Friedrich Nietzsche

 

 800px-Nietzsche187a

ΦΡΕΙΔΕΡΙΚΟΣ ΝΙΤΣΕ

 

Η ΑΙΩΝΕΙΑ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ

To δόγμα της αιώνιας επιστροφής το οποίο αποτελεί την βασική σύλληψη του Τάδε έφη Ζαρατούστρα θέτει το ερώτημα: «Πόσο θα ήταν διατεθειμένος ένας άνθρωπος, απέναντι στον εαυτό του και στη ζωή, να μην επιθυμεί διακαώς τίποτε άλλο παρά την απεριόριστη επιστροφή, χωρίς μεταβολές, του κάθε ενός λεπτού;».

Η «αιώνια επιστροφή» είναι μια ιδέα μυστηριώδης και ο Νίτσε με αυτήν έφερε πολλούς φιλοσόφους σε δύσκολη θέση: σκέψου δηλαδή ότι μια μέρα όλα πρόκειται να επαναληφθούν όπως ήδη τα έχουμε ζήσει και ότι ακόμα κι η επανάληψη αυτή θα επαναλαμβάνεται ασταμάτητα! Τι πάει να πει αυτός ο χωρίς νόημα μύθος;

Ο μύθος της αιώνιας επιστροφής μας λέει, αρνητικά, ότι η ζωή που μια για πάντα θα εξαφανιστεί και δεν θα ξανάρθει, μοιάζει με σκιά, ότι δεν έχει βάρος, ότι ήδη από σήμερα είναι πεθαμένη, κι ότι, όσο άσπλαχνη, όσο ωραία, όσο λαμπερή κι αν είναι, αυτή η ομορφιά, αυτή η φρίκη, αυτή η λαμπρότητα, δεν έχουν κανένα νόημα”

Στην θεωρία ή καλύτερα ‘ομοίωμα θεωρίας’ της ‘αιώνιας επιστροφής’ ο Νίτσε αναδεικνύει τη σημασία του ‘είναι του γίγνεσθαι’ και της κυκλικής του αναγκαιότητας. Ο κόσμος του Νίτσε μπορεί να θεωρηθεί ένα ομοίωμα, ένα αντίγραφο που αναπαράγεται στο διηνεκές: ‘επειδή σε κάθε στιγμή είναι επανάληψη, ομοίωμα πραγμάτων που συνέβησαν ήδη απεριόριστες φορές’. Ή όπως αναφέρεται κάπου αλλού: ‘Εάν το σύμπαν είχε μια θέση ισορροπίας, εάν το γίγνεσθαι είχε κάποιο σκοπό ή μια τελική κατάσταση, θα τα είχε ήδη πετύχει’.

Ό,τι αποκλείεται από την ‘ αιώνια επιστροφή ‘ ό,τι δεν ξαναγυρνά, είναι αυτό που προσπαθεί να τεθεί ως μοναδικό μοντέλο, ως πρωτότυπο ‘εκτός χρόνου’, ως αυτό που διακρίνει το γνήσιο από το αντίγραφο.

Υποτίθεται ότι οι περισσότεροι άνθρωποι θα θεωρούσαν, θα έπρεπε να θεωρούν, αυτή την σκέψη εξουθενωτική, διότι θα το θεωρούσαν ίσως δυνατόν να προτιμήσουν την αιώνια επιστροφή της ζωής τους σε μία επιδιορθωμένη εκδοχή παρά να επιθυμούν διακαώς την αιώνια επιστροφή της δυστυχίας τους. Εκείνος που θα αποδεχόταν την επιστροφή, χωρίς αυταπάτες και χωρίς υπεκφυγές, θα ήταν ένα υπεράνθρωπο ον (Ubermensch), ένας υπεράνθρωπος, που η απόσταση του από τον κανονικό άνθρωπο, κατά τον Νίτσε, είναι μεγαλύτερη από την απόσταση ανάμεσα στον άνθρωπο και τον πίθηκο. Οι σχολιαστές διαφωνούν ακόμη ως προς το εάν υπάρχουν ειδικά χαρακτηριστικά τα οποία προσδιορίζουν τον άνθρωπο ο οποίος ενστερνίζεται την αιώνια επιστροφή.

 

H ΕΠΙΔΡΑΣΗ ΤΟΥ ΝΙΤΣΕ

 

O Νίτσε έγραψε κάποτε ότι μερικοί άνθρωποι γεννιούνται μετά τον θάνατο τους και αυτό ασφαλώς ισχύει στην περίπτωση του. H ιστορία της φιλοσοφίας, της θεολογίας και της ψυχολογίας τού 20ού αιώνα δεν νοείται χωρίς αυτόν. Πολλά, λογουχάρη, του οφείλει το έργο των Γερμανών φιλοσόφων Μαξ Σέλερ, Καρλ Γιάσπερς και Μάρτιν Χάιντεγκερ, καθώς και εκείνο των Γάλλων φιλοσόφων Αλμπέρ Καμύ, Ζακ Ντεριντά  και Μισέλ Φουκώ.

O υπαρξισμός  και ο αποικοδομητισμός (deconstructionism), ένα κίνημα της φιλοσοφίας και της λογοτεχνικής κριτικής, αντλούν πολλά στοιχεία από το έργο του. Ο Martin Buber,   ο   μεγαλύτερος   στοχαστής τού ιουδαϊσμού τον 20ό αιώνα, θεωρούσε τον Νίτσε ως μία από τις τρεις πιο σημαντικές επιδράσεις που δέχθηκε στη ζωή του και μετέφρασε στα Πολωνικά το πρώτο μέρος τού Ζαρατούστρα. Βαθιά ήταν η επίδραση που άσκησε στους ψυχολόγους Άλφρεντ Άντλερ και Καρλ Γιουνγκ, όπως και στον Ζήγκμουντ Φρόυντ, ο οποίος είπε ότι ο Νίτσε διέθετε μία αντίληψη για τον εαυτό του που ήταν διεισδυτικότερη   από  οποιουδήποτε άλλου ανθρώπου που είχε ζήσει ή θα ζήσει ποτέ.

Μυθιστοριογράφοι όπως ο Τόμας Μαν, ο Χέρμαν Έσε, ο Αντρέ Μαλρώ, ο Αντρέ Ζιντ  και ο Τζων Γκάρντνερ εμπνεύστηκαν από το έργο του και έγραψαν γι’ αυτόν, όπως επίσης, ανάμεσα σε άλλους, οι ποιητές και δραματουργοί Τζωρτζ Μπέρναρντ Σω, Ράινερ Μαρία Ρίλκε.

O Νίτσε ανήκει σίγουρα στους φιλοσόφους με την μεγαλύτερη επίδραση που έζησαν ποτέ. Και αυτό δεν οφείλεται μόνο στην πρωτοτυπία του, αλλά και στο γεγονός ότι ήταν ο πιο λαμπρός χειριστής της γερμανικής γλώσσας στον πεζό λόγο.

Κυριότερα έργα: H γέννηση της τραγωδίας από το πνεύμα της μουσικής (ελληνική μετάφραση N. Καζαντζάκη, 1965), H φιλοσοφία κατά τους τραγικούς χρόνους των Ελλήνων, Η χαρούμενη επιστήμη (1882), Τάδε έφη Ζαρατούστρα (1883-1885), Πέραν του καλού και του κακού (1886), Γενεαλογία της ηθικής, Η περίπτωση Βάγκνερ (1888), Το λυκόφως των ειδώλων (1889), Ο Αντίχριστος (1895), Ιδέ ο άνθρωπος.

 

https://sciencearchives.wordpress.com/2015/08/13/o-ί-ί-ύ-ka/

FRIEDRICH NIETZSCHE

800px-Nietzsche187a

ΦΡΕΙΔΕΡΙΚΟΣ ΝΙΤΣΕ

 

Ο Φρειδερίκος Νίτσε (Friedrich Nietzsche) γεννήθηκε το 1844 στο Ρένκεν κοντά στη Λειψία και πέθανε στη Βαϊμάρη το 1900, ήταν δε από τους πιο σημαντικούς Γερμανούς φιλοσόφους αλλά και σπουδαίος φιλόλογος. Αναφέρεται δε συχνά ως ένας από τους πρώτους «υπαρξιστές» φιλοσόφους. Σπούδασε κλασική φιλολογία στη Βόννη και τη Λειψία και καταγόταν από μια βαθιά θρησκευόμενη οικογένεια και προοριζόταν για την επιστήμη της Θεολογίας. Ωστόσο, η πορεία του άλλαξε κατά τα μετεφηβικά του χρόνια με αποτέλεσμα να στραφεί στον χώρο της φιλοσοφίας.

Μόλις στα 25 του χρόνια διορίστηκε καθηγητής στο πανεπιστήμιο της Βασιλείας, στην Ελβετία και από τότε ξεκίνησε το πολύμορφο συγγραφικό του έργο. Ο Νίτσε υπήρξε δριμύτατος επικριτής των κατεστημένων σκέψεων και τάξεων, ιδιαίτερα του Χριστιανισμού. Πληθώρα συγγραμμάτων του γράφτηκαν με οξύ και επιθετικό ύφος, χρησιμοποιώντας ευρέως αφορισμούς. Το φιλοσοφικό του έργο εκτιμήθηκε ιδιαίτερα κατά το πρώτο μισό του 20ού αιώνα, περίοδο κατά την οποία εδραιώθηκε η θέση του και αναγνωρίστηκε ως ένας από τους μείζονες φιλοσόφους.

Οι προσπάθειές του να ανακαλύψει τα ελατήρια που βρίσκονται κάτω από την παραδοσιακή θρησκεία, την ηθική και τη φιλοσοφία της Δύσης άσκησαν βαθιά επίδραση σε γενεές θεολόγων, φιλοσόφων, ψυχολόγων, ποιητών, μυθιστοριογράφων και δραματουργών.

Αναλογίστηκε τις συνέπειες του θριάμβου της εκκοσμίκευσης του Διαφωτισμού, εκπεφρασμένες με την παρατήρησή του ότι «ο Θεός πέθανε», κατά έναν τρόπο που προσδιόρισε τα θέματα καθημερινής συζήτησης των πιο διάσημων διανοουμένων της Ευρώπης, μετά το θάνατό του το 1900.

Αν και ήταν σφοδρός πολέμιος του εθνικισμού, του αντισημιτισμού και της πολιτικής ισχύος, εν τούτοις ο Χίτλερ και οι εθνικοσοσιαλιστές επικαλέστηκαν αργότερα το όνομά του για να προωθήσουν εκείνα ακριβώς τα πράγματα που απεχθανόταν.

 

ΤΑ ΕΡΓΑ ΤΟΥ

 

Τα έργα του Νίτσε διακρίνονται σε τρεις με ακρίβεια προσδιορισμένες περιόδους. Στα έργα της πρώτης περιόδου κυριαρχεί η ρομαντική αντίληψη με επιδράσεις του Σοπενχάουερ και του Βάγκνερ.

Τα έργα της δεύτερης περιόδου ανακλούν την παράδοση των Γάλλων αφοριστών. Τα έργα αυτά, στα οποία ο Νίτσε πλέκει το εγκώμιο της λογικής και της επιστήμης και πειραματίζεται με τα φιλολογικά είδη, εκφράζουν την χειραφέτησή του από τον νεανικό του ρομαντισμό και της επιδράσεις του Σόπενχαουερ και του Βάγκνερ.

Στα έργα της ωριμότητάς του ο Νίτσε ασχολήθηκε με το πρόβλημα της καταγωγής και της λειτουργίας των αξιών στην ανθρώπινη ζωή. Εφόσον, κατά τον Νίτσε, η ζωή παρά το γεγονός ότι ούτε διαθέτει ούτε στερείται αξίας εγγενών, αποτελεί πάντοτε αντικείμενο κριτικών εκτιμήσεων, τότε οι εκτιμήσεις αυτές δεν μπορούν να αναγνωστούν παρά ως συμπτώματα της κατάστασης εκείνου ο οποίος διατυπώνει τις εκτιμήσεις.

Κατά συνέπεια, ο Νίτσε προχώρησε σε μία κατά βάθος ανάλυση και εκτίμηση των θεμελιωδών πολιτιστικών αξιών της φιλοσοφίας, της θρησκείας και της ηθικής της Δύσης και κατέληξε να τις χαρακτηρίσει ως εκφράσεις του ασκητικού ιδεώδους.

To ασκητικό ιδεώδες προκύπτει, όταν ο πόνος προσλαμβάνει την έννοια τού υπέρτατου νοήματος. Κατά τον Νίτσε, ο ιουδαϊκο-χριστιανικός πολιτισμός, π.χ., οδήγησε στην αποδοχή τού πόνου, ερμηνεύοντας τον ως πρόθεση τού Θεού και ως αφορμή για εξιλέωση. O θρίαμβος τού χριστιανισμού, κατά συνέπειαν, οφείλεται στο εξωραϊσμένο δόγμα της προσωπικής αθανασίας, δηλαδή στην υπερφίαλη άποψη ότι η ζωή και ο θάνατος κάθε ανθρώπου έχουν κοσμική σημασία. Κατά τον ίδιο τρόπο, η παραδοσιακή φιλοσοφία εξέφρασε το ασκητικό ιδεώδες δίνοντας το προβάδισμα στην ψυχή έναντι τού σώματος, στον νου έναντι των αισθήσεων, στο καθήκον έναντι της επιθυμίας, στο πραγματικό έναντι τού φαινομενικού, στο αιώνιο έναντι τού πρόσκαιρου.

O χριστιανισμός υποσχόταν την σωτηρία τού αμαρτωλού ο οποίος μετανοεί, ενώ παράλληλα η φιλοσοφία προσέφερε την ελπίδα της σωτηρίας, έστω και εγκόσμιας, για τους σοφούς της. Κοινό στοιχείο της παραδοσιακής θρησκείας και φιλοσοφίας ήταν η υπόθεση, η οποία δεν διατυπώνεται ξεκάθαρα,αλλά παρέχει ισχυρό κίνητρο, ότι η ύπαρξη χρειάζεται αιτιολόγηση, δικαίωση ή εξιλέωση. Τόσο η θρησκεία όσο και η φιλοσοφία εκφράζονταν εις βάρος της εμπειρίας και υπέρ κάποιου άλλου «αληθινού» κόσμου. Και οι δύο μπορούν να θεωρηθούν ως συμπτώματα μιας ζωής παρηκμασμένης, εξαθλιωμένης.

H κριτική τού Νίτσε προς την παραδοσιακή ηθική επικεντρώθηκε στην τυπολογία τής ηθικής τού «κυρίου» και τού «δούλου». Ο Νίτσε υποστήριξε ότι η διάκριση μεταξύ καλού και κακού είχε αρχικά περιγραφικό χαρακτήρα, ήταν δηλαδή μία μή ηθικής φύσεως αναφορά στους προνομιούχους, στους «κυρίους», σε αντίθεση με εκείνους που ήταν κατώτεροι, τους «δούλους».

H αντίθεση καλό-ηθικώς κακό προέκυψε, όταν οι δούλοι εκδικήθηκαν μετατρέποντας τα διακριτικά γνωρίσματα των κυρίων σε ηθικά ελαττώματα. Εάν οι προνομιούχοι, οι «καλοί», ήταν ισχυροί, θεωρήθηκε ότι οι ταπεινοί θα κληρονομήσουν την γη. H υπερηφάνεια θεωρήθηκε αμαρτία. H ευσπλαχνία, η ταπεινοφροσύνη και η υπακοή αντικατέστησαν τον ανταγωνισμό, την υπερηφάνεια και το αυτεξούσιο. To αποφασιστικό επιχείρημα το οποίο οδήγησε στην επικράτηση της ηθικής τού δούλου ήταν ο ισχυρισμός ότι αυτή ήταν η μόνη αληθινή ηθική. Αυτή η επιμονή στο απόλυτο αποτελεί ουσιώδες στοιχείο τόσο της φιλοσοφικής όσο και της θρησκευτικής ηθικής. O Νίτσε, παρ’ όλο που έδωσε την ιστορική γενεαλογία της ηθικής τού κυρίου και τού δούλου, υποστήριξε ότι επρόκειτο για μιαν ανιστορική τυπολογία χαρακτηριστικών τα οποία ενυπάρχουν σε κάθε άνθρωπο.

Το νιτσεϊκό έργο ήταν μια κραυγή μέσα στη βαθιά νύχτα των ανθρώπων. Ο ίδιος παρατηρούσε πως για να σε ακούσει κάποιος πρέπει να του σπάσεις τα αυτιά. Γι αυτό άλλωστε και πολλές φορές βρίσκουμε στα έργα του έκδηλη την περιφρόνηση για πρόσωπα και πράγματα. Δεν ήταν κακία ή μικρότητα, αλλά μια φωνή που ήθελε σφοδρά να ακουστεί στα αυτιά και τις συνειδήσεις όλων.

Ο Νίτσε κάποτε έγραψε ότι μερικοί άνθρωποι γεννιούνται μετά το θάνατό τους και αυτό ασφαλώς ισχύει στην περίπτωσή του. Η ιστορία της φιλοσοφίας, της θεολογίας και της ψυχολογίας του 20ου αιώνα δεν νοείται χωρίς αυτόν.

Περνώντας στη θεωρία του Νίτσε, πρέπει να πούμε πως γι’ αυτόν η θέληση για δύναμη είναι η μόνη δύναμη πάνω στη γη, αυτή που κινεί όλα τα όντα και τα κάνει να αλληλοσυγκρούονται, να συνδυάζονται, να ενώνονται, να ανακατεύονται αέναα. Όπως λέει ο ίδιος στο Πέρα από το καλό και το κακό, «η ζωή είναι κατ’ ουσίαν ιδιοποίηση, παράβλαψη, καθυπόταξη του ξένου και του ανίσχυρου, καταπίεση, σκληρότητα, εκμετάλλευση… δηλαδή θέληση για δύναμη».

Επειδή τα όντα δεν έχουν την ίδια δύναμη (δεν είναι ίσα), ο κόσμος είναι μια τάξη ιεραρχίας από το ανώτερο στο κατώτερο, μια τάξη όμως ρευστή και επιδεχόμενη συνεχείς αμφισβητήσεις και ανακατατάξεις. Στην κορυφή της πυραμίδας αυτών των θελήσεων για δύναμη βρίσκεται φυσικά ο άνθρωπος, ο οποίος έχει επιβάλλει και θα επιβάλλει πάντα την εξουσία του πάνω στη φύση και στους ομοίους του. Αυτό που διέπει τις ανθρώπινες σχέσεις είναι ο ανταγωνισμός (ο αρχαίος ελληνικός αγών, αυτό που δεν άφηνε τον Θεμιστοκλή να κοιμηθεί όταν σκεφτόταν «το του Μιλτιάδου τρόπαιον»). Ας θυμηθούμε στο σημείο αυτό ότι ενώ πολλοί θεωρούν τον οστρακισμό που λάμβανε χώρα στην αρχαία Αθήνα εκμηδένιση του ατόμου, αντίθετα, ο Νίτσε υποστηρίζει ότι ο θεσμός του οστρακισμού ήταν θετικός: όταν ένα άτομο ξεπερνάει όλα τα άλλα, παραμερίζεται από την κοινότητα «προκειμένου να ξαναρχίσει το παιχνίδι των ανταγωνιζόμενων δυνάμεων».

Για τον Νίτσε, η πιο ισχυρή θέληση για δύναμη είναι η πιο πνευματική, δηλαδή εκείνη που χαρακτηρίζει τους «μεγάλους εφευρέτες καινούργιων αξιών» ή δημιουργούς. Τέτοιοι άνθρωποι προβαίνουν, μαζί με τους μαθητές/οπαδούς τους, σε καινούργιες αξιολογήσεις των ανθρώπινων αξιών, ιδεών και πραγμάτων και έτσι προτείνουν ένα καινούργιο «αγαθό» για την πλειονότητα των ανθρώπων (για τον λαό), αναπόσπαστο από έναν πίνακα «υπερνικήσεων», δηλαδή έναν πίνακα που περιέχει όλα εκείνα που πρέπει να ξεπεραστούν τη δεδομένη στιγμή.

Οι δημιουργοί μπορούν να εκφράζουν μια «θετική» ή μια «αρνητική» θέληση για δύναμη. Θετική είναι κάθε θέληση για δύναμη που είναι καταφατική προς τη ζωή, που «ευλογεί τα πράγματα και τον άνθρωπο», και αρνητική κάθε θέληση για δύναμη που δεν σέβεται, δεν εκτιμά και δεν αναδεικνύει την αξία της ζωής.

Για παράδειγμα, ο χριστιανισμός, η πανίσχυρη αυτή θρησκεία, υποτιμά και δυσφημεί τη ζωή και τον κόσμο εδώ κάτω εν ονόματι ενός «επέκεινα», ενός άλλου κόσμου τιμωρίας ή ανταμοιβής (κόλαση και παράδεισος). Με τις έννοιες της αμαρτίας και της τιμωρίας ταπεινώνει και κουτσουρεύει το ανθρώπινο σώμα και πνεύμα. Με τον χριστιανισμό ανεβαίνουν στην εξουσία οι αδύναμοι, οι αρνητές της ζωής. Ο Χριστός ήταν βέβαια ένας μεγάλος δημιουργός, εξέφρασε όμως την ηθική και επέβαλε την κυριαρχία των «αδύναμων», των «δούλων», δηλαδή των αρνητών της ζωής.

 

https://sciencearchives.wordpress.com/2015/08/13/o-ί-ί-ύ-ka/

 

 

 

FRIEDRICH NIETZSCHE

800px-Nietzsche187a

 

FRIEDRICH NIETZSCHE’S

 

Individuality, Autonomy, “Freedom of Spirit”

From the earliest reception, commentators have noted the value Nietzsche places on individuality and on the independence of the “free spirit” from confining conventions of society, religion, or morality (e.g., Simmel [1907] 1920). This strand of thought continues to receive strong emphasis in recent interpretations—see, e.g., Nehamas (1985), Thiele (1990), Gerhardt (1992), Strong ([1975] 2000: 186–217), Reginster (2003), Richardson (2004: 94–103), Anderson (2006, 2012a), Higgins (2006), Schacht (2006), Acampora (2013), and the essays in Young (2015)—and there is an impressive body of textual evidence to support it (UM III, 2, 5–6, 8; GS 116, 117, 122, 143, 149, 291, 335, 338, 347, 354; BGE 29, 41, 259; GM I, 16, II, 1–3; TI IX, 41, 44, 49; A 11). Salient as Nietzsche’s praise of individuality is, however, it is equally obvious that he resists any thought that every single human person has value on the strength of individuality alone—indeed, he is willing to state that point in especially blunt terms: “Self-interest is worth as much as the person who has it: it can be worth a great deal, and it can be unworthy and contemptible” (TI IX, 33). Scholars have advocated quite different explanations of what makes a person’s individuality valuable in the privileged cases. Some hold that certain given, natural characteristics that admit no (or not much) further explanation entail that some individuals are “higher men” manifesting genuine value, whereas others have no such value—Leiter (2002) offers a strongly developed naturalistic version of this approach—whereas others take the ”true” or “higher self” to be a kind of ideal or norm to which a person may, or may not, live up (Conant 2001; see also Kaufmann [1950] 1974: 307–16). Still others attempt to develop a position that combines aspects of both views (Schacht 1983: 330–38), or hold that Nietzsche’s position on the “overman” or “higher man” is simply riven by internal contradiction (Müller-Lauter [1971] 1999: 72–83).

A different approach takes its lead from Nietzsche’s connection between individuality and freedom of spirit (GS 347; BGE 41–44). As Reginster (2003) shows, what opposes Nietzschean freedom of spirit is fanaticism, understood as a vehement commitment to some faith or value-set given from without, which is motivated by a need to believe in something because one lacks the self-determination to think for oneself (GS 347). This appeal to self-determination suggests that we might explain the value of individuality by appeal to an underlying value of autonomy: valuable individuals would be the ones who “give themselves laws, who create themselves” (GS 335), who exhibit self-control or self-governance (TI, V, 2; VIII, 6; IX, 38, 49; BGE 203), and who are thereby able to “stand surety” for their own future (GM II, 2–3). A variety of scholars have recently explored the resources of this line of thought in Nietzsche; Anderson (2013) surveys the literature, and notable contributions include Ridley (2007b), Pippin (2009, 2010), Reginster (2012), Katsafanas (2011b, 2012, 2014, 2016), and especially the papers in Gemes and May 2009.

 

https://plato.stanford.edu/entries/nietzsche/

Υπεράνθρωπος/Ubermensch

ubermensch_cover

 

Συγκέντρωση

 

 

Μαζευτήκαμε στην κεντρική πλατεία της κίτρινης πόλης,

νέοι αξύριστοι, κοπελιές με βυζιά που τρυπούσαν

τις μπλούζες τους, πουλιά πετούσαν πάνω απ’ το αιώνειο κενό,

σαν να καθόριζαν τα σύνορά του, κι ο γέροντας στεκόταν

απέναντι απ’ τους επίσημους.

Ολόασπρα τα γένια του, χέρια διάπλατα ανοιχτά λες

και πριν λίγο ξεπετάχτηκε απ’ τον καθρέφτη του σπιτιού,

εκεί που ήταν κι οι νεκροί μας όρθιοι, με γένια ένα μέτρο.

Δίπλα του γλάστρες και λουλούδια, κι όταν συνέχισε

την ομιλία του άρχισε πάλι μια σιργουλευτή βροχή

που τα πουλιά κρυφτήκαν στις βραγιές, οι επίσημοι

προτίμησαν να τρέξουν προς τη μπυραρία κι ο γέρος με

τα ολόασπρα γένια αποκοιμήθηκε στην αγκαλιά ενός

ζητιάνου.

~ Μου αρέσουν εκείνοι που δουλεύουν και βρίσκουν τρόπους

να οικοδομήσουν την κατοικία του Υπερανθρώπου και

να ετοιμάσουν χωράφια, ζωντανά και σπαρτά. Έτσι ετοιμάζουν

τη δική τους δύση.

 

 

 

Gathering

 

We all gathered in the main plaza of the yellow city,

young men unshaven, girls with breasts poking through

their blouse, birds hovered over the eternal void as if to

define its borders, old man stood opposite the dignitaries.

His beard snow white, his arms wide open as though

he had just jumped off the family mirror where our dead

stood next to him, beards long and grey.

Flower pots and shrubs in the square were silent yet

when he started his discourse the rain recommenced,

birds found shelter in the bushes, dignitaries run to

the closest beer parlour and our old man with the white

beard fell asleep in the arms of the beggar.

 

~ I like those who build the house of Ubermensch, those

who work the fields the livestock, the crops. Thus

they prepare for their end.

Ubermensch, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2013

www.ekstasiseditions.com

www.manolisaligizakis.com

Υπεράνθρωπος//Ubermensch

ubermensch_cover

FIRST PAIN

During the first night of resurrection we decided
to shed our blood and mix it with our enemy’s.
When we neared the dark forest we remembered
the forbidden room where the wax dripped onto
the ravaged tablecloth where candle snuff out
the un-repeated call of our hero who chose us
because we yearned for knowledge, we chose to become
the reason and the path for Ubermensch, we elected
our sundown even when our eyes were glued onto
the faded curtain that waited for dawn to light
the forbidden room where we felt the first pain of youth.

ΠΡΩΤΟΣ ΠΟΝΟΣ

Την πρώτη νύχτα της ανάστασης αποφασίσαμε
το αίμα μας να σμίξουμε με των εχθρών μας.
Στο σκοτεινό δάσος μπήκαμε και θυμηθήκαμε
εκείνο το δωμάτιο που σαν παιδιά μας απαγόρευαν
να εισέλθουμε εκεί που το κερί έλιωνε στάζοντας
στο λεκιασμένο τραπεζομάντιλο, ανεπανάληπτο
του ήρωά μας κάλεσμα που διάλεξε κοντά αυτούς
που πεθυμήσαν γνώση για να γίνουν άγια αιτία
τον Υπεράνθρωπο να φέρουν και το ηλιοβασίλεμα
πάντα τα μάτια κολλημένα ήτανε στη κουρτίνα
που ξεθώριασε το φως να περιμένει, μες το δωμάτιο
να μπει να το φωτίσει εκεί της πρώτης νιότης
το ανάβρυσμα που νιώσαμε.

 

http://www.ekstasiseditions.com

 

Ubermensch//Υπεράνθρωπος

ubermensch_cover800px-Nietzsche187a

Nietzsche’s Übermensch: A Hero of Our Time?

Eva Cybulska dispells popular misconceptions about this controversial figure.

“Man is a rope, fastened between animal and Übermensch – a rope over an abyss.”
~Thus Spoke Zarathustra, Prologue

The term Übermensch, often translated as Superman or Overman, was not invented by Nietzsche. The concept of hyperanthropos can be found in the ancient writings of Lucian. In German, the word had already been used by Müller, Herder, Novalis, Heine, and most importantly by Goethe in relation to Faust (in Faust, Part I, line 490). In America Ralph Waldo Emerson wrote of the Over-soul, and, perhaps with the exception of Goethe’s Faust, his aristocratic, self-reliant ‘Beyond-man’ was probably the greatest contributor to Nietzsche’s idea of the Übermensch. Nietzsche was, however, well familiar with all the above sources.
The first public appearance of Nietzsche’s Übermensch was in his book Thus Spoke Zarathustra (1883-5). As a teenager Nietzsche had already applied the word Übermensch to Manfred, the lonely Faustian figure in Byron’s poem of the same name who wanders in the Alps tortured by some unspoken guilt. Having challenged all authoritative powers, he dies defying the religious path to redemption. Nietzsche’s affinity with Manfred culminated in him composing a piano duet called Manfred Meditation, which he sent to his musical hero, the conductor Hans von Bülow. The maestro’s verdict on this ‘masterpiece’ as “the most irritating musical extravagance” put a decisive end to Nietzsche’s career as a music composer.
For Nietzsche, the idea of Übermensch was more like a vision than a theory. It suddenly surfaced in his consciousness during the memorable summer of 1881 in Sils-Maria (Swiss Alps), born out of that epiphanic experience that also gave rise to Eternal Return, Zarathustra and God is Dead. It was a timeless moment of ecstasy at the boundary between the conscious and the unconscious, of past and present, of pain and elation. Nietzsche entered his own inferno in “the middle of life, so surrounded by death”, haunted by memories of his father’s death, and also of his shattered friendship with Wagner, the most significant relationship in his life. He never explained what he meant by Übermensch, only intimated:
“The Übermensch shall be the meaning of the earth!
I entreat you my brethren, remain true to the earth, and do not believe those who speak to you of supra-terrestrial hopes! …
Behold, I teach you the Übermensch: he is this lightning, he is this madness! …
Behold, I am a prophet of the lightning and a heavy drop from the cloud: but this lightning is called Übermensch.”
Thus Spoke Zarathustra, Prologue
Nietzsche’s reluctance to spell out exactly what he meant has provoked numerous interpretations in the secondary literature. Hollingdale (in Nietzsche) saw in Übermensch a man who had organised the chaos within; Kaufmann (Nietzsche) a symbol of a man that created his own values, and Carl Jung (Zarathustra’s Seminars) a new ‘God’. For Heidegger it represented humanity that surpassed itself, whilst for the Nazis it became an emblem of the master race.
There have been problems with translating Übermensch. It has been rendered as a ‘Beyond-man’ (Tille, 1896), ‘Superman’ (G.B. Shaw, 1903) and ‘Overman’ (Kaufmann, 1954). The difficulty hinges on the prefix über (over, above, beyond) and ultimately the word proves untranslatable. Although it is gender-indifferent, for the sake of simplicity I shall be using a masculine pronoun in its stead.
What the Übermensch is Not
“Above all do not confuse me with what I am not!”
Ecce Homo
The Übermensch is not a Nazi. Nietzsche’s anti-semitic sister Elisabeth invited Hitler to her brother’s shrine in Weimar in 1934 and essentially made an offering of his philosophy. The Führer, who never read the philosopher’s works, took to the selected snippets that Elisabeth provided like a proverbial fish to water and adopted the Übermensch as a symbol of a master-race. Little did he know that Nietzsche had written that he “would have all anti-Semites shot”, not to mention his strong anti-nationalistic and pan-European tendencies. Provocatively, he also talked of himself as “the last anti-political German” (Ecce Homo, Why I am so Wise).
Some anarchists appropriated Übermensch to their cause, latching onto its aspects of strength and individualism. But Nietzsche never advocated abolishment of the state or legislation in pursuit of selfish aims. Quite the opposite: he argued for a well-ordered soul and a well-ordered society.
Übermensch is not a tyrant. If anything, he is someone capable of tyranny who manages to overcome and sublimate this urge. His magnanimity stems not from weakness and servitude, but from the strength of his passions. He is rather like “the Roman Caesar with Christ’s soul” (Will to Power; 983), a value-creating and value-destroying free spirit who disciplines himself to wholeness. It’s important to stress that there has never yet been an Übermensch; it remains an ideal.
Ο Νίτσε και η θεωρία του υπεράνθρωπου
Πίστευε ότι η γερμανική κουλτούρα είναι ό,τι ανώτερο είχε να παρουσιάσει το ανθρώπινο πνεύμα του καιρού του. Και θεωρούσε τον εαυτό του ως τον πιο επιφανή εκπρόσωπο της γερμανικής σκέψης. Δε φαντάστηκε ποτέ του ότι μπορεί και να τον αφορούσαν τα λόγια του Σοπενχάουερ, που τόσο θαύμαζε και τόσο είχε επηρεαστεί από τη φιλοσοφία του:
«Η ζωή είναι μια αστείρευτη πηγή ηλιθιότητας».
Η υπέροχη λογική του Φρειδερίκου Νίτσε κονταροχτυπιόταν συνεχώς με τον άνθρωπο Νίτσε, τις φοβίες, τις αδυναμίες και τα πάθη του. Παρ’ όλο που είχε την ίδια με τους αναρχικούς προγονική φιλοσοφική αφετηρία, κατάφερε να γίνει το ιδεολογικό άλλοθι πρώτα των εκπροσώπων του ανερχόμενου καπιταλισμού και των στυγνών εκμεταλλευτών κι έπειτα του ναζισμού. Δεν έζησε να δει την πραγματικότητα. Πέθανε παράφρονας σε μια ψυχιατρική κλινική, στα 56 του χρόνια. Οπαδοί και πολέμιοι, υποκλίθηκαν στην πνευματική του δύναμη.
Γεννήθηκε στη Γερμανία, στις 15 Οκτωβρίου του 1844. Ήταν μόλις πέντε χρόνων, όταν έχασε τον πάστορα πατέρα του. Για να τα βγάλει πέρα, η μητέρα του τον πήρε μαζί με την αδερφή του και μετακόμισαν στης γιαγιάς του, όπου έμενε και κάποια θεία του. Ο μικρός Φρειδερίκος μεγάλωνε όντας το μοναδικό αρσενικό ανάμεσα σε τέσσερις γυναίκες που τον έπνιγαν με την αγάπη και τις φροντίδες τους. Από τότε, αντιπάθησε τις γυναίκες κι αισθανόταν μίσος για την κηδεμονία τους, την οποία όμως θεωρούσε αναγκαία.
Ξέφυγε προσωρινά στα 14, το 1858, όταν γράφτηκε στην ανθρωπιστική σχολή Πφόρτα, όπου βυθίστηκε στη μελέτη των αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων. Συνέχισε με θεολογικές κι έπειτα φιλολογικές σπουδές, πέρασε ένα χρόνο στο πανεπιστήμιο της Βόννης και κατέληξε φοιτητής φιλοσοφίας στο αρχαίο πανεπιστήμιο της Λειψίας. Ήταν 25 χρόνων, στα 1869, όταν ανέλαβε καθηγητής της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας στη Βασιλεία της Ελβετίας.
Στην ελβετική μεγαλούπολη έμεινε έντεκα χρόνια, γνωρίστηκε και συνδέθηκε με τον επαναστάτη μουσουργό Ρίχαρντ Βάγκνερ και τον ιστορικό της Αναγέννησης Ιακώβ Μπόχαρντ, τσακώθηκε με τον πρώτο, συνέχισε να θαυμάζει τον δεύτερο και διεύρυνε τον κύκλο των γνωριμιών του, ενώ παράλληλα ξεκίνησε την τεράστια συγγραφική και φιλοσοφική παραγωγή του.
Οι αντιλήψεις του διατυπώνονταν κυρίως με αφορισμούς και με έντονη ποιητική πνοή. Τάραζαν τα νερά και προκαλούσαν οξύτατες συζητήσεις και κριτικές. Παρ’ όλα αυτά, δεν μπορούσε να ανεχθεί ότι υπήρχαν άλλοι που είχαν κύρος κι απολάμβαναν δημοτικότητα, ενώ αυτός όχι. Απομονώθηκε. Κάποιοι έντονοι πονοκέφαλοι του κατέτρωγαν τον χρόνο, ενώ η όρασή του άρχισε προοδευτικά να μειώνεται. Κατάντησε σχεδόν τυφλός.
Στα 1879, εγκατέλειψε την έδρα της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας, προσπάθησε να ανοιχτεί στην κοινωνία, γρήγορα απογοητεύτηκε από τους ανθρώπους και ξαναγύρισε στη μοναξιά του μη βρίσκοντας κανέναν άξιο να τον συναναστραφεί. Η υγεία του κάπως καλυτέρευσε την περίοδο 1882 – 1884, αλλ’ ο ίδιος θύμωνε με τον εαυτό του, που ήταν υποχρεωμένος να παίρνει μύριες προφυλάξεις και να μετακινείται κάθε χειμώνα στην παραλία της Νίκαιας και κάθε καλοκαίρι στα ελβετικά υψίπεδα.
Η διετία 1887 – 1888 τον βρήκε να συγγράφει με μανία, αλλά στο τέλος της δεύτερης χρονιάς μια κρίση τον έριξε στο κρεβάτι. Συνήλθε. Το χτύπημα ήρθε το 1889 με μιαν οξύτατη κρίση παραφροσύνης. Μάνα κι αδερφή έσπευσαν να τον μαζέψουν και να τον περιθάλψουν. Για λίγα χρόνια. Μετά, κατέληξε σε μια ψυχιατρική κλινική της Βαϊμάρης, όπου και πέθανε στις 25 Αυγούστου του 1900.

The Prophet-Khalil Gibran//Ο Προφήτης

84702

LOVE, Khalil Gibran (The Prophet)

Then said Almitra, Speak to us of Love.

And he raised his head and looked upon the people, and there fell a stillness upon them. And with a great voice he said:

When love beckons to you, follow him, though his ways are hard and steep. And when his wings enfold you yield to him, though the sword hidden among his pinions may wound you.

And when he speaks to you believe in him, though his voice may shutter your dreams as the north wind lays waste the garden.

For even as love crowns you so shall he crucify you. Even as he is for your growth so is he for your pruning.

Even as he ascends to your height and caresses your tenderest branches that quiver in the sun, so shall he descend to your roots and shake them in their clinging to the earth.

Like sheaves of corn he gathers you unto himself.
He threshes you to make you naked.
He sifts you to free you from your husks.
He grinds you until you are pliant;
And then he assigns you to his sacred fire, that you may become sacred bread for God’s sacred feast.

All these things shall love do unto you that you may know the secrets of your heart, and in that knowledge become a fragment of Life’s heart.

But if in your fear you would seek only love’s peace and love’s pleasure, then it is better for you that you cover your nakedness and pass out of love’s threshing floor, into the season-less world where you shall laugh, but not all of your laughter, and weep but not all of your tears.

Love gives naught but itself and takes naught but from itself.
Love possesses not nor would it be possessed;
For love is sufficient unto love

When you love you should not sat, “God is in my heart” but rather, “I’m in the heart of God.”

And think not you can direct the course of love, for love, if it finds you worthy, directs your course.

Love has no other desire but to fulfil itself. But if you love and must needs have desires, let these be your desires:

To melt and be like a running brook that sings its melody to the night.

To know the pain of too much tenderness.

To be wounded by your own understanding of love; and to bleed willingly and joyfully.

To wake at dawn with a winged heart and give thanks for another day of loving;

To rest at the noon hour and meditate love’s ecstasy;

To return home at eventide with gratitude;

And then to sleep with a prayer for the beloved in your heart and a song of praise upon your lips.

Αγάπη (Χαλίλ Γκιμπράν «Ο Προφήτης»)
Tότε η Αλμήτρα είπε: Μίλησε μας για την Αγάπη.
Κι εκείνος, ύψωσε το κεφάλι του κι αντίκρισε το λαό κι απλώθηκε βαθιά ησυχία.Και με φωνή μεγάλη είπε:
Όταν η αγάπη σε καλεί, ακολούθησέ την, μόλο που τα μονοπάτια της είναι τραχιά κι απότομα. Κι όταν τα φτερά της σε αγκαλιάσουν, παραδώσου, μόλο που το σπαθί που είναι κρυμμένο ανάμεσα στις φτερούγες της μπορεί να σε πληγώσει.
Κι όταν σου μιλήσει, πίστεψε την, μ’ όλο που η φωνή της μπορεί να διασκορπίσει τα όνειρά σου σαν το βοριά που ερημώνει τον κήπο.
Γιατί όπως η αγάπη σε στεφανώνει, έτσι και θα σε σταυρώσει. Κι όπως είναι για το μεγάλωμα σου, είναι και για το κλάδεμά σου.
Κι όπως ανεβαίνει ως την κορφή σου και χαϊδεύει τα πιο τρυφερά κλαδιά σου που τρεμοσαλεύουν στον ήλιο,
έτσι κατεβαίνει κι ως τις ρίζες σου και ταράζει την προσκόλληση τους στο χώμα.
Σα δεμάτια σταριού σε μαζεύει κοντά της.
Σε αλωνίζει για να σε ξεσταχιάσει.
Σε κοσκινίζει για να σε λευτερώσει από τα φλούδια σου.
Σε αλέθει για να σε λευκάνει.
Σε ζυμώνει ώσπου να γίνεις απαλός.
Και μετά σε παραδίνει στην ιερή φωτιά της για να γίνεις ιερό ψωμί για του Θεού το άγιο δείπνο.
Όλα αυτά θα σου κάνει η αγάπη για να μπορέσεις να γνωρίσεις τα μυστικά της καρδιάς σου και με τη γνώση αυτή να γίνεις κομμάτι της καρδιάς της ζωής.
Αλλά αν από το φόβο σου, γυρέψεις μόνο την ησυχία της αγάπης και την ευχαρίστηση της αγάπης,
Τότε, θα ήταν καλύτερα για σένα να σκεπάσεις τη γύμνια σου και να βγεις έξω από το αλώνι της αγάπης. Και να σταθείς στον χωρίς εποχές κόσμο όπου θα γελάς, αλλά όχι με ολάκερο το γέλιο σου και θα κλαις, αλλά όχι με όλα τα δάκρυά σου.
Η αγάπη δε δίνει τίποτα παρά μόνο τον εαυτό της και δεν παίρνει τίποτα παρά από τον εαυτό της. Η αγάπη δεν κατέχει κι ούτε μπορεί να κατέχεται, γιατί η αγάπη αρκείται στην αγάπη.
Όταν αγαπάς, δε θα ‘πρεπε να λες: «Ο Θεός είναι στην καρδιά μου», αλλά μάλλον «Εγώ βρίσκομαι μέσα στην καρδιά του Θεού».
Και μη πιστέψεις ότι μπορείς να κατευθύνεις την πορεία της αγάπης, γιατί η αγάπη, αν σε βρει άξιο, θα κατευθύνει εκείνη τη δική σου πορεία.
Η αγάπη δεν έχει καμιά άλλη επιθυμία εκτός από την εκπλήρωσή της. Αλλά αν αγαπάς κι είναι ανάγκη να έχεις επιθυμίες, ας είναι αυτές οι επιθυμίες σου: Να λιώσεις και να γίνεις σαν το τρεχούμενο ρυάκι που λέει το τραγούδι του στη νύχτα.
Να γνωρίσεις τον πόνο της πολύ μεγάλης τρυφερότητας.
Να πληγωθείς από την ίδια την ίδια τη γνώση σου της αγάπης. Και να ματώσεις πρόθυμα και χαρούμενα.
Να ξυπνάς την αυγή με καρδιά έτοιμη να πετάξει και να προσφέρεις ευχαριστίες για μια ακόμα μέρα αγάπης. Να αναπαύεσαι το μεσημέρι και να στοχάζεσαι την έκσταση της αγάπης.
Να γυρίζεις σπίτι το σούρουπο με ευγνωμοσύνη στην καρδιά
Και ύστερα να κοιμάσαι με μια προσευχή για την αγάπη που έχεις στην καρδιά σου και μ’ έναν ύμνο δοξαστικό στα χείλη σου.

~The Prophet by Khalil Gibran//Ο Προφήτης του Καλίλ Γκιμπράν.

Beyond Morality

800px-Nietzsche187a

Nietzsche: Beyond Morality

German philosopher Friedrich Nietzsche shared Kierkegaard’s conviction that philosophy should deeply reflect the personal concerns of individual human beings. But for Nietzsche, this entailed rejection of traditional values, including the Christian religion. Nietzche’s declaration of “the death of god” draws attention to our culture’s general abandonment of any genuine commitment to the Christian faith.
According to Nietzsche’s Die Götzendämmerung (Twilight of the Idols) (1889), Western philosophers since Socrates represent a degeneration of the natural strengths of humanity. A noble taste for heroic styles of life can only be corrupted and undermined by the interminable debates of dialectical reason. Traditional Western morality philosophy—and the Christian religion in particular—therefore opposes a healthy life, trying vainly to escape unfortunate circumstances by destroying native human desires.
Only perverse tenacity and cowardice, he believed, encourages us to cling to this servile morality, It would be more brave, more honest, and much more noble to cut ourselves loose and dare to live in a world without God. In such a world, death is not to be feared, since it represents nothing more significant than the fitting conclusion of a life devoted to personal gain.
All of this is, of course, a variety of nihilism. Nietzsche insists that there are no rules for human life, no absolute values, no certainties on which to rely. If truth can be achieved at all, it can come only from an individual who purposefully disregards everything that is traditionally taken to be “important.” Such a super-human person {Ger. Übermensch}, Nietzsche supposed, can live an authentic and successful human life.
Beyond Good and Evil
Nietzsche offered a quasi-historical account of the harmful consequences of traditional ethics in Zur Geneologie der Moral (On the Genealogy of Morals) (1887). “Good” initially and properly designated only the right of those individuals with social and political power to live their lives by sheer force of will. But a “priestly” caste, motivated by their resentment of their natural superiors, generated a corrupt alternative that would appeal to “the herd” of less capable persons, turning values inside-out. In the “slave morality” endorsed by religious establishments, Nietzsche argued, forceful action which should be admired gets labelled as “evil,” while the cowardly tendency to think through everything in advance is transformed into the supposed virtue of prudence.
Genuine autonomy, Nietzsche maintained, could only mean freedom from all external constraints on one’s behavior. In this (natural and admirable) state of existence, each individual human being would live a life without the artificial limits of moral obligation. No other sanction on conduct would be necessary than the natural punishment involved in the victory of a superior person over a vanquished enemy.
But the wish of lesser people to secure themselves against interference from those who are better gives rise to a false sense of moral responsibility. The natural fear of being overwhelmed by a superior foe becomes internalized as the self-generated sense of guilt, and individual conscience places severe limits on the normal exercise of human desire. Thus, on Nietzsche’s view, the fundamental self-betrayal of the human race is to submit its freedom to the ficticious demands of an imaginary god. Afraid to live by the strength of our own wills, we invent religion as a way of generating and then explaining our perpetual sense of being downtrodden and defeated in life.

http://www.philosophypages.com/hy/5v.htm

Great Initiates–KRISHNA

krishna-youngEdouard_Schuré_01

From the Great Initiates–KRISHNA

Indian and Brahmanic Initiation

He who creates worlds without ceasing is threefold. He is Brahma, the Father; he is Maya, the Mother; he is Vishnu, the Son; Essence, Substance and Life, each include the others, and all three are one in the Ineffable.

~Brahmanic Doctrine, Upanishads

Thou carriest within thee a sublime Friend whom thou knowest not. For God dwells in the inner part of every man, but few know how to find Him. The man who sacrifices his desires and his works to the Beings from whom the principles of everything stem, and by whom the Universe was formed, through this sacrifice attains perfection. For one who finds his happiness and joy within himself, and also his wisdom within himself is one with God. And, mark well, the soul which has found God is freed from rebirth and death, from old age and pain, and drinks the water of Immortality.

~Bhagavad-Gita

ΚΡΙΣΝΑ

Μύηση Ινδών και Βραχμάνων

Αυτός που δημιουργεί τους κόσμους αέναα είναι τρίπτυχος. Είναι ο Βράχμα ο Πατέρας, η Μάγια η μητέρα κι είναι ο Βίσνου ο Υιός. Ουσία, Υπόσταση και Ζωή το κάθε ένα περιλαμβάνει τα άλλα δύο κι όλα μαζί αποτελούν το Ανέκφραστο.

~Δογματισμός των Βραχμάνων, Ουπανισάντς

Είσαι αυτός που περιέχει στο είναι σου τον ανυπέρβλητο φίλο που καν δεν γνωρίζεις. Γιατί ο Θεός υπάρχει στο είναι του κάθε ανθρώπου αλλά λίγοι γνωρίζουν πώς να τον βρουν. Ο άνθρωπος που θυσιάζει τις επιθυμίες και τα έργα του στις υπάρξεις από τις οποίες στοιχειωδώς τα πάντα που αποτελούν την Οικουμένη πηγάζουν με τη θυσία του αποκτά τελειότητα. Γιατί αυτός που ανακαλύπτει την ευτυχία και τη σοφία μέσα του ταυτίζεται με το Θεό. Και σημειώστε το καθαρά η ψυχή που έχει φτάσει στο Θεϊκό έχει απελευθερωθεί από τις συνεχείς αναγεννήσεις και θανάτους, απ’ τα γηρατειά και τον πόνο και πίνει το νερό της Αθανασίας!

~ Μπαγκαβάντ Γκίτα

~Translated into Greek by Manolis Aligizakis

The Prophet-Ο Προφήτης

84702

Brief were my days among you and briefer still the words
I have spoken but should my voice fade in your ears and
my love vanish in your memory, then I shall come again

Σύντομες ήταν οι μέρες μου ανάμεσά σας κι ακόμα συντομότερες
οι λέξεις που έχω πει μα όταν η φωνή μου αχνοσβύσει στ’ αυτιά σας
κι η αγάπη μου ξεθωριάσει απ’ τη μνήμη σας τότε θα ξαναγυρίσω

~ The Prophet by Kahlil Gibran//Ο Προφήτης του Καλίλ Γκιμπράν