NOTES of a WET AUGUST, poetry by Manolis Aligizakis

 

ΑΜΑΡΤΙΑ

Ρώτησες αν ήτανε σωστό

κι αν ίσως ήταν αμαρτία

που εσύ κι εγώ

συναντηθήκαμε

σε πλάνο αχανές

σε χρόνο απροσδιόριστο

στου διάκενου αβεβαιότητα

 

κι είπα χαμογελώντας

 

θα προτιμήσω κόλαση

ξανά να γεννηθώ

για να ξαναεκλέξω

το μονοπάτι της χαράς κι απόλαυσης

που το εξαίσιο

κορμί σου μου χαρίζει

 

SIN

 

You asked whether it was right

perhaps a sin, you said,

that you and I have met

in an uncharted plain

in undefinable time

in the certainty of the void

 

and I smiled saying

 

I would prefer Hell

when I would be reborn

to choose again

the same path of joy

and pleasure with which

your beautiful body

satisfies me

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΕΝΟΣ ΥΓΡΟΥ ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ, Συλλογή εν εξελίξει//NOTES OF A WET AUGUST, collection in Progress

Yannis Ritsos/translated by Manolis Aligizakis

11007741_1028336327180072_6866849738460871477_n

ΠΕΡΑΣΜΑ

 

Κοντοστεκόταν στις βιτρίνες των μικρομάγαζων. Δεν είχε

τίποτα ν’ αγοράσει, μόνο που έτσι ακουγόταν καλύτερα

πίσω απ’ την πλάτη του η θάλασσα. Τότε είδε

τους τρεις λιμενεργάτες με τα μαύρα κασκέτα

που κουβαλούσαν βλαστημώντας σ’ ένα γυάλινο φορείο

ένα τεράστιο δασύτριχο ψάρι με κατακίτρινα μάτια.

 

 

PASSAGE

 

He stopped short in front of window displays of small shops. He didn’t

want to buy anything, only this way the sea was

heard better behind his back. Then he saw

the three longshoremen with black caps

who cursed while carrying on a glass stretcher

a huge thick-haired fish with stark yellow eyes.

 

 

YANNIS RITSOS-SELECTED POEMS, translated by Manolis Aligizakis, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2013

 

www.libroslibertad.com

www.manolisaligizakis.com

www.ekstasiseditions.com

George Seferis-Collected Poems, translated by Manolis Aligizakis

74979_3629791323956_2077615219_n

 

ΜΥΚΗΝΕΣ  (απόσπασμα)

 

Δώσ’ μου τα χέρια σου, δώσ’ μου τα χέρια σου

δώσ’ μου τα χέρια σου

 

Είδα μέσα στη νύχτα

τη μυτερή κορυφή του βουνού

είδα τον κάμπο πέρα πλημμυρισμένο

με το φως ενός αφανέρωτου φεγγαριού

είδα, γυρίζοντας το κεφάλι

τις μαύρες πέτρες συσπειρωμένες

και τη ζωή μου τεντωμένη σα χορδή

αρχή και τέλος

η τελευταία στιγμή

τα χέρια μου.

 

Βουλιάζει όποιος σηκώνει τις μεγάλες πέτρες

τούτες τις πέτρες τις εσήκωσα όσο βάσταξα

τούτες τις πέτρες τις εσήκωσα όσο βάσταξα

τούτες τις πέτρες τις αγάπησα όσο βάσταξα

τούτες τις πέτρες, τη μοίρα μου.

Πληγωμένος από το δικό μου χώμα

τυραννισμένος από το δικό μου πουκάμισο

καταδικασμένος από τους δικούς μου θεούς

τούτες τις πέτρες

 

 

MYCENAE  (excerpt)

 

 

Give me your hands, give me your hands

give me your hands.

I have seen in the night

the pointing peak of the mountain

I have seen the far side of the plain flooded

with the light of the hiding moon

I have seen, turning my head

the black stones rounded up

and my life like a taut chord

beginning and end

the ultimate moment:

my hands.

 

Whoever carries the heavy rocks sinks

I have carried these rocks as long as I endured

I have loved these rocks as long as I endured

these rocks, my fate.

Wounded by my own soil

tortured by my own shirt

condemned by my own gods

these rocks.

 

GEORGE SEFERIS-COLLECTED POEMS, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, Vancouver, 2012

 

Yannis Ritsos//translated by Manolis Aligizakis

11007741_1028336327180072_6866849738460871477_n

ΕΓΚΑΤΑΛΕΙΨΗ

 

Νυκτόβια έντομα νεκρά στο πάτωμα. Περνάς

στις δυο κρεβατοκάμαρες: το ίδιο. Οι άλλοι

ανηφορίσανε στ’ ασβεστοκάμινα, ανάψαν φωτιές,

εμείς τους περιμέναμε τρεις νύχτες. Έγειρε το φεγγάρι,

ύστερα η πολιτεία ερήμωσε, σβήσαν τα φώτα,

έμειναν τ’ άδεια καταστήματα κι οι ξαβαμμένοι κλόουν.

 

~Αθήνα, 7-1-79

 

 

ABANDONMENT

 

Dead night-flies on the floor. You go

to the two bedrooms: same thing. The others

went up the hill to the lime kilns, they started fires;

for three nights we waited for them. The moon leaned;

then the city was deserted, the lights went out,

the empty stores remained and the discolored clowns.

 

~Athens, 7-1-79

 

 

 

YANNIS RITSOS-SELECTED POEMS, translated by Manolis Aligizakis, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2013

 

www.libroslibertad.com

www.manolisaligizakis.com

 

Karyotakis-Polydouri translated by Manolis Aligizakis

 

KARIOTAKIS_POLYDOURI_cover_Oct31.indd

ΚΙΘΑΡΕΣ

 

Είμαστε κάτι ξεχαρβαλωμένες
κιθάρες. Ο άνεμος όταν περνάει,
στίχους, ήχους παράξενους ξυπνάει
στις χορδὲς που κρέμονται σαν καδένες.

Είμαστε κάτι απίστευτες αντένες.
Υψώνονται σαν δάχτυλα στα χάη,
στην κορυφή τους τ᾿ άπειρο αντηχάει,
μα γρήγορα θα πέσουνε σπασμένες.

Είμαστε κάτι διάχυτες αισθήσεις,
χωρὶς ελπίδα να συγκεντρωθούμε.
Στα νεύρα μας μπερδεύεται ήλη η φύσις.

Στο σώμα, στην ενθύμηση πονούμε.
Μας διώχνουνε τα πράγματα, κι η ποίησις
είναι το καταφύγιο που φθονούμε.

 

 

GUITARS

 

 

We’re a bunch of rickety guitars

when the wind passes through us

it awakens verses, strange sounds

on the chords that hang like anchors

 

bunch of unbelievable antennae

we rise into the chaos like fingers

the eternity echoes on our top

and fast they tumble broken

 

alike flowing emotions

with no hope of getting together

nature entangled with our nerves

 

our bodies and memory hurt

everything pushes us away

and poetry the refuge we despise

 

 

Karyotakis-Polydouri, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, 2016

www.libroslibertad.com

www.manolisaligizakis.com

Karyotakis-Polydouri//The Tragic Love Story

KARIOTAKIS_POLYDOURI_cover_Oct31.indd

 

ΤΙ ΝΑ `ΧΕΙΣ ΓΙΝΕΙ

 

 

Τι νάχης γίνει ολόδροσε βαρκάρη
του παράλιου χωριού, που με είχαν φέρει
ένα πένθος βαρύ να διασκεδάσω;
Τι νάχης γίνει ωραίο παληκάρι
με τα στριφτά ξανθά σου δαχτυλίδια,
πως έχει γίνει να μη σε ξεχάσω;

Νάναι την ομορφιά σου που θυμάμαι,
το σιωπηλό σου στόμα το σφιγμένο,
παράξενη ομορφιά σ’ ένα βαρκάρη,
ή γιατί διαλεχτή σου έτυχε νάμαι,
μια θλιβερή με πένθιμο φουστάνι,
στη βάρκα σου μια αυγή που μ’ είχες πάρει;

Μέσα σε τόσα ωραία κορίτσια – θάμα
χαράς τα προσωπάκια τους – με πήρες
και μέ στη γαλανή σου τη βαρκούλα.
Ένα πρωινό περίπατο, ένα τάμα
στην πιο όμορφη είχες κάνει της παρέας
και κάλεσες και μέ τη μοναχούλα,

που έβλεπες κάθε δειλινό στο μώλο
συλλογισμένη, με απλανή τα μάτια
σ’ ένα βιβλίο με στίχους να κοιτάη.
Ήρθες πιο ωραίος κ’ είδα, καθώς μ’ όλο
τον άλλο κόσμο πήδησες στη βάρκα,
το χέρι σου ένα ρόδο να κρατάη.

Κι’ ως να μην είχε κάπου να το βάλη
το ρόδο αυτό, σε μέ την τελευταία
το πέταξεν απλά, με κάποια βιάση…
Οι κρόταφοί σου εβάφονταν αγάλι
και χάνοταν στη θάλασσα η ματιά σου…
Μα τώρα, πως δε σ’ έχω πια ξεχάσει

 

 

WHAT HAS HAPPENED TO YOU?

 

 

What has happened to you, young boatman

of the seashore village where they brought me

to participate in the saddest mourning?

What has happened to you, handsome

youth, with your curly blonde hair

how can I possibly forget you?

 

I remember your handsomeness

your silent mouth tightly shut

strange for a boatman to have

and why I was your chosen one

the sad girl in my sorrowful dress

who in your boat you took one morning?

 

Among all the beautiful girls — their

faces miracle of joy — you took me

to your light blue boat for

a morning walk, you said you wished

to take the most beautiful of the group

and yet you took me the lonely one.

 

You saw me by the quay every morning

deep in thought and with eyes gazing

the void and reading a poetry book.

You came most handsome and I saw

as you jumped on the boat

you held a rose in your hand

 

and as if you didn’t have anyone to give

this rose you simply threw it in haste

to me the last one on the line;

your temples had turned almost gray

your eyes the color of the blue sea

and now truly I can’t forget you.

 

 

 

KARYOTAKIS-POLYDOURI//The Tragic Love Story, Translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, Vancouver, BC, 2016

www.manolisaligizakis.com

www.libroslibertad.com

Tasos Livaditis//translated by Manolis Aligizakis

cover

 

ΠΑΝΑΡΧΑΙΗ ΑΝΤΙΔΙΚΙΑ

 

Θέλω να πω ότι κάθε νύχτα έπρεπε να τα παίζω όλα — και

μάλιστα χωρίς να `ναι κανείς στην άλλη πλευρά του τραπεζιού —

κανείς; αστείοι που είμαστε — αντίκρυ μου εκεί, κάθε νύχτα, στέκε-

ται ο Θεός, εγώ προσπαθώ να του ξεφύγω, εφευρίσκω πανουργίες

θανάσιμα αμαρτήματα, κάνω αποτρόπαιες σκέψεις, αλλά Εκείνος

με διεκδικεί ολόκληρο, λυσσάω που δεν μπορώ να βρω μια υπεκφυ-

γή, μια διέξοδο…

Ώσπου αρχίζει να ξημερώνει. Ανοίγω τότε το παράθυρο και

άθελά μου χαμογελώ. Ο Θεός, για μια ακόμα φορά, με κέρδισε με

την καινούργια μέρα του.

 

 

 

ANCIENT CONTROVERSY

 

I mean to say that every night I had to gamble everything and

indeed with no one at the other side of the table — no one? How

funny are we — opposite me, there, every night God stood. I try to

escape Him; I device schemes, deadly sins, I think out of the world

thoughts but He claims the whole of me; I rage that I can’t find an

excuse, a way out.

Until dawn comes. Then I open the window and unconsciously

smile. God for another time has won me over with His new day.

 

 

TASOS LIVADITIS, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, Vancouver, 2014

www.libroslibertad.com

www.manolisaligizakis.com

AUTUMN LEAVES

autumn leaves cover

ΣΤΑΛΛΕΣ

 

Ήταν ξημέρωμα όταν

στρέψαμε τα μάτια προς

το σκοτεινό σημείο του ορίζοντα

εκεί που σαν αγέρας

έστεκε η μοίρα μας

ανεξήγητη, απροσπέλαστη,

αδιάντροπα προκλητική,

και μόνο κείνος, με το ακρωτηριασμένο

μπράτσο αναστέναξε και πίσω

γύρισε να πάει προς στο σπίτι

στην ίδια την καρέκλα του να κάτσει

με μια τέτοιαν απίστευτη ηρεμία

λες κι είχε λύσει όλα του κόσμου

τα προβλήματα κι εμείς στέκαμε

με τα χέρια απλωμένα

βαρειές να πέσουν στις παλάμες μας

οι στάλλες της πρώτης

φθινοπωριάτικης βροχής.

 

 

 

RAINDROPS

 

It was daybreak when we turned

our eyes toward the dark

spot of the horizon where

like the wind our fate stood

inexplicable, inaccessible

shamelessly challenging us and

only him, the one with

the severed arm sighted and

turned back to the house

to sit in his chair with

such calmness as if he had

solved all the world’s problems

though we kept our hands

extended that onto our palms

would fall heavy the drops

of the first autumn rain

 

AUTUMN LEAVES, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2014

www.ekstasiseditions.com

www.manolisaligizakis.com

 

Vernal Equinox//Εαρινή Ισημερία

vernal equinox
ΣΚΑΝΔΑΛΙΖΕΙΝ

Σταματά το ψύρισμα
χέρι αιωρούμενο
αφηρημένα διαγράφει ένα κύκλο στο κενό
σαν πουλί παγωμένο πάνω
σε φακό φωτογραφικής μηχανής
η ήβη της τον σκανδαλίζει
σαν έρχεται στο νου του
απ’ τις μέρες εκείνου του Αυγούστου
στο ηλιοκαμένο νησί
στο νωχελικό μεσημεριανό ύπνο
στήν τραγουδιστή λαγνεία
αλλιώς ο καθρέφτης θα ράγιζε απ’ την ένταση
στο δροσερό δωμάτιο
μπροστά στα μάτια του
δάχτυλο σε αγωνιώδη κίνηση κύκλου
που ο ερωτισμός στριφογυρίζει
ψηλότερα ψηλότερα στην κορυφή
συγκλονιστικού οργασμού
άνεμος πανδαιμόνιο
πόθος κι ένας κατακόκκινος
Εωσφόρος καγχάζει σαρδόνια
που το ψυράφι αγγίζει το δέρμα του
ανοίγοντάς το
σαν κι εκείνης
χρώμα κοκκινωπό

~’Εαρινή Ισημερία’, Εκδόσεις ΕΝΕΚΕΝ, Θεσσαλονίκη, 2011

SCANDALOUS

He stops shaving razor floating in air
hand absentmindedly creates a circle in mid-void
like a bird stilled by camera lens
her scandalous vulva visits his mind
from days of that August
on the scorched island
in low tone siesta
in muffled moaning
lest the mirror would crack from tension
in the cool soothing room
before his eyes
finger in circular motion of agony
swirling eroticism
higher and higher
near a shuddering apex
wind pandemonium
lust and a red colored
Lucifer laughs sardonically
as the razor touches his flesh
opening it
like hers
color reddish

~VERNAL EQUINOX, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2011,
http://www.ekstasiseditions.com

GEORGE SEFERIS-COLLECTED POEMS//Translated by MANOLIS ALIGIZAKIS

Image

MYTHISTOREMA

VIII

But what are they after, our souls, traveling
on the decks of decayed ships
crowded with pallid women and crying babies
incapable of forgetting themselves neither with the flying fish
nor the stars pointed by the tips of the masts.
Rubbed by gramophone records
unwillingly dedicated to inexistent pilgrimages
murmuring broken thoughts from foreign languages.

But what are they after, our souls, traveling
on rotten ships
from harbour to harbour?

Shifting broken stones, breathing
the coolness of pine with greater difficulty each day
swimming in the waters of this sea
and that sea
without a sense of touch
without people
in a homeland that is no longer ours
nor yours.

We knew that the islands were beautiful
somewhere, perhaps around here where we grope
a bit lower or slightly higher
a very tiny space.

Η’

Μα τί γυρεύουν οι ψυχές μας ταξιδεύοντας
πάνω σε καταστρώματα κατελυμένων καραβιών
στριμωγμένες με γυναίκες κίτρινες και μωρά που κλαίνε
χωρίς να μπορούν να ξεχαστούν ούτε με τα χελιδονόψαρα
ούτε με τ’ άστρα που δηλώνουν στην άκρη τα κατάρτια.
Τριμμένες από τους δίσκους των φωνογράφων
δεμένες άθελα μ’ ανύπαρχτα προσκυνήματα
μουρμουρίζοντας σπασμένες σκέψεις από ξένες γλώσσες.

Μα τί γυρεύουν οι ψυχές μας ταξιδεύοντας
πάνω στα σαπισμένα θαλασσιά ξύλα
από λιμάνι σε λιμάνι;

Μετακινώντας τσακισμένες πέτρες, ανασαίνοντας
τη δροσιά του πεύκου πιο δύσκολα κάθε μέρα,
κολυμπώντας στα νερά τούτης της θάλασσας
κι εκείνης της θάλασσας
χωρίς αφή
χωρίς ανθρώπους
μέσα σε μια πατρίδα που δεν είναι πια δική μας
ούτε δική σας.

Το ξέρουμε πως ήταν ωραία τα νησιά
κάπου εδώ τριγύρω που ψηλαφούμε
λίγο πιο χαμηλά ή λίγο πιο ψηλά
ένα ελάχιστο διάστημα.

~Γιώργου Σεφέρη-Ποιήματα, μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη, Βραχείες Λίστες Κρατικών
Βραβείων Λογοτεχνίας, 2012
~George Seferis-Collected Poems, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, 2012
short-listed for the National Literary Awards, 2012