Yannis Ritsos-translated by Manolis Aligizakis

Ritsos_front large



Αυτό μονάχα. Τίποτ’ άλλο. Χρόνος διαμελισμένος.

Ανεμόμυλοι χάσκουν σε παλιούς λόφους εξορίας.

Οι σφουγγαράδες δε γύρισαν. Μια φανέλα χτυπιέται στο σύρμα.

Ανάβω τη λάμπα μου κι εργάζομαι μόνος

στο ίδιο νυχτερινό γυμνό χωρίς μοντέλο.





Just this. Nothing else. Time dismembered.

Windmills gape on the ancient hills of exile.

The sponge divers didn’t return. An undershirt unfurls on the clothesline.

I light my lamp and work alone

on the same nightly nude statue without a model.






Karyotakis – Polydouri/the Tragic Love Story




Ο ήλιος ψηλότερα θ’ ανέβει
σήμερα πού `ναι Κυριακή.
Φυσάει το αγέρι και σαλεύει
μια θημωνιὰ στο λόφο εκεῖ.

Τα γιορτινὰ θα βάλουν, κι όλοι
θα ῾χουν ανάλαφρη καρδιά:
κοίτα στο δρόμο τα παιδιά,
κοίταξε τ᾿ άνθη στο περβόλι.

Τώρα καμπάνες που χτυπάνε
είναι ο θεὸς αληθινός.
Πέρα τα σύννεφα σκορπάνε
και μεγαλώνει ο ουρανός.

Άσε τον κόσμο στη χαρά του
κι έλα, ψυχή μου, να σου πω,
σαν τραγουδάκι χαρωπό,
ένα τραγούδι του θανάτου





The sun will climb higher

today, since it’s Sunday.

The breeze flows and the stack

of the shrub stirs over that hill.


They’ll all dress festive cloths

and shall keep a light heart

look at the children in the street

look at the flowers in the orchard.


Now that the bells are chiming

god must be true

the clouds are blown far away

the sky becomes immense.


Oh leave the world in its joy

and come close to me, my soul,

a joyous song I shall sing

for you: the song of death.




KARYOTAKIS-POLYDOURI//THE TRAGIC LOVE STORY, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, 2016


Karyotakis-Polydouri//The Tragic Love Story






Τι νάχης γίνει ολόδροσε βαρκάρη
του παράλιου χωριού, που με είχαν φέρει
ένα πένθος βαρύ να διασκεδάσω;
Τι νάχης γίνει ωραίο παληκάρι
με τα στριφτά ξανθά σου δαχτυλίδια,
πως έχει γίνει να μη σε ξεχάσω;

Νάναι την ομορφιά σου που θυμάμαι,
το σιωπηλό σου στόμα το σφιγμένο,
παράξενη ομορφιά σ’ ένα βαρκάρη,
ή γιατί διαλεχτή σου έτυχε νάμαι,
μια θλιβερή με πένθιμο φουστάνι,
στη βάρκα σου μια αυγή που μ’ είχες πάρει;

Μέσα σε τόσα ωραία κορίτσια – θάμα
χαράς τα προσωπάκια τους – με πήρες
και μέ στη γαλανή σου τη βαρκούλα.
Ένα πρωινό περίπατο, ένα τάμα
στην πιο όμορφη είχες κάνει της παρέας
και κάλεσες και μέ τη μοναχούλα,

που έβλεπες κάθε δειλινό στο μώλο
συλλογισμένη, με απλανή τα μάτια
σ’ ένα βιβλίο με στίχους να κοιτάη.
Ήρθες πιο ωραίος κ’ είδα, καθώς μ’ όλο
τον άλλο κόσμο πήδησες στη βάρκα,
το χέρι σου ένα ρόδο να κρατάη.

Κι’ ως να μην είχε κάπου να το βάλη
το ρόδο αυτό, σε μέ την τελευταία
το πέταξεν απλά, με κάποια βιάση…
Οι κρόταφοί σου εβάφονταν αγάλι
και χάνοταν στη θάλασσα η ματιά σου…
Μα τώρα, πως δε σ’ έχω πια ξεχάσει






What has happened to you, young boatman

of the seashore village where they brought me

to participate in the saddest mourning?

What has happened to you, handsome

youth, with your curly blonde hair

how can I possibly forget you?


I remember your handsomeness

your silent mouth tightly shut

strange for a boatman to have

and why I was your chosen one

the sad girl in my sorrowful dress

who in your boat you took one morning?


Among all the beautiful girls — their

faces miracle of joy — you took me

to your light blue boat for

a morning walk, you said you wished

to take the most beautiful of the group

and yet you took me the lonely one.


You saw me by the quay every morning

deep in thought and with eyes gazing

the void and reading a poetry book.

You came most handsome and I saw

as you jumped on the boat

you held a rose in your hand


and as if you didn’t have anyone to give

this rose you simply threw it in haste

to me the last one on the line;

your temples had turned almost gray

your eyes the color of the blue sea

and now truly I can’t forget you.




KARYOTAKIS-POLYDOURI//The Tragic Love Story, Translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, Vancouver, BC, 2016







Τρεις ώρες φτάνουν για να γράψεις ένα ωραίο ποίημα
Όμως τριάντα χρόνια δεν αρκούν να γράψεις ένα ποίημα
Όσο αν ζητάς κι αν θυσιάζεις. Η άνοιξη
Κατάλαβα πως είναι υπόθεση ρουτίνας για τη φύση
Που εχθρεύεται το πνεύμα και αμαυρώνει το άφθαρτο.
Σκέψου καλά: Κάθε μορφή αθανασίας αντίκειται
Στην έννοια του όντος. Κάθε αντίθεση
Θα συντριβεί κάτω απ’ τη φτέρνα του καιρού
Καθώς πατάει με δρασκελιές και πέλματα γρανίτη. Ανοίγοντας
Μια υπόνοια παρόντος
Τα φρύγανα των πράξεων σε ουρανομήκεις φλόγες ήλιου.
Όπου παρόν
Σημαίνει απλώς το παρελθόν του μέλλοντος
Ή, πιο σωστά, το μέλλον ενός άλλου παρελθόντος
Αφού, όσο ξέρω, δεν υπάρχει ακόμα η συνταγή
Να φτιαχτεί μια στιγμή διαρκείας.
Τι άπληστοι
Σταθήκαμε στ’ αλήθεια τι άσωτοι
Μες στη φιλαργυρία μας. Ποιος θα πιστέψει άραγε
Πως σπαταλήσαμε τη λίγη αιωνιότητα που μας αναλογεί
Χαμένοι σε μιαν έρημο από λέξεις. Σπέρνοντας
Και περιμένοντας το νέο φρούτο να φυτρώσει απ’ το κουκούτσι,
Το γινωμένο φρούτο να σαπίσει.
Στ’ αλήθεια τι άπραγοι
Τι ανεπίδεκτοι αθανασίας οι θνητοί.






Three hours are enough to write a beautiful poem

yet thirty years aren’t enough to write a poem

no matter how much you desire it or what you sacrifice.

I understand it is a matter of routine for nature

that hates pneuma and blackens the imperishable.

Think of it: every form of immortality stands opposite

the concept of being. Every opposition

will vanish under the heel of time

that walks in straddles and an soles of granite. Opening

the suspicion of the present

and burning

the brushwood of events into the sky-high fire of the sun

where the present

underscores the past of the future

or better the past of the other future

since, as far as I know, there no recipe

to make a moment that lasts.

How greedy

we truly have been, how prodigal

in our avarice. Who would believe

that we’ve spent the little eternity that belongs to us

lost in the desert of words. Seeding and waiting

for the new fruit to sprout from the seed


the ripened fruit to rot.

Truly how empty-handed

how insusceptible to immortality mortals are.



NEOHELLENIC POETRY-AN ANTHOLOGY, translated by Manolis Aligizakis, work in progress, Libros Libertad, summer 2017

The Second Advent of Zeus

merging dimensions cover



Κι έβαλαν σε σκοτεινό κελί τη Θέμιδα


κι εγώ αντιμετώπισα τα ξέφρενα μάτια

της συγγένειάς μου κι είχα πολλά να πω

μα σιώπησα για ένα λεπτό χρόνο να δώσω

στην αφέλειά τους που αργά κυλούσε

σαν το κελαρυστό ριακάκι, αθώο παιδιού

χαμόγελο που πάνω του στήριξα ελπίδα

πως τη δικαιοσύνη ξανά θ’ ανακάλυπτα


για να γιατρέψω μ’ ανοιξιάτικα λουλούδια

τις φλέβες τ’ ανεπίληπτου Έρωτα


έγκλειστοι κι αλλόφρονες οι φίλοι μου

κι εγώ με κουρέλια τον τόπο γύριζα

μ’ απαλή φωνή και νέα σύμβολα

με νέους εχθρούς και νέα ανέκδοτα

ν’ αλλάξω τα πιστεύω τους πεθύμησα

νέοι Ιούδες που είχαν γεννηθεί με δόντια

σουβλερά ό ένας τον άλλο να ξεσχίσουν

για τους αγέρηδες καθαρούς κληρονόμους

των διδαγμάτων μου τίποτα να μη μείνει




And they put Themis in dark dungeon


and I faced my kin’s delirious eyes

yet though I had much to say

I kept silent, momentarily, time

to give to their simplemindedness

bubbling along with the creek’s murmur

innocent smile of child upon which

I entrusted my hope to rediscover justice


with spring flowers to rejuvenate

the veins of imppecable Eros


inpriswoned were my distraught friends

dressed in rags I walked over my lands

soft-spoken and with new symbols

with new follies and  new anecdotes

I wished to revert their beliefs

new Judases born with sharpened teeth

ready to devour each other nothing to leave

for the winds rightful inheritors of my teachings


THE SECOND ADVENT OF ZEUS, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2016




Tasos Livaditis-Poems


ΕΚ ΠΡΩΤΗΣ όψεως, βέβαια, όλοι φαίνονται απροσδόκητα

ενώ αυτό που φοβόμαστε έχει γίνει από καιρό, κι ήτανε μέσα μας,

κι εμείς το πηγαίναμε στην επικίνδυνη ώρα και συχνά σταματού-

σες στη μέση της σκάλας, γιατί ποιός ξέρει πού είναι το άλλο

σκαλοπάτι, ιδιαίτερα το βράδυ καθώς διάβαινες τις άδειες κάμα-

ρες, σου `πεφτε πάντα κάτι απ’ τα χέρια, σαν να `θελε να ξαναγυ-

ρίσει, και τότε, όπως γονάτιζες να το βρεις, συναντούσες τον


αφού κάθε κίνηση μας προδίνει, κι ένα άλλο ποτήρι σηκώνεις

απ’ αυτό που πήγαινες, προτίμησα, λοιπόν, να σωπάσω, μα όταν

μες στο σκοτάδι χτύπησαν μεσάνυχτα, όλο το σπίτι ράγισε άξαφνα,

και τότε, στο βάθος του διαδρόμου, το είδαμε που πέρασε εντελώς




AT FIRST glance of course everything seem to be unexpected

while what we’ve feared had already taken place and was inside us

and we carried it to the dangerous hour and often you would stop

in the middle of the stairs because, who knows where was the next

step; especially in the night as you walked through the empty rooms

something always fell off your hands as if wanting to return and

then as you’d kneel to find it you would meet the other man

since every gesture gives us up and you carry a different

glass from the one you wanted, I therefore chose to keep silent;

but when in darkness midnight struck suddenly the whole

house shook and then at the end of the hallway we saw him

as he quite clearly walked by us.



~Tasos Livaditis-Poems, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, 2014



Kostas Karyotakis



Φίλε, ἡ καρδιά μου τώρα σὰ νὰ ἐγέρασε.
Τελείωσεν ἡ ζωή μου τῆς Ἀθήνας,
ποὺ ὅμοια γλυκὰ καὶ μὲ τὸ γλέντι ἐπέρασε
καὶ μὲ τὴν πίκρα κάποτε τῆς πείνας.

Δὲ θά ῾ρθω πιὰ στὸν τόπο ποὺ ἡ πατρίδα μου
τὸν ἔδωκε τὸ γιόρτασμα τῆς νιότης,
παρὰ περαστικός, μὲ τὴν ἐλπίδα μου,
μὲ τ᾿ ὄνειρο ποὺ ἐσβήστη, ταξιδιώτης.

Προσκυνητὴς θὰ πάω κατὰ τὸ σπίτι σου
καὶ θὰ μοῦ ποῦν δὲν ξέρουν τί ἐγίνης.
Μ᾿ ἄλλον μαζὶ θὰ ἰδῶ τὴν Ἀφροδίτη σου
κι ἄλλοι τὸ σπίτι θά ῾χουν τῆς Εἰρήνης.

Θὰ πάω πρὸς τὴν ταβέρνα, τὸ σαμιώτικο
ποὺ ἐπίναμε γιὰ νὰ ξαναζητήσω.
Θὰ λείπεις, τὸ κρασί τους θά᾿ ναι ἀλλιώτικο,
ὅμως ἐγὼ θὰ πιῶ καὶ θὰ μεθύσω.

Θ᾿ ἀνέβω τραγουδώντας καὶ τρεκλίζοντας
στὸ Ζάππειο ποὺ ἐτραβούσαμεν ἀντάμα.
Τριγύρω θά ῾ναι ὡραῖα πλατὺς ὁ ὁρίζοντας,
καὶ θά ῾ναι τὸ τραγούδι μου σὰν κλάμα.




Now that my heart has aged, my friend

and my years in Athens have passed

sweetly and joyously in parties

and sometimes in the grief of hunger


I won’t ever return to the homeland that

graced me with the celebration of youth

but only as a hoping passerby

traveller with my dream that vanished


a pilgrim I’ll go back to your house

to find out they don’t know where you are.

Along with someone else I’ll meet your Aphrodite

while others will occupy the house of peace.


I’ll go to the tavern to re-order

the Samos wine we used to drink

I’ll miss you and their wine will taste different

yet I’ll drink and I’ll get drunk


singing and staggering I’ll go

to Zappeion where we used to go together

the horizon will be wide open all around

and my song will sound like a lament.


Kostas Karyotakis//NEOHELLENIC POETRY—AN ANTHOLOGY, Libros libertad, 2016






In the harbor salinity smells
of unfinished voyages dreamy seagulls
argue for people’s garbage

silent moment hovers between
excited activity of myriad people

going doing yelling living and
your mind landlocked in ache

for imaginary exotic locales
paradisiacal seabirds

abundance of food
no war over crumbs of life

like in the harbor you always visit
hoping that you may have

an adventure to faraway lands
exquisite female bodies

only in your mind and
salinity graces your dream
with a certain realism


Στο λιμάνι η αλμύρα μυρίζει
ταξίδι που δεν τέλειωσε
ονειροπόλοι γλάροι μαλώνουν
για τα σκουπίδια των ανθρώπων

αμίλητη σιωπή αιωρείται πάνω
απ’ την βαβούρα χιλιάδων ανθρώπων
που περνοδιαβαίνουν, κάνουν, φωνασκούν, ζουν
κι εσύ με τον πόνο κλειδωμένος στη στεριά

φαντάζεσαι εξωτικά νησιά
παραδείσια θαλασσοπούλια
αστέρευτη τροφή
ανύπαρκτος ο πόλεμος για ψίχουλα ζωής

σαν στο λιμάνι που πάντα επισκέπτεσαι
με την ελπίδα κι εσύ ν’ απολάυσεις

μια περιπέτεια σε χώρες μακρινές
εξαίσια γυναίκεια κορμιά

που μόνο στο νου σου υπάρχουν
με την αλμύρα που τα ποτίζει
με κάποια δόση αληθοφάνειας

Collection in progress/Συλλογή εν εξελίξει

Yannis Ritsos

ritsos front cover


(Ένας ποιητής μιλάει σ’ έναν ποιητή τού μέλλοντος)

Άν δεν ήξερα πως εσύ θα μ’ ακούσεις μια μέρα
δε θάχα πια τί να πω, δε θα μπορούσα να μιλήσω,
κ’ η αράχνη που μας δίδαξε την κάθετη άνοδο
στο γυμνό τοίχο, θα στάθμευε στο στόμα μου
σπρώχνοντας ίσα μέσα στο λαιμό μου
τα τρία μαύρα κουμπιά του σακκακιού μου
και τ’ άλλα τα λευκά απ’ τις πουκαμίσες των νεκρών.

(A poet speaks to a future poet)

If I didn’t know that you would listen to me one day
I wouldn’t have anything to say, I couldn’t talk,
and the spider who taught us the vertical ascend
on the bare wall, would have stopped in my mouth
pushing straight inside my larynx
the three black buttons of my coat
and the others the white ones from the nightshirts of the dead.

~Γιάννη Ρίτσου-ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Yannis Ritsos-Poems/translated by Manolis Aligizakis

Tasos Livaditis//Τάσος Λειβαδίτης

Tasos Livaditis_Vanilla

ΚΑΤΩ απ’ το μανδύα ενός άλλου πηγαίνουμε, που προχωράει
σιωπηλός, δίχως όνομα, ίσως γι’ αυτό και πιο αληθινός, κι όταν
σηκώνουμε το κύπελλο, είναι κι εκείνο μες στο μυστικό και δεν
ξεδιψάμε, γιατι η πρόνοια μας θέλει βιαστικούς, ολομόναχους μες
στην υπόσχεση, σαν τα χωράφια που πηγαίνουν σκεπασμένα το
φθινόπωρο, και μόνον όποιος φεύγει ξαναβρήκε την πατρίδα, αφού
κάθε μας λέξη εδώ μια πόρτα σφαλά εκεί ή ένα παράθυρο, κι αυτό
που έρχεται σαν σκόνη ή σαν σφάλμα κάθεται πάνω στο τραπέζι.
Όμως τα βράδια, ο οποιοσδήποτε είναι ένα πρόσωπο προορι-

WE WALK under the heavy coat of someone else who walks on
silently, who has no name, perhaps for this he’s truer to himself and
when we raise the cup it also hides in the secret so we don’t quench
our thirst because providence wants us to be fast, lonely, inside
the promise like the fields that in the fall go covered and only one
who leaves rediscovers his motherland since our every word shuts
a door here or a window there and what comes as dust or mistake sits
on the table.
However at night anybody can be the destined person.

~Τάσου Λειβαδίτη-Εκλεγμένα Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Tasos Livaditis-Selected Poems/Translated by Manolis Aligizakis