Yannis Ritsos/translated by Manolis Aligizakis

11007741_1028336327180072_6866849738460871477_n

ΕΝΑ ΠΟΝΤΙΚΙ

 

Όλη τη νύχτα τύμπανα, φωνές, μεθυσμένα τραγούδια,

φωτιές στις πλατείες, κοκκίνισε ο τόπος, κοκκίνιζαν

τα κλεισμένα δωμάτια. Ίσως να σφάζαν τ’ αγάλματα πάλι,

ίσως να καίγαν ομοιώματα θεών ή τυράννων. Ένα ποντίκι

στεκότανε στα πόδια του Σταυρού και κοιτούσε με κόκκινα μάτια

απορημένο άν θα χτυπούσε στην ώρα του το ξυπνητήρι του μεταλλωρύχου,

άν τούτη η πυρκαγιά της νύχτας θα κατέληγε στη μουσική.

 

 

MOUSE

 

All night long drums, voices, drunken songs,

fires in the plazas; the landscape turned red; the closed

rooms turned red. Perhaps they were butchering the statues again;

perhaps they were burning effigies of gods or tyrants. One mouse

stood under the cross and stared with red eyes

wondering whether the alarm clock of the miner would strike on time,

whether this night fire would turn into music.

 

 

Γιάννη Ρίτσου-Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

Yannis Ritsos-Poems/Translated by Manolis Aligizakis

 

www.libroslibertad.com

www.manolisaligizakis.com

www.ekstasiseditions.com

 

The Medusa Glance

medusa glance covercrop.jpg

ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

 

Το έντιμο του επαίτη χέρι

διαλαλούσε την απόγνωσή του

 

που απλώθηκε για να ζητήσει

τον άσβυστο σηματωρό

δευτερολέπτων στεναγμό

πουλιού που `χασε τα φτερά του

λυπητερό μουρμουρητό

 

κι ο επαίτης έσκυψε

άτεγκτη απαντοχή

απίστευτα για να κουρσέψει

της μοίρας τα χαστούκι

στο μάγουλο που ένιωσε

 

σα να εξαργύρωνε

την άδοξη ζωή του

με τ’ άπιαστο όνειρο

που η ζωή του αρνήθηκε

 

CONDEMNATION

 

The beggar’s honest hand extending despair

inexhaustible signalman

momentary begging sigh

sorrowful chirp of bird

that clipped its wings

 

beggar who stooped

unending fortitude

to raid the fate’s slap

that on the cheek he felt

 

as if replacing

his inglorious life

with the unrealized dream

life denied him

 

The Medusa Glance, poetry by Manolis Aligizakis, Ekstasis Editions., 2017

 

 

 

 

 

The Medusa Glance

Medusa

 

ΠΡΟΕΚΛΟΓΙΚΗ ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ

 

 

Η προεκλογική εκστρατεία καλύφθηκε άψογα

είπε με στεγνή φωνή

η ξανθιά παρουσιάστρια ειδήσεων

και μετακινήθηκε άβολα στην καρέκλα της

 

αποτελέσματα του τελευταίου ντιμπέϊτ

ποιος βγήκε νικητής

ποιος πρέπει να σταλεί στο Καθαρκτήριο

 

κωμωδία σφαλόντων παπαγάλων

επαναλαμβάνουν αριθμούς

 

η συγκέντρωση του κόμματος ήταν στημένη

 

είπε απολογητικά

 

κι έλουσε τους τηλεθεατές

στην ψυχρολουσία της πραγματικότητας

 

άλλη μια δόση παραπληροφόρησης

των τηλεθεατών

του πιο καλοπληροφορημένου

κράτους στον κόσμο

 

 

 

PRESIDENTIAL CAMPAIGN

 

 

Well covered presidential campaign

she said with a dry voice

 

blonde media anchor

stirred uncomfortably

 

latest debate results

of who won, who’s condemned

to Purgatory

Comedy of Erring parrots

repeating numbers

 

rigged convention —

 

she said apologetically

 

baptizing the viewers in the cold

water of reality

 

news cast misinformed

the viewers of their collective

fortune to be citizens of the most

well informed nation on earth

 

Ubermensch

ubermensch_cover

ΕΚΤΕΛΕΣΤΙΚΟ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ

 

 

Επειδή όλοι θά `θελαν να `ξεραν πού ανήκαν, οι Μοίρες

είχαν το ρόλο τους κι όχι μονάχα που καθόριζαν του καθενός

την ιστορία αλλά και που βοηθούσαν την εξωτερίκευση

του αληθινού εαυτού που θα στέκονταν ενάντια

στην Άβυσσο. Κι ήταν τότε που πήραμε τα όπλα

να πολεμήσουμε κατά της ίδιας μας της αρετής

να εξαλείψουμε όλα τα ολόχρυσα χαρίσματά μας

για να σταθούμε ολόγυμνοι μπροστά στο δίδαγμα του

που από μέσα μας ξεπήδαγε κι από τα χείλη

του σοφού μας μύστη.

 

Κι αφού όλοι οι δυστυχισμένοι φοβότανε ανύπαρκτα

φαντάσματα, κατάρες κεντητές κι ετικέτες βρώμικες,

ζωγραφίσαμε εικόνες Κόλασης κι αστραφτερό

το Καθαρτήριο παρουσιάσαμε σ’ άσπρες σελίδες

για να κρατούν δεσμώτες τους αστούς μπροστά

στο εκτελεστικό απόσπασμα και με τα μάτια καλυμένα.

 

Κι αυτό, είπε, ήταν σωστό και δίκαιο.

 

 

~ Μου αρέσουν όποιοι μοιάζουν με βαριές σταγόνες

που αργοπέφτουν από τα κατάμαυρα σύννεφα

που σκεπάζουν τους ανθρώπους.

 

 

 

EXECUTION SQUAD

 

 

Since everyone always liked to know

where they belonged, the Fates played their role:

they not only outlined everyone’s history

but they also helped externalize one’s true self

that stood opposite the Abyss and we took

up arms to fight against our virtues, to obliterate

all our golden grace that we would stand naked

before the teaching which sprang from deep

within us and from the lips of our initiate.

 

And since the desperate were afraid of

inexistent ghosts, new curses and dirty etiquettes,

on snow white pages we drew images of the Inferno

and gleaming we presented the Purgatory to keep

them captive and blindfolded before the execution

squad.

 

And this, He said, was good and just.

 

~ I like those who resemble heavy drops of rain that

slowly fall from the black clouds that cover men.

 

~Ubermensch, poetry by Manolis Aligizakis, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2013

 

Υπεράνθρωπος/Ubermensch

ubermensch_cover

 

Συγκέντρωση

 

 

Μαζευτήκαμε στην κεντρική πλατεία της κίτρινης πόλης,

νέοι αξύριστοι, κοπελιές με βυζιά που τρυπούσαν

τις μπλούζες τους, πουλιά πετούσαν πάνω απ’ το αιώνειο κενό,

σαν να καθόριζαν τα σύνορά του, κι ο γέροντας στεκόταν

απέναντι απ’ τους επίσημους.

Ολόασπρα τα γένια του, χέρια διάπλατα ανοιχτά λες

και πριν λίγο ξεπετάχτηκε απ’ τον καθρέφτη του σπιτιού,

εκεί που ήταν κι οι νεκροί μας όρθιοι, με γένια ένα μέτρο.

Δίπλα του γλάστρες και λουλούδια, κι όταν συνέχισε

την ομιλία του άρχισε πάλι μια σιργουλευτή βροχή

που τα πουλιά κρυφτήκαν στις βραγιές, οι επίσημοι

προτίμησαν να τρέξουν προς τη μπυραρία κι ο γέρος με

τα ολόασπρα γένια αποκοιμήθηκε στην αγκαλιά ενός

ζητιάνου.

~ Μου αρέσουν εκείνοι που δουλεύουν και βρίσκουν τρόπους

να οικοδομήσουν την κατοικία του Υπερανθρώπου και

να ετοιμάσουν χωράφια, ζωντανά και σπαρτά. Έτσι ετοιμάζουν

τη δική τους δύση.

 

 

 

Gathering

 

We all gathered in the main plaza of the yellow city,

young men unshaven, girls with breasts poking through

their blouse, birds hovered over the eternal void as if to

define its borders, old man stood opposite the dignitaries.

His beard snow white, his arms wide open as though

he had just jumped off the family mirror where our dead

stood next to him, beards long and grey.

Flower pots and shrubs in the square were silent yet

when he started his discourse the rain recommenced,

birds found shelter in the bushes, dignitaries run to

the closest beer parlour and our old man with the white

beard fell asleep in the arms of the beggar.

 

~ I like those who build the house of Ubermensch, those

who work the fields the livestock, the crops. Thus

they prepare for their end.

Ubermensch, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2013

www.ekstasiseditions.com

www.manolisaligizakis.com

The Second Advent of Zeus

merging dimensions cover

 

ΑΣΒΕΣΤΩΜΕΝΗ ΠΙΣΤΗ

 

Με τρεμουλιαστά πόδια

ανέβηκα προς το ασβεστωμένο

 

παρεκκλήσι γελαστός διάκονος

με τα μάτια κολλημένα

 

στης νεαρής τουρίστριας

το μικροσκοπικό μαγιώ και στήθη

 

που πλούσια περίσευαν στο φως

προκλητικά στ’ ακόρεστα

 

τα μάτια του έγλυφαν καμπύλες

και ξανθά μαλλιά και την παράξενη

 

ομιλία και κατάλαβα πως τουρίστας

ήμουν και `γω στου ήλιου τη γενέτειρα

 

στο χώμα που `χασε την παρθενιά του

στο πρώτο του δολλαρίου άγγιγμα

 

 

 

WHITEWASHED WORSHIP

 

With trembling legs

I climbed to the whitewashed chapel

 

smiling deacon had his eyes

glued onto the miniscule bathing suit

 

the exposed breasts of the young tourist

 

with the blonde hair and strange

accent provocative breasts

 

he licked with his eyes and

I understood tourist I also was

 

in this land that gave birth to the sun

this earth that lost its virginity

 

at the first touch of the dollar

 

 

www.manolisaligizakis.com

www.ekstasiseditions.com

The Second Advent of Zeus

merging dimensions cover

ΒΛΑΣΤΗΜΙΑ

 

Κι ο άγγελός μου με βλαστήμησε

που το αρχαίο δράμα εγκατέλειψα

στη μοναξιά του καύσωνα

 

μα σαν σηκώθηκε απ’ του κενοταφίου

τη δροσιά με γνωμικά με δίδαξε

 

για το καθήκον και για δόξα

και για της χώρας το καλό

όρκοι που κάναμε κάτω απ’ το βαθύ

 

ίσκιο της βελανιδιάς και στο στεγνό

τραγούδι των Μουσών

πικρό της πείνας στόμα που θυμούμαι

 

κι η πανάρχαιη ενοχή της φυλής μου

πετάχτηκε σαν σηκωμένος φαλλός

από θαλάσσια σπηλιά εικόνα τρομερή

 

που μου `λεγε: φύγε, πήγαινε εκεί

απ’ όπου ήρθες, στο χώμα τούτο

οι ρίζες σου ποτέ δεν θ’απλωθούν

 

 

 

CURSE

 

And my angel cursed me

for I left the ancient drama

to the loneliness of the heat

 

but when he rose from the fresh

cenotaph with old wise sayings

that spoke of duty and glory

 

and of the country’s good

original oath we took

under the thick shade of the oak tree

 

long song of the Muses and the mouth

of hunger I remember well

and the ancient guilt of my race

 

sprang up like erected phallous

from the sea-cave, horrible image

saying to me: go

 

return to the place you’ve come

say in this land

your roots will never spread

 

 

www.manolisaligizakis.com

www.ekstasiseditions.com

Γιάννης Ρίτσος//Yannis Ritsos

ritsos_front-large

ΑΠΟΦΥΓΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗΣ

 

Πώς έμειναν έτσι χωρίς νόημα μες στο ήσυχο απόγευμα

οι ωραίες γραμμές των λόφων, οι φωνές απ’ τ’ αμπέλια,

τα δυο λεωφορεία στον απέναντι δρόμο, πίσω απ’ τα ηλιοτρόπια,

τα λιόδεντρα, μισά στο φως, μισά στον ίσκιο, το ρολόι της εκκλησίας,

κι αυτός που πριονίζει αόρατος—πιθανόν ένα δέντρο

ή το σκαμνί της κωφάλαλης γριάς ή το μεγάλο τραπέζι

του παλιού πυρπολημένου πανδοχείου. Και τ’ άλογο ακόμη

που φάνηκε μέσα στις κίτρινες καλαμποκιές — δεν ξέρω

τί ν’ απαντήσω, δεν ξέρω γιατί. Και το φως κοκκινίζει,

και το μενεξεδένιο αχνίζει λίγο λίγο τα βουνά και τα χαρτιά μου.

 

 

AVOIDING TO ANSWER

 

How the beautiful lines of hills, the voices from vineyards

remained so meaningless in the quiet afternoon,

the two buses on the opposite street, behind the heliotropes,

the olive trees, half in the sunlight, half in the shade, the church clock

and the one who saws quite unseen – a tree perhaps

or the stool of the deaf old woman or the big table

of the old burnt-up hostel. And even the horse

that appeared amid the yellow corn fields – I don’t know

what to answer; I don’t know why. And the light turns red,

and the violet slowly steams up the mountains and my papers.

 

 

 

YANNIS RITSOS — POEMS, Ekstasis Editions, 2013

ΓΙΑΝΝΗ ΡΙΤΣΟΥ — Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

 

www.manolisaligizakis.com

Nostos and Algos (Nostalgia)

ΑΔΙΑΙΡΕΤΟ

 

Στάθηκε καταμεσίς στους τάφους

με τ’ αγαλματίδια να παριστάνουν

νεκρούς συντρόφους

τ’ αεράτο του χαμόγελο αντανακλούσε

δόξα παλιάς εποχής

ξάφνου βύθισε τα μάτια του στα δικά μου,

ένας στεναγμός απαλός

σαν του μικρού αγάλματος ακούστηκε

ν’ αφήνει τα χείλη του σαν νάλεγε —

μοναχά αυτό τ’ αέρινο χαμόγελο θα παραμείνει

να το θυμάσαι την ώρα της δικαιοσύνης.

 

Αυτό μόνο το χαμόγελο θα παραμείνει

τ’ άλλα όλα μαραίνονται και σβύνουν

σαν στον άνεμο τ’ άρωμα γιακίνθου

σαν την αγάπη σου για τη γυναίκα

 

όλα χάνονται σαν μέσα από σίτα

άμμος στα δάχτυλα σου

 

μα τούτη η στιγμή για πάντα θα διαρκέσει

γιατί το τώρα δεν μπορέσανε ποτέ

να το διαιρέσουν σαν όλα τ’ άλλα

που γι’ αυτά έχουν βρει

σταθμά και τεμαχίδια και συστατικά

 

 

UNDIVIDED

 

He stood amid the gravestones

and the statuette resembling

our dead comrade

with his airy smile

still reflecting on bygone glorious days

suddenly his eyes dived deep in mine

he let a sigh go as silently as

the statuette’s saying: only

this graceful smile stays forever

remember this at the hour of reckoning.

 

Only this graceful smile remains

all the rest perish, they vanish

like the hyacinth’s fragrance

in the wind’s teeth

like your love for a woman

 

all disappear like the sand through a sieve

or the fingers of your hand yet

 

this moment will last forever

because only the now can’t be divided

for everything else they have found

pieces, fractions, elements

 

~Nostos and Algos, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2012

 

Yannis Ritsos

ritsos front cover

ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΣΗ

(Ένας ποιητής μιλάει σ’ έναν ποιητή τού μέλλοντος)

Άν δεν ήξερα πως εσύ θα μ’ ακούσεις μια μέρα
δε θάχα πια τί να πω, δε θα μπορούσα να μιλήσω,
κ’ η αράχνη που μας δίδαξε την κάθετη άνοδο
στο γυμνό τοίχο, θα στάθμευε στο στόμα μου
σπρώχνοντας ίσα μέσα στο λαιμό μου
τα τρία μαύρα κουμπιά του σακκακιού μου
και τ’ άλλα τα λευκά απ’ τις πουκαμίσες των νεκρών.
DISPATCH

(A poet speaks to a future poet)

If I didn’t know that you would listen to me one day
I wouldn’t have anything to say, I couldn’t talk,
and the spider who taught us the vertical ascend
on the bare wall, would have stopped in my mouth
pushing straight inside my larynx
the three black buttons of my coat
and the others the white ones from the nightshirts of the dead.

~Γιάννη Ρίτσου-ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Yannis Ritsos-Poems/translated by Manolis Aligizakis
http://www.authormanolis.wordpress.com
http://www.ekstasiseditions.com
http://www.libroslibertad.ca