NOTES of a WET AUGUST, poetry by Manolis Aligizakis

 

ΑΜΑΡΤΙΑ

Ρώτησες αν ήτανε σωστό

κι αν ίσως ήταν αμαρτία

που εσύ κι εγώ

συναντηθήκαμε

σε πλάνο αχανές

σε χρόνο απροσδιόριστο

στου διάκενου αβεβαιότητα

 

κι είπα χαμογελώντας

 

θα προτιμήσω κόλαση

ξανά να γεννηθώ

για να ξαναεκλέξω

το μονοπάτι της χαράς κι απόλαυσης

που το εξαίσιο

κορμί σου μου χαρίζει

 

SIN

 

You asked whether it was right

perhaps a sin, you said,

that you and I have met

in an uncharted plain

in undefinable time

in the certainty of the void

 

and I smiled saying

 

I would prefer Hell

when I would be reborn

to choose again

the same path of joy

and pleasure with which

your beautiful body

satisfies me

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΕΝΟΣ ΥΓΡΟΥ ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ, Συλλογή εν εξελίξει//NOTES OF A WET AUGUST, collection in Progress

Advertisements

Tasos Livaditis/Translated by Manolis Aligizakis

cover

Η ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ

 

Και θα μπορούσε κάποτε να γραφτεί η συγκλονιστική περιπέτεια

μιας γυναίκας που της έπεσε η βελόνα στο πάτωμα, εκείνη γονατί-

ζει κι αρχίζει να ψάχνει, εκεί συναντάει την παλιά της ζωή: χαμένα

όνειρα, σφάλματα, νεκροί, μα η βελόνα πρέπει να βρεθεί, το φόρεμα

πρέπει να παραδοθεί, ο Χριστός να σταυρωθεί κι η γυναίκα ψάχνει,

ψάχνει ώσπου ξαναβρίσκει τη βελόνα — σηκώνεται τότε, κάθεται

στην καρέκλα εξαντλημένη και συνεχίζει να ράβει, ενώ κλαίει σιγα-

νά γιατί κατάλαβε άξαφνα

πως γυρισμός δεν υπάρχει.

 

 

ADVENTURE

 

The shocking adventure of a woman whose needle fell on the floor

could be written in a future day; now she kneels and starts searching

and there she meets her old life: lost dreams, mistakes, dead people

but the needle has to be found the dress has to be returned, Christ

has to be crucified and the woman searches, searches until she finds

the needle — she gets up, sits exhausted on her chair and continues

to sew while she cries silently because suddenly she understands

that there is no return.

 

 

TASOS LIVADITIS-SELECTED POEMS, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, Vancouver, 2014

www.libroslibertad.com

www.manolisaligizakis.com

 

Second Advent of Zeus

merging dimensions cover

ΜΟΝΑΞΙΑ

 

Κι έδειξα τον πρώτο μου στίχο στο Δία

λεπτό δάχτυλο σαν τετράστιχο

και μάτια επίκεντρο που γίνονταν

καμπάνα που ήχησε τη μοναξιά της

που με πλατειά σόλα βημάτισα

στ’ ολόφρεσκο ανάβαθο νερό

 

ανακριβής η γραμμή του ορίζοντα

ύμνος αμείλικτα υμνούσε υμνοτικούς

εσπερινούς του νου μου διαδρόμους

που διέσχιζαν τ’ αρχαϊκό μου βάθος

πριν απ’ την παρουσία μου στον κόσμο

 

αέρια δηλητηριώδη που σκότωναν

τους στρατιώτες μου σαν διαταγές

παρασημοφορεμένων στρατηγών

και θάνατος που ευλόγησε τα χρόνια

τα μισερά των άτυχων, μοναξιά που γεύτηκα

ανάμεσά τους και στον πρώτο μου στίχο

 

Loneliness

 

And I showed Zeus my first verses

my finger-like delicate quatrain

and my eyes that became epicenter

bell that chimed its aloofness

and flat-footed I stepped into

the fresh and shallow water

 

the vague line of the horizon

merciless hymn was hymning hymnal

vespers alike hallways of my mind

traversing my archaic depths

before my advent into this world

 

caustic gases killed my soldiers

orders of generals for valor decorated

and death blessing the short years

of the unlucky, loneliness I felt

among them and in my first verse

 

SECOND ADVENT OF ZEUS, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2016.

VORTEX

vortex_cover 

ΛΕΞΕΙΣ

 

Οι ανίσκιωτες μου λέξεις γέρνουν

η μια δίπλα στην άλλη

 

λυτρωτικά βέλη σε φαρέτρα

που σκοπεύουν να ηρεμήσουν

 

τη χθεσινοβραδινής σου αγρύπνια

και τ’ άγχος ν’ απαλύνουν

 

και βάζεις το κόκκινο καπέλλο

το ηλιόλουστο τούτο πρωί

σαν να καλοσωρίζεις καλοκαίρι

 

στη μέση του Δεκέμβρη

κι οι ανίσκιωτες μου λέξεις

 

μένουν ανείπωτες

έχοντας την καρδιά σου στόχο

 

WORDS

Words casting no shadows

lean next to one another

their meaning aims to calm

last night’s agony

 

during the ambivalent hours

that stressed your mind

and you put your red hat

this sunlit morning as if

to welcome summer

 

middle of December and even

my words casting no shadow

just have your heart

as their target

 

 

VORTEX, poetry by Mnaolis Aligizakis, Libros libertad, 2014

The Medusa Glance

The Medusa Glance cover

ΤΡΕΛΑ

 

Θυσιάστηκαν για την ελευθερία μας

 

διαβάζεις την πρόταση

 

έδωσαν τη ζωή τους για την ασφάλειά μας

 

η δεύτερη πρόταση επιμένει

 

τρέλα ενός κράτους

υπό την επήρεια ναρκωτικών

τίμημα της ελευθερίας Αμερικανικού στυλ

σκέψεις των πολιτών σε υπερένταση

 

για το θεϊκό τους δικαίωμα

πέραν όλων των χωρών του κόσμου

γήϊνα ανθρωπίδια

λέξεις κι εικόνες περί ηρωϊσμού

προτάσεις γεμίζουν το κενό

αναμφισβήτητο δικαίωμα

να υποσκάπτουν τη ζωή άλλων

 

οικονομικός αποκλεισμός

περικύκλωση —

του υποτιθέμενου εχθρού

 

τρέλα ενός κράτους

υπό την επήρεια ναρκωτικών

 

LUNACY

 

 

They died defending our freedom

 

the sentence reads

 

they fell defending our security

 

the other insists

 

lunacy of a nation on drugs

price of freedom the American way

 

peoples’ minds in overdrive

about god given rights

beyond the reach for most other

earthlings, words paint images

of heroism, sentences filling the void

rightful right to subvert other people’s

lives, sanctions, economic starvation

 

pivot —

 

encircling the by chance enemy

 

lunacy of a nation on drugs

 

 

THE MEDUSA GLANCE, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2017

Yannis Ritsos/translated by Manolis Aligizakis

Ritsos_front large

ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ (απόσπασμα)

IV

Τράβηξαν ολόισια στην αυγὴ με την ακαταδεξιὰ του ανθρώπου που πεινάει,
μέσα στ᾿ ασάλευτα μάτια τους είχε πήξει ένα άστρο
στον ώμο τους κουβάλαγαν το λαβωμένο καλοκαίρι.

Απὸ δω πέρασε ο στρατὸς με τα φλάμπουρα κατάσαρκα
με το πείσμα δαγκωμένο στα δόντια τους σαν άγουρο γκόρτσι
με τον άμμο του φεγγαριού μες στις αρβύλες τους
και με την καρβουνόσκονη της νύχτας κολλημένη μέσα στα ρουθούνια και στ᾿ αυτιά τους.

Δέντρο το δέντρο, πέτρα-πέτρα πέρασαν τον κόσμο,
μ᾿ αγκάθια προσκεφάλι πέρασαν τον ύπνο.
Φέρναν τη ζωὴ στα δυο στεγνά τους χέρια σαν ποτάμι.

Σε κάθε βήμα κέρδιζαν μία οργιὰ ουρανὸ – για να τον δώσουν.
Πάνου στα καραούλια πέτρωναν σαν τα καψαλιασμένα δέντρα,
κι όταν χορεύαν στήν πλατεία,
μέσα στα σπίτια τρέμαν τα ταβάνια και κουδούνιζαν τα γυαλικὰ στα ράφια.

Ά, τί τραγούδι τράνταξε τα κορφοβούνια –
ανάμεσα στα γόνατα τους κράταγαν το σκουτέλι του φεγγαριού και δειπνούσαν,
και σπάγαν το αχ μέσα στα φυλλοκάρδια τους
σα να `σπαγαν μία ψείρα ανάμεσα στα δυο χοντρά τους νύχια.

Ποιὸς θα σου φέρει τώρα το ζεστὸ καρβέλι μες στη νύχτα να ταίσεις τα όνειρα;
Ποιὸς θα σταθεί στον ίσκιο της ελιάς παρέα με το τζιτζίκι μη σωπάσει το τζιτζίκι,
τώρα που ασβέστης του μεσημεριού βάφει τη μάντρα ολόγυρα του ορίζοντα
σβήνοντας τα μεγάλα αντρίκια ονόματα τους;

Το χώμα τούτο που μοσκοβολούσε τα χαράματα
το χώμα που είτανε δικό τους και δικό μας – αίμα τους – πὼς μύριζε το χώμα –
και τώρα πὼς κλειδώσανε την πόρτα τους τ᾿ αμπέλια μας
πῶς λίγνεψε το φως στις στέγες και στα δέντρα
ποιὸς να το πει πως βρίσκονται οι μισοὶ κάτου απ᾿ το χώμα
κ᾿ οι άλλοι μισοὶ στα σίδερα;

Με τόσα φύλλα να σου γνέφει ο ήλιος καλημέρα
με τόσα φλάμπουρα να λάμπει ο ουρανὸς
και τούτοι μες στα σίδερα και κείνοι μες στο χώμα.

Σώπα, όπου να `ναι θα σημάνουν οι καμπάνες.
Αυτὸ το χώμα είναι δικό τους και δικό μας.
Κάτου απ᾿ το χώμα, μες στα σταυρωμένα χέρια τους
κρατάνε της καμπάνας το σκοινὶ – περμένουνε την ώρα, δεν κοιμούνται,
περμένουν να σημάνουν την ανάσταση. Τούτο το χώμα
είναι δικό τους και δικό μας – δε μπορεί κανεὶς να μας το πάρει.

 

ROMIOSINI (Excerpt)

 

IV

 

They went straight to dawn with the haughty air of the hungry

a star had curdled in their motionless eyes

on their shoulders they carried the injured summer

 

This way the army went with banners glued onto their flesh

with stubbornness bitten by their teeth like an unripe wild pear

with the moon-sand under their heavy boots and with the coal dust of night

glued in their nostrils and their ears.

 

Tree by tree stone by stone they passed the world

with thorns as pillows they spent their sleep

τhey carried life like a river in their parched hands.

 

With every step they won a yard of sky – to give it away

On watch they turned to stone like the conflagrated trees

and when they danced in the plaza ceilings shook inside the houses

and the glassware clinked on the shelves

 

Ah what songs shook the mountain peaks – as they held between their legs

the earthen dish of the moon and had their dinner

and broke the sigh amid their heart pleats like they would break a louse

with their thick nails.

 

Who will now bring you the warm loaf of bread

that you may feed the night with dreams?

Who will stand in the olive tree’s shade to keep the cicadas company

that they won’t go silent now that the whitewash of noon hour paints

all around the horizon a stone wall erasing their great manly names?

 

This soil that was so fragrant at dawn the soil that was theirs and ours –

their blood – how fragrant the soil was –

and now how our vineyards have locked their doors

how the light has thinned on roofs and trees –

who would have said that half of them are under the earth and the other half in jail?

 

With so many leaves the sun greets you good morning and the sky shines

with so many banners and these are in jail and those lie under the earth.

 

Silence that any time now the bells will chime;

This soil is theirs and ours.

 

 

Under the earth in their crossed hands they hold the bell rope – waiting for the hour

they don’t sleep they don’t die, they wait to ring the resurrection.

This soil is theirs and ours – no one can take it from us

ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ: 1550-2017, μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2018

NEO — HELLENE POETS, An Anthology of Modern Greek Poetry: 1550-2017, translated by Manolis Aligizakis, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2018

Yannis Ritsos-Romiosini//translated by Manolis Aligizakis

Ritsos_front large

ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ

I

Αυτά τα δέντρα δε βολεύονται με λιγότερο ουρανό,
αυτὲς οι πέτρες δε βολεύονται κάτου απ᾿ τα ξένα βήματα,
αυτὰ τα πρόσωπα δε βολεύονται παρὰ μόνο στον ήλιο,
αυτὲς οι καρδιὲς δε βολεύονται παρὰ μόνο στο δίκιο.

Ετούτο το τοπίο είναι σκληρὸ σαν τη σιωπή,
σφίγγει στον κόρφο του τα πυρωμένα του λιθάρια,
σφίγγει στο φως τις ορφανὲς ελιές του και τ᾿ αμπέλια του,
σφίγγει τα δόντια. Δεν υπάρχει νερό. Μονάχα φως.
Ο δρόμος χάνεται στο φως κι ο ίσκιος της μάντρας είναι σίδερο.
Μαρμάρωσαν τα δέντρα, τα ποτάμια κ᾿ οι φωνὲς μες στον ασβέστη του ήλιου.
Η ρίζα σκοντάφτει στο μάρμαρο. Τα σκονισμένα σκοίνα.
Το μουλάρι κι ο βράχος. Λαχανιάζουν. Δεν υπάρχει νερό.
Όλοι διψάνε. Χρόνια τώρα. Όλοι μασάνε μία μπουκιὰ ουρανὸ πάνου απ᾿ την πίκρα τους.
Τα μάτια τους είναι κόκκινα απ᾿ την αγρύπνια,
μία βαθειὰ χαρακιὰ σφηνωμένη ανάμεσα στα φρύδια τους
σαν ένα κυπαρίσσι ανάμεσα σε δυο βουνὰ το λιόγερμα.

Το χέρι τους είναι κολλημένο στο ντουφέκι
το ντουφέκι είναι συνέχεια του χεριού τους
το χέρι τους είναι συνέχεια της ψυχής τους –
έχουν στα χείλια τους απάνου το θυμὸ
κ᾿ έχουνε τον καημὸ βαθιὰ-βαθιὰ στα μάτια τους
σαν ένα αστέρι σε μία γούβα αλάτι.

Όταν σφίγγουν το χέρι, ο ήλιος είναι βέβαιος για τον κόσμο
όταν χαμογελάνε, ένα μικρὸ χελιδόνι φεύγει μες απ᾿ τ᾿ άγρια γένια τους
όταν κοιμούνται, δώδεκα άστρα πέφτουν απ᾿ τις άδειες τσέπες τους
όταν σκοτώνονται, η ζωὴ τραβάει την ανηφόρα με σημαίες και με ταμπούρλα.

Τόσα χρόνια όλοι πεινάνε, όλοι διψάνε, όλοι σκοτώνονται
πολιορκημένοι απὸ στεριὰ και θάλασσα,
έφαγε η κάψα τα χωράφια τους κ᾿ η αρμύρα πότισε τα σπίτια τους
ο αγέρας έριξε τις πόρτες τους και τις λίγες πασχαλιὲς της πλατείας
απὸ τις τρύπες του πανωφοριού τους μπαινοβγαίνει ο θάνατος
η γλώσσα τους είναι στυφὴ σαν το κυπαρισσόμηλο
πέθαναν τα σκυλιά τους τυλιγμένα στον ίσκιο τους
η βροχὴ χτυπάει στα κόκκαλά τους.

Πάνου στα καραούλια πετρωμένοι καπνίζουν τη σβουνιὰ και τη νύχτα
βιγλίζοντας το μανιασμένο πέλαγο όπου βούλιαξε
το σπασμένο κατάρτι του φεγγαριού.

Τo ψωμὶ σώθηκε, τα βόλια σώθηκαν,
γεμίζουν τώρα τα κανόνια τους μόνο με την καρδιά τους.

Τόσα χρόνια πολιορκημένοι απὸ στεριὰ και θάλασσα
όλοι πεινάνε, όλοι σκοτώνονται και κανένας δεν πέθανε –
πάνου στα καραούλια λάμπουνε τα μάτια τους,
μία μεγάλη σημαία, μία μεγάλη φωτιὰ κατακόκκινη
και κάθε αυγὴ χιλιάδες περιστέρια φεύγουν απ᾿ τα χέρια τους

για τις τέσσερις πόρτες του ορίζοντα.

 

ROMIOSINI

I

These trees don’t take comfort in less sky

these rocks don’t take comfort under foreigners’

footsteps

these faces don’t take comfort but only

in the sun

these hearts don’t take comfort except in justice.

This landscape is merciless like silence

it hugs its fiery rocks tightly in its bosom

it hugs tightly in the sun its orphan olive trees

and grapevines

it clenches its teeth. There is no water. Only light.

The road vanishes in light and the shadow of the fence wall

is made of steel.

Trees rivers and voices turn to marble

in the sun’s whitewash.

The root stumbles on the marble. The dusty

bulrush.

The mule and the rock. They all pant. There is

no water.

They’ve all been thirsty for years and years. They all

chew one bite of sky over their bitterness.

Their eyes are red for lack of sleep

a deep wrinkle is wedged between their eyebrows

like a cypress between two mountains

at sundown

their hands are glued to their rifles

their rifles are extensions of their hands

their hands extensions of their souls –

they have anger on their lips

and grief deep within their eyes

like a star in a pothole of salt.

When they clasp a hand the sun is certain

of the world

when they smile a small swallow flies away from

their rough beards

when they sleep twelve stars fall from their

empty pockets

when they are killed life follows the uphill with

flags and drums.

For so many years they’ve all starved they’ve all thirsted

they’ve all been killed

besieged by land and sea

sweltering has devoured their fields and salinity has

drenched their homes

wind pushed down their doors and the few lilac shrubs

of the plaza

death goes in and out the holes of their overcoats

their tongues are astringent like cypress cones

their dogs died wrapped in their own shadows

the rain pounds on their bones.

Petrified on their battlements they smoke

the cow dung and during the night

they keep watch on the furious pelagos where

the broken mast of the moon sank.

The bread running out the ammunition spent

now they load their cannons with only their

hearts.

So many years besieged by land

and sea

they are all hungry they are all killed and yet

nobody died –

on their battlements their eyes shine

a large flag a great conflagration

totally red

and every dawn thousands of doves fly out

from their hands

to the four gates of the horizon

 

Yannis Ritsos-Poems, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, Vancouver, BC, 2011

 

The Medusa Glance

medusa glance covercrop.jpg

ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

 

Το έντιμο του επαίτη χέρι

διαλαλούσε την απόγνωσή του

 

που απλώθηκε για να ζητήσει

τον άσβυστο σηματωρό

δευτερολέπτων στεναγμό

πουλιού που `χασε τα φτερά του

λυπητερό μουρμουρητό

 

κι ο επαίτης έσκυψε

άτεγκτη απαντοχή

απίστευτα για να κουρσέψει

της μοίρας τα χαστούκι

στο μάγουλο που ένιωσε

 

σα να εξαργύρωνε

την άδοξη ζωή του

με τ’ άπιαστο όνειρο

που η ζωή του αρνήθηκε

 

CONDEMNATION

 

The beggar’s honest hand extending despair

inexhaustible signalman

momentary begging sigh

sorrowful chirp of bird

that clipped its wings

 

beggar who stooped

unending fortitude

to raid the fate’s slap

that on the cheek he felt

 

as if replacing

his inglorious life

with the unrealized dream

life denied him

 

The Medusa Glance, poetry by Manolis Aligizakis, Ekstasis Editions., 2017

 

 

 

 

 

Manolis Anagnostakis/translated by Manolis Aligizakis

managno

Η ΑΓΑΠΗ ΕΙΝΑΙ Ο ΦΟΒΟΣ

Η αγάπη είναι ο φόβος που μας ενώνει με τους άλλους
Όταν υπόταξαν τις μέρες μας και τις κρεμάσανε σα δάκρυα
Όταν μαζί τους πεθάνανε σε μίαν οικτρὴ παραμόρφωση
Τα τελευταία μας σχήματα των παιδικών αισθημάτων
Και τί κρατά τάχα το χέρι που οι άνθρωποι δίνουν;
Ξέρει να σφίγγει γερὰ εκεί που ο λογισμός μας ξεγελά
Την ώρα που ο χρόνος σταμάτησε και η μνήμη ξεριζώθηκε
Σα μίαν εκζήτηση παράλογη πέρα απὸ κάθε νόημα;
(κι αυτοὶ γυρίζουν πίσω μια μέρα χωρὶς στο μυαλὸ μία ρυτίδα
βρίσκουνε τις γυναίκες τους και τα παιδιά τους μεγάλωσαν
πηγαίνουνε στα μικρομάγαζα και στα καφενεία της συνοικίας
διαβάζουνε κάθε πρωὶ την εποποιία της καθημερινότητας.)
Πεθαίνουμε τάχα για τους άλλους ή γιατὶ έτσι νικούμε τη ζωὴ
Ἢ γιατὶ έτσι φτύνουμε ένα-ένα τα τιποτένια ομοιώματα
Και μία στιγμὴ στο στεγνωμένο νου τους περνά μίαν ἡλιαχτίδα
Κάτι σα μια θαμπὴ ανάμνηση μιας ζωικής προϊστορίας.
Φτάνουμε μέρες που δεν έχεις πια τί να λογαριάσεις
Συμβάντα ερωτικὰ και χρηματιστηριακὲς επιχειρήσεις
Δε βρίσκεις καθρέφτες να φωνάξεις τ᾿ όνομά σου
Απλὲς προθέσεις ζωής διασφαλίζουν μίαν επικαιρότητα
Ανία, πόθοι, όνειρα, συναλλαγές, εξαπατήσεις
Κι άν σκέφτομαι είναι γιατὶ η συνήθεια είναι πιο προσιτὴ ἀπὸ την τύψη.
Μα ποιος θα `ρθει να κρατήσει την ορμὴ μιας μπόρας που πέφτει;

 

 

LOVE IS FEAR

 

 

Love is the fear that connects us with others

when they take control of our days and hang them like tears

when along with them our days die in a wretched disfiguring

the last schemes of our childish emotions

and what does the extended hand of people holds?

It knows how to squeeze tightly where logic fools us

when time stops and memory is uprooted

in a pointless search beyond logic?

(and one day they return without any wrinkle in their mind

they discover their wives and children have grown

they frequent the little stores and cafes of the neighborhood

they read the epic routine of each and every morning).

Do we truly die for the others or this way we avenge our lives

or this way we spit all the measly resemblances

and at some time a sunray goes through our dried up minds

something like a vague memory of our lively prehistory.

We have reached the days when you don’t know what to measure

erotic events and stock market companies

you can’t find a mirror into which to cry out your name

simple intentions of life secure the current affairs

boredom, lust, dreams, business dealings, cheating

and if I think it’s because custom is better than guilt.

However who will come to stop the momentum of falling rain?

 

ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ, μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη, Ekstasis Editions, Victoria, BC, φθινόπωρο, 2017

ANTHOLOGY of NEOHELLENIC POETRY, translated by Manolis Aligizakis, Ekstsis Editions, Victoria, BC,  autumn 2017

Nostos and Algos, poetry by Manolis Aligizakis

nostos and algos cover

ΚΥΨΕΛΟΕΙΔΕΣ

 

Στέππα καθορισμένη από διαφανείς αποχρώσεις

οικισμός σε γραμμή

κατά μήκος της γραμμής του τραίνου

κάτω απ’ τ’ ουρανού τ’ απέραντο γαλάζιο

 

που διατηρεί τα σύννεφα μακριά

και τη βροχή το σκληρό καλοκαιρινό

χώμα που λατρεύει

άχρηστο πια πλέει το τρακτέρ

σε φανταστικά σκουριασμένα όνειρα

 

ατέλειωτα χωράφια καλαμποκιού

και κίτρινα μουστάρδας λούλουδα

καλιασμένα χέρια, αθριτικά

που δεν μπορούν να κόψουν δίχως πόνο το ψωμί

 

κι η μέρα αναθιβάνει τον τραχύ χειμώνα

μοναχικός ο ήλιος βασιλεύει

μ’ ασκίαστη προσοχή

πάνω από ζωντανά κι ανθρώπους

 

και τους πτωματοφάγους

που σε κάθε ψώφιο συνεστιάζονται

 

HONEYCOMB

 

Prairie ordered in diaphaneity

little town simply lined

along the train path

 

under a sky-lobe holding off

rain from arduous soil tractor

incapacitated in rusty dreams

 

vast corn fields competing

with mustard flowers yellow

and darker calloused hands

cannot break bread without ache

 

while day is reminded of

harshness of winter

single sun reigned with undivided attention

 

over man or beast or thirsty

field or ravening scavengers

feasting on everything dead

 

NOSTOS AND ALGOS, poetry by Manolis Aligizakis, Ekstasis Editions, 2012