/forever indeterminable/and this, the command/and this, the obedience/and this, the orgasm/ and this, the Eros/and this is you.” He feels that being favored by Eros he diffuses his fiery passion with light that fills his erotic verses. As a gallant defender of lust and sensuality and of the true emotions of love he hands down delight and exhilaration of the soul.
Idealism as well as pragmatism, messianism but also tradition in the languor of the senses, love affairs devoted to the ephemeral satisfaction and erotic drunkenness compose the variations of his vast poetic content. Having the maturity of an accomplished poet and the ability to craft evocative imagery in a personal way the poet introduces us in what constitutes the most brilliant expression of his innermost thoughts and beliefs opposite the world of his time and age.
In his book “Ubermensch” his eroticism is somewhat subdued although is part of Manolis’ imagery along with his messianism which is the main stigma Manolis introduces us to in his very first poem.
….truly we
accepted it: our God was dead. Buried him yesterday
afternoon with no songs, no paeans, nor lamentations
and we felt a lot lighter.
….while fear, I would say,
was hidden deep in our hearts.
….and in an eyrie we filled our chalice
with courage and we mailed it to the four corners of
the universe and promised never to be trapped again
in the idiocy of a system.
The Andian condor we declared heir of the flesh.
The wind and the rain we proclaimed our catharsis.
Evoe, oh, free elements, evoe.
A big part of the western philosophy since the end of Medieval Times doubted the existence of God although that doubt was subdued concealed because of the fear of the church. Only Nietzsche dared stand up and declare the death of God and in its place he proposed the Ubermensch-Superman. Manolis’ poetic vision in in his book Ubermensch is based upon this daring mind of the German philosopher. However who is Ubermensch? What values does he promote for the tormented world? These questions find their answers in this poetry collection which is a way of initiation for encouragement and exaltation. Ubermensch is the great initiate who guides man onto a long and tiring process that will free his soul from the clutches of dogmas thus hoping to contribute to his happiness. He evangelizes man’s rebirth and renewal through gaining free will which is the basis of every spiritual lifting in this earthly life, the only one we have, while the metaphysical hope of the Christian after life is negated.
Free will leads to search, doubt, continuous quest for knowledge, to the brotherhood of men for a more just and more sunlit world, fundamentally it leads to an effort to make the conditions of life better based on self- knowledge and virtue. On the other hand earthly enjoyment shouldn’t be put aside. The Apollonian spirit has to walk parallel to the Dionysian revelry. Dancing, music, poetry possess a central role in the philosophical exaltation Ubermensch proposes. He prompts us to enjoy the delightful aspect of life, to taste it with all our senses. Drunkenness through joy empowers the spirit to endure the arduous path toward philosophy and virtue.
Manolis Algizakis has no illusions that the gaining of free will and spirit is an easy path to follow, it does demand spiritual strength and as an introduction to this poetry book he declares quite clearly:
“For those who dare melt into the concept of freedom and for an infinitesimal fraction of time they can claim: freedom I am. This book is not for the faint-hearted. Dare to read.”
For this poet, the initiates and initiated, the rope walkers and the Ubermenschen resemble a tree that grows and stares the ever brilliant sun while their limbs root deep into the abyss. They have to follow this inescapable duality in order to succeed in the battle of man against the beast.
~ALEXANDRA BAKONIKA, poetess, review written for the magazine ENEKEN, Salonica-Greece, autumn 2014.
~ http://www.apostaktirio.gr
ΕΡΩΤΙΣΜΟΣ ΣΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΜΑΝΩΛΗ ΑΛΥΓΙΖΑΚΗ

Ο ποιητής Μανώλης Αλυγιζάκης έχει εισχωρήσει στην τραγικότητα της ζωής μέσα από ποικίλες, πολυσήμαντες κι έντονες εμπειρίες που του έδωσαν τη δυνατότητα να αντιληφθεί και να βιώσει από πρώτο χέρι την αδικία, την εκμετάλλευση, την απληστία, τις ποικίλες εκφάνσεις της βίας. Αναπόφευκτα η ασχήμια αυτού του κόσμου τον θλίβει σαν μια πληγή που δεν κλείνει. Όσο κι αν αισθάνεται ότι ακόμη και με τον ίδιο τον εαυτό του είναι ανασφαλής και διχασμένος, υφέρπει ένα είδος μεσσιανισμού στην ποίησή του, που σημαίνει ότι θέλει να αλλάξει τον κόσμο, να τον πλάσσει καλύτερο, απαλλαγμένο από κάθε σπίλωμα ασχήμιας και ασυδοσίας. Όμως δεν τρέφει αυταπάτες ότι τα ιδεαλιστικά οράματα είναι ευγενικές προθέσεις που δύσκολα πραγματοποιούνται . Αν οι μεγάλες χειρονομίες μέσα από σχέδια έμπρακτης δράσης οπισθοχωρούν, τουλάχιστον εκείνο που μπορεί να προσφέρει ο μεσσιανισμός του είναι η ομορφιά μέσω της τέχνης της ποίησης που φέρνει την αρμονία, την τέρψη, τη γνώση, τη σοφία και σε τελική ανάλυση την αλήθεια.
Θα αναλογιστεί κανείς αν ο ποιητής Αλυγιζάκης έχει τις δυνατότητες να διοχετεύσει ομορφιά, όπως ακριβώς το περιγράφει στους στίχους του: «σαν ηγέτης παλιάς εποχής, ως χρισμένος ευλαβής, ως μουσικό όργανο γαλήνης με τέλεια ροή αθωότητας/ έτοιμος να μιλήσει με λέξεις που απορροφούν τον πόνο κι ελευθερώνουν το πνεύμα». Οι δυνατότητές του βασίζονται στο πλούσιο μερτικό που έχει στον έρωτα. Ο ψυχισμός του αντλεί και εκπέμπει γνησιότητα κι ευδαιμονία λατρεύοντας και λατρευόμενος από γυναικείες μορφές αισθησιακές, προκλητικές, που τον εκτοξεύουν με τη λαγνεία τους αλλά και με την αφοσιωμένη αγάπη τους σε μια εκστατική υπέρβαση. Εντυπωσιάζει το γεγονός ότι ο Αλυγιζάκης βρίσκει την ολοκλήρωση του όντας ερωτευμένος παράφορα με την αγαπημένη του. Ούτε στιγμή δεν κρύβει ότι πριν καν γεννηθεί, ο προορισμός του ήταν να γίνει «τραγούδι του πανηγυριού, πουλιού πέταγμα, εσπερινής ακολουθίας ύμνος, απλός αναστεναγμός, που θα βάψει τα χείλη της αγαπημένης του». Αν νιώθει αδύναμος μπροστά στο απροσδιόριστο κι αδιευκρίνιστο πεπρωμένο, δηλώνει ότι η γυναικεία αγκαλιά τον καλεί, και παράφορα της παραδίνεται. Διαβάζουμε στίχους του για την αγαπημένη: « σε σχήμα κύκλου το άπειρο/αιώνια απροσδιόριστο/ και αυτό η διαταγή/ και αυτό η υποταγή/κι αυτό ο οργασμός/ και αυτό ο έρωτας/ κι αυτό είσαι εσύ». Ο Αλυγιζάκης ως ευνοημένος από τον έρωτα διαχέει την πλησμονή του πάθους και γεμίζει με φως την ερωτική του ποίηση. Ως ανδρείος της ηδονής, των αισθήσεων και των γνήσιων αισθημάτων αγάπης μεταλαμπαδεύει ευφροσύνη κι αγαλλίαση ψυχής.
Ιδεαλισμός αλλά και πραγματισμός, μεσσιανισμός αλλά και παράδοση στη αποχαύνωση των αισθήσεων, έρωτες προσήλωσης αλλά και έρωτες εφήμερης μεθυστικής λαγνείας συνθέτουν τις εναλλαγές περιεχομένου στο έργο του. Διαθέτοντας ώριμη έκφραση έμπειρου τεχνίτη που διαχειρίζεται με δεξιοτεχνία το λόγο, ο ποιητής μάς εισάγει σε ό,τι αποτελεί την αυθεντικότερη έκθεση του εσώτερου εαυτού και της στάσης του απέναντι στον κόσμο και την εποχή του.

Στη συλλογή του « Υπεράνθρωπος» ο ερωτισμός του περιορίζεται αρκετά, χωρίς, βέβαια, να παύει να δίνει ουσιαστικό τόνο. Ο μεσσιανισμός επανέρχεται ισχυρότερος και αφήνει το έντονο στίγμα του. Από το πρώτο κιόλας ποίημα διαβάζουμε τους καίριους στίχους:
Όντως ήταν αληθινό και το δεχτήκαμε. Πέθανε
ο θεός μας. Τον θάψαμε χθες το απόγευμα χωρίς
τραγούδια ή παιάνες, χωρίς κλαυθμούς και μοιρολόγια
κι ανάλαφροι νιώσαμε
………………………..
ενώ ο φόβος θάλεγα, βαθειά μες την καρδιά μας είχε καταχωνιαστεί.
……………………………………………………………………….
κι εμείς μες στη φωλιά του αετού γεμίσαμε κουράγιο
το δισκοπότηρό μας εκτοξεύσαμε στα τέσσερα
της οικουμένης άκρα κι υποσχεθήκαμε ποτέ συστήματος
θύματα να μην πέσουμε.
Τον κόνδορα κληρονόμο της σάρκας κηρύξαμε.
Τον άνεμο και τη βροχή κάθαρση ονομάσαμε.
Ευοί,ω, λεύτερα στοιχεία, ευοί.
Ένα μεγάλο μέρος της δυτικής φιλοσοφίας από το τέλος του Μεσαίωνα και μετά αμφισβητούσε την ύπαρξη του Θεού, όμως το έθετε υποδόρια, φοβόταν την ξεκάθαρη έκθεση. Εκείνος που ρητά δεν δίστασε να το δηλώσει ήταν ο Φιλόσοφος Νίτσε, ο οποίος στη θέση του νεκρού Θεού πρότεινε τον Υπεράνθρωπο. Πάνω σε αυτό το τόσο τολμηρό πιστεύω του Γερμανού φιλόσοφου στηρίζει το ποιητικό του όραμα σε αυτή τη συλλογή ο Αλυγιζάκης. Όμως τι είναι ο Υπεράνθρωπος, τι πρεσβεύει ως αξίες, ποιος είναι ο στόχος του και τι καινούργιο μπορεί να προσφέρει στην βασανισμένη ανθρωπότητα; Όλα αυτά τα ερωτήματα ποιητικά βρίσκουν τις απαντήσεις τους μέσα στην συλλογή, που είναι ένας τρόπος μύησης για ανάταση και αναπτέρωση. Ο Υπεράνθρωπος είναι ο μέγας μύστης που καθοδηγεί σε μια μακρά και επίπονη διαδικασία απελευθέρωσης της ψυχής από τα δεσμά των θεσμικά κατοχυρωμένων θρησκειών με απώτερο σκοπό την ευτυχία του ανθρώπου. Ευαγγελίζεται την αναγέννησή μας μέσα από την απόκτηση ελεύθερης βούλησης, που είναι η βάση για την πνευματική ανύψωση σε αυτόν τον γήινο κόσμο, τον μοναδικό, άλλωστε, που έχουμε, καθώς οι μεταφυσικές ελπίδες για ουράνιους παραδείσους αναιρούνται.
Η ελεύθερη βούληση οδηγεί στην έρευνα, την αμφισβήτηση, την συνεχή αναζήτηση της γνώσης, στη συναδέλφωση των ανθρώπων για δικαιότερο και φωτεινότερο κόσμο, ουσιαστικά για μια προσπάθεια να καλυτερέψουν τις συνθήκες της ζωής τους βασιζόμενοι στην αρετή και την αυτογνωσία. Παράλληλα η γήινη χαρά δεν πρέπει να παραμερίζεται. Το απολλώνιο πνεύμα πρέπει να συμβαδίζει με τη διονυσιακή έκσταση. Ο χορός, η μουσική, η ποίηση κατέχουν κεντρική θέση στη φιλοσοφική ενατένιση που δίνει ο Υπεράνθρωπος. Μας προτρέπει να χαρούμε την ευφρόσυνη πλευρά της ζωής, να τη γευτούμε με όλες τις αισθήσεις μας. Η μέθη μέσα από τη χαρά δυναμώνει το πνεύμα για να αντέχει στη δύσκολη πορεία προς τη σοφία και την αρετή.
Ο Αλυγιζάκης δεν τρέφει αυταπάτες ότι η απόκτηση ελεύθερου πνεύματος απαιτεί τεράστιες ψυχικές δυνάμεις, το παραθέτει στην αρχή της συλλογής του απροσχημάτιστα: «Γι’ αυτούς που τολμούν να λιώσουν μέσα στην έννοια της ελευθερίας και για ένα κλάσμα δευτερολέπτου μπορούν να πουν: ελεύθερος είμαι. Το βιβλίο αυτό δεν είναι για λιγόψυχους. Όποιος τολμά ας διαβάσει». Για τον ποιητή οι μύστες και οι μυημένοι, οι σχοινοβάτες και οι Υπεράνθρωποι μοιάζουν με δένδρο που ψηλώνει και ατενίζει το υπέρλαμπρο φως του στον ουρανό, ενώ τα άκρα τους μέσα στην άβυσσο βαθειά απλώνουν ρίζες. Αυτή την αναπόφευκτη δυαδικότητα ακολουθούν προκειμένου να πετύχουν τη μάχη του ανθρώπου ενάντια στο κτήνος.

ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΜΠΑΚΟΝΙΚΑ, ποιήτρια, Θεσσαλονίκη, 2014 για το ΕΝΕΚΕΝ τεύχος 35

http://www.apostaktirio.gr

GEORGE SEFERIS-COLLECTED POEMS//Translated by MANOLIS ALIGIZAKIS

Image

DENIAL

On the secluded seashore
white like a dove
we thirsted at noon;
but the water was brackish.

On the golden sand
we wrote her name;
when the sea breeze blew
the writing vanished.

With what heart, with what spirit
what desire and what passion
we led our life; what a mistake!
so we changed our life.
ΑΡΝΗΣΗ

Στο περιγιάλι το κρυφό
κι άσπρο σαν περιστέρι
διψάσαμε το μεσημέρι
μα το νερό γλυφό.

Πάνω στην άμμο την ξανθή
γράψαμε τ’ όνομά της
ωραία που φύσηξε ο μπάτης
και σβύστηκε η γραφή.

Με τί καρδιά, με τί πνοή,
τί πόθους και τί πάθος
πήραμε τη ζωή μας, λάθος!
Κι αλλάξαμε ζωή.

~George Seferis-Collected Poems, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, 2012

REMORSES AND REGRETS

1484735_572781182796300_1883774974_n

ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ

Ταχτοποίησες όλες τις υποθέσεις σου
με συγγενείς και φίλους

που ποτέ δεν θυμούνται
να σε καλέσουν
σε χαρούμενες μέρες
αλλά μόνο σε κηδείες.

Ταχτοποίησες τις ενοχλητικές σου
αναμνήσεις, όνειρα απραγματοποίητα

και τώρα γαλήνιος βάζεις
το καπέλο σου και ξεκινάς
έξω απ’ τη φυλακή σου να βαδίσεις

μία στροφή προς το εμπορικό κέντρο
που θα συναντήσεις φίλους σου
και μετά από μια παρτίδα τάβλι
δύο καφέδες και τρία τσιγάρα

θα επιστρέφεις πάλι σπίτι
για μιαν ακόμα βουβή βραδιά.

AFFAIRS

You’ve settled your affairs with
friends and relatives who
forget to call you during their

festive events though they always
invite you to funerals

you’ve settled with annoying memories
dreams that never turned into reality

in peace with yourself now
you put on your cap and

walk out of your prison
turn toward the shopping mall
where you’ll meet your pals and

after a game of backgammon
two coffees and three cigarettes

you walk back to your house
for another long soundless night

OF REMORSES AND REGRETS, Collection in Progress.

OF REMORSES and REGRETS

11167993_373787862810157_1549215843426208414_o

WATER WELL

Water-well springs to the foreground the matador’s blood that decorates goring horns of the bull and another opulent song dances on the white petals of the gardenia flower: save this moment before the irresistible Hades walks your way.

—You need to dig the garden but you watch TV all day long.

I drink the traditional bitter coffee while you lay in the coffin like a definition of exactly the opposite you ought to be yet when my time will arrive to fit in the width and length of the same casket you won’t return to drink my bitter coffee.

—You remember when you went hunting and the car engine froze on you?

Hoarfrost of April still around when the heartless Hades pierces my heart, the first swallows dance in the air and my mother covered the red eggs of Easter under the kitchen towel hiding them from my eyes.

—Get up and take the garbage to the sidewalk, you lazy bum.

And I beg Hades to bring you back to me, my beloved. His sardonic laughter a macabre omen and in the form of a song he whispers.

—Since I’ve left you alone your other half I needed to take: to balance the universe.

ΠΗΓΑΔΙ

Απ’το πηγάδι πηγάζει η ζωή του ταυρομάχου που το αίμα του στολίζει τα κέρατα του ταύρου που τον κάρφωσαν και τ’ οπάλινο τραγούδι χορεύει στα λευκά της γαρδένιας πέταλα: κράτησε τη στιγμή αυτη προτού ο ευδιάθετος Χάρος σε επιλέξει.

—Πρέπει να σκάψεις τον κήπο κι εσύ όλη μέρα χαζεύεις την τηλεόραση.

Πίνω τον παραδοσιακό πικρό καφέ κι εσύ κείτεσαι στο φέρετρο, ακριβής ορισμός του αντίθετου που μέλλουσουν να γίνεις κι όταν η ώρα μου έρθει κι εγώ να μετρήσω το μάκρος και το πλάτος του φερέτρου αυτού εσύ δεν θα `σαι `κει να πιεις τον πικρό καφέ σου.

—Θυμάσαι τότε που πήγες κυνήγι κι η μηχανή του αυτοκινήτου πάγωσε απ’ την παγωνιά;

Παγωνιά του Απρίλη που ο άκαρδος Χάρος την καρδιά μου πλήγωσε, τα πρώτα χελιδόνια χορεύουν στον αέρα κι η μάνα μου σκέπασε με μια πετσέτα τα κόκκινα Πασχαλινά αβγά για να τα κρύψει απ’ τα δυο λαίμαργά μου μάτια.

—Σήκω και βγάλε τα σκουπίδια στο δρόμο, τεμπέλη.

Κι εγώ το Χάρο παρακαλώ να σε γυρίσει πίσω, αγαπημένη μου. Γελά σαρδόνια και σαν τραγουδιστά μου ψυθιρίζει

—Σου χάρισα τη ζωή. Το έτερό σου ήμυσι έπρεπε να πάρω την ισορροπία να διατηρήσω.

~ OF REMORSES and REGRETS, Collection in progress, Vancouver, BC, 2015

TAKIS VARVITSIOTIS–ΤΑΚΗΣ ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ

TakisVarvitsiotis

POSTSCRIPT
When time comes for the final departure
don’t be sad, my friends
don’t be sad

the wind will blow
loaded with fallen leaves
forgotten voices

pass by silently
through the frozen window
that opens to the night
harsh night
harshest of all the winds
more empty than absence

your tenderness will be the softest
and the kiss of love
will light your way

when time comes for the final departure
don’t be sad my friends
don’t be sad

let your smile travel
from lips to lips

Translated by Manolis Aligizakis
http://www.authormanolis.wordpress.com

ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ

Όταν έρθει η ώρα της αναχώρησης
Μη λυπηθείτε φίλοι μου
Μη λυπηθείτε
Θα πνεύσει ένας άνεμος φορτωμένος
Νεκρά φύλλα
Φωνές λησμονημένες
Αθόρυβα θα περάσετε
Το παγερό παράθυρο
Που ανοίγει προς τη νύχτα
Νύχτα σκληρή
Πιο τρομερή κι απ’ όλους τους ανέμους
Πιο άδεια κι απ’ την απουσία
Θα ’ναι βαθιά η τρυφερότητά σας
Και το φιλί της αγάπης
Θα σας φωτίσει
Όταν έρθει η ώρα της αναχώρησης
Μη λυπηθείτε φίλοι μου
Μη λυπηθείτε
Ας ταξιδέψει το χαμόγελό σας
Από στόμα σε στόμα
Source: http://www.thepoetsiloved.wordpress.com

From the collection “Leaves of Sleep”, 1949 by Takis Varvitsiotis
Από τη συλλογή Φύλλα ύπνου (1949) του Τάκη Βαρβιτσιώτη
Πηγή: συγκεντρωτική έκδοση Τάκης Βαρβιτσιώτης, Ποιήματα 1941-2002 (2003)
Translatum: Poetry of Thessaloniki / Τάκης Βαρβιτσιώτης

NOSTOS AND ALGOS (NOSTALGIA)

nostos and algos cover

HEROES

And we were so young and untested
like silent voices of crisp peaches
like freshened summer songs
like the touch of a rose at dawn

and they armed us and took us
to the borders and bestowed death
unto our scopes with the accuracy
of surgeon and what could we do
with such instruments and with targets
standing at the edge of the plain
laughing and scolding us?

We lied down on the ground
and started shooting
against anything moving
with such a strange joy
that even now I can’t explain

And later they called us heroes

ΗΡΩΕΣ

Κι ήμασταν τόσο νέοι κι αδοκίμαστοι,
σαν τραγαρά ροδάκινα με σιγαλή λαλιά
αύρα απόγευμα το καλοκαίρι
σαν τ’ άγγιγμα του ροδοπέταλου.

Και μας επήγανε στα σύνορα
κι οπλίσανε τα χέρια μας με θάνατο
τα στόχαστρα μας με ακρίβεια
σαν του χειρούργου λεπτεπίλεπτη
και τι να κάναμε άραγε με τέτοια εργαλεία
κι οι στόχοι γιατί στέκουνταν έτσι
ακίνητοι κι ειρωνικά γελούσαν στο χωράφι;

Ξαπλώσαμε στο χώμα κι αρχινίσαμε
με μια παράξενη χαρά το ντουφεκίδι
ενάντια σε κάθε τι κινούμενο
με μια χαρα που μέχρι σήμερα
δεν μπόρεσα να εξηγήσω

Κι αργότερα μας ονομάσαν ήρωες
~Nostos and Algos, Ekstasis Editions, Victoria, BC, Canada, 2012

THE WASTE LAND–T. S. ELIOT

waste land

There is no water, only light
~Yannis Ritsos

Here is no water but only rock
rock and no water and the sandy road
the road winding above among the mountains
which are mountains of rock without water
if there were water we should stop and drink
among the rock one cannot stop and think
sweat is dry and feet are in the sand
if there were only water amongst the rock
dead mountain mouth of carious teeth that cannot spit
here one can neither stand nor lie nor sit
there is not even silence in the mountains
but dry sterile thunder without rain
there is not even solitude in the mountains
but red sullen faces sneer and snarl
from doors of mud-cracked houses

if there were water

~ The Waste Land, by T.S. Eliot, translated by Manolis Aligizakis

δεν υπάρχει νερό μονάχα φως
~Γιάννης Ρίτσος
Εδώ δεν υπάρχει νερό παρά μόνο βράχια
βράχια κι όχι νερό κι ο αμμώδης δρόμος
ελικωτός δρόμος ψηλά προς τα βουνά
αν υπήρχε νερό θα σταματούσαμε να πιούμε
ανάμεσα στα βράχια δεν μπορείς να σταθείς και να σκεφτείς
στεγνός ιδρώτας και τα πόδια στην άμμο
μόνο αν υπήρχε νερό ανάμεσα στα βράχια
νεκρό του βουνού το στόμα με κίτρινα δόντια που δεν φτύνουν
εδώ δεν μπορείς να σταθείς, να ξαπλώσεις ή να κάτσεις
δεν υπάρχει κάν σιωπή στα βουνά
παρά στείροι κεραυνοί δίχως βροχή
δεν έχει ούτε κάν μοναξιά στα βουνά
παρά μόνο βλοσυρά πρόσωπα χλευαστικά και γλυρίζοντα
απ’ τα πλίνθινα, ηλιοσκασμένα σπίτια

αν υπήρχε νερό

~ Από τη σειρά ποιημάτων Η ΕΡΗΜΗ ΧΩΡΑ του Τ Σ Ελιοτ, μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

LILY ZOGRAFOS–GREECE PROSTITUTES HERSELF

ΛΙΛΗ-ΖΩΓΡΑΦΟΥ

Lily Zografos: Greece prostitutes herself, consciously and unconsciously. No one is innocent no one is above his responsibility

I don’t promote any style, way of expression or literature. I don’t write short stories. I report events and signs of the current days. Everything I report has happened to me or to others. For years I’ve spent my life keeping an eye on everything and everyone.
Life goes through me, entrusts me with its ugliness, infuriates me with its systematic injustice it humbles me for my inability to react, to successfully rebel to defend our common ridicule.
If I could be twenty year old again I would start from the mountain peaks, a partisan, a thief, a pirate to open the eyes of those who with no complain accept their fate, as much as those who close their eyes intentionally. No, my revolution wouldn’t go against the establishment but against those who bow down to it. I would kill I would fight the misery, the submission, the modesty.
There is no room on Earth for the humble and the contempt as there is no room for the mouthpieces of the Revolution.
Life has become so inhumane to be moulded into shapes and schemes it doesn’t belong to us as nothing belongs to us of the earth we occupy to our faces.
When the first stupid ass, the first worthless person can tie us on a chair, on a bench or a bed and he can spit on our faces, whip our backs defile us.
The running rot system condones and supports unscrupulousness, beastly behaviour, chaos, abolishing the respect for human life. Nothing is left unexploited from the generation gap that separates people from each other and prepares the children-informers of Hitler up to the complete abolition of the family.
Man is put up for bids. That the system won’t face any resistance when in the near future will put up for bids our motherland.
Papadoloulos* was a trial, an experiment in the European sphere like the thousands of experiments that take place in every corner of the planet. The recipe is simple: When a people raise their head against their leader, representative of the neo-capitalist system just find a bum and let him put handcuffs on the wrists of these people. Then let them exhaust themselves.
Most likely the people will get used to become neutralized for thirty forty years as it happened to Spain and Portugal. But as time goes by things happen in a lot faster pace as the recipe has been modified.
Take the reign from the bum and give them back to the old leader and send him to un-cuff the people. The populace will lick his hands seeing him as their liberator.
For this, we, the today’s guinea pigs we owe to use the term BC as before the Junta and AC as after the Junta, because the experiment was successful and we can’t forget the moment. Greece prostitutes itself, consciously and unconsciously. No one is innocent. No one is above his responsibility.

~Piece from the book “Profession Prostitute” by Lily Zografos, Alexandria Publishers, 1998.
~The last interview given by Lily Zografos to the reporter Anrdeas Roumeliotis

*Papadopoulos, one of the four colonels, dictatorship of 1967-1974
Λιλή Ζωγράφου: Η Ελλάδα εκδίδεται, συνειδητά και ασύνειδα. Κι ούτε ένας αθώος. Ανεύθυνος κανένας
«Δεν πουλώ ύφος, στυλ, λογοτεχνία. Δεν γράφω διηγήματα. Καταθέτω γεγονότα και συμπτώματα της εποχής που ζω. Όλα όσα γράφω συνέβησαν. Σε μένα ή σε άλλους. Χρόνια τώρα σπαταλιέμαι, παρακολουθώντας όλα κι όλους.
Η ζωή περνά από μέσα μου, με διαποτίζει με την ασκήμια της, με γεμίζει λύσσα με την αδικία της την οργανωμένη, με ταπεινώνει με την ανημποριά μου ν’ αντιδράσω, να επαναστατήσω αποτελεσματικά, να υπερασπιστώ το μαζικό μας εξευτελισμό.
Αν ξαναγινόμουν είκοσι χρόνων θα ξεκινούσα από τις κορφές των βουνών, αντάρτης, ληστής, πειρατής, ν’ ανοίξω τα μάτια εκείνων που δέχονται αδιαμαρτύρητα τη μοίρα τους, όσο και κείνων που εθελοτυφλούν. Όχι, η επανάστασή μου δε θα στρεφόταν κατά του καταστημένου και του συστήματός του, αλλά εναντίον εκείνων που το ανέχονται. Θα σκότωνα, θα τσάκιζα την κακομοιριά, την υποταγή, την ταπεινοφροσύνη.
Η γη έτσι κι αλλιώς δε χωρά άλλους ταπεινούς και καταφρονεμένους. Όπως δε χωρά άλλα φερέφωνα προκάτ επανάστασης.
Η ζωή γίνηκε πια πάρα πολύ απάνθρωπη για να την καλουπώνουμε σε σχήματα, δε μας ανήκει καν, όπως δε μας ανήκει τίποτα, από τη γη που κατοικούμε ως τα πρόσωπά μας.
Όταν ο κάθε τυχάρπαστος, ο κάθε τιποτένιος, μπορεί να μάς δέσει πάνω σε μια καρέκλα, σ’ έναν πάγκο ή σ’ ένα κρεβάτι, να μάς φτύσει, να μάς μαστιγώσει, να μάς βιάσει.
Το Σύστημα αποχαλινωμένο καλλιεργεί σκόπιμα την ασυνειδησία, την αγριότητα, το χάος, καταλύοντας το σεβασμό για τον ανθρώπινο παράγοντα. Δεν άφησε τίποτα ανεκμετάλλευτο, από το “χάσμα των γενιών” που αποκόβει τους ανθρώπους μεταξύ τους και ετοιμάζει τους αυριανούς παιδιά-καταδότες του Χίτλερ, ως την κατάργηση της οικογένειας.
Ο άνθρωπος βγαίνει στο σφυρί. Για να μη βρίσκει το Σύστημα καμιά αντίδραση και να μπορέσει αύριο να βγάλει ελεύθερα στο σφυρί και τις πατρίδες.
Ο Παπαδόπουλος ήταν μια δοκιμή και στον ευρωπαϊκό χώρο, κατά το σύστημα των χιλιάδων πειραμάτων που πραγματοποιούνται σ’ όλες τις περιοχές του πλανήτη. Η συνταγή είναι πια κοινή: Όταν ένας λαός σηκώσει κεφάλι κατά του κυβερνήτη του, εκπρόσωπου του κεφαλαιοκρατικού συστήματος, βρείτε έναν αλήτη και αναθέστε του να περάσει χειροπέδες σ’ αυτό το λαό. Κι αφήστε τον να εξουθενωθεί.
Το πιθανότερο είναι να συνηθίσει και να ζήσει εξουδετερωμένος από τριάντα μέχρι σαράντα χρόνια, όπως συνέβη στην Ισπανία και την Πορτογαλία. Επειδή όμως οι καιροί αλλάζουν, τα πράματα πάνε γρηγορότερα, η συνταγή τροποποιήθηκε.
Πάρτε τα κλειδιά από τον αλήτη, δώστε τα στον παλιό κυβερνήτη και στείλτε τον να ξεκλειδώσει τις χειροπέδες. Ο λαός θα του γλείφει τα χέρια, βλέποντάς τον σαν ελευθερωτή του.
Γι’ αυτό και μεις, τα σύγχρονα πειραματόζωα, οφείλουμε να χρησιμοποιούμε πάντα τον όρο π.Χ., που θα σημαίνει τώρα πια “προ Χούντας”, και μ.Χ., “μετά τη Χούντα”. Γιατί το πείραμα πέτυχε και δεν πρέπει να το λησμονούμε ούτε στιγμή. Η Ελλάδα εκδίδεται, συνειδητά και ασύνειδα. Κι ούτε ένας αθώος. Ανεύθυνος κανένας».
Απόσπασμα από το βιβλίο της Λιλής Ζωγράφου “Επάγγελμα Πόρνη”, Εκδόσεις Αλεξάνδρεια, 1998
Η τελευταία συνέντευξη της Λιλής Ζωγράφου στον Ανδρέα Ρουμελιώτη
Source:http://www.nostimonimar.gr/%CE%BB%CE%B9%CE%BB%CE%AE-%CE%B6%CF%89%CE%B3%CF%81%CE%AC%CF%86%CE%BF%CF%85-%CE%B7-%CE%B5%CE%BB%CE%BB%CE%AC%CE%B4%CE%B1-%CE%B5%CE%BA%CE%B4%CE%AF%CE%B4%CE%B5%CF%84%CE%B1%CE%B9-%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%B5/

UBERMENSCH

ubermensch_cover

Scarecrow

He knew our peculiar desire for suffering
as if we preferred the sigh of defeated and
the signs left behind by birds in their morning flight
our eardrums soft capable of capturing the rapture
of the thunderbolt yet, we still wanted to lay next
to the woman’s breast, close enough to feel her pain
close enough to taste her anguish and He, alone
encompassed the earth as if with His song
to transcend it, while we still kneeled before
the scarecrow, jet-black eyes and straw hair
on his head that moved back and fro, myths
upon which we had based our existence.

Σκιάχτρο

Γνώριζε την παράξενή μας προτροπή για βάσανα
σαν να μας άρεσε του ηττημένου ο στεναγμός
και τα πρωινά σημάδια που αφήναν τα πουλιά
στο πέταγμά τους. Τ’ αυτιά μας απαλές μεμβράνες
της καταιγίδας το πανδαιμόνιο που συλλαμβάνανε
κι ακόμα θέλαμε δίπλα σε γυναίκας βυζί να κοιμηθούμε
τόσο κοντά τον πόνο της να νιώσουμε, τόσο κοντά
την αγωνία της για να γευτούμε κι όμως εκείνος
μόνος του τη γη ολόκληρη με μια ματιά αγκάλιαζε
σα να `θελε με το τραγούδι του να τη μετουσιώσει
κι εμείς ακόμα γονατίζαμε μπροστά σε σκιάχτρα
με μάτια κατάμαυρα κι άχυρο στο κεφάλι που μπρός
και πίσω πήγαιναν, μύθοι που πάνω τους στηρίξαμε
την ύπαρξή μας.

Ubermensch, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2013
http://www.ekstasiseditions.com