INTROVERSION–ΕΣΩΣΤΡΕΦΕΙΑ

456531371_599a6f069f

FORLORNNESS

Forlornness the glassy face of the northern lake a loon flaps its wings: once, twice, thrice, takes off toward the source of light; the skipping stone in opposite fashion flies backward to its source: open hand of the boy, flapping, skipping, the movement of air, ethereal like your body, my beloved, curves and caves I’ve caressed and enjoyed.

— The gutters need to be cleaned before autumn comes, you hear me?

Open palm, as if bestowing love, small begonias, tiny fern roots by the lakeshore, sunrays ripple on the surface awaking the owl of the tall conifer, wisdom in creative motion.

—Eating two servings of this ice cream will make you fat.

Sound of your death echoes onto the shadow of the aspen outlined on green forest floor and all movement is momentarily suspended like my dream.

— Stop spending your time with the computer and come sit here next to me

Curse turns into truth and the loon turns back to the water, wings flap backward the skipping stone keeps skipping until it dives deep in its watery purpose like my heart into your absence.

—You know, we could look for another set of furniture for the living room.

ΜΟΝΑΞΙΑ

Μοναξιά η γυαλένια επιφάνεια της βόρειας λίμνης, νεροπούλι φτερουγίζει: μία, δύο, τρεις φορές
και κατευθύνεται προς την πηγή φωτός. Το χοχλάδι επιστρέφει στο χέρι που το πέταξε: ανοιχτή παλάμη παιδιού, φτερούγες ανοιγοκλείνουν, βατραχάκια του χοχλαδιού, κίνηση του αγέρα, αιθέριο το σώμα σου, αγαπημένη, καμπύλες και σπηλιές που χάιδεψα κι ανίχνευσα.

—Οι υδρορροές θέλουν καθάρισμα πριν αρχίσουν οι βροχές, μ’ ακούς;

Παλάμη ανοιχτή, σα να χαρίζει αγάπη, μικρές βιγκώνιες, μικροσκοπικές ρίζες φτέρης στην άκρη της λίμνης, ηλιαχτίδες ανασαλεύουν την επιφάνεια κι ο γκιώνης στο ψηλό έλατο, σοφία σε δημιουργική ροπή.

—Αν τρως δύο μπολάκια παγωτό κάθε φορά σύντομα θα παχύνεις.

Και τότε η ηχώ του θανάτου σου αντανακλάται στον ίσκιο του δεντρού που περιγράφεται στο χώμα κι η κάθε κίνηση σταματά σαν στ’ όνειρο.

—Τέλειωνε επιτέλους με τον υπολογιστή, έλα και κάτσε δίπλα μου.

Δεινό που έγινε πραγματικότητα το νεροπούλι γυρίζει στο νερό, φτερούγες προς τα πίσω οδηγούν, χοχλάδι ξαναρχίζει τα βρατραχάκια μέχρι που τελικά στον προορισμό του βουλιάζει σαν τη καρδιά μου μες στην απουσία σου.

—Ξέρεις, θα `ταν καλά ν’αγοράζαμε καινούργια έπιπλα για το σαλόνι μας

~ ΕΣΩΣΤΡΕΦΕΙΑ, συλλογή εν εξελίξει / INTROVERSION, collection in progress

Advertisements

EROTOKRITOS–ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΣ

EROTOKRITOS_cover_Mar26.indd!cid_3B95CBD1-C006-4204-A0EF-6BB980011F1D@telus

EROTOKRITOS-HAND COPIED — ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΣ-ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΟ

Longhand lives — for $5,000 per copy

Poet and publisher Manolis Aligizakis has announced his most extraordinary book–a facsimile of his own handwritten version of Erotokritos, a romantic-epic poem composed by Vitzentzos Kornaros of Crete, a contemporary of William Shakespeare and Miguel de Cervantes. A limited edition of only 100 numbered and signed copies is available with guaranteed delivery to every corner of the earth.
This work is being touted as, “The only longhand book of its kind–a long poem 500 years old–transcribed by an 11-year-old boy.”
Το Χειρόγραφο βιβλίο Ερωτόκριτος διαθέσιμο για τους εκλεκτικούς συλλέκτες σπανίων βιβλίων έκδοση 100 αριθμημένων αντιτύπων — $ 5.000 το κάθε αντίτυπο. Ο ποιητής και εκδότης Μανώλης Αλυγιζάκης παρουσιάζει το πιο πρωτάκουστο βιβλίο — ένα χειρόγραφό του, πιστό αντίγραφο του ποιήματος Ερωτόκριτος, ένα ρομαντικό – επικό ποίημα γραμμένο από τον Κρήτα Βιτσέντζο Κορνάρο, σύγχρονο του Σαίξπηρ και του Θερβάντες.

Το βιβλίο διαφημίζεται σαν “το μοναδικό χειρόγραφο του είδους του — ένα μακροσκελές ποίημα 500 χρονών που αντιγράφτηκε από ένα παιδί έντεκα χρονών.”

~A beautiful review of my EROTOKRITOS written by AlanTwigg of BC Bookworld!

~Μια ωραιότατη κριτική παρουσίαση του Ερωτόκριτού μου από τον AlanTwigg εκδότη του λογοτεχνικού περιοδικού BC Bookworld!

http://bcbooklook.com/

UBERMENSCH

ubermensch_cover

Scarecrow

He knew our peculiar desire for suffering
as if we preferred the sigh of defeated and
the signs left behind by birds in their morning flight
our eardrums soft capable of capturing the rapture
of the thunderbolt yet, we still wanted to lay next
to the woman’s breast, close enough to feel her pain
close enough to taste her anguish and He, alone
encompassed the earth as if with His song
to transcend it, while we still kneeled before
the scarecrow, jet-black eyes and straw hair
on his head that moved back and fro, myths
upon which we had based our existence.

Σκιάχτρο

Γνώριζε την παράξενή μας προτροπή για βάσανα
σαν να μας άρεσε του ηττημένου ο στεναγμός
και τα πρωινά σημάδια που αφήναν τα πουλιά
στο πέταγμά τους. Τ’ αυτιά μας απαλές μεμβράνες
της καταιγίδας το πανδαιμόνιο που συλλαμβάνανε
κι ακόμα θέλαμε δίπλα σε γυναίκας βυζί να κοιμηθούμε
τόσο κοντά τον πόνο της να νιώσουμε, τόσο κοντά
την αγωνία της για να γευτούμε κι όμως εκείνος
μόνος του τη γη ολόκληρη με μια ματιά αγκάλιαζε
σα να `θελε με το τραγούδι του να τη μετουσιώσει
κι εμείς ακόμα γονατίζαμε μπροστά σε σκιάχτρα
με μάτια κατάμαυρα κι άχυρο στο κεφάλι που μπρός
και πίσω πήγαιναν, μύθοι που πάνω τους στηρίξαμε
την ύπαρξή μας.

Ubermensch, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2013
http://www.ekstasiseditions.com

AXION ESTI-GENESIS

elyths

GENESIS

In the beginning the light And the first hour
when the lips still in the clay
taste things of the world
Green blood and golden bulbs in the earth
And most beautiful in its sleep unfolded the sea
ethereal unbleached gauzes
under the carob trees and the tall standing palm trees
There alone
crying plaintively
I faced the world
My soul was searching for Beacon and Champion
Then I remember I saw
the three Black Women
raising their arms to the East
I saw their golden backs and to their right
the cloud they left behind
snuffing out slowly And plants of different shapes
It was the sun with its axis inside me
with a myriad sunrays calling And
this truly who I was the many eons ago
The still fresh in the fire The uncut from the sky
He came, I felt, and lean
over my cradle
like memory become present
the voice He took of the trees, of the waves:
“Your commandment,” he said, “is this world
written in your viscera
Read and try
and fight” he said

“Each with his own weapons” he said
And he spread his arms like
a young novice God to create both pain and pleasure.
First pulled up by force
and high on top of terraces fastened loose
the Seven Cleavers
fell like the Tempest
at the point zero where the fragrance
of a bird re- commences
transparent repatriated blood
and monsters took the face of man
so plausible the undecipherable
And then all the winds of my family arrived
the boys with the bulgy cheeks
and the green wide tails like Mermaids
and other old familiar men
testaceous long-bearded
and they split the cloud in two and that again in four
and the little left they blew and sent to the North
and gracefully the great Koules set a broad foot on the waters
The line of the horizon gleamed
visible and thick and impenetrable

THIS the first hymn

ΓΕΝΕΣΙΣ

ΣΤΗΝ ΑΡΧΗ το φως Και η ώρα η πρώτη
που τα χείλη ακόμη στον πηλό
δοκιμάζουν τα πράγματα του κόσμου
Αίμα πράσινο και βολβοί στη γη χρυσοί
Πανωραία στον ύπνο της άπλωσε και η θάλασσα
γάζες αιθέρος τις αλεύκαντες
κάτω απ’ τις χαρουπιές και τους μεγάλους όρθιους φοίνικες
Εκεί μόνος αντίκρυσα
τον κόσμο
κλαίγοντας γοερά
Η ψυχή μου ζητούσε Σηματωρό και Κήρυκα
Είδα τότε θυμάμαι
τις τρείς Μαύρες γυναίκες
να σηκώνουν τα χέρια κατά την Ανατολή
Χρυσωμένη τη ράχη τους και το νέφος που άφηναν
λίγο-λίγο σβήνοντας
δεξιά Και φυτά σχημάτων άλλων
Ήταν ο ήλιος με τον άξονά του μέσα μου
πολυάχτιδος όλος που καλούσε Και
αυτός αλήθεια που ήμουνα Ο πολλούς αιώνες πριν
Ο ακόμη χλωρός μες στη φωτιά Ο άκοπος απ’ τον ουρανό
Ένιωσα ήρθε κι έσκυψε
πάνω απ’ το λίκνο μου
ίδια η μνήμη γινάμενη παρόν
τη φωνή πήρε των δέντρων των κυμάτων:
«Εντολή σου, είπε, αυτός ο κόσμος
και γραμένος μες στα σπλάχνα σου είναι
Διάβασε και προσπάθησε
και πολέμησε» είπε
«Ο καθείς και τα όπλα του» είπε
Και τα χέρια του άπλωσε όπως κάνει
νέος δόκιμος θεός για να πλάσει μαζί αλγηδόνα κι ευφροσύνη.
Πρώτα σύρθηκαν με δύναμη
και ψηλά πάνω από τα μεντέμνια ξεκαρφώθηκαν πέφτοντας
οι Εφτά Μπαλτάδες
κατά πώς η Καταιγίδα
στο σημείο μηδέν όπου ευωδιάζει
απ’ αρχής πάλι ένα πουλί
καθαρό παλινοστούσε το αίμα
και τα τέρατα έπαιρναν την όψη ανθρώπου
Τόσο εύλογο το Ακατανόητο
Ύστερα και οι άνεμοι όλοι της φαμίλιας μου έφτασαν
τ’ αγόρια με τα φουσκωμένα μάγουλα
και τις πράσινες πλατιές ουρές όμοια Γοργόνες
και άλλοι γέροντες γνώριμοι παλαιοί
οστρακόδερμοι γενειοφόροι
και το νέφος εχώρισαν στα δύο και αυτό πάλι στα τέσσερα
και το λίγο που απόμεινε φύσηξαν και ξαπόστειλαν στο Βορρά
Με πλατύ πάτησε πόδι στα νερά κξαι αγέρωχος ο μέγας Κούλες
Η γραμμή του ορίζοντα έλαμψε
ορατή και πυκνή και αδιαπέραστη

ΑΥΤΟΣ ο πρώτος ύμνος

~ ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ, Οδυσσέα Ελύτη, Ίκαρος, 12η έκδοση, 1979
~ AXION ESTI, Odysseus Elytis, Ikaros, 12th edition, 1979

HOURS OF THE STARS

!cid_8A6047E6-FB09-47C2-B768-B275C2705D38@telus

EROTIC IDOL

Now the secret hour of our voice
empties the skies and
the morning bread
into our hands

now we forget the crosses
and the serene courtyard
and the decree
of the Delphic Cybil

foreign and deaf at the faucets
that flow in the veins of Creation
deaf and foreign to the brotherly
complicity under the tent

ΕΙΔΩΛΟΝ ΕΡΩΤΙΚΟΝ

Τώρα κενώνει τους ουρανούς
στά χέρια μας καί τῆς πρωίας
τόν ἄρτο, τῆς μυστικῆς
ὥρας ἡ φωνή.

Τώρα ξεχνᾶμε τούς σταυρούς
καί την αυλή τῆς ἡσυχίας
καί τῆς Σιβύλλας τῆς Δελφικῆς
τήν περγαμηνή.

Κουφοί καί ξένοι στούς κρουνούς
πού κυλᾶνε στίς φλέβες τῆς Δημιουργίας,
κουφοί καί ξένοι στῆς ἀδελφικῆς
συνεργίας τή σκηνή.

~ HOURS OF THE STARS, by Dimitris Liantinis, translated by Manolis Aligizakis,
Libros Libertad, 2015

SECOND ADVENT OF ZEUS

Hermes_Wallpaper_by_hameat

HERMES

First morning and he helped me find why

I was different
from the statue, tasty that
I was like the abalone.
Individuation
incarnation and
shiny pebbles
by the shore
naked Korae with
the sweetness of fresh grapes
during the summer eve
purple colored sighs and
the lone martyr I became as
I felt indisposed to uphold
blasphemies of the pious
thus I deleted their advise
and turned inward to my roots
the depth of this path to pass

to reach my catharsis
that the north wind
claimed my carcass
but not before
I defended the holy ground
my armor
the exquisite aroma of gardenia

gills of fishes full of bubbles
and small sponges
I pulled from
the bottom of the sea
another way
to cleanse the impurities
of my soul

ΕΡΜΗΣ

Πρώτο πρωί και με βοήθησε να καταλάβω

γιατί ξεχώριζα απ’ το άγαλμα
νόστιμος
που ήμουν σαν τη πεταλίδα.
Εξατομίκευση
ενσαρκωμένη
και στιλπνά βότσαλα
στην ακροθαλασσιά
γυμνές κόρες
με τη γλύκα του σταφυλιού
απόβραδο καλοκαιριού
μενεξελί στεναγμοί

ο μόνος μάρτυρας εγώ
απρόθυμος που ήμουν να κηρύττω
βλαστήμιες των θεοσεβών
κι έτσι διέγραψα τις συμβουλές τους
και στράφηκα στις ρίζες μου
του βάθους το μονοπάτι να διανύσω

για να φτάσω στη κάθαρση
που ο βοριάς
αξίωσε το πτώμα μου
μα όχι πριν
ν’ αμυνθώ το άγιο χώμα
μ’ όπλο
το υπέροχο άρωμα της γαρδένιας

σπάργανα ψαριών γιομάτα φυσαλίδες
και μικρά σφουγγάρια που έσυρα
απ’ το βυθό της θάλασσας
ήταν κι αυτό ένας τρόπος
να εξαγνίσω την ψυχή μου
απ’ όλες τις ατέλειες

~ΔΕΥΤΕΡΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΔΙΑ, συλλογή εν εξελίξει.
~SECOND ADVENT OF ZEUS, collection in progress.

SECOND ADVENT OF ZEUS

athena_7

ATHENA

Athena smiled at me when I observed

that everything suited its place
nothing jutted out of position
but the palm tree
in sandy corners of the earth
that needed direction when
early in life I discovered
my secret love: the sea
dark blue and merciless
inviting and ardent punisher
of sins told and petrified

when the goddess chose
of to make my cenotaph and
to erect my statue that
spoke of greatness
true demagogue that I was
with the vague smile
upon my face

she then placed a wilted daffodil
and a fiery red carnation
over my heart
it was a sad day when
I drank water diaphanous to be
it was a diaphanous day
when I vanished
in the azure and
with my legs I strode freely
over my statue’s joy

ΑΘΗΝΑ

Κι η Αθηνά χαμογέλασε που πρόσεξα

πως όλα ταίριαζαν στην θέση τους
τίποτα πουθενά δεν προεξείχε
εκτός από το φοίνικα
σ’ αμμουδερές γωνιές της γης
που χρειαζόταν ρύθμιση
φρέσκος που ήμουν στη ζωή
κι έμαθα την κρυφή μου
αγάπη: θάλασσα
γαλανή κι αμείλικτη
δελεαστική κι αυστηρή τιμωρός
δηλωμένων αμαρτιών και ξεχασμένων

και διάλεξε η Αθηνά μαρμάρινο
το κενοτάφιο να στήσει
και τ’ άγαλμά μου να υψώσει
για τη μεγαλωσύνη
που θα δημαγωγεί
μ’ ένα ανεπαίσθητο χαμόγελο
το προσωπό μου

κι έβαλε μαραμένο μανουσάκι
κι ένα γαρύφαλλο ολοκόκκινο
στο μέρος της καρδιάς μου

ήταν μια μέρα μελαγχολική
όταν ήπια νερό κι έγινα διάφανος
ήταν μια μέρα διάφανη
όταν εξαφανίστηκα
μες στο βαθύ γαλάζιο
και με τα πόδια μου υπερσκέλιζα
του άγάλματός μου τη χαρά

~ΔΕΥΤΕΡΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΔΙΑ, συλλογή εν εξελίξει.
~SECOND ADVENT OF ZEUS, collection in progress.

UBERMENSCH-ΥΠΕΡΑΝΘΡΩΠΟΣ

ubermensch_cover

FIRST TOUCH

As we had almost learned the meaning of the bird’s chirp
the secret of the lion’s calling, to the heights of our primeval
gods we wished to reach, innocent blood that drenched
the virgin’s lips we kissed, lips that once we loved
to the point of grief, serious teachings upheld by stony
shoulders, guideposts we selected before we reached
the first village.
He stood on top of the hovel pitch black clouds encircled
the sky canopy, His voice but a thunder into our ears,
as though God sent, apocalypse re-enacted, the longer
you dwell in fear, He said, the longer you remain slaves.
His head was raised, as if to address someone equal to
Himself, in our veins the blood was boiling as He prepared
a new path for our clan and we had just started to understand
the meaning of this music.

ΠΡΩΤΗ ΕΠΑΦΗ

Μόλις που μάθαμε τι πάει να πει τιτίβισμα πουλιού
και μυστικό στου λιονταριού το κάλεσμα, στο ύψος
των πανάρχαιων θεών μας αποζητήσαμε να φτάσουμε,
αίμα αγνό που έβαψε χείλη παρθένας εφιλήσαμε, χείλη
που κάποτες πολύ λατρέψαμε μέχρι στο σύνορο του πένθους
ώμοι πετρώδεις που υπεράσπισαν διδάγματα σπουδαία
γίναν σηματωροί μας όταν στο πρώτο χωριό φτάσαμε.
Σε μιας καλύβας τη σκεπή ανέβηκε, κατάμαυρα
τα σύννεφα που περιέβαλαν το θόλο του ουρανού
φωνή ίδια βροντή, θεόσταλτη, θα έλεγες, αναπαρίστανε
την αποκάλυψη, ‘όσο πιο πολύ φοβάστε’, είπε, ‘τόσο πιο πολύ
σκλάβοι θα μείνετε.’
Είχε σηκώσει το κεφάλι σαν να `θελε σε κάποιο
να μιλήσει ισάξιό του, το αίμα έβραζε στις φλέβες μας
που ετοίμαζε για την ομάδα μας νέα πορεία και μόλις
που καταλαβαίναμε τούτης της μουσικής το νόημα.

~UBERMENSCH, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2013

CONSTANTINE CAVAFY-POEMS

cavafy copy

THE HORSES OF ACHILLES

When they saw Patroklos dead
who was so brave and strong and young
the horses of Achilles began to cry;
their immortal nature was outraged
at the sight of this work of death.
They reared up and tossed their long manes
they stamped the ground with their hooves and mourned
Patroklos whom they felt was soulless — devastated —
lifeless flesh now — his spirit gone —
defenseless — without breath —
returned from life to the great Nothing.

Zeus saw the tears of the immortal
horses and felt sad. He said, “At the wedding of Peleus
I shouldn’t have acted so mindlessly;
it would have been better if we had not given you away
my unhappy horses! What need did you have to be
down there among miserable humans, playthings of fate.
You whom death cannot ambush, you who will never grow old
you are still tormented by disaster. People
have entangled you in their suffering.” — But
for the endless calamity of death
those two noble animals shed their tears.

ΤΑ ΑΛΟΓΑ ΤΟΥ ΑΧΙΛΛΕΩΣ

Τον Πάτροκλο σαν είδαν σκοτωμένο,
που ήταν τόσο ανδρείος, και δυνατός, και νέος
άρχισαν τ’ άλογα να κλαίνε του Αχιλλέως
η φύσις των η αθάνατη αγανακτούσε
για του θανάτου αυτό το έργον που θωρούσε.
Τινάζαν τα κεφάλια των και τες μακρυές χαίτες κουνούσαν
την γη χτυπούσαν με τα πόδια, και θρηνούσαν
τον Πάτροκλο που ενοιώθανε άψυχο — αφανισμένο
μια σάρκα τώρα ποταπή — το πνεύμα του χαμένο
ανυπεράσπιστο — χωρίς πνοή—
εις το μεγάλο Τίποτε επιστραμένο απ’ την ζωή.

Τα δάκρυα είδε ο Ζεύς των αθανάτων
αλόγων και λυπήθη. «Στου Πηλέως τον γάμο»
είπε «δεν έπρεπ’ έτσι άσκεπτα να κάμω
καλύτερα να μην σας δίναμε άλογά μου
δυστυχισμένα! Τί γυρεύατ’ εκει χάμου
σταν άθλια ανθρωπότητα πούναι το παίγνιον της μοίρας.
Σεις που ουδέ ο θάνατος φυλάγει, ουδέ γήρας
πρόσκαιρες συμφορές σας τυραννούν. Στα βάσανά των
σας έμπλεξαν οι ανθρώποι.»—Ώμως τα δάκρυά των
για του θανάτου την παντοτεινή
την συμφορά εχύνανε τα δυο τα ζώα τα ευγενή.

~Constantine Cavafy, Selected Poems, translated by Manolis Aligizakis, Ekstasis Editions, 2013

GILGAMESH-the Hero, the Poet, the Ruler

images 2307px-Izdubar

Gilgamesh was a king of Uruk, Mesopotamia, who lived sometime between 2800 and 2500 BC. He is the main character in the Epic of Gilgamesh, an Akkadian poem that is considered the first great work of literature, and in earlier Sumerian poems. Gilgamesh is a demigod of superhuman strength who built the city walls of Uruk to defend his people and travelled to meet the sage Utnapishtim, who survived the Great Deluge. According to the Sumerian King List, Gilgamesh ruled his city for 126 years. In the Tummal Inscription, Gilgamesh and his son Urlugal rebuilt the sanctuary of the goddess Ninlil in Tummal, a sacred quarter in her city of Nippur.
The Epic of Gilgamesh is an epic poem from ancient Mesopotamia. Dating from the Third Dynasty of Ur (circa 2100 BC), it is often regarded as the first great work of literature. The literary history of Gilgamesh begins with five Sumerian poems about ‘Bilgamesh’ (Sumerian for ‘Gilgamesh’), king of Uruk. These independent stories were later used as source material for a combined epic. The first surviving version of this combined epic, known as the “Old Babylonian” version, dates to the 18th century BC and is titled after its incipit, Shūtur eli sharrī (“Surpassing All Other Kings”). Only a few tablets of it have survived. The later “Standard” version dates from the 13th to the 10th centuries BC and bears the incipit Sha naqba īmuru (“He who Saw the Deep”, in modern terms: “He who Sees the Unknown”). Approximately two thirds of this longer, twelve-tablet version have been recovered. Some of the best copies were discovered in the library ruins of the 7th-century BC Assyrian king Ashurbanipal.
The first half of the story discusses Gilgamesh, king of Uruk, and Enkidu, a wild man created by the gods to stop him oppressing the people of Uruk. After an initial fight, Gilgamesh and Enkidu become close friends. Together, they journey to the Cedar Mountain and defeat Humbaba, its monstrous guardian. Later they kill the Bull of Heaven, which the goddess Ishtar sends to punish Gilgamesh for spurning her advances. As a punishment for these actions, the gods sentence Enkidu to death.
In the second half of the epic, Gilgamesh’s distress at Enkidu’s death causes him to undertake a long and perilous journey to discover the secret of eternal life. He eventually learns that “Life, which you look for, you will never find. For when the gods created man, they let death be his share, and life withheld in their own hands”. However, because of his great building projects, his account of Siduri’s advice, and what the immortal man Utnapishtim told him about the Great Flood, Gilgamesh’s fame survived his death. His story has been translated into many languages, and in recent years has featured in works of popular fiction.
The Epic of Gilgamesh combines the power and tragedy of the Iliad with the wanderings and marvels of the Odyssey. It is a work of adventure, but is no less a meditation on some fundamental issues of human existence.

IMAGES 3SumerCylinderSeal7
Έπος του Γκιλγκαμές
Το Έπος του Γκιλγκαμές είναι ένα επικό ποίημα από την περιοχή της Βαβυλωνίας κι αποτελεί το αρχαιότερο γνωστό λογοτεχνικό έργο, και που ανάγεται σήμερα στην Ασσυρο-Βαβυλωνιακή φιλολογία. Πρόκειται για τη συλλογή θρύλων και ποιημάτων των Σουμερίων για τον Γκιλγκαμές, μυθικό ή/και ιστορικό πρόσωπο Βασιλέα ήρωα της Ουρούκ που θεωρείται ότι έζησε την 3η χιλιετία π.Χ. Το Έπος του Γκιλγκαμές, αποτελεί μια ποιητική παράδοση, στην αρχή προφορική, που μετά από κάποιους αιώνες απετέλεσε τον πυρήνα ενός ποιητικού κύκλου σε σουμερική γλώσσα. Οι μεταγενέστεροι ποιητές του Ακκάδ εμπνεύστηκαν ένα έπος όπου στη πληρέστερη μορφή του, (όπως έχει διασωθεί), περιείχε δώδεκα άσματα.
Το έπος αυτό περιλαμβάνει και τον περίφημο μύθο του Κατακλυσμού των Σουμερίων, με ήρωα τον Ουτναπιστίμ. Η βασική ιστορία περιστρέφεται γύρω από τη σχέση φιλίας που αναπτύσσεται ανάμεσα στο βασιλιά Γκιλγκαμές και τον Ενκίντου, έναν ημιάγριο άνθρωπο που γίνεται φίλος του βασιλιά και μαζί αναλαμβάνουν ριψοκίνδυνες αποστολές, ενώ δίνει μεγάλη σημασία και στο συναίσθημα απώλειας που διακατέχει τον Γκιλγκαμές μετά το θάνατο του Ενκίντου.
Το Έπος του Γκιλγκαμές έχει παρουσιαστεί από πολλούς συγγραφείς είτε ως μετάφραση είτε ως μυθιστορηματική αφήγηση του πρωτότυπου κειμένου.
Η υποτιθέμενη περίοδος βασιλείας του Γκιλγκαμές πιστεύεται ότι ήταν περίπου το 2500 π.Χ., 400 χρόνια νωρίτερα από τις αρχαιότερες γραπτές πηγές. Ωστόσο, η ανακάλυψη αρχαιολογικών ευρημάτων που συνδέονται με το βασιλιά Άγκα της πόλης Κις, ο οποίος αναφέρεται μεσα στο έπος, αποτελούν ενδείξεις για το ότι ο Γκιλγκαμές ίσως να ήταν και ιστορικό πρόσωπο.
Η εντέκατη πινακίδα από το έπος του Γκιλγκαμές αναφέρεται στο μύθο του Κατακλυσμού, ο οποίος αντλεί τα περισσότερα στοιχεία από το Έπος του Ατραχάσις. Kάποιες φορές προσέθεταν και μια δωδέκατη πινακίδα στο υπόλοιπο έπος, που αποτελούσε τη συνέχεια της εντέκατης, αλλά σίγουρα ήταν μεταγενέστερη από τις υπόλοιπες, καθώς έχει διαφορετικό τρόπο γραφής και δεν ακολουθεί την αλληλουχία των υπόλοιπων πινακίδων.
Το Έπος του Γκιλγκαμές συνδυάζει τη δύναμη και τραγικότητα της Ιλιάδας με τα ταξίδια και τα θαύματα της Οδύσσειας. Είναι από τη μια πλευρά ένα περιπετειώδες ποίημα αλλά κι ένας διαλογισμός σε μερικά βασικά ανθρώπινα υπαρξιακά θέματα.
~Epic of Gilgamesh – Wikipedia, the free encyclopedia