Yannis Ritsos/translated by Manolis Aligizakis

11007741_1028336327180072_6866849738460871477_n

ΕΝΑ ΠΟΝΤΙΚΙ

 

Όλη τη νύχτα τύμπανα, φωνές, μεθυσμένα τραγούδια,

φωτιές στις πλατείες, κοκκίνισε ο τόπος, κοκκίνιζαν

τα κλεισμένα δωμάτια. Ίσως να σφάζαν τ’ αγάλματα πάλι,

ίσως να καίγαν ομοιώματα θεών ή τυράννων. Ένα ποντίκι

στεκότανε στα πόδια του Σταυρού και κοιτούσε με κόκκινα μάτια

απορημένο άν θα χτυπούσε στην ώρα του το ξυπνητήρι του μεταλλωρύχου,

άν τούτη η πυρκαγιά της νύχτας θα κατέληγε στη μουσική.

 

 

MOUSE

 

All night long drums, voices, drunken songs,

fires in the plazas; the landscape turned red; the closed

rooms turned red. Perhaps they were butchering the statues again;

perhaps they were burning effigies of gods or tyrants. One mouse

stood under the cross and stared with red eyes

wondering whether the alarm clock of the miner would strike on time,

whether this night fire would turn into music.

 

 

Γιάννη Ρίτσου-Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

Yannis Ritsos-Poems/Translated by Manolis Aligizakis

 

www.libroslibertad.com

www.manolisaligizakis.com

www.ekstasiseditions.com

 

Advertisements

Τάσος Λειβαδίτης/Tasos Livaditis

Tasos Livaditis_Vanilla

ΒΡΑΔΙΝΕΣ ΣΚΕΨΕΙΣ

 

Έπρεπε ν’ ανακαλύψω γρήγορα το μυστικό — ήταν μια υπόθεση

σκοτεινή, μια συνωμοσία θα `λεγα, για την οποία όλοι απέφευγαν

να μιλήσουν, ακόμα κι ο ίδιος ο πατέρας μου μετά το δείπνο άναβε

τσιγάρο κι έμενε σιωπηλός, εγώ ονειρευόμουν ένα λεοφωρείο μια

νύχτα φθινοπωρινή, μια εκδρομή με παλιούς φίλους στο χαμένο μας

όνειρο ή άφηνα τις μύγες πάνω στο πρόσωπό μου διότι λησμόνησα

να σας πω ότι είχα πεθάνει από καιρό, μόνο που έπρεπε να το

κρύβω, γιατί τί άλλο πιο επαίσχυντο από συντρόφους που λιποτα-

κτούν ή ακόμα χειρότερο που επιμένουν να ονειροπολούνε.

Κι ίσως, σκέφτομαι, η Κόλαση είναι ένα παιγνίδι

που κερδίζεις.

 

 

 

EVENING THOUGHTS

 

I had to discover that secret fast — it was a dark case, a conspiracy

I would say, of which everyone avoided talking even my own father

after dinner he would light a cigarette and he would remain silent while

I dreamed of a bus on an autumn night, an outing with old friends into

our lost dream or I would leave flies on my face because I forgot

to tell you I had been dead for a long time though I had to keep it secret

because what else is more shameful but friends who desert or even

worst who insist to daydream.

And perhaps, I think, Hell is just a game

you win.

 

 

 

TASOS LIVADITIS, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, Vancouver, 2014

www.libroslibertad.com

www.manolisaligizakis.com

Second Advent of Zeus

merging dimensions cover

ΜΟΝΑΞΙΑ

 

Κι έδειξα τον πρώτο μου στίχο στο Δία

λεπτό δάχτυλο σαν τετράστιχο

και μάτια επίκεντρο που γίνονταν

καμπάνα που ήχησε τη μοναξιά της

που με πλατειά σόλα βημάτισα

στ’ ολόφρεσκο ανάβαθο νερό

 

ανακριβής η γραμμή του ορίζοντα

ύμνος αμείλικτα υμνούσε υμνοτικούς

εσπερινούς του νου μου διαδρόμους

που διέσχιζαν τ’ αρχαϊκό μου βάθος

πριν απ’ την παρουσία μου στον κόσμο

 

αέρια δηλητηριώδη που σκότωναν

τους στρατιώτες μου σαν διαταγές

παρασημοφορεμένων στρατηγών

και θάνατος που ευλόγησε τα χρόνια

τα μισερά των άτυχων, μοναξιά που γεύτηκα

ανάμεσά τους και στον πρώτο μου στίχο

 

Loneliness

 

And I showed Zeus my first verses

my finger-like delicate quatrain

and my eyes that became epicenter

bell that chimed its aloofness

and flat-footed I stepped into

the fresh and shallow water

 

the vague line of the horizon

merciless hymn was hymning hymnal

vespers alike hallways of my mind

traversing my archaic depths

before my advent into this world

 

caustic gases killed my soldiers

orders of generals for valor decorated

and death blessing the short years

of the unlucky, loneliness I felt

among them and in my first verse

 

SECOND ADVENT OF ZEUS, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2016.

VORTEX

vortex_cover 

ΛΕΞΕΙΣ

 

Οι ανίσκιωτες μου λέξεις γέρνουν

η μια δίπλα στην άλλη

 

λυτρωτικά βέλη σε φαρέτρα

που σκοπεύουν να ηρεμήσουν

 

τη χθεσινοβραδινής σου αγρύπνια

και τ’ άγχος ν’ απαλύνουν

 

και βάζεις το κόκκινο καπέλλο

το ηλιόλουστο τούτο πρωί

σαν να καλοσωρίζεις καλοκαίρι

 

στη μέση του Δεκέμβρη

κι οι ανίσκιωτες μου λέξεις

 

μένουν ανείπωτες

έχοντας την καρδιά σου στόχο

 

WORDS

Words casting no shadows

lean next to one another

their meaning aims to calm

last night’s agony

 

during the ambivalent hours

that stressed your mind

and you put your red hat

this sunlit morning as if

to welcome summer

 

middle of December and even

my words casting no shadow

just have your heart

as their target

 

 

VORTEX, poetry by Mnaolis Aligizakis, Libros libertad, 2014

The Medusa Glance

The Medusa Glance cover

ΤΡΕΛΑ

 

Θυσιάστηκαν για την ελευθερία μας

 

διαβάζεις την πρόταση

 

έδωσαν τη ζωή τους για την ασφάλειά μας

 

η δεύτερη πρόταση επιμένει

 

τρέλα ενός κράτους

υπό την επήρεια ναρκωτικών

τίμημα της ελευθερίας Αμερικανικού στυλ

σκέψεις των πολιτών σε υπερένταση

 

για το θεϊκό τους δικαίωμα

πέραν όλων των χωρών του κόσμου

γήϊνα ανθρωπίδια

λέξεις κι εικόνες περί ηρωϊσμού

προτάσεις γεμίζουν το κενό

αναμφισβήτητο δικαίωμα

να υποσκάπτουν τη ζωή άλλων

 

οικονομικός αποκλεισμός

περικύκλωση —

του υποτιθέμενου εχθρού

 

τρέλα ενός κράτους

υπό την επήρεια ναρκωτικών

 

LUNACY

 

 

They died defending our freedom

 

the sentence reads

 

they fell defending our security

 

the other insists

 

lunacy of a nation on drugs

price of freedom the American way

 

peoples’ minds in overdrive

about god given rights

beyond the reach for most other

earthlings, words paint images

of heroism, sentences filling the void

rightful right to subvert other people’s

lives, sanctions, economic starvation

 

pivot —

 

encircling the by chance enemy

 

lunacy of a nation on drugs

 

 

THE MEDUSA GLANCE, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2017

Τάσος Λειβαδίτης/Tasos Livaditis-translated by Manolis Aligizakis

Tasos Livaditis_Vanilla

ΚΑΘΩΣ ΠΕΦΤΕΙ ΤΟ ΒΡΑΔΥ

 

Στο βάθος υπάρχει πάντα μια μικρή παρόρμηση, ανεξιχνίαστη,

από παλιούς αποχαιρετισμούς, από μακριές σιωπές σε κρύα

δωμάτια, ενώ με το πέσιμο της νύχτας ξεσπάει πάλι ο πα-

νικός —

το κακό είναι αθεράπευτο, κι η στέγη του σπιτιού μια τρομερή

απειλή

για κείνους που ξεχνάνε.

 

AS NIGHT FALLS

 

In depth there is always a secret impulse, indescribable,

from ancient farewells, from far away silences in

cold rooms but as the night falls again the panic

returns —

evil is incurable and the roof of the house a horrible

threat

for the ones who forget.

 

 

TASOS LIVADITIS—SELECTED POEMS, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, Vancouver, 2014

 

www.libroslibertad.com

www.manolisaligizakis.com

Yannis Ritsos/translated by Manolis Aligizakis

Ritsos_front large

ΑΝΕΠΙΣΗΜΑΝΤΟΙ ΘΑΝΑΤΟΙ

 

Εύθραστα, ωραία αντικείμενα—κρύσταλλα, πορσελάνες, μερικά χρυσά

ή ασημένια

φιλικά δώρα, ή βραβεία τιμητικά—τρόπαια σεμνών αγώνων

που μήτε περιμέναμε την αναγνώρησή τους. Πολύ τα χαρήκαμε τότε,

πολύ τα προσέξαμε, τα βάλαμε (με κάποιο δισταγμό είναι αλήθεια)

σε όμορφες θέσεις, — όχι τόσο εμφανείς. Καμιά φορά, τα βράδια,

όταν ανάβουν τα φώτα στο απέναντι μπάρ, τα δείχναμε σε δυο τρεις φίλους

τους πιο πιστούς (άν υπάρχουνε τέτοιοι). Με τα χρόνια

πληθύνανε πολύ—σωστός μπελάς—πού να τα βάλεις, πώς να τα εξα-

σφαλίσεις;

κι η σκόνη κι η καπνιά, η υγρασία, η συνήθεια. Ξεχάστηκαν

σε χαρτονένια κιβώτια, πάνω στο πατάρι, μες στη τζίβα, διπλωμένα

σε παλιές ηρωικές εφημερίδες. Ωστόσο, τις νύχτες, πότε πότε,

ακούς ένα ντιν, και πάλι ντιν, καθώς σκουντιούνται μεταξύ τους,

σα γυάλινες καμπάνες σε θανάτους μικρών κοριτσιών λησμονημένων.

 

 

UNNOTICED  DEATHS

 

Fragile, beautiful objects – crystals, porcelains, some gold

or silver

gifts from friends or honorary awards – trophies of decorous competitions

we never expected recognition for. We enjoyed them so much, back then

we paid much attention to them and placed them (with some hesitation

really) in appropriate positions – not so conspicuous. Sometimes at night,

when the lights came on in the opposite bar, we showed them

to two-three friends the most trustworthy (if such truly exist). As the years

went by, they multiplied – a true headache – where can one put them, how

can one secure them

and the dust, the smoke, the dampness, the habit. They got forgotten

in carton boxes in the attic, in burlap sacks wrapped in

old heroic newspapers. Nevertheless, at night, from time to time

you hear a din, and again a din, as they nudge each other

like glass bells on the deaths of young forgotten girls.

 

 

Γιάννη Ρίτσου-Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

Yannis Ritsos-Poems/Translated by Manolis Aligizakis

www.libroslibertad.com

www.manolisaligizakis.com

www.ekstasiseditions.com

 

Tasos Livaditis/translated by Manolis Aligizakis

cover

 

ΚΑΤΩ απ’ το μανδύα ενός άλλου πηγαίνουμε, πού προχωράει

σιωπηλός, δίχως όνομα, ίσως γι’ αυτό και πιο αληθινός, κι όταν

σηκώνουμε το κύπελλο, είναι κι εκείνο μες στο μυστικό και δεν

ξεδιψάμε, γιατι η πρόνοια μας θέλει βιαστικούς, ολομόναχους μες

στην υπόσχεση, σαν τα χωράφια που πηγαίνουν σκεπασμένα το

φθινόπωρο, και μόνον όποιος φεύγει ξαναβρήκε την πατρίδα, αφού

κάθε μας λέξη εδώ μια πόρτα σφαλά εκεί ή ένα παράθυρο, κι αυτό

που έρχεται σαν σκόνη ή σαν σφάλμα κάθεται πάνω στο τραπέζι.

Όμως τα βράδια, ο οποιοσδήποτε είναι ένα πρόσωπο προορι-

σμένο.

 

 

 

WE WALK under the heavy coat of someone else who walks on

silently, who has no name, perhaps for this he’s truer to himself and

when we raise the cup it also hides in the secret so we don’t quench

our thirst because providence wants us to be fast, lonely, inside

the promise like the fields that in the fall go covered and only one

who leaves rediscovers his motherland since our every word shuts

a door here or a window there and what comes as dust or mistake sits

on the table.

However at night anybody can be the destined person.

 

 

~Tasos Livaditis-Poems, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, 2014

 

www.libroslibertad.com

www.manolisaligizakis.com

Yannis Ritsos/translated by Manolis Aligizakis

Ritsos_front large

ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ (απόσπασμα)

IV

Τράβηξαν ολόισια στην αυγὴ με την ακαταδεξιὰ του ανθρώπου που πεινάει,
μέσα στ᾿ ασάλευτα μάτια τους είχε πήξει ένα άστρο
στον ώμο τους κουβάλαγαν το λαβωμένο καλοκαίρι.

Απὸ δω πέρασε ο στρατὸς με τα φλάμπουρα κατάσαρκα
με το πείσμα δαγκωμένο στα δόντια τους σαν άγουρο γκόρτσι
με τον άμμο του φεγγαριού μες στις αρβύλες τους
και με την καρβουνόσκονη της νύχτας κολλημένη μέσα στα ρουθούνια και στ᾿ αυτιά τους.

Δέντρο το δέντρο, πέτρα-πέτρα πέρασαν τον κόσμο,
μ᾿ αγκάθια προσκεφάλι πέρασαν τον ύπνο.
Φέρναν τη ζωὴ στα δυο στεγνά τους χέρια σαν ποτάμι.

Σε κάθε βήμα κέρδιζαν μία οργιὰ ουρανὸ – για να τον δώσουν.
Πάνου στα καραούλια πέτρωναν σαν τα καψαλιασμένα δέντρα,
κι όταν χορεύαν στήν πλατεία,
μέσα στα σπίτια τρέμαν τα ταβάνια και κουδούνιζαν τα γυαλικὰ στα ράφια.

Ά, τί τραγούδι τράνταξε τα κορφοβούνια –
ανάμεσα στα γόνατα τους κράταγαν το σκουτέλι του φεγγαριού και δειπνούσαν,
και σπάγαν το αχ μέσα στα φυλλοκάρδια τους
σα να `σπαγαν μία ψείρα ανάμεσα στα δυο χοντρά τους νύχια.

Ποιὸς θα σου φέρει τώρα το ζεστὸ καρβέλι μες στη νύχτα να ταίσεις τα όνειρα;
Ποιὸς θα σταθεί στον ίσκιο της ελιάς παρέα με το τζιτζίκι μη σωπάσει το τζιτζίκι,
τώρα που ασβέστης του μεσημεριού βάφει τη μάντρα ολόγυρα του ορίζοντα
σβήνοντας τα μεγάλα αντρίκια ονόματα τους;

Το χώμα τούτο που μοσκοβολούσε τα χαράματα
το χώμα που είτανε δικό τους και δικό μας – αίμα τους – πὼς μύριζε το χώμα –
και τώρα πὼς κλειδώσανε την πόρτα τους τ᾿ αμπέλια μας
πῶς λίγνεψε το φως στις στέγες και στα δέντρα
ποιὸς να το πει πως βρίσκονται οι μισοὶ κάτου απ᾿ το χώμα
κ᾿ οι άλλοι μισοὶ στα σίδερα;

Με τόσα φύλλα να σου γνέφει ο ήλιος καλημέρα
με τόσα φλάμπουρα να λάμπει ο ουρανὸς
και τούτοι μες στα σίδερα και κείνοι μες στο χώμα.

Σώπα, όπου να `ναι θα σημάνουν οι καμπάνες.
Αυτὸ το χώμα είναι δικό τους και δικό μας.
Κάτου απ᾿ το χώμα, μες στα σταυρωμένα χέρια τους
κρατάνε της καμπάνας το σκοινὶ – περμένουνε την ώρα, δεν κοιμούνται,
περμένουν να σημάνουν την ανάσταση. Τούτο το χώμα
είναι δικό τους και δικό μας – δε μπορεί κανεὶς να μας το πάρει.

 

ROMIOSINI (Excerpt)

 

IV

 

They went straight to dawn with the haughty air of the hungry

a star had curdled in their motionless eyes

on their shoulders they carried the injured summer

 

This way the army went with banners glued onto their flesh

with stubbornness bitten by their teeth like an unripe wild pear

with the moon-sand under their heavy boots and with the coal dust of night

glued in their nostrils and their ears.

 

Tree by tree stone by stone they passed the world

with thorns as pillows they spent their sleep

τhey carried life like a river in their parched hands.

 

With every step they won a yard of sky – to give it away

On watch they turned to stone like the conflagrated trees

and when they danced in the plaza ceilings shook inside the houses

and the glassware clinked on the shelves

 

Ah what songs shook the mountain peaks – as they held between their legs

the earthen dish of the moon and had their dinner

and broke the sigh amid their heart pleats like they would break a louse

with their thick nails.

 

Who will now bring you the warm loaf of bread

that you may feed the night with dreams?

Who will stand in the olive tree’s shade to keep the cicadas company

that they won’t go silent now that the whitewash of noon hour paints

all around the horizon a stone wall erasing their great manly names?

 

This soil that was so fragrant at dawn the soil that was theirs and ours –

their blood – how fragrant the soil was –

and now how our vineyards have locked their doors

how the light has thinned on roofs and trees –

who would have said that half of them are under the earth and the other half in jail?

 

With so many leaves the sun greets you good morning and the sky shines

with so many banners and these are in jail and those lie under the earth.

 

Silence that any time now the bells will chime;

This soil is theirs and ours.

 

 

Under the earth in their crossed hands they hold the bell rope – waiting for the hour

they don’t sleep they don’t die, they wait to ring the resurrection.

This soil is theirs and ours – no one can take it from us

ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ: 1550-2017, μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2018

NEO — HELLENE POETS, An Anthology of Modern Greek Poetry: 1550-2017, translated by Manolis Aligizakis, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2018

Yannis Ritsos/translated by Manolis Aligizakis

Ritsos_front large

ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ (Απόσπασμα)

V

Κάτσανε κάτου απ᾿ τις ελιὲς το απομεσήμερο
κοσκινίζοντας το σταχτὶ φως με τα χοντρά τους δάχτυλα
βγάλανε τις μπαλάσκες τους και λογαριάζαν πόσος μόχτος χώρεσε στο μονοπάτι της νύχτας
πόση πίκρα στον κόμπο της αγριομολόχας
πόσο κουράγιο μες στα μάτια του ξυπόλυτου παιδιού που κράταε τη σημαία.

Είχε απομείνει πάρωρα στον κάμπο το στερνὸ χελιδόνι
ζυγιαζόταν στον αέρα σα μία μαύρη λουρίδα στο μανίκι του φθινοπώρου.
Τίποτ᾿ άλλο δεν έμενε. Μονάχα κάπνιζαν ακόμα τα καμένα σπίτια.
Οι άλλοι μας άφησαν απὸ καιρὸ κάτου απ᾿ τις πέτρες
με το σκισμένο τους πουκάμισο και με τον όρκο τους γραμμένο στην πεσμένη πόρτα.
Δεν έκλαψε κανείς. Δεν είχαμε καιρό. Μόνο που η σιγαλιὰ μεγάλωνε πολὺ
κ᾿ είταν το φως συγυρισμένο κάτου στο γιαλὸ σαν το νοικοκυριὸ της σκοτωμένης.

Τί θα γίνουν τώρα όταν θα `ρθει η βροχὴ μες στο χώμα με τα σάπια πλατανόφυλλα
τί θα γίνουν όταν ο ήλιος στεγνώσει στο χράμι της συγνεφιάς σαν σπασμένος κοριὸς στο χωριάτικο κρεββάτι
όταν σταθεί στην καμινάδα του απόβραδου μπαλσαμωμένο το λελέκι του χιονιού;
Ρίχνουνε αλάτι οι γριὲς μανάδες στη φωτιά, ρίχνουνε χώμα στα μαλλιά τους
ξερρίζωσαν τ᾿ αμπέλια της Μονοβασιάς μη και γλυκάνει μαύρη ρώγα των εχτρών το στόμα,
βάλαν σ᾿ ένα σακκούλι των παππούδων τους τα κόκκαλα μαζὶ με τα μαχαιροπήρουνα
και ταριγυρνάνε έξω απ᾿ τα τείχη της πατρίδας τους ψάχνοντας τόπο να ριζώσουνε στη νύχτα.

Θάναι δύσκολο τώρα να βρούμε μία γλώσσα πιο της κερασιάς, λιγότερο δυνατή, λιγότερο πέτρινη –
τα χέρια εκείνα που απομείναν στα χωράφια ή απάνου στα βουνὰ ή κάτου απ᾿ τη θάλασσα, δεν ξεχνάνε –
θάναι δύσκολο να ξεχάσουμε τα χέρια τους
θάναι δύσκολο τα χέρια πούβγαλαν κάλους στη σκανδάλη να ρωτήσουν μία μαργαρίτα
να πουν ευχαριστώ πάνου στο γόνατο τους, πάνου στο βιβλίο ή μες στο μπούστο της αστροφεγγιάς.
Θα χρειαστεί καιρός. Και πρέπει να μιλήσουμε. Ώσπου να βρουν το ψωμὶ και το δίκιο τους.

Δυο κουπιὰ καρφωμένα στον άμμο τα χαράματα με τη φουρτούνα. Πούναι η βάρκα;
Ένα αλέτρι μπηγμένο στο χώμα, κι ο αγέρας να φυσάει. Καμένο το χώμα. Πούναι ο ζευγολάτης;
Στάχτη η ελιά, τ᾿ αμπέλι και το σπίτι.
Βραδιὰ σπαγγοραμμένη με τ᾿ αστέρια της μες στο τσουράπι.
Δάφνη ξερὴ και ρίγανη στο μεσοντούλαπο του τοίχου. Δεν τ᾿ άγγιξε η φωτιά.
Καπνισμένο τσουκάλι στο τζάκι – και να κοχλάζει μόνο το νερὸ στο κλειδωμένο σπίτι. Δεν πρόφτασαν να φάνε.

Απάνω στο καμένο τους πορτόφυλλο οι φλέβες του δάσους – τρέχει το αίμα μες στις φλέβες.
Και να το βήμα γνώριμο. Ποιὸς είναι;
Γνώριμο βήμα με τις πρόκες στον ανήφορο.

Το σύρσιμο της ρίζας μες στην πέτρα. Κάποιος έρχεται.
Το σύνθημα, το παρασύνθημα. Αδελφός. Καλησπέρα.
Θα βρει λοιπὸν το φως τα δέντρα του, θα βρει μία μέρα και το δέντρο τον καρπό του.
Του σκοτωμένου το παγούρι έχει νερὸ και φως ακόμα.
Καλησπέρα, αδερφέ μου. Το ξέρεις. Καλησπέρα.

Στην ξύλινη παράγκα της πουλάει μπαχαρικὰ και ντεμισέδες η γριὰ δύση.
Κανεὶς δεν αγοράζει. Τράβηξαν ψηλά.
Δύσκολο πια να χαμηλώσουν.
Δύσκολο και να πουν το μπόι τους.

Μέσα στ᾿ αλώνι όπου δειπνήσαν μία νυχτιὰ τα παλληκάρια
μένουνε τα λιοκούκουτσα και το αίμα το ξερό του φεγγαριού
κι ο δεκαπεντασύλλαβος απ᾿ τ᾿ άρματα τους.
Την άλλη μέρα τα σπουργίτια φάγανε τα ψίχουλα της κουραμάνας τους,
τα παιδιὰ φτιάξανε παιχνίδια με τα σπίρτα τους που ανάψαν τα τσιγάρα τους και τ᾿ αγκάθια τῶν άστρων.

Κ᾿ η πέτρα όπου καθήσαν κάτου απ᾿ τις ελιὲς το απομεσήμερο αντικρὺ στη θάλασσα
αύριο θα γίνει ασβέστης στο καμίνι
μεθαύριο θ᾿ ασβεστώσουμε τα σπίτια μας και το πεζούλι της Αγιὰ-Σωτήρας
αντιμεθαύριο θα φυτέψουμε το σπόρο εκεί που αποκοιμήθηκαν
κ᾿ ένα μπουμπούκι της ροδιάς θα σκάσει πρώτο γέλιο του μωρού στον κόρφο της λιακάδας.
Κ᾿ ύστερα πια θα κάτσουμε στην πέτρα να διαβάσουμε όλη την καρδιά τους
σα να διαβάζουμε πρώτη φορὰ την ιστορία του κόσμου.

 

 

ROMIOSINI (Excerpt)

 

V

 

They sat under the olive trees in early afternoon sieving the gray light with their big fingers

they took off their cartridge belts and measured the anguish fitting the path of night

how much bitterness fits in the wild mallow’s knot

how much courage in the eyes of a shoe-less child holding up the flag

 

Past its time the last swallow remained in the plains weighed himself in midair like a black band

on the sleeve of autumn

Nothing else remained; only the burnt up houses smoldering.

The others who left us some time ago lay under the rocks

with their ripped shirts and their oaths written on the fallen door

No one cried – we had no time; only silence became deeper

and the light gathered down the shore like the

orderly house of the dead woman.

 

What will become of them when the rain comes amid the rotten plane leaves in the soil?

What will happen to them when the sun dries up in a blanket of cloud

like a crushed bug in a villager’s bed?

when the snow stork stands embalmed on the chimney of last night?

Old mothers scatter salt in the fire they scatter soil over their hair

they have uprooted the grapevines of Monemvasia so that not a black grape

will ever sweeten the enemy’s mouth

they placed in a sack the grandfather’s bones along with their knives and forks

and they go around outside the walls of their country looking

where to grow roots in the night.

 

It’ll be hard to find a tongue less powerful less stony than the cherry tree’s –

those hands that were left in the fields or up on the mountains or down under the sea

do not forget they never forget –

it’ll be difficult for us to forget their hands

it’ll be hard for the hands that grew calluses on the trigger to ask a daisy

to say thank you on their knees or on the book or in the bosom of the starlight

it will take time and we need to speak up until they find their bread and their rights.

 

Two oars rooted down in the sand at dawn in rough seas. Where’s the boat?

A plow embedded in the soil and the wind blowing

burnt up earth Where is the plowman?

Ashes the olive tree the grapevine and the house

Night stitched on with her stars inside the sock

Dried laurel leaves and oregano in the middle-self on the wall Fire couldn’t reach it

smoked up cooking pot in the fire – and the water boils by itself in the locked up house.

They had no time to eat

 

The forest’s veins on their burnt door leaf – blood flows in the veins

And here is the familiar footstep. Who’s he?

Familiar footsteps going uphill the nails of their soles.

 

Crawl of root in the rock. Someone’s coming

The password the response a brother, good evening

So then light will find its trees the tree will find its fruit

the flask of the killed still has water and light

Good evening my brother Good evening.

 

The old Lady West sells herbs and embroidery in her wooden shack

no one buys them. They’ve reached up high.

It’s difficult for them to come down anymore.

It’s difficult for them to fit in their own height.

 

On the threshing floor where the braves ate one night

the olive pits and the dry blood of the moon remain

and their fifteen-syllabic armory

the cypresses and laurels remain all around

Next day sparrows ate the crumbs of their army bread

children made toys out of the matches

that lit their cigarettes and the stars’ thorns

 

And the rock where they sat under olive trees in the afternoon opposite the sea

it will become whitewash in the kiln tomorrow

day after we’ll paint our houses and the bench of Saint Savior

the day after that we’ll plant the seed where they fell asleep

and a pomegranate bud will flash its first baby smile on the breast of sunshine

After that we’ll sit on the soil to read all their hearts

as if we read from the world history for the first time.

ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ: 1550-2017, μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2018

NEO — HELLENE POETS, An Anthology of Modern Greek Poetry: 1550-2017, translated by Manolis Aligizakis, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2018