Nostos and Algos

nostos and algos cover

ΦΑΚΟΣ

Γελά ο οπάλινος καθρέφτης
στη λάμψη των ματιών σου
κομένες λέξεις, λυπημένες
για το πολύ λίγο που τραγούδησες
του ήλιου σου που κρύβεται πίσω
απ’ του δέντρου τον κορμό
μια προθεσμία που απαιτεί
την προσοχή και μιαν απόφασή σου.
Μα ξέχασες τίς γρίλλιες σου ν’ ανοίξεις
το φώς του ήλιου πάντα μαρτυρά
μ’ άσπρα σεντόνια τα καλυμένα
μυστικά, σαν δυο σπυριά σταριού
στο χέρι σου που κρύβεις
μικρή ευτυχία και κουβέντες
άσκοπες, στεγνές

και λές—

φιλόσοφος θα γίνω την επόμενη φορά
του κόσμου τα προβλήματα να λύσω.

LENS

Opaline lens smiling
in the glitter of your eyes
static words, sorrowful
for the little you sang
to your sun hidden
behind the tree trunk
deadline that demands
attention and your decision
and you keep your blinds shut
sunlight always reveals
secrets the white bed-sheets cover
like two grains of laughter
you hide in your palm
little happiness and
aimless, dry talk

and you say—

philosopher next time I’ll become
the problems of the world to solve.

 

http://www.ekstasiseditions.com

 

 

AUTUMN LEAVES

12063462_167231683631456_8618851483504133518_n

ΑΓΑΠΗΣ ΠΟΙΗΜΑ

Γράψε μου ένα ποίημα
είπες
που να μιλά γι’ αγάπη

τα χείλη σου θα περιγράφει
είπα
το χρώμα τους θα υπογραμίζει

θα συλλαμβάνει το γελάκι τους
κι έσκυψα με δέος περισσό

σα να `μουν μπρος στο άγαλμα
τ’ ολόγυμνο του Έρωτα

 

autumn leaves cover

LOVE POEM

Write a poem for me
you said
to talk of love

it’ll describe your lips
I said
their smile it will capture

their color it will accentuate
and I bowed in awe

as if before the statue
of naked Eros

 

http://www.ekstasiseditions.com

 

Quotes by Nietzsche

 

Philosophy
________________________________________
How I understand the philosopher — as a terrible explosive, endangering everthing… my concept of the philosopher is worlds removed from any concept that would include even a Kant, not to speak of academic “ruminants” and other professors of philosophy…
from Nietzsche’s Ecce Homo, s 3.2.3, Walter Kaufmann transl.
________________________________________
Knapsack of the Metaphysicians.– Those who boast so mightily of the scientificality of their metaphysics should receive no answer; it is enough to pluck at the bundle which, with a certain degree of embarrassment, they keep concealed behind their back; if one succeeds in opening it, the products of that scientificality come to light, attended by their blushes: a dear little Lord God, a nice little immortality, perhaps a certain quantity of spiritualism, and in any event a whole tangled heap of ‘wretched poor sinner’ and Pharisee arrogance.
from Nietzsche’s Assorted Opinions and Maxims,s. 12, R.J. Hollingdale transl.
________________________________________
Even today many educated people think that the victory of Christianity over Greek philosophy is a proof of the superior truth of the former – although in this case it was only the coarser and more violent that conquered the more spiritual and delicate. So far as superior truth is concerned, it is enough to observe that the awakening sciences have allied themselves point by point with the philosophy of Epicurus, but point by point rejected Christianity.
from Nietzsche’s Human, all too Human, s.68, R.J. Hollingdale transl.
________________________________________
Socrates.– If all goes well, the time will come when one will take up the memorabilia of Socrates rather than the Bible as a guide to morals and reason… The pathways of the most various philosophical modes of life lead back to him… Socrates excels the founder of Christianity in being able to be serious cheerfully and in possessing that wisdom full of roguishness that constitutes the finest state of the human soul. And he also possessed the finer intellect.
from Nietzsche’s The Wanderer and his Shadow,s. 86, R.J. Hollingdale transl.

~www.theperspectivesofnietzsche.com/nietzsche/nchrist.html

 

http://www.theperspectivesofnietzsche.com/nietzsche/nchrist.html

Katerina Gogou//Κατερίνα Γώγου

gvgou

A

With my head in smithereens
by the vise of your bargainings
at the height of the traffic jam and opposite it
I’ll light a great fire
and I’ll throw all the Marxist books in it
that Myrto will never learn
the cause of my death.
You can tell her
I couldn’t endure the spring or that I cross the road with a red light.
Yes. This is more believable:
with a red light. This you can say.
Α

Με το κεφάλι θρύψαλα
απ’ τη μέγκενη των παζαριών σας
την ώρα της αιχμής και κόντρα στο ρεύμα
θ’ ανάψω μια μεγάλη φωτιά
κι εκεί θα ρίξω όλα τα μαρξιστικά βιβλία
έτσι που να μη μάθει ποτέ η Μυρτώ
τα αίτια του θανάτου μου.
Μπορείτε να της πείτε
πως δεν άντεξα την άνοιξη ή πως πέρασα με κόκκινο.
Ναι. Αυτό είναι πιο πιστευτό.
Με κόκκινο. Αυτό να πείτε.
~Κατερίνας Γώγου/Katerina Gogou, Τα τελευταία Ποιήματα
~Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη/Translated by Manolis Aligizakis

 

BIOGRAPHY

Katerina Gogou (Greek: Κατερίνα Γώγου; 1 June 1940 – 3 October 1993) was a Greek poet, author and actress. Before her suicide by pill overdose at the age of 53, Gogou appeared in over thirty Greek films. She was born in Athens, Greece.
One of her books was translated into English, “Three clicks left” in the United States in 1983 by Jack Hirschman and published by “Night Horn Books” in San Francisco. The Greek title was, ‘Τρία κλικ αριστερά’, and first published by Kastaniotis in 1978. Her poetry was known for its rebellious and communist content.
As an actress she was known for lesser roles of rebellious free spirited women. She won the first women’s award at the Salonica film festival.
As a poet she is known for her antiestablishment poems and her anarchist ideals. Her verse is filled by indignation and refute however her ideals, her wounded psychological state lead her to suicide at the age of 53.
Numerous poems written by Gogou appeared in the Greek film ‘Parangelia’ about the life of Nikos Koemtzis who, in 1973, killed three individuals (two of whom were policemen) and injured another eight at a bouzouki club in Athens over a dance.

Kiki Dimoula//Κική Δημουλά

kiki-dimoula

ΜΟΝΟΚΟΝΤΥΛΙΕΣ

Εύκολα περιγράφομαι και λύνομαι
με μονοκοντυλιές.
Δεν είναι βαρετό αυτό
τις χειμωνιάτικες νύχτες.

Τραβήξτε πρώτα μια στερεά
μπηγμένη κατακόρυφα.
Αυτή θα `ναι η πίστη μου.
Μιαν άλλη αμέσως από απέναντι
βυθίστε την στο κέτρο της σχεδόν,
κατάλληλα έτσι
να μοιάζ’ η πρώτη κλονισμένη.
Βάλτε μεγάλες πλάι σε μικρές,
αχνές σε τονισμένες δίπλα,
να δείχνουνε τις τάσεις μου.
Φριντίστε αυτές να μην τελειώνουνε ποτέ
γιατί θα συντομέψετε άσχημα τη λύση μου.
Πετάξτε σκόρπιες μερικές
αλλά σ’ απίθανη κατεύθυνση,
τις αντιφάσεις μου.
Δύο μεγάλες κεντρικές προσθέστε
με του μοιραίου το χάσμα ανάμεσά τους.

Τώρα με το μολύβι
(ή με τη φαντασία σας)
φροντίστε πάνω από αυτά
μια καταχνιά να κάθεται,
γιατί με σκέτη μονοκοντυλιά
η θλίψη μου δεν περιγράφεται.

SINGLE STROKES OF THE PEN

You may easily describe and explain me
with single strokes of the pen.
It isn’t boring
during the winter nights.

A firm one you may draw up front
thrust it in vertically.
This will be my faith.
Another one you may draw from the opposite direction
thrust it deep into the center of the first
appropriately that the first one
will seem exhausted.
Place some long ones next to the short
the vague ones next to the underlined
to underscore my inclinations.
Make sure these don’t ever end
unless the explanation of me is shortened.
Scatter a few
of my objections
to all directions.
Add two long ones in the center
and between them the void of the inevitable.

Now with the pencil
(or your imagination)
make sure some mist hangs
over all these
cause with just one stroke of the pen
you can’t explain my sorrow.

~ΕΡΕΒΟΣ-EREBUS, by KIKI DIMOULA, ΙΚΑΡΟΣ, 1956, // translated by Manolis Aligizakis

Vernal Equinox//Εαρινή Ισημερία

vernal equinox
ΣΚΑΝΔΑΛΙΖΕΙΝ

Σταματά το ψύρισμα
χέρι αιωρούμενο
αφηρημένα διαγράφει ένα κύκλο στο κενό
σαν πουλί παγωμένο πάνω
σε φακό φωτογραφικής μηχανής
η ήβη της τον σκανδαλίζει
σαν έρχεται στο νου του
απ’ τις μέρες εκείνου του Αυγούστου
στο ηλιοκαμένο νησί
στο νωχελικό μεσημεριανό ύπνο
στήν τραγουδιστή λαγνεία
αλλιώς ο καθρέφτης θα ράγιζε απ’ την ένταση
στο δροσερό δωμάτιο
μπροστά στα μάτια του
δάχτυλο σε αγωνιώδη κίνηση κύκλου
που ο ερωτισμός στριφογυρίζει
ψηλότερα ψηλότερα στην κορυφή
συγκλονιστικού οργασμού
άνεμος πανδαιμόνιο
πόθος κι ένας κατακόκκινος
Εωσφόρος καγχάζει σαρδόνια
που το ψυράφι αγγίζει το δέρμα του
ανοίγοντάς το
σαν κι εκείνης
χρώμα κοκκινωπό

~’Εαρινή Ισημερία’, Εκδόσεις ΕΝΕΚΕΝ, Θεσσαλονίκη, 2011

SCANDALOUS

He stops shaving razor floating in air
hand absentmindedly creates a circle in mid-void
like a bird stilled by camera lens
her scandalous vulva visits his mind
from days of that August
on the scorched island
in low tone siesta
in muffled moaning
lest the mirror would crack from tension
in the cool soothing room
before his eyes
finger in circular motion of agony
swirling eroticism
higher and higher
near a shuddering apex
wind pandemonium
lust and a red colored
Lucifer laughs sardonically
as the razor touches his flesh
opening it
like hers
color reddish

~VERNAL EQUINOX, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2011,
http://www.ekstasiseditions.com

George Seferis//Γιώργος Σεφέρης

George Seferis_cover

ΣΤΡΟΦΗ

Στιγμή, σταλμένη από ένα χέρι
που είχα τόσο αγαπήσει
με πρόφταξες ίσια στη δύση
σα μαύρο περιστέρι
Ο δρόμος άσπριζε μπροστά μου,
απαλός αχνός ύπνου
στο γέρμα του μυστικού δείπνου
Στιγμή σπυρί της άμμου,
που κράτησες μονάχη σου όλη
την τραγική κλεψύδρα
βουβή, σα να είχε δει την Υδρα
στο ουράνιο περιβόλι

STROPHE

Moment sent by a hand
that I had so much loved
you reached me almost at dusk
like a black dove
The road shone before me
soft breath of sleep
at the end of a secret feast
Moment grain of sand
that you alone kept
the tragic clepsydra whole
silent as though it had seen Hydra
in the heavenly orchard

Η ΛΥΠΗΜΕΝΗ

Στην πέτρα της υπομονής
κάθισες πρός το βράδυ
με του ματιού σου το μαυράδι
δείχνοντας πως πονείς
κι είχες στα χείλια τη γραμμή
που είναι γυμνή και τρέμει
σαν η ψυχή γίνεται ανέμη
και δέουνται οι λυγμοί
κι είχες στο νου σου το σκοπό
που ξεκινά το δάκρυ
κι ήσουν κορμί που από την άκρη
γυρίζει στον καρπό
μα της καρδιάς σου ο σπαραγμός
δε βόγκηξε κι εγίνη
το νόημα που στον κόσμο δίνει
έναστρος ουρανός

THE SADDENED GIRL

On the stone of patience
you sat at dusk
with the black of your eye
showing how you hurt
And on your lips you had
a line naked and shivering
as the soul spins
and sobs plead
and in your mind the tune
that starts a tear
and you were a body that from its edge
returns to its fruit
but your heart’s anguish
didn’t sob but turned into
a meaning given to the world
by the star filled sky

ΑΡΝΗΣΗ

Στο περιγιάλι το κρυφό
κι άσπρο σαν περιστέρι
διψάσαμε το μεσημέρι
μα το νερό γλυφό
Πάνω στην άμμο την ξανθή
γράψαμε τ όνομα της
ωραία που φύσηξεν ο μπάτης
και σβήστηκε η γραφή
Με τι καρδιά με τι πνοή
τι πόθους και τι πάθος
πήραμε τη ζωή μας λάθος!
κι αλλάξαμε ζωή

DENIAL

On the secluded seashore
white like a dove
we thirsted at noon
but the water brackish
On the golden sand
we wrote her name
when the sea breeze blew
the writing vanished
With what heart with what spirit
what desire and what passion
we led our life what a mistake
so we changed our life

“George Seferis-Collected Poems” translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, 2012, ~Finalist at the Greek National Literary Awards, category translation.

YANNIS RITSOS-SELECTED POEMS

ritsos front cover

THE SIN

They left, they left – he said. They stayed – he said in a while. They stayed.
They exist.
Gullible days, wasted. And there were a few trees.
The roofs leaned their shoulders more impressively. George,
on top of the ladder, was fixing the plaster festoon
of the neoclassical house. Further down in the harbor
the longshoremen were creating a havoc. They carried
large wooden boxes tied with ropes. Two dogs
walked edge to edge in the street. Those days
we enclosed in parentheses the most important things. Him
with the black patch over his right eye, gaping at the shabby
display-windows, he collected (perhaps also on our behalf) a few objects,
match boxes, words, images and some other nameless and
invisible things –
always clumsy, with his muddy shoes and completely innocent.
The absolute – he said – is our grievest sin. And as the lights
were turned on
on ships, in bars, in patisseries, they underscored exactly that.

Η ΑΜΑΡΤΙΑ

Έφυγαν, έφυγαν,—έλεγε. Έμειναν—έλεγε σε λίγο. Έμειναν.
Είναι.
Εύπιστες μέρες, χαμένες. Ήταν και λίγα δέντρα.
Οι στέγες έγερναν ενδοτικότερα τους ώμους τους. Ο Γιώργης
πάνω στη σκάλα διόρθωνε τη γύψινη γιρλάντα
νεοκλασικού σπιτιού. Πιο κάτω, στο λιμάνι
πρωτοστατούσανε οι φορτοεκφορτωτές. Κουβαλούσαν
μεγάλα ξύλινα κασόνια δεμένα με σκοινιά. Δυο σκύλοι
πήγαιναν άκρη άκρη στο δρόμο. Κείνες τις μέρες
το κυριώτερο το κλείναμε σε παρενθέσεις. Αυτός
με τον επίδεσμο στο δεξί μάτι χάζευε τις φτωχές βιτρίνες
μάζευε (πιθανόν και για λογαριασμό μας) κάτι ελάχιστα αντικείμενα,
σπιρτόκουτα, λέξεις, εικόνες και κάτι άλλα ανώνυμα και αόρατα—
αδέξιος πάντα, με τα λασπωμένα του παπούτσια, κι ολότελα αθώος.
Το απόλυτο—είπε—είναι η βαθιά μας αμαρτία. Κι όπως ανάβαν τα
φώτα
στα πλοία, στα μπάρ, στα ξενοδοχεία, αυτό ακριβώς υπογραμμίζαν.

“Yannis Ritsos-Selected Poems”, Ekstasis Editions, summer-fall, 2013
Poetry by Yannis Ritsos, Translated by Manolis Aligizakis