Quotes by Nietzsche

 

Philosophy
________________________________________
How I understand the philosopher — as a terrible explosive, endangering everthing… my concept of the philosopher is worlds removed from any concept that would include even a Kant, not to speak of academic “ruminants” and other professors of philosophy…
from Nietzsche’s Ecce Homo, s 3.2.3, Walter Kaufmann transl.
________________________________________
Knapsack of the Metaphysicians.– Those who boast so mightily of the scientificality of their metaphysics should receive no answer; it is enough to pluck at the bundle which, with a certain degree of embarrassment, they keep concealed behind their back; if one succeeds in opening it, the products of that scientificality come to light, attended by their blushes: a dear little Lord God, a nice little immortality, perhaps a certain quantity of spiritualism, and in any event a whole tangled heap of ‘wretched poor sinner’ and Pharisee arrogance.
from Nietzsche’s Assorted Opinions and Maxims,s. 12, R.J. Hollingdale transl.
________________________________________
Even today many educated people think that the victory of Christianity over Greek philosophy is a proof of the superior truth of the former – although in this case it was only the coarser and more violent that conquered the more spiritual and delicate. So far as superior truth is concerned, it is enough to observe that the awakening sciences have allied themselves point by point with the philosophy of Epicurus, but point by point rejected Christianity.
from Nietzsche’s Human, all too Human, s.68, R.J. Hollingdale transl.
________________________________________
Socrates.– If all goes well, the time will come when one will take up the memorabilia of Socrates rather than the Bible as a guide to morals and reason… The pathways of the most various philosophical modes of life lead back to him… Socrates excels the founder of Christianity in being able to be serious cheerfully and in possessing that wisdom full of roguishness that constitutes the finest state of the human soul. And he also possessed the finer intellect.
from Nietzsche’s The Wanderer and his Shadow,s. 86, R.J. Hollingdale transl.

~www.theperspectivesofnietzsche.com/nietzsche/nchrist.html

 

http://www.theperspectivesofnietzsche.com/nietzsche/nchrist.html

Advertisements

Φιμωμένος Θυμός//μια προσέγγιση

πιψτθρε α

Μια προσέγγιση στη νουβέλα «Φιμωμένος θυμός»
γράφει και επιμελείται η Διώνη Δημητριάδου

της Γιάννας Λάμπρου,
από τις «Μικρές εκδόσεις»
Είναι η συμβατικά δομημένη κοινωνία με τις απαγορεύσεις της, τις επιταγές της (δυσανάλογες των επιθυμιών του μέσου ανθρώπου), τις πιέσεις της μέχρι ασφυκτικού αποκλεισμού που συνθλίβει το άτομο ή μήπως η προσωπική ιστορία του καθενός με τις ευθύνες που συμμαζεύει στο διάβα της, που οδηγεί τον άνθρωπο σε εσωτερική σύγκρουση, καταστροφική εντέλει; Με δεδομένο ότι δύσκολα μπορεί να διαχωριστεί ο ιδιωτικός χώρος της αυτοσυνειδησίας από τον δημόσιο χώρο της κοινής έκθεσης, δύσκολα ομοίως μπορεί και να απαντηθεί το παραπάνω θεμελιακό οπωσδήποτε ερώτημα.
Στο πεζογράφημά της η Γιάννα Λάμπρου επιχειρεί με έναν καταιγιστικό τρόπο γραφής, που δεν σε αφήνει να ανασάνεις μέχρι να ολοκληρώσεις την ανάγνωση, όχι μόνο να προσεγγίσει το δισυπόστατο αυτής της πορείας αλλά και να προτείνει εμμέσως ένα είδος υπέρβασης του αδιεξόδου που δημιουργείται αναπόφευκτα.
Ο χώρος, απολύτως “καφκικός”, μια «ανθρώπινη γεωγραφία σε κάθετη κατανομή», μορφές και δομές κυριαρχίας που ανεβαίνουν σε έξι ορόφους, μια απίστευτη περιγραφή ιεραρχίας, σαν να λέμε από τα πιο ταπεινά κρουστά ως τον απόλυτο κυρίαρχο μαέστρο. Στα κατώτερα δώματα μια σωρεία απλών ανθρώπων-εργαλείων, με μόνη αρμοδιότητα την εξυπηρέτηση του κοινού μέσα σε μια ατμόσφαιρα «τυφλής εχθρότητας» με όλο το συνακόλουθο «μαράζι του στερημένου και το μίσος της ρίζας», που τρέφουν όσοι γνωρίζουν πως δεν ελπίζουν σε καμιά ανθοφορία του κορμού τους. Ανεβαίνοντας την κλίμακα οι «εκτός συναγωνισμού επιλεγμένοι» -κυνηγοί αυτοί- πρωταγωνιστές όπου μπορούν και όσο τους επιτρέπεται από τον “σκηνοθέτη” που καθορίζει ρόλους και συμπεριφορές. Φυσικά ευτυχισμένοι στα μάτια του πλήθους που αποκλεισμένο τους κοιτάζει.
Μέσα σε όλο αυτό το σκηνικό, ο ήρωας Νικήτας, απλός μηχανικός, με όνειρο φυγής. Αλλά πώς; Στην υπηρεσία κι αυτός του «αιμοβόρου καπιταλιστή» Ντηλ, «κυνική επιδερμίδα-φύλακας κωφάλαλου σώματος με μυρωδιά ληγμένης κονσέρβας» και του Ασίστοντηλ. Γυναικείες παρουσίες η στερημένη «ανύμφευτη της διαιώνισης, ανέστια της τρυφερότητας» Ερωλύπη, με σημαίνοντα ρόλο στη διοίκηση, η «δολίως όμορφη» Ρέα, να ισορροπεί ανάμεσα στην εύνοια του αφεντικού της και στην εχθρότητα που κρύβει γι’ αυτόν μέσα της. Ο απαραίτητος συνδικαλιστής “Τσε”, «μιλούσε για δικαιώματα εργαζομένων και εκμετάλλευση της πλουτοκρατίας, για –ισμούς και άλλες απαρχαιωμένες και δοκιμασμένες ενεχυριάσεις του ανθρώπου…Αυτοί οι θεωρητικοί…αμείλικτοι ανθρωπιστές είχαν ποτέ αγαπηθεί;».
Στην προσωπική ζωή του Νικήτα «πολλά ληγμένα κεφάλαια» γιατί τουλάχιστον αυτό το έχει καταλάβει: «στις χίλιες χειραψίες η μία τσακίζει. Στα εκατό βλέμματα ένα πυρπολεί. Στις χίλιες κινήσεις μία χαϊδεύει. Και μία τιμωρεί». Αυτή η μία τόσο διακριτή στη ζωή του δεν υπάρχει πια, η Μιρέλλα του, που πια μόνο με τη σκέψη επικοινωνεί μαζί της. Υπάρχει, όμως, ο Μύρωνας, ο φίλος. Από αυτούς που «όντας πυρπολημένοι δεν καταδέχτηκαν να φορέσουν τη στολή της λύπης, αλλά με δυνατά σαν κεραυνούς άλογα επέτρεψαν να καλπάζει ο νους, να ξεγελά τους δαίμονες στους γκρίζους καιρούς της αμφισημίας των απωλειών, των ενστίκτων». Ο Μύρωνας με τη δική του Έλσα κι αυτός, «το κουβάρι-Έλσα».
Ο Νικήτας και ο Μύρωνας, σε μια βραδιά αμοιβαίων εκμυστηρεύσεων, με τα απαραίτητα λόγια που η μακρόχρονη φιλία τους αφήνει να ειπωθούν, θα ξαναπερπατήσουν στον προσωπικό του δρόμο ο καθένας, σε απόπειρα ερμηνείας της φωτιάς που τους καίει και τους δύο, σε μια ανίχνευση λυτρωτικής οδού. Αυτό που ενδόμυχα ψάχνουν είναι περισσότερο μια επαναστατική πρόταση που θα τους απεγκλωβίσει από τον παραλογισμό της συμβατικής συνύπαρξης μέσα σε κόσμο που τους απανθρωποποιεί όλο και περισσότερο. «Παλιό, επαναστατικό. Ερωτικό. Τέλος πάντων, το ίδιο δεν είναι; -Ναι, ό,τι περιπολεί στον ουρανό τρελαμένο για φως, ό,τι δεν καταδικάζει τον άνθρωπο σε απερήμωση, ώσπου εξαντλημένος να ομογενοποιηθεί, ναι, είναι Επανάσταση».
Έτσι, μέσα από τον προσωπικό δρόμο του ο καθένας, ερμηνεύοντας την ιδιωτική του ιστορία σωστά, θα οδηγηθεί στη λύτρωση. Γιατί, αυτό που ευφυώς μας λέει εδώ η συγγραφέας είναι ότι αν δεν αναμετρηθεί ατομικά ο καθένας με τις δικές του προσωπικές συντεταγμένες, αυτές που όρισαν τη ζωή του, δεν θα μπορέσει να επεκτείνει λυτρωτικά τον εαυτό του στον κοινό χώρο των συγκρούσεων και των συμφερόντων, δεν θα κατορθώσει να εισηγηθεί την επανάσταση, την αλλαγή των όρων ζωής. Θα είναι καταδικασμένος να συμπλέει, στην καλύτερη για την ανέλιξή του εκδοχή, με τους κάθε φορά ισχυρότερους ή να υποτάσσεται πάντα με τους όρους των άλλων σε μια επίπεδη ζωή, που όμως δεν θα μπορεί να υπερβεί ούτε κατ’ ελάχιστο την παράλογη διαστρωμάτωσή της.
Αυτή η προσωπική επανάσταση είναι που θα οδηγήσει τα πράγματα στη φυσιολογική τους θέση. Ο Νικήτας μπορεί να αφεθεί να αγκαλιάσει «φιγούρες που δεν πείραξαν τα φαντάσματα» μακριά από αυτούς που δεν τον ενώνει τίποτα κηρύσσοντας με τη στάση του την έν-σταση, την αντί-σταση, τη διά-σταση.

Ο «φιμωμένος θυμός», μια ολιγοσέλιδη πεζή γραφή για τον θυμό που εσωκλείεται στον καθένα “ζωντανό” ακόμη άνθρωπο. Με μια γλώσσα που αντιμάχεται κατά μέτωπο την πεζότητα, με περιγραφές που στοχεύουν ίσα κατ’ ευθείαν στο κέντρο των προσώπων δείχνοντας πως η συγγραφέας όχι μόνο ξέρει να δομεί τον λόγο της μέσα στα πλαίσια της ουσιαστικής συντομίας αλλά και γνωρίζει καλά τη λειτουργία των λέξεων, χρησιμοποιώντας πότε την κυριολεκτική και πότε τη μεταφορική τους σημασία. Απρόσμενοι συνδυασμοί συχνά αποδίδουν ορθότερα την ουσία των εννοιών, επίθετα που δίπλα στα ουσιαστικά καταξιώνουν ακριβώς τον χαρακτήρα τους, υπογραμμίζοντας αλλά και οριοθετώντας την ουσία των ονομάτων. Και μόνο στην επιλογή των ονομάτων των προσώπων να μείνουμε, θα δούμε πως σημαίνουν κάτι περισσότερο από την επιφανειακή τους δήλωση. Η γλώσσα εδώ δεν είναι διακοσμητική. Είναι καίρια στη χρήση της με σαφή επίγνωση του ρόλου της, δεν είναι απλώς ένας κώδικας επικοινωνίας· είναι ερμηνεία ταυτόχρονα αυτής της επικοινωνίας, μια υποβοήθηση της κατανόησης καταστάσεων που υποκρύπτονται και αναζητούν το λογικό νήμα που τις συνδέει.
«Ανιχνευτής του εξαίρετου», όπως ο ήρωάς της, η συγγραφέας εδώ με τις λέξεις της και τη σημασία τους, με τα νοήματα που ανιχνεύει πίσω από τα φαινόμενα, μας προτείνει ακριβώς αυτό: την εξαίρεση στον κανόνα. Την αντίσταση στη στάση ζωής που κοινώς επιχειρείται., όσο κι α αυτό συνιστά μια δύσκολη υπέρβαση. Θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε απαισιόδοξο και «μαύρο» το “καφκικό” τοπίο του βιβλίου της; Από κάποια οπτική οπωσδήποτε. Αλλά ας θυμηθούμε πως και ο Κάφκα υποδείκνυε τις ανοιχτές πόρτες, για όποιον φυσικά είχε τα μάτια να τις δει ανοιχτές και όχι θεόκλειστες, όπως φαινόντουσαν. Θέμα επιλογής; Όπως και κάθε τι άλλο, άλλωστε.

Διώνη Δημητριάδου

~www.cantusfirmus.blog.com

Friedrich Nietzsche//Φρίντριχ Νίτσε

 

800px-Nietzsche187a ubermensch_cover

Friedrich Nietzsche

Friedrich Wilhelm Nietzsche 15 October 1844 – 25 August 1900) was a German philosopher, cultural critic, poet, and Latin and Greek scholar whose work has exerted a profound influence on Western philosophy and modern intellectual history. Beginning his career as a classical philologist before turning to philosophy, he became the youngest-ever occupant of the Chair of Classical Philology at the University of Basel in 1869, at age 24. He resigned in 1879 due to health problems that plagued him most of his life, and he completed much of his core writing in the following decade. In 1889, at age 44, he suffered a collapse and a complete loss of his mental faculties. He lived his remaining years in the care of his mother (until her death in 1897) and then his sister Elisabeth Förster-Nietzsche, and died in 1900.
Nietzsche’s body of writing spanned philosophical polemics, poetry, cultural criticism, aphorism, and fiction while displaying a fondness for metaphor and irony. His thought drew variously on philosophy, art, history, religion, and science, and engaged with a wide range of subjects including morality, metaphysics, language, epistemology, value, aesthetics, and consciousness. Among the chief elements of his philosophy are his radical rejection of the existence and value of objective truth; his atheistic critique of religion and morality, and of Christianity in particular, which he characterized as propagating a slave morality in the service of cultural decline and the denial of life; his characterization of the human subject as the expression of competing wills, collectively understood as the will to power; and the aesthetic affirmation of existence in response to the “death of God” and the profound challenge of nihilism. His later work, which saw him develop influential (and frequently misunderstood) concepts such as the  and the doctrine of eternal recurrence, became increasingly preoccupied with the creative powers of the individual to overcome social, cultural, and moral contexts toward a state of aesthetic health.
After his death, Elizabeth Forster-Nietzsche became the curator and editor of her brother’s manuscripts, reworking Nietzsche’s unpublished writings to fit her own German nationalist ideology while often contradicting or obfuscating his stated opinions, which were explicitly opposed to antisemitism and nationalism. Through these published editions, Nietzsche’s name became associated with fascism and Nazism, although 20th-century scholars have contested this interpretation of his work. His thought enjoyed renewed popularity in the 1960s, and his ideas have since had a profound impact on twentieth and early-twenty-first century thinkers across philosophy—especially in schools of continental philosophy such as existentialism, postmodernism, and post-structuralism—as well as art, literature, psychology, politics, and popular culture.
Φρίντριχ Νίτσε
Ο Φρίντριχ Βίλχελμ Νίτσε (γερμ. Friedrich Wilhelm Nietzsche) (Ραίκεν, 15 Οκτωβρίου 1844[1] – Βαϊμάρη, 25 Αυγούστου 1900[1]) ήταν σημαντικός Γερμανός φιλόσοφος, ποιητής, συνθέτης και φιλόλογος. Έγραψε κριτικά δοκίμια πάνω στην θρησκεία, την ηθική, τον πολιτισμό, την φιλοσοφία και τις επιστήμες, δείχνοντας ιδιαίτερη κλίση προς την χρήση μεταφορών, ειρωνείας και αφορισμών.
Οι κεντρικές ιδέες της φιλοσοφίας του Νίτσε περιλαμβάνουν τον “θάνατο του Θεού”, την ύπαρξη του υπερανθρώπου, την ατέρμονη επιστροφή, τον προοπτικισμό καθώς και την θεωρία της ηθικής κυρίων – δούλων. Αναφέρεται συχνά ως ένας από τους πρώτους «υπαρξιστές» φιλοσόφους. Η ριζική αμφισβήτηση από μέρους του της αξίας και της αντικειμενικότητας της αλήθειας έχει οδηγήσει σε αμέτρητες διαμάχες και η επίδρασή του παραμένει ουσιαστική, κυρίως στους κλάδους του υπαρξισμού, του μεταμοντερνισμού και του μεταστρουκτουραλισμού.
Ξεκίνησε την καριέρα του σαν κλασικός φιλόσοφος, κάνοντας κριτικές αναλύσεις σε αρχαιοελληνικά και Ρωμαϊκά κείμενα, προτού εντρυφήσει στην φιλοσοφία. Το 1869, σε ηλικία 24 ετών, διορίστηκε καθηγητής στο πανεπιστήμιο της Βασιλείας, στην έδρα της Κλασικής Φιλολογίας, όντας ο νεότερος που έχει πετύχει κάτι ανάλογο. Παραιτήθηκε το καλοκαίρι του 1879 εξαιτίας των προβλημάτων υγείας που τον ταλάνιζαν σχεδόν όλη του την ζωή. Σε ηλικία 44 ετών, το 1889, υπέστη νευρική κατάρρευση, η οποία αργότερα διεγνώσθη ως συφιλιδική «παραλυτική ψυχική διαταραχή», διάγνωση η οποία αμφισβητείται. Η επανεξέταση των ιατρικών φακέλων του Φρειδερίκου Νίτσε δείχνει ότι κατά πάσα πιθανότητα πέθανε από όγκο στον εγκέφαλο, ενώ η μετά θάνατον σπίλωση του ονόματός του οφείλεται κυρίως στο αντι-ναζιστικό μέτωπο. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του ανέλαβε την φροντίδα του η μητέρα του, μέχρι τον θάνατό της το 1897, και έπειτα η αδελφή του, Ελίζαμπεθ Φούρστερ-Νίτσε, μέχρι τον θάνατό του, το 1900.
Εκτός από την φροντίδα του, η Ελίζαμπεθ Φούρστερ-Νίτσε ανέλαβε χρέη εκδότριας και επιμελήτριας των χειρογράφων του. Ήταν παντρεμένη με τον Μπέρναρντ Φούρστερ, εξέχουσα μορφή του γερμανικού εθνικιστικού και αντισημιτικού μετώπου, για χάρη του οποίου ξαναδούλεψε αρκετά από τα ανέκδοτα χειρόγραφα του Νίτσε, στην προσπάθειά της να τα «μπολιάσει» με τις ιδέες του, αντιβαίνοντας ριζικά με τις απόψεις του φιλόσοφου, οι οποίες ήταν ξεκάθαρα εναντίον του αντισημιτισμού και του εθνικισμού (βλ. Η κριτική του Νίτσε στον Αντισημιτισμό και τον Εθνικισμό). Με την βοήθεια των εκδόσεων της Φούρστερ-Νίτσε, ο Νίτσε έγινε συνώνυμο του Γερμανικού μιλιταρισμού και του Ναζισμού, αν και αρκετοί μελετητές του στο δεύτερο μισό του 20ου αιώνα έχουν καταφέρει να αντιστρέψουν την παρερμήνευση των ιδεών του.
~Wikipedia in both English and Greek http://www.wikipedia.org

Tasos Livaditis//Τάσος Λειβαδίτης

35774-tl

OLD SONG

The garden railings are wet from the rain like the poor who
are left outside
but as night falls a flute or a star speaks for the whole
universe —
when we were children we would hide under the stairs and when
we would come out we had left behind a royal fate
silence makes the world bigger, sorrow more just
and later as young men we hugged the first tree and
narrated our past to it
joyless days that you’ve passed yet you’ve left behind an emotional
memory
and I who was crazy for the future now in agony I observe the movement
of the clock’s fingers.

Until one night a man goes along the road singing.
Where have you heard this song before? You don’t remember.
Yet nostalgia of all you dreamed off shivers in that song. You
stand by the window
and listen as if enchanted. And suddenly at the turn of the road
the song stops. Everything vanishes. Quiet.
And what you’ll do now?

ΠΑΛΙΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ

Τα κάγκελα του κήπου υγρά απ’ τη βροχή σαν τους φτωχούς που
τους αφήνουν έξω
αλλά καθώς βραδιάζει ένα φλάουτο κάπου ή ένα άστρο συνηγορεί
για όλη την ανθρωπότητα —
σαν ήμασταν παιδιά κρυβόμαστε κάτω απ’ τη σκάλα κι όταν βγαί-
ναμε είχαμε αφήσει εκεί ένα βασιλικό πεπρωμένο
η σιωπή κάνει τον κόσμο πιο μεγάλο η θλίψη πιο δίκαο
κι αργότερα νέοι αγκαλιάσαμε το πρώτο δέντρο και του διηγηθή-
καμε τα περασμένα
άχαρες μέρες που φύγατε κι όμως αφήσατε μια ανάμνηση συγκινη-
τική
κι εγώ που υπήρξα τρελός για το αύριο κοιτάζω τώρα με αγωνία να
προχωρούν οι λεπτοδείχτες στα ρολόγια.

Ώσπου μια νύχτα ένα διαβάτης περνάει στο δρόμο τραγουδώντας.
Πού έχεις ξανακούσει το τραγούδι αυτό; Δε θυμάσαι.
Κι όμως η νοσταλγία όλων όσων ονειρεύτηκες τρέμει μες στο τρα-
γούδι. Στέκεσαι στο παράθυρο
κι ακούς σα μαγεμένος. Κι άξαφνα σε κάποια στροφή του δρόμου το
τραγούδι σβήνει. Όλα χάνονται. Ησυχία.
Και τώρα τί θα κάνεις;

~Tasos Livaditis, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, 2014

WISLAWA SZYMBORSKA//ΒΙΣΛΑΒΑ ΣΥΜΠΟΡΣΚΑ

Szymborska_2011_(1)

ADVERTISEMENT

I am a tranquilizer.
I am effective at home.
I work well at the office
I take exams
I appear in court
I carefully mend broken crockery—
all you need do it take me
dissolve me under the tongue
all you need do is swallow me
just wash me down with water.

I know how to cope with misfortune
how to endure bad news
take the edge of injustice
make up for the absence of God
help pick out your widow’s weeds
What are you waiting for—
have faith in chemistry’s compassion.

You’re still a young man/woman
you really should settle down somehow.
Who said
life must be loved courageously?

Hand your abyss over to me—
I will line it with soft sleep
You’ll be grateful for
the four-footed landing.

Sell me your soul.
There’s no other buyer likely to turn up.

There’s no other devil left.

ΔΙΑΦΗΜΗΣΗ

Είμαι ναρκωτικό.
Επιδρώ καλά όταν με πιείς στο σπίτι.
Επιδρώ θετικά και στο γραφείο
περνάω εξετάσεις
παρουσιάζομαι στο δικαστήριο
ξανακολλώ σπασμένα κατσαρολικά—
μόνο πρέπει να με πιείς
να λυώσω κάτω απ’ τη γλώσσα σου
μόνο να με καταπιείς
με μια γουλιά νερό

Γνωρίζω να αναιρώ την ατυχία
να υπομένω τα δυσάρεστα νέα
να κάνω πιο ομαλή την αδικία
να εξαλείφω την έλλειψη του Θεού
να ελαφρύνω τον πόνο της χήρας
τί περιμένεις—
έχε εμπιστοσύνη στη συμπόνια της χημείας

Είσαι ακόμα νέα/νέος
καιρός να κατασταλλάξεις κάπου.
Ποιος είπε
ότι πρέπει να ζούμε τη ζούμε με θάρρος;

Έλα δώσε μου την άβυσσό σου
θα την απαλύνω με τον ύπνο
θα μ’ ευγνωμονείς
για την στα τέσσερα προσγείωσή σου

Πούλησέ μου την ψυχή σου.
Δεν υπάρχει άλλος αγοραστής.

THE PROFESSOR WALKS AGAIN

The professor has already died three times.
After the first death he was told to move his head.
After the second death he was told to sit up.
After the third he was even stood on his feet,
propped up by a stout and robust nanny:
let’s go for a nice walk now.

the brain has been badly damaged in an accident
look, it’s just a miracle the problems he’s overcome:
left right, light dark, tree grass, hurts eat.

Two plus two, professor?
Two, says the professor.
This time the answer’s better than before.

Hurts, grass, sit, bench.
And at the end of the path, once again, old as time,
cheerless, pallid,
thrice banished
the nanny they say is the real one.

The professor is just dying to be with her.
Once again he pulls away from us.

Ο ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ ΠΕΡΠΑΤΕΙ ΞΑΝΑ

Ο καθηγητής έχει πεθάνει τρεις φορές κιόλας.
Μετά τον πρώτο θάνατο του είπαν να κουνήσει το κεφάλι του.
Μετά τη δεύτερο θάνατο του είπαν να ανακάτσει.
Μετά την τρίτη φορά σηκωνόταν όρθιος
με τη βοήθεια της σθεναρής κι εποίμονης νοσοκόμας:
ας πάμε για ένα ωραίο περίπατο τώρα.

Ο εγκέφαλος είχε τραυματιστεί άσχημα απ’ το ατύχημα
κοίταξε, είναι θαύμα που ξεπέρασε όλες τις δυσκολίες:
αριστερό – δεξί, φως – σκοτάδι, δέντρο – γρασίδι, πονάει – τρώγε.

Δύο και δύο πόσα κάνουν, κύριε καθηγητά;
Δύο, απαντά εκείνος.
Αυτή τη φορά η απάντηση είναι καλύτερη από πριν.

Πονάει, γρασίδι, κάθησε, παγκάκι.
Και στο τέλος του μονοπατιού, ξανά, γέρος σαν τον χρόνο
αγέλαστος, κατάχλωμος
τρεις φορές τιμωρημένος
η νοσοκόμα αυτή είναι, λένε, είναι η καλύτερη.

Ο καθηγητής πεθαίνει να ` ναι μαζί της.
Για μια φορά ακόμα φεύγει μακριά μας.
RETURNS

He came home. Said nothing.
Through it was clear something unpleasant had happened.
Put his head under the blanket.
Drew up his knees.
He’s about forty, but not at this moment.
He exists—but only as in his mother’s belly
seven layers deep, in protective darkness.
Tomorrow he will give a lecture on homeostasis
in megagalactic cosmonautics.
For now he’s curled up, fallen asleep.

ΓΥΡΙΣΜΟΣ

Γύρισε στο σπίτι. Δεν είπε λέξη.
Παρ’ όλο που ήταν φανερό
ότι κάτι άσχημο είχε συμβεί.
Έχωσε το κεφάλι του κάτω απ’ την κουβέρτα.
Δίπλωσε τα πόδια του.
Είναι γύρω στα σαράντα αλλά όχι αυτή τη στιγμή.
Υπάρχει μόνο στης μάνας του την κοιλιά
μέσα σε επτά στρώματα προστατευτικό σκότος.
Αύριο θα δώσει μία διάλεξη για την ομοιοστατική
σε γιγάντιους γαλαξίες και κοσμοναυτική.
Για την ώρα έχει κουρνιάσει, και κοιμάται.
Maria Wisława Anna Szymborska (2 July 1923 – 1 February 2012) was a Polish poet, essayist, translator and recipient of the 1996 Nobel Prize in Literature. Born in Prowent, which has since become part of Kórnik, she later resided in Kraków until the end of her life. She is described as a “Mozart of Poetry”. In Poland, Szymborska’s books have reached sales rivaling prominent prose authors: although she once remarked in a poem, “Some Like Poetry” (“Niektórzy lubią poezję”), that no more than two out of a thousand people care for the art.
Szymborska was awarded the 1996 Nobel Prize in Literature “for poetry that with ironic precision allows the historical and biological context to come to light in fragments of human reality”. She became better known internationally as a result of this. Her work has been translated into English and many European languages, as well as into Arabic, Hebrew, Japanese and Chinese.
Wisława Szymborska was born on 2 July 1923 in Prowent, Poland (now part of Kórnik, Poland), the daughter of Wincenty and Anna (née Rottermund) Szymborski. Her father was at that time the steward of Count Władysław Zamoyski, a Polish patriot and charitable patron. After the death of Count Zamoyski in 1924, her family moved to Toruń, and in 1931 to Kraków, where she lived and worked until her death in early 2012
When World War II broke out in 1939, she continued her education in underground classes. From 1943, she worked as a railroad employee and managed to avoid being deported to Germany as a forced labourer. It was during this time that her career as an artist began with illustrations for an English-language textbook. She also began writing stories and occasional poems. Beginning in 1945, she began studying Polish literature before switching to sociology at the Jagiellonian University in Kraków. There she soon became involved in the local writing scene, and met and was influenced by Czesław Miłosz. In March 1945, she published her first poem “Szukam słowa” (“Looking for words”) in the daily newspaper, Dziennik Polski. Her poems continued to be published in various newspapers and periodicals for a number of years. In 1948, she quit her studies without a degree, due to her poor financial circumstances; the same year, she married poet Adam Włodek, whom she divorced in 1954 (they remained close until Włodek’s death in 1986). Their union was childless. Around the time of her marriage she was working as a secretary for an educational biweekly magazine as well as an illustrator. Her first book was to be published in 1949, but did not pass censorship as it “did not meet socialist requirements”. Like many other intellectuals in post-war Poland, however, Szymborska adhered to the People’s Republic of Poland’s (PRL) official ideology early in her career, signing an infamous political petition from 8 February 1953, condemning Polish priests accused of treason in a show trial.[9][10][11] Her early work supported socialist themes, as seen in her debut collection Dlatego żyjemy (That is what we are living for), containing the poems “Lenin” and “Młodzieży budującej Nową Hutę” (“For the Youth who are building Nowa Huta”), about the construction of a Stalinist industrial town near Kraków. She became a member of the ruling Polish United Workers’ Party.
Like many communist intellectuals initially close to the official party line, Szymborska gradually grew estranged from socialist ideology and renounced her earlier political work. Although she did not officially leave the party until 1966, she began to establish contacts with dissidents. As early as 1957, she befriended Jerzy Giedroyc, the editor of the influential Paris-based emigré journal Kultura, to which she also contributed. In 1964, she opposed a Communist-backed protest to The Times against independent intellectuals, demanding freedom of speech instead.[12]
In 1953, Szymborska joined the staff of the literary review magazine Życie Literackie (Literary Life), where she continued to work until 1981 and from 1968 ran her own book review column, called Lektury Nadobowiązkowe. Many of her essays from this period were later published in book form. From 1981–83, she was an editor of the Kraków-based monthly periodical, NaGlos (OutLoud). In the 1980s, she intensified her oppositional activities, contributing to the samizdat periodical Arka under the pseudonym “Stańczykówna”, as well as to the Paris-based Kultura. The final collection published while Szymborska was still alive, Dwukropek, was chosen as the best book of 2006 by readers of Poland’s Gazeta Wyborcza.[4] She also translated French literature into Polish, in particular Baroque poetry and the works of Agrippa d’Aubigné. In Germany, Szymborska was associated with her translator Karl Dedecius, who did much to popularize her works there.
~WIKIPEDIA

Βισλάβα Συμπόρσκα–Βιογραφία

Η Βισουάβα Σιμπόρσκα (Wislawa Szymborska) γεννήθηκε το 1923 στο Κούρνικ της Πολωνίας (περιοχή της επαρχίας Πόζναν) κι από εκεί μετακινήθηκε στα οκτώ της χρόνια στην Κρακοβία, τόπο μόνιμης διαμονής της έκτοτε, ως το θάνατό της, την 1η Φεβρουαρίου του 2012, σε ηλικία 88 ετών. Σπούδασε φιλολογία και κοινωνιολογία στο φημισμένο πανεπιστήμιο της πόλης και εμφανίστηκε για πρώτη φορά στην ποίηση το 1945. Μέχρι το 1996, που της απονεμήθηκε το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας, είχε εκδώσει μόλις εννέα ποιητικές συλλογές και τέσσερα βιβλία με δοκίμια, ενώ μετέφρασε έμμετρη γαλλική ποίηση και για ένα διάστημα (1967-1972) σχολίαζε τακτικά άσημους μάλλον ξένους και Πολωνούς λογοτέχνες. Τιμήθηκε με το Φιλολογικό Βραβείο της Κρακοβίας (1995), το Πολωνικό Κρατικό Βραβείο για την Τέχνη (1963), το Βραβείο Γκαίτε (1991) και το Βραβείο Χέρντερ (1995) και υπήρξε διδάκτορας της Τέχνης, τιμής ένεκεν, στο Πανεπιστήμιο του Πόζναν. Ανήκει μαζί με τους Ζμπίγκνιεβ Χέρμπερτ και Ταντέους Ρουζέβιτς στην κορυφή της πυραμίδας των μεταπολεμικών εκπροσώπων της λεγόμενης “Πολωνικής σχολής της ποίησης”, παρότι η αναγνώρισή της στην Ευρώπη, και ιδιαίτερα στον αγγλοσαξονικό χώρο έγινε πολύ αργότερα απ’ αυτούς.

Η Σιμπόρσκα από νωρίς διαγράφει το ποιητικό της κλίμα, γράφοντας ότι “δανείζεται λέξεις που βαραίνουν από πάθος και μετά προσπαθεί να τις κάνει να δείχνουν ελαφρές”. Η κλασικότροπη κομψότητα στον χειρισμό και την ανάπτυξη του ποιητικού της υλικού συνδυάζεται με μιαν ανάλαφρη προσέγγιση των πραγμάτων και έναν απατηλά εύθυμο σκεπτικισμό, όπου υφέρπει η επώδυνη συνείδηση της ανθρώπινης συνθήκης και περιπέτειας στον κόσμο, αλλά και η ζωντανή, εις πείσμα της θνητής μας μοίρας και της ιστορίας (όπου επαναλαμβάνεται συνήθως η τραγωδία), ελπίδα. Γιατί, για τη Σιμπόρσκα, ο κόσμος, παρά την ανασφάλεια, τον φόβο και το μίσος που εκτρέφει και καλλιεργεί η ανθρώπινη φύση μας, δεν παύει να προκαλεί και να εκπλήσσει, κι η φύση μαζί με την τέχνη παραμένουν πάντοτε οι καλύτεροι μεσίτες γι’ αυτό το όραμα (όπως κατέληξε στην εκδήλωση για την απονομή του Νόμπελ: “Οι ποιητές, φαίνεται, θα έχουν πάντοτε πολλή δουλειά”).

Κάποια από τα ποιήματα της Σιμπόρσκα, γραμμένα σε ανύποπτο χρόνο, αποκτούν μια δραματική επικαιρότητα σήμερα που ολόκληρη η ανθρωπότητα βιώνει το άγχος της τρομοκρατίας με μοναδική ένταση, και είναι δείγματα της βαθιάς ηθικής συνείδησης και εγρήγορσης που διατρέχει τελικά όλο το ποιητικό της έργο.

~Translation from the English into Greek by Manolis Aligizakis

DROWN WOMAN

182446-nekriprosfygaslampedusa

DROWN WOMAN

With the sorrowful events that recently take place in Kos, Greece, the Facebook team “We say no to the Golden Dawn” posted the above photograph of a dead migrant woman raised from a boat that sank on October 2013 in the open sea outside the Italian island of Lambedousa.
The Facebook post writes the following:
“She was found floating on the waves as she is in this picture with her mobile phone, her wallet with a few small bills and pictures of her loved ones back home clenched onto her chest. She wouldn’t let the waves take away her only possessions, her beloved persons back home she didn’t want to feel alone the moment she felt the cold and death approaching.
There are many dead people on the shore. Many have no name. The news people talk of numbers, hundreds and hundreds of dead. No one knows their names. Who they’ve left behind? From whom they run away? What were their dreams? And when one says “the boats sink” this woman, this mother holds her dreams tight onto her breast.

“Let us remain…HUMAN”

~Translated from the Greek by Manolis Aligizakis

Με αφορμή τα θλιβερά περιστατικά που σημειώνονται τις τελευταίες ημέρες στην Κω, η ομάδα στο Facebook «Λέμε Όχι στη Χρυσή Αυγή» ανάρτησε μια φωτογραφία που ανήκει σε νεκρή πρόσφυγα που ανασύρθηκε από ναυάγιο που σημειώθηκε τον Οκτώβριο του 2013 στ’ ανοικτά της νήσου Λαμπεντούζα, στις ακτές της Ιταλίας.
Η σχετική ανάρτηση της ομάδας στο Facebook γράφει χαρακτηριστικά:
«Την βρήκαν στα κύματα έτσι, με το κινητό και το πορτοφόλι με τα λίγα λεφτά και τις φωτογραφίες των αγαπημένων της προσώπων στο στήθος. Δεν ήθελε να αφήσει στα κύματα της θάλασσας τα αγαπημένα της υπάρχοντα, δεν ήθελε να νιώσει μόνη τη στιγμή που αισθάνθηκε το κρύο και τον θανάτο να πλησιάζουν.
Υπάρχουν πολλά πτώματα στην παραλία. Πολλοί από αυτούς δεν έχουν ούτε ένα όνομα. Τα tg μιλάνε για αριθμούς, εκατοντάδες και εκατοντάδες νεκροί. Κανείς δεν ξέρει ποιοι είναι,ποιους άφησαν σπίτι, από τι τρέχουν, ποια ήταν τα όνειρά τους. Και όταν κάποιος λέει «βουλιάζουμε τα ποταμόπλοια» αυτή η γυναίκα, η μητέρα, , πιέζει ακόμα πιο δυνατά στο στήθος τα όνειρά της.
Ας παραμείνουμε ‘ΑΝΘΡΩΠΟΙ’…».

http://dithen2010.blogspot.ca/