Yannis Ritsos//translated by Manolis Aligizakis

11007741_1028336327180072_6866849738460871477_n

ΟΥΔΕΤΕΡΟΣ ΧΡΟΝΟΣ

 

Υπάρχουν βιβλία μικρού σχήματος με στάλες κερί στο εξώφυλλό τους

σα να `κλαιγε στο διπλανό δωμάτιο μια γυναίκα. Υπάρχουν ανθρώποι

πολύ δοξασμένοι στη ζωή, λησμονημένοι μετά θάνατον. Κι ενώ

κανένας πια δε μας πρόσεχε, μπορέσαμε ελεύθεροι να δούμε

απέναντι, στο αέτωμα του ναού, τους τρεις μαρμάρινους ιππείς γυμνούς,

πανέμορφους,

χωρίς ασπίδες κι ακόντια, περίχρυσους απ’ την  εσπέρα,

να προχωρούν με σιωπηλή κατανόηση προς τον δικό μας ξενώνα,

εκεί που `χαμε αφήσει ολόκληρο βουνό διπλωμένες κουβέρτες

και μεγάλα ρολόγια βυθισμένων καραβιών, από καιρό σταματημένα.

 

NEUTRAL TIME

 

 There are books of small size with drops of wax on their covers,

as though a woman cried in the next room. There are people

much glorified in their lives forgotten after their deaths. And while

no one paid attention to us anymore, we managed quite freely

to look on the opposite side, at the temple pediment, the three marble

riders naked, most ever handsome,

without spears and shields, golden from the sunset light,

to walk with silent understanding toward our guesthouse,

where we had left a whole mountain of folded blankets

and big clocks of sunken ships, for a long time stopped.

 

YANNIS RITSOS-SELECTED POEMS, translated by Manolis Aligizakis, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2013

www.libroslibertad.com

www.manolisaligizakis.com

Friedrich Nietzsche

 

 800px-Nietzsche187a

ΦΡΕΙΔΕΡΙΚΟΣ ΝΙΤΣΕ

 

Η ΑΙΩΝΕΙΑ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ

To δόγμα της αιώνιας επιστροφής το οποίο αποτελεί την βασική σύλληψη του Τάδε έφη Ζαρατούστρα θέτει το ερώτημα: «Πόσο θα ήταν διατεθειμένος ένας άνθρωπος, απέναντι στον εαυτό του και στη ζωή, να μην επιθυμεί διακαώς τίποτε άλλο παρά την απεριόριστη επιστροφή, χωρίς μεταβολές, του κάθε ενός λεπτού;».

Η «αιώνια επιστροφή» είναι μια ιδέα μυστηριώδης και ο Νίτσε με αυτήν έφερε πολλούς φιλοσόφους σε δύσκολη θέση: σκέψου δηλαδή ότι μια μέρα όλα πρόκειται να επαναληφθούν όπως ήδη τα έχουμε ζήσει και ότι ακόμα κι η επανάληψη αυτή θα επαναλαμβάνεται ασταμάτητα! Τι πάει να πει αυτός ο χωρίς νόημα μύθος;

Ο μύθος της αιώνιας επιστροφής μας λέει, αρνητικά, ότι η ζωή που μια για πάντα θα εξαφανιστεί και δεν θα ξανάρθει, μοιάζει με σκιά, ότι δεν έχει βάρος, ότι ήδη από σήμερα είναι πεθαμένη, κι ότι, όσο άσπλαχνη, όσο ωραία, όσο λαμπερή κι αν είναι, αυτή η ομορφιά, αυτή η φρίκη, αυτή η λαμπρότητα, δεν έχουν κανένα νόημα”

Στην θεωρία ή καλύτερα ‘ομοίωμα θεωρίας’ της ‘αιώνιας επιστροφής’ ο Νίτσε αναδεικνύει τη σημασία του ‘είναι του γίγνεσθαι’ και της κυκλικής του αναγκαιότητας. Ο κόσμος του Νίτσε μπορεί να θεωρηθεί ένα ομοίωμα, ένα αντίγραφο που αναπαράγεται στο διηνεκές: ‘επειδή σε κάθε στιγμή είναι επανάληψη, ομοίωμα πραγμάτων που συνέβησαν ήδη απεριόριστες φορές’. Ή όπως αναφέρεται κάπου αλλού: ‘Εάν το σύμπαν είχε μια θέση ισορροπίας, εάν το γίγνεσθαι είχε κάποιο σκοπό ή μια τελική κατάσταση, θα τα είχε ήδη πετύχει’.

Ό,τι αποκλείεται από την ‘ αιώνια επιστροφή ‘ ό,τι δεν ξαναγυρνά, είναι αυτό που προσπαθεί να τεθεί ως μοναδικό μοντέλο, ως πρωτότυπο ‘εκτός χρόνου’, ως αυτό που διακρίνει το γνήσιο από το αντίγραφο.

Υποτίθεται ότι οι περισσότεροι άνθρωποι θα θεωρούσαν, θα έπρεπε να θεωρούν, αυτή την σκέψη εξουθενωτική, διότι θα το θεωρούσαν ίσως δυνατόν να προτιμήσουν την αιώνια επιστροφή της ζωής τους σε μία επιδιορθωμένη εκδοχή παρά να επιθυμούν διακαώς την αιώνια επιστροφή της δυστυχίας τους. Εκείνος που θα αποδεχόταν την επιστροφή, χωρίς αυταπάτες και χωρίς υπεκφυγές, θα ήταν ένα υπεράνθρωπο ον (Ubermensch), ένας υπεράνθρωπος, που η απόσταση του από τον κανονικό άνθρωπο, κατά τον Νίτσε, είναι μεγαλύτερη από την απόσταση ανάμεσα στον άνθρωπο και τον πίθηκο. Οι σχολιαστές διαφωνούν ακόμη ως προς το εάν υπάρχουν ειδικά χαρακτηριστικά τα οποία προσδιορίζουν τον άνθρωπο ο οποίος ενστερνίζεται την αιώνια επιστροφή.

 

H ΕΠΙΔΡΑΣΗ ΤΟΥ ΝΙΤΣΕ

 

O Νίτσε έγραψε κάποτε ότι μερικοί άνθρωποι γεννιούνται μετά τον θάνατο τους και αυτό ασφαλώς ισχύει στην περίπτωση του. H ιστορία της φιλοσοφίας, της θεολογίας και της ψυχολογίας τού 20ού αιώνα δεν νοείται χωρίς αυτόν. Πολλά, λογουχάρη, του οφείλει το έργο των Γερμανών φιλοσόφων Μαξ Σέλερ, Καρλ Γιάσπερς και Μάρτιν Χάιντεγκερ, καθώς και εκείνο των Γάλλων φιλοσόφων Αλμπέρ Καμύ, Ζακ Ντεριντά  και Μισέλ Φουκώ.

O υπαρξισμός  και ο αποικοδομητισμός (deconstructionism), ένα κίνημα της φιλοσοφίας και της λογοτεχνικής κριτικής, αντλούν πολλά στοιχεία από το έργο του. Ο Martin Buber,   ο   μεγαλύτερος   στοχαστής τού ιουδαϊσμού τον 20ό αιώνα, θεωρούσε τον Νίτσε ως μία από τις τρεις πιο σημαντικές επιδράσεις που δέχθηκε στη ζωή του και μετέφρασε στα Πολωνικά το πρώτο μέρος τού Ζαρατούστρα. Βαθιά ήταν η επίδραση που άσκησε στους ψυχολόγους Άλφρεντ Άντλερ και Καρλ Γιουνγκ, όπως και στον Ζήγκμουντ Φρόυντ, ο οποίος είπε ότι ο Νίτσε διέθετε μία αντίληψη για τον εαυτό του που ήταν διεισδυτικότερη   από  οποιουδήποτε άλλου ανθρώπου που είχε ζήσει ή θα ζήσει ποτέ.

Μυθιστοριογράφοι όπως ο Τόμας Μαν, ο Χέρμαν Έσε, ο Αντρέ Μαλρώ, ο Αντρέ Ζιντ  και ο Τζων Γκάρντνερ εμπνεύστηκαν από το έργο του και έγραψαν γι’ αυτόν, όπως επίσης, ανάμεσα σε άλλους, οι ποιητές και δραματουργοί Τζωρτζ Μπέρναρντ Σω, Ράινερ Μαρία Ρίλκε.

O Νίτσε ανήκει σίγουρα στους φιλοσόφους με την μεγαλύτερη επίδραση που έζησαν ποτέ. Και αυτό δεν οφείλεται μόνο στην πρωτοτυπία του, αλλά και στο γεγονός ότι ήταν ο πιο λαμπρός χειριστής της γερμανικής γλώσσας στον πεζό λόγο.

Κυριότερα έργα: H γέννηση της τραγωδίας από το πνεύμα της μουσικής (ελληνική μετάφραση N. Καζαντζάκη, 1965), H φιλοσοφία κατά τους τραγικούς χρόνους των Ελλήνων, Η χαρούμενη επιστήμη (1882), Τάδε έφη Ζαρατούστρα (1883-1885), Πέραν του καλού και του κακού (1886), Γενεαλογία της ηθικής, Η περίπτωση Βάγκνερ (1888), Το λυκόφως των ειδώλων (1889), Ο Αντίχριστος (1895), Ιδέ ο άνθρωπος.

 

https://sciencearchives.wordpress.com/2015/08/13/o-ί-ί-ύ-ka/

The Medusa Glance-Review

The Medusa Glance cover

 

Η συνεχής αναζήτηση του δύστροπου εαυτού μας

 

Το Βλέμμα της Μεδούσας αποτελεί ένα σύγχρονο τρίπτυχο, μια πλούσια και βαθειά εμπεριστατωμένη αφήγηση, ευαίσθητη κι ανταποκρινόμενη σε όλες τις έμφυτες και λεπτομερείς αποχρώσεις της πραγματικότητας που αποπνέουν εναγκαλισμό και σύνθεση όλου του φάσματος της ζωής. Σαν βασικό κίνητρο, ο ποιητής επικαλείται τη Μέδουσα, θυληκό τέρας με δηλητηριώδη φίδια στο κεφάλι της. Κι αυτός ο πέπλος φόβου μας προσελκύει να βυθιστούμε στον ποιητικό κόσμο του Μανώλη Αλυγιζάκη. Το επίγραμμα που ακολουθεί μας παρουσιάζει το τόλμημα του ποιητή που έχει σκοπό να αναλύσει λεπτομερώς την έσω αρχιτεκτονική του δυναμισμού της εμπειρίας με την κάθε νέα μορφή αφήγησης και με την συνεχή επαναδιαπραγμάτευση της ταυτότητάς μας.  Ο αναγνώστης παρασύρεται απ’ τα πολύχρωμα ρήματα σ’ ένα ταξίδι που τον οδηγεί στη διάσταση του λεπτεπίλεπτου και σε ατελεύτητους πολυσχιδείς κυματισμούς της υποσεληνιακής συνείδησης. Τα ποιήματα του πρώτου μέρους αποτελούν μετουσίωση μέσω της οποίας καθενός η ύπαρξη αναγυρίζεται από μέσα προς τα έξω και μεταλλάσεται σε μια αλληλουχία αντιπολεμικών ποιημάτων που αναφέρονται στις πολιτικές εξελίξεις των Ηνωμένων Πολιτειών και σε διεθνή προβλήματα. Ο ποιητής ολοκάθαρα καταδικάζει τον πολιτικό διχασμό την ολοφάνερη ανικανότητα των πολιτικών να πάρουν αποφάσεις, την συνεχή πάχυνση του σώματος και της ψυχής των περισσοτέρων ανθρώπων που έχουν πια χάσει κάθε κίνητρο αντίστασης κάτω απ’την επιρροή των μαζικών μέσων επικοινωνίας, τη χρήση ακλοολικών ποτών που παραλύει την πλειονότητα του πληθυσμού. Η ποίηση του Μανόλη είναι έγκυρη, πειστική και έγκαιρη προτροπή μια συνεχής νουθεσία που προσπαθεί ν’ αποκαλύψει τις κρυμμένες και μυστηριώδεις δυναμικές της συνείδησης και την υποκείμενη μεταφορική αρχιτεκτονική της ζωής μας σε ένα νέο ερμηνευτικό πλαίσιο της ποιητικής αλήθειας. Η ροή των λέξεων υποκινείται απ’ το ακούραστο κριτικό βλάμμα του ποιητή, την καυστική του ειρωνία και τον σαρκασμό.  Ένα απ’ τα άξια επαίνου χαρακτηριστικά της ποίησης του είναι η αναμφισβήτη άποψη που αντιπροσωπεύει την αδιάκοπη ταλάντωση μεταξύ ταύτησης και ετερότητας. Ο ποιητής ασχολείται γενικά με την πραγματικότητα και ειδικώτερα με την διυποκειμενική    μορφή της. Η διαφάνεια και η ευθύτητα είναι διάχυτες στην ποίηση του Μανώλη Αλυγιζάκη

και το αμετάβλητο του ορίζοντα αποτελεί μιαν έντονη παρουσία στην εμπειρία και στην βουλητική δραστηριότητα του ποιητή που τονίζονται σαν συστατικά στιγμιαίας ύπαρξης. Η εμπειρία του να είναι κάποιος ενεργό μέλος των καθημερνών συμβάντων κι ακόμα περισσότερο όταν κάποιος ντύνεται το μανδύα του αυστηρού κριτή που πεθυμά να διαπλάσει

τον κόσμο δεν εμπνέουν μόνο σιγουριά αλλά ξεξυπνούν και το συναίσθημα της ευθύνης καθώς σταδιακά γινόμαστε μέλη της ποιητικής οικουμένης του ποιητή που αποδέχεται την διαφορετική σύσταση του άλλου, τους φόβους και τις ελπίδες μας και πώς αντιλαμβανόμαστε

την ανθρώπινη ύπόσταση. Κι αυτό μπορεί να στρώσει το δρόμο για τη διαλογική μας εναλλαγή με τον συνάνθρωπο που θα είναι βασικό στοιχείο κι φήγηση άξονας του εγώκοσμου που ερμηνεύει και συνεχώς αναλύει συμβάντα του εξωτερικού κόσμου, κακουχίες, πείνα, πολέμους, βία, την κατάσταση ζωής των αδύναμων λαϊκών στρωμάτων που βλέπουμε καθημερνά μέσω των μαζικών μέσων επικοινωνίας. Η συνεχής αναφορά σε γεγονότα τρόμου, πόνου, λύπης και αγωνίας που υποφέρει μεγάλος αριθμός του πληθυσμού, η αληθινή ανησυχία κι έγνοια του ποιητή είναι ολοφάνερες. Κάθε ποίημα αποτελεί ένα ευθύ απολογισμό για το τί συμβαίνει κι ακόμα περισσότερο μια χάντρα στο κομπολόϊ που περιγράφει το μαρασμό, την καταπίεση, τη μηδένιση των πολλών προς όφελος των λίγων που τους εκμεταλεύονται. Βόμβες, τηλεκατευθυνόμενα βλήματα, εκρήξεις,Πτώματα, το παιγνίδι των μεγάλων πολυενθικών εταιρειών που ευφημιστικά ονομάζονται, ανάδοχες αμυντικές εταιρείες στο εξωφρενικό κόμσο ου σήμερα ζούμε, είναι εικόνες που παρελαύνουν στα ποιήματα του πρώτου μέρους και υπογραμίζουν την αγωνία του ποιητή να βρει διέξοδο απ’ τη σύγχρονη παγίδα του διεθνισμού και καταναλωτισμού. Όσο ενδοστρεφή και βαθειά ριζωμένα στη γνώση είναι αυτά τα ποιήματα αποτελούν την πραγματικόηττα που ο ποιητής μέσω του λυρισμού προσπαθούν να βρουν καταφύγιο στην ανθρώπινη φύση και τις έμφυτες αξίες. Ένα συνοθύλευμα διαφόρων θεμάτων και εικόνων ακουλουθεί στο δεύτερο μέρος του βιβλίου Το Βλέμμα της Μεδούσας. Αναμνήσεις, ερωτισμός, φιλοσοφία, αφηρημένη τέχνη, αλληλουχία σκέψεων που τριγυρίζει έναν υπαρξιακό διαλογισμό, η απόσταξη ζωής περιγράφονται με λογοτεχνική ουσία: ο ποιητικός κόσμος του Μανώλη Αλυγιζάκη υπάρχει σε συνεχή εξέλιξη και διαπλάσεται κι αποκτά σώμα οστά και σκοπό. Αυτή η συνεχήςεξελικτική υπόσταση του βιβλίου αποτελεί και το νόημά του κι είναι το βασικό στοιχείο της διανοητικής και καλλιτεχνικής του Οικουμένης. Διαβάζουμε τα ποιήματα αυτά και κάνουμε μια προσπάθεια να τα ερμηνεύσουμε μέσω διαλόγου και ειλικρίνιας. Προσπαθούμε να τα εννοήσουμε έχοντας στο νου ότι το λυρικό εγώ αναγεννιέται σε μια σειρά σκέψεων, αντυπώσεων και συναισθημάτων, στην πολύμορφη δημιουργική του ποιητή που χαμηλώνει τα σύνορα του αυτο-εγκλωβισμένου κόσμου στο έδαφος. Το αντικείμενο κάθε ποιήματος αποτελείται από ένα σύνολο αποχρώσεων κληρονομικής εμπειρίας του άλλου καθώς ο φακός μέσω του οποίου εστιαζόμαστε στην εικόνα θρύβει τις υπάρχουσες και καθεστημένες δοξασίες δυναμώνοντας το σκοπό των ετερογενών και πολύχρωμων εννοιών που αναμοχλεύονται από την καθημερνή εμπειρία του ανθρώπου.    Σαν επέκταση των εμπειριών του ποιητή κάποια ετερότητα αναβλύζει απ’ τα ποιήματα καθώς ο ποιητής προσφέρει μέσω του πολύπλευρου κόσμου των εικόνων του πολλαπλές ερμηνείες παράλληλων ζωών, ταυτόχρονα συμβάντα, και συγχονισμένες υπερθέσεις εισχωρώντας στο πνευματικό πεδίο του άλλου και με την προώθηση του αναγνώστη στο χώρο του άλλου. Έτσι ο ποιητής αφού αντιμετωπίσει το εγώ του τοποθετώντας το στη θέση του άλλου σαν κοινωνική και πολιτική αναγκαιότητα μας προσκαλεί να μεταλλάξουμε το εγώ μας όπως τολμά κι ο ίδιος. Η αναμφισβήτη ειλικρίνεια και διαφάνεια του ποιητή εκδηλώνονται σε σειρά συσχετιζομένων ποιημάτων με αλληλοσυνδεόμενες εικόνες σαν να πηγάζουν από μια στέρευτη πηγή αισθήσεων κι εντυπώσεων στενά συσχετισμένων με την πραγματικότητα της καθημερινής ζωής. Οι ολιγόστροφοι επιγραμματικοί διάλογοι του τρίτου μέρους του βιβλίου παρουσιάζουν μια δυναμική και λεπτομερή ρεαλιστική αναφορά στη δυναμική που διενεγείται ανάμεσα σ’ ένα ζευγάρι ηλικιωμένων. Η δυαδικότητα του διαλόγου βασίζεται σε δύο διαφορετικές μορφές έκφρασης του ηλικιωμένου ζευγαριού καθώς προσπαθούν να αυτοπροσδιοριστούν. Οι ιδιαίτερα ξεχωριστές απόψεις συζούν δίχως να εναλλάσουν κάποιο στοιχείο που να τους ενώνει και να το χρησιμοποιούν με την πρόθεση να επηρρεάσουν ο ένας τον άλλο. Τα ποιήματα του τρίτου μέρους αναπτύσονται μέσω ενός φακού που εκθέτει τις διαφορές και τα κατεστημένα που έχουν ορθωθεί ανάμεσα στα δύο πρόσωπα που ζουν σε διαφορετικά επίπεδα και ιδιωτικούς χώρους. Στην περίπτωση αυτή το να μοιράζεται κάποιος τη ζωή του με κάποιο άλλο πρόσωπο είναι απλό θέμα συνύπαρξης και όχι απαραιτήτως σύνδεσης ή έστω και επικοινωνίας που στην περίπτωσή μας εξελίσεται σε διαφορετικά επίπεδα, διαφορετικούς ψυχολογικούς κόσμους και συνεπώς ζουν μαζί και χωριστά. Οι χαρακτήρες των ποιημάτων του τρίτου μέρους διενεργούν εκ του εντός διφορετικές εξωτερικές επιδράσεις κι η εναλλαγή τους δεν παρουσιάζει κανένα σημείο επαφής καθώς ντύνονται κι οι δύο την φευτοαμφίεση του έτερου ενός που δεν είναι παρά ένας ρόλος τδια του οποίου δρουν και υπάρχουν. Η έλληψη ανταπόδοσης παρουσιάζεται σε όλους σχεδόν τους διαλόγους, τις μισοκομμένες φράσεις, τα υπονοούμενα, που αποδεικνύουν ολοκάθαρατην απομόνωση στην οποία τα δύο πρόσωπα ζουν: ο τρόπος έκφρασής τους και οι σκέψειςπου ποτέ δεν αναπτύσονται σαν μέσο αληθινής επικοινωνίας υπογραμμίζουν τις διαφορές που υψώνονται ανάμεσά τους και που εμποδίζουν την απλή λογική εναλλαγή μεταξύ των δύο χαρακτήρων. Και όταν πια διαπιστώνουν τις διαφορές τους και το χάσμα που υπάρχει ανάμεσά τους αποδέχονται τη συμβίωση όπως είναι καταλαβαίνοντας ότι κανένα σημείο επαφής δεν υφίσταται πια. Η επικοινωνία μεταξύ άνδρα και γυναίκας έχει μηδενιστεί κι η ζωή τους συνυπάρχει μόνο στη φαντασία και των δύο.  Στο τρίτο μέρος του βιβλίου ο Μανώλης Αλυγιζάκης αποκαλύπτει πτυχές και επαρσιώσεις της σχέσης δίχως βερμπαλισμούς και με αναμφίβολη ευθύτητα που προβάλει σαν αποτέλεσμα τη συμβατηκότητα των περισσοτέρων σχέσεων ηλικιωμένων ζευγαριών που συνυπάρχουν, συζούν, συμβιώνουν αλλά ζουν σε ξεχωριστούς κόσμους, μια φρικτή αλλά αληθινή πλευρά της σύγχρονης ζωής. Το Βλέμμα της Μεδούσας είναι ένα ολοζώνταντο, επισκοπόν, κυνικό,ιδιαίτερα κριτικό, σύγχρονο πορτρέτο που μας παρουσιάζει με τον ευθύτατο τρόπο του ποιητή ένα τεράστιο πανόραμα φιλτραρισμένο από την εξεταστική και υποκειμενική ματιά του Μανώλη Αλυγιζάκη και μας προτρέπει να την αποδεχτούμε και να την αγκαλιάσουμε σαν κάτι δεδομένο κι αποδεχόμενο. Η ζωντάνια των εικόνων κι ο πλούτος εμπεριστατωμένων στιγμών και η καθηλωτική αφήγηση του ποιητή μας παίρνουν σ’ ένα ταξίδι του εσωτερικού του κόσμου που διαφαίνεται σαν διαπλοκή και την ίδια στιγμή σαν αξέχαστη κι ευχάριστη εμπειρία. Η ποίηση του Μανώλη Αλυγιζάκη επιβεβαιώνει την αξία της πρωτογενής ύπαρξης αλλά ότι είναι επίσης πράξη και περιπλοκή. Το Βλέμμα της Μεδούσας υφίσταται σαν ένα ερμηνευτικό σημείο του κυκλικού ανωφερικού μονοπατιού που ο ανθρωπος αναμένεται ν’ ακολουθήσει προς την ψυχολογική και φιλοσοφική του εξέλιξη, έννοια που συμβαζίζει με τηγνησιότητα του ποιητή που ερμηνεύει τις διαφορές και τις αντιξοότητες της σύγχρονης ζωής.Οι αντιθέσεις του εγώ με τον άλλο και οι συνθήκες κάτω από τις οποίες μια ταύτιση ίσως ανακαλυφθεί είναι στοιχεία που ο ποιητής, ερευνά, αναφέρει, και μέσω της ευθύτητάς του προσπαθεί να εδραιώσει με την ελπίδα πως κάποια στιγμή οι ιδεολογικές και πολιτικές διαφορές ίσως γεφυρωθούν κι ίσως η αναμφίβολη διαφάνειά του χρησιμεύσουν σαν ορόσημα που θα οδηγήσουν στο καλύτερο αύριο. Karoly Sandor Pallai, PhD, researcher, translator, poet.

 

 

 

 

 

 

The ceaseless wanderings of a recalcitrant self

 

 

The Medusa Glance is a present-day triptych, a rich and profoundly nuanced contemporary narrative, sensitive to all the immanent and minute shades of reality, aspiring to embrace and incorporate the whole spectrum of lived experience. As a key motive, the author invokes Medusa, the female monster with venomous snakes on hear head. Stricken with fear, we are nonetheless tempted to be immersed in the poetic universe of Manolis. The epigraph characterizes the bold enterprise of the author aimed at the explicitation of the inner architecture and dynamics of experience, at the renewal of narrative practices and at the constant (re)negotiation of identity. The reader is swept away by a polychromatic tempest of verbs and embarks on a journey guiding him to the dimension of the minute and infinitely multifarious undulations of sublunary consciousness.

 

The poems of the first part mark an act of transubstantiation in which one’s existence is turned inside out, transcending itself and identity is filtered through alterity in a succession of anti-war poems dealing with the politics and elections of the USA and with international affairs. The author passes severe judgement on political disunity, the striking incapacity for decision-making, on our body and soul growing fat, lazy and losing all sense of criticism, on our stupefied, inebriated and paralyzed citizenship. The poetry of Manolis is a valid, cogent and timely exhortation, a perennial admonition endeavoring to disclose the hidden and mysterious dynamics of consciousness and the underlying metaphorical architecture of our lives in a new hermeneutical framework of poetic truth. The flow of words is set into motion by the inexorable criticism of the author, by his scathing irony and withering sarcasm. One of the most laudable characteristics of this poetry is the intermediate view that it represents in the incessant oscillation between identity and alterity.

 

The poet is concerned with reality in general and with intersubjective reality in particular. Openness and straightforwardness are encoded in the essence of this poetry and the immutable horizon of vigorous presence, experience and volitional activity is accentuated as a constitutive moment of existence. The experience of being an active participant of the events unfolding around us, moreover, of being a highly intensive critical presence shaping the world is not only reassuring but it also awakes our feeling of responsibility as we gradually become part of this poetic universe which serves to accommodate our impressions of the radical alterity of the other, our fears and hopes and our understanding of human identity. This can pave the way for our dialogical activity which is essential in the construction of our own narrative of the ego-world axis and of our interpretative matrix in which we constantly try to place and analyze the events of the external world, the famines and wars, the violence, the defenselessness and the privation that we see on a daily basis.

 

The succession of the trenchant images of suffering, pain, sorrow and agony is deeply personal, the genuine concern of the poet is moving: each poem is a state of affairs and what is more, a bead on a rosary told for the victims of violence, exclusion and discrimination. Bombs, missiles, explosions, corpses, great power politics, weapons and defense contractors in a mad world… The poems of the first chapter constitute the etching of the poet’s foregoing investigation into the horrors of modern-day existence. However introversive and rooted in a profound knowledge of the self these texts are, they are far from the common self-absorption of many poetic trends: the interference of the lyrical self is inconsiderable and it is instrumental in giving occasion to an inspection into the realm of human nature and inherent values.

 

A fusion of themes and horizons characterize the poems of the second part of the book. Reminiscence, eroticism, abstraction, philosophy, a chain of thoughts revolving around existential meditation and the distillation of life condensed in literary essence: the poetic world of Manolis is continually in the process of taking shape and being formed. This ceaseless becoming is the very essence of his intellectual and artistic universe. When it comes to these texts, to engage in hermeneutics is to engage in a reflection of openness and dialogue. The fragmented narrative serves the enlargement of the horizon of our experiences by an immersion in the inexhaustibly divergent possibilities of alternative subjectivity. Striving for understanding, the lyrical I is incarnated in a sequence of thoughts, impressions and sensations, in a multiplicity of self-representations, levelling the boundaries of the self-enclosed subject to the ground. The poetic subject appears as the focal point of the diverse shades and nuances of the inherent alterity of all experience, as the convergent lens splitting and shattering fixed categories, activating and mobilizing our most heterogeneous and multi-colored concepts and experiences of life and existence. As an extension of the experience of alterity to textual creation, the poet offers us his many-worlds interpretations of parallel lives, simultaneous events and synchronous superpositions by entering into the spirit and ideas of others and by projecting us into their existence. Thereby, the poet, after addressing the self-other, identity-alterity relationship as a socio-political concern, invites us to transcend the egological dimensions of the self. The poetic efficacy attributing autonomy and postulating self-sufficiency as the normative structure of the subject is replaced by the necessity of the other’s perspective and the engagement in an open dialectic of experience. The relentless candor and openness of the poet manifest themselves in the interlocking patterns of an apparently autofictitious chain of images, of an almost limitless inventory of sensations and impressions closely related to the realms of lived experience of everyday existence and to the phenomenological and ontological readings of feelings, life events and thoughts.

 

The short, epigrammatic dialogues of the third section of the book offer a sternly detailed and coldly realistic portrayal of the dynamics of estrangement and disaffection of the relationship of an elderly couple. The duplicity of the narrative is constituted by the disparate strategies of self-representation: the distinct perspectives coexist without being engaged in interaction, without interpenetrating and influencing each other. The poetic text operates in this part of the book as a divergent lens displaying, exhibiting the major discrepancies and splits in these two radically dissimilar inner structures of experience and existence. Sharing life, in this case, doesn’t mean a dialectical, bilateral relationship: on the contrary, it is only a setting for the plain scheme of communication divested of its essence, of the essential alterity and openness of shared experience. These series of pseudo-encounters deprive the subjects of any vertical dimension, compelling them to float in indeterminacy and to abandon all hope of a communion in which the encounter could transform the innermost realms of their existence. The lack of reciprocity manifests itself in the bifurcate, juxtaposed phrases and paragraphs, in the tessellated fugue-structure of non-alignment, phase-displacement and avoidance. The thoughts disengage and come apart as two people fade into the delusive intimacy of isolation: their means to express and articulate the nuances of their personality and inner self are incompatible, the schemata of their behavior reflect the distance between their authentic selves. By asserting their identities in their monologic and monolithic fragments of the universe, they tacitly accept the increasing alienation and the correlative tensions. The communion of wife and husband has lost even its seeming and fictitious feeling of togetherness, often disguised in an illusory narrative secrecy. In the final sequence of poems, Manolis reveals the cleavages and ruptures of a relationship in all honesty, with unrelenting directness. In fact, the apparent tranquillity and respite dissimulate an alarming defensiveness and a regressive inner fear which make it impossible to recognize and accept the growing gap and anxiety and the reinforcement of incongruence and decomposition of the self.

 

This lively, alert, highly critical, cynical, daring and often intrepid portrait of our age, this unyielding reckoning offers us a large-scale panorama filtered through the subjectivity of the poet which is the strategy of Manolis to embrace, appropriate and refigure reality. The vividness of his imagery and the richness of the moments of lived experience and enacted narratives make our journey into the inextricable intertwining of his inner world not only memorable but pleasurable as well. The poetry of Manolis confirms the postulation not only of the primacy of being, but of being as action and involvement. The Medusa Glance is a hermeneutical sign-post

tracing an ascending curve of psychological and philosophical analysis, congruent with the genuineness of the poet, which gives an account of his interpretations of our confrontations with the incomprehensibility of life, of the unfathomable fullness of experience, of the often controversial and impenetrable complexities and mysteries of ipseity and alterity, of conceptual and carnal intersubjectivity and of the mental space opened up for a critique of our deeply rooted ideological constructions and insincerities by the implacable openness and directness of this poetry.

 

Károly Sándor Pallai, PhD, researcher, translator, poet

 

Tasos Livaditis/translated by Manolis Aligizakis

cover

 

ΕΚΛΕΚΤΙΚΕΣ ΣΥΓΓΕΝΕΙΕΣ

 

Η φτωχή Ραχήλ, ωχρή, με ανίατα όνειρα, θεραπευόταν τώρα

ανάμεσα στα μαύρα δέντρα, όπως ένα τυφλός που με το φλάουτο

κάνει ν’ανθίζει το σκοτάδι ή όπως τα παιδικά παιγνίδια που μια

μέρα εξαφανίζονται σα να τα πήρε μαζί του το παιδί — καθώς

πέθαινε, περίλυπο, μέσα στον άντρα.

 

 

 

SELECTED RELATIONS

 

Poor Rachel, pale, with incurable dreams, now healing herself

among the black trees like the blind man who with his flute makes

the darkness bloom or like the childhood games that one day

suddenly vanish as though a child took them along — as it was dying

sorrowfully into adulthood.

 

 

TASOS LIVADITIS-SELECTED POEMS, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, Vancouver, 2014

www.libroslibertad.com

www.manolisaligizakis.com

The Second Advent of Zeus-Review

merging dimensions cover

 

THE SECOND ADVENT OF ZEUS// REVIEW

By João da Penha

 

 

POET, OF FACT.

 

 

Singing, everyone sings, but singers only about ten or twelve.

 

The boutade, they say, is by Frank Sinatra, whose remarkable vocal skills – it seems to me – have not been contested to this day.

To paraphrase the song of the great American singer, it can be said that there are not so many poets like this in the world – here and elsewhere, yesterday and today. I suspect that there will never be many poets, or at least many great poets. At least, I am convinced, not as many as the growing number of edited collections suggest, by marketing strategy arts, just under hyperbolic titles.

Many poetic exercise exercises it, or imagine exercising it. But to make great poetry is grace granted to a minority; to a caste of elect, therefore.

Schiller, by the way, has already warned that it is not enough to create good verses so that its author considers himself a poet. Now, to do verses, almost everyone, at some point in life, has already done. To make POETRY, however, is the road traveled by the minority referred to above. Only she, this chosen caste, has the map of the trail. Whoever holds it, who knows how to read it, interprets its coordinates, leads the others, that is, all of us, who have formed this majority, as creators, of the poetic territory, only by traveling, if sensitive to the Muses, as travelers. For the senseless, the tour of this territory will be nothing more than mere tourism.

Eric Ponty has the map of the trail. He is an authentic poet. Maturity is everything, the supreme bard in the “King Lear” told us. Poet, owner of his craft, poet who reached the full domain of poetic making.

His poetic virtuosity, Ponty has already shown and demonstrated in the magnificent “Retirement Boy Goes to the Circus in Brodowski” (Musa Publishing House, São Paulo, 2003.) In this book with its translation, our poet only makes it reaffirmed. For example when translating this stanza of Manolis’ poem Apollo, which reminds us of Paul Valéry’s Socratic prose in Eupalinos Lame et la Danse Dialogue De L arbre:

 

APOLLO

 

And I grew under Apollo’s sun

 

minutes of expressiveness

alone in darkness and

before I opened my eyes

I was accompanied

by the law of failure

born blind and

accused of heresy

a revolution in its making

even before I could utter

a groan or a begging cry

 

I gathered all my strength

to pick a date with death

hours before I appeared

in my mother’s arms

newborn festivity

error permitted

two legs just to walk

a heart as if

to feel emotion and

other human traces

of grandeur

 

 

 

APOLO

 

E eu cresci sob o sol de Apolo

 

Minutos de expressividade

Sozinho nas trevas e

Antes de abrir os meus olhos

Eu estava acompanhado

Pela lei da bobagem

 

Nasceu cega e

Acusada de heresia

Uma conflagração na sua fazendo

Mesmo antes que eu pudesse articular

Um suspiro ou um grito a mendigar

 

Eu ajuntei toda minha força

A seleção de uma data com a morte

Horas antes eu semelhava

Nos meus braços da minha mãe

Festa de um recém-nascido

Erro admitido

As duas pernas apenas a pé

Um coração como se

Sentisse à emoção e

Outros traços humanos

Da grandeza

 

This defense can be translated as the recognition that poets inhabit a province where logic does not bow down to the principles that govern the empirical world (nothing is more real than nothing, pre-Socratic Democritus preached). Poets know that. That’s why your particular logic. Particular, but not arbitrary. Particular because only they have the “kingdom key”.

Croce and Vossler, the memory comes to me now, they polemicized around the phrase: “The round table is square”. For the Italian thinker, the phrase would sum up to a total absence of meaning, illogical, while the German critic saw it as true, aesthetically and grammatically valid, caring little that logically impossible. Vossler, like so many others, before and after him, realized that the poet is the one who creates realities. Poets are creators of worlds. Therefore, in the poems translated by Eric Ponty, a musician, as well as a poet, he follows the Wagnerian advice that the poet does nothing but stimulate the understanding, leading the reader to make new combinations on the subject already known by means of sensory perception.

If, as Ponty tells us in one of the translated poems, “In My Mother’s Arms /newborn festivity / error permitted / two legs just to walk” it is equally true that we should listen to what poets have to say (few decipher the world better than poets, neighbors to philosophers). Eric Ponty, at the height of his creative force, has much to tell us through these translations as he did with Manolis-a Canadian Greek poet who’s credit is The Second Advent of Zeus a masterful piece.

 

“…for his sustained reflection, for a lyrical voice, and an invitation to see life not as a barren subject, but as a complex dynamic that has its own extraordinary design and imago of truth” as Ilya Tourtidis tells us, it is urgent that we listen to Manolis’ voice through the translation of the poet-translator Ponty, one of the most talented of his time.

 

 

 

João da Penha, a journalist and retired professor, collaborated in cultural publications such as Encounters with Brazilian Civilization, Cult and Tempo Brasileiro. Author, among other books, of What Is Existentialism (Brasiliense, 2011, 17. ed.) And Philosophical Periods (Ática 2000, 4. ed.), Translated for magazines and newspapers poems by Russians Sierguêi Iessiênin and Alieksandr Blok, and short stories By José María Argüedas, Júlio Cortázar and Gabriel García Márquez, published in The first short stories of ten masters of Latin American narrative (Paz e Terra, 1978). How to read Wittgenstein. São Paulo: Paulus, 2013.

 

 

POETRY by MANOLIS ALIGIZAKIS/A REVIEW

!cid_37686FD8483E4EE08140DCAFC02D5FF2@userHP

SENSUALITY in MANOLIS’ POETRY COMPARED TO CAVAFY AND YANNIS RITSOS

 

As history teaches us, the contrast between life and art has made it easy to think of Cavafy in the abstract, as an artist whose work exists free from tradition and attachment to a specific moment in time. This trend has been prompted by the two elements of his poetry for which he is most famous: his surprisingly contemporary theme (one of his themes, at least), and his attractive and direct style.

Certainly there have always been many readers who appreciate the so-called historical poems, situated in magical places of the Mediterranean during times that have been long dead and acrimonious with sociable irony and a certain tired stoicism. (“Ithaca gave you the beautiful journey, / without her you would not have put in the passage. / But now she has nothing to give you,” he writes in what may be the most famous evocation of ancient Greek culture: the journey is always more important than the fatefully disappointing destination.) This can be seen in the poem:

Thermopylae

Honor to all of those who in their lives

have settled on, and guard, a Thermopylae.

Never stirring from their obligations;

just and equitable in all of their affairs,

but full of pity, nonetheless, and of compassion;

generous whenever they’re rich, and again

when they’re poor, generous in small things,

and helping out, again, as much as they are able;

always speaking nothing but the truth,

yet without any hatred for those who lie.

And more honor still is due to them

when they foresee (and many do foresee)

that Ephialtes will make his appearance in the end,

and that the Medes will eventually break through

 

But it is probably fair to say that the popular reputation of Cavafy rests almost entirely on the remarkably preexisting way in which his other “sensual” poems, often not considered as this poet’s gift, deal with the ever-fascinating and pertinent themes of erotic desire, realization and loss.

The way, too, when memory preserves what desire so often cannot sustain. That desire and longing only makes it appear more contemporary, closer to our own times. Perhaps this is the case with Manolis’ poem:

Lamppost

 

After leaving our marks

on the sole lamppost

we parted

she to the west

I to the east

with a promise

to meet again

by this lamppost

and trace our marks

though we never thought of the Sirens

the Cyclops and the angry Poseidon

though we never thought of the pricey

ferryman

 

No one but Cavafy, who studied history not only eagerly but with a studious respect and meticulous attention to detail, would have recognized the dangers of abstracting people from their historical contexts; and nowhere is this abstraction more dangerous than in the case of Cavafy himself.

 

THE CITY

 

You said: “I’ll go to another land, to another sea;
I’ll find another city better than this one.
Every effort I make is ill-fated, doomed;
and my heart —like a dead thing—lies buried.
How long will my mind continue to wither like this?
Everywhere I turn my eyes, wherever they happen to fall
I see the black ruins of my life, here
where I’ve squandered, wasted and ruined so many years.”
New lands you will not find, you will not find other seas.
The city will follow you. You will return to the same streets.
You will age in the same neighborhoods; and in these
same houses you will turn gray. You will always
arrive in the same city. Don’t even hope to escape it,
there is no ship for you, no road out of town.
As you have wasted your life here, in this small corner
you’ve wasted it in the whole world.

 

Surely his work is as good as great poetry can be and at the same time timeless in the way we like to think that great literature can be alchemizing details of the poet’s life, times and obsessions into something relevant to a large audience over the years and even centuries.

But the tendency to see Cavafy as one of us, as one in our own time, speaking to us with a voice that is transparent and admittedly ours about things whose meaning is self-evident, threatens to take away a specific detail one that, if we give it back to him, makes him look larger than life and more a poet of the future, as it was once described, rather than the time he lived in. This detail also pertains to the biography of Manolis who refers to mythical passages of his home-country and unfolds scenes of sensuality, abandonment and loss.

Cavafy’s style, to begin with, is far less prosaic, much richer although not musical, and rooted deeply in the nineteenth century in which he lived for more than half of its life. Some readers will be surprised to learn that many of Cavafy’s poems, even when he was almost forty, were cast as sonnets or other prepared forms of verse.

Manolis was born in Kolibari a small village west of Chania on the Greek island of Crete in 1947. At an early age his family took him first to Thessaloniki and then to Athens where he was educated, earning a Bachelor of Science in Political Science from the Panteion University of Athens.

The subject in some of Cavafy which tend to be overlooked by readers as difficult are the poems deliberately placed in the dark, geographical and temporal margins of the Greek past: poems which seem not to have much to do with today’s concerns and are often passed in favor of works with more contemporary appeal.

Perhaps this is the case with Manolis who draws from the same Greek sources as Cavafy does making historical references to Greece, the cradle where his soul was born, when he creates the Greek myths interacted in his contemporary poetry. Even far from his motherland Greece where he resides now he still retains in his poetic memory, images and themes he channels through verve in this book and others.

 

Can Manolis channel the beauty as easily as he describes in his verse? “An ancient time leader / as an anointed and pious / a musical instrument of candor flowing free / ready to speak with words that relieve pain and free the soul?” Yes its main tool is its firsthand experience of the power of Eros. His psychological makeup attracts and conveys authenticity and happiness based on his worship and being adored by sensual and provocative female figures exposing him in an ecstatic transcendence through his bodies of lust and his deep love and dedicated understanding. It is obvious that he finds his purpose in falling in love passionately for his beloved.

He does not hide that before he emerged he wanted to become “a festival / movement song of a bird / a vesper / a simple sigh / that will heal the lips of his beloved.” If he feels impotent in the face of inconceivable and unlimited Destiny, he declares that a woman’s embrace beckons him and he likes to give in to his passion: “dark and vague circle / forever indeterminable / and this, the command / and this, the Obedience / This, the orgasm / and this, the Eros / and this is you.” He feels being favored by Eros he diffuses his burning passion with light that fills his erotic verses. As a gallant defender of lust and sensuality and the true emotions of love, he delivers the joy and joy to the soul.

 

Both idealism and pragmatism, messianism, but also the tradition in the languor of the senses, the subjects of love dedicated to ephemeral satisfaction and erotic drunkenness make up the changes of its vast poetic content. Having the maturity of an accomplished poet and the ability to create evocative images in a personal way, the poet introduces us to what constitutes the most brilliant expression of his most intimate thoughts and beliefs in front of the world of his time and age.

The way, too, where memory preserves what desire so often can’t sustain. That desire and longing were for other men only makes it appear more contemporary, closer in our own times as we see in this opening poem of Golden Kiss, which poem may seem obscene and prosaic created by a minor poet, but when creating by a poet as Manolis locks up the erotic aura of a Moravia.

 

like a bird stilled by camera lens

her scandalous vulva visits his mind

from days of that August

on the scorched island

in low tone siesta

in muffled moaning

lest the mirror would crack from tension

 

 

In the 1880s and 1890s, Constantine Cavafy was a young man with modest literary ambitions, writing verses and contributing articles, critiques and essays, mostly in Greek but in English (A language in which he was perfectly at home as a result of spending a few of his adolescence years in England), on a number of idiosyncratic subjects, Alexandria and Athenian newspapers. This similarity in biographies binds Cavafy with Manolis who lives in Vancouver and writes poems in Greek and English referring to both countries.

 

Yannis Ritsos was born in Monemvasia, Greece, on May 1, 1909, in a family of landowners. He did his early schooling and finished high school in Gythion, Monemvasia and after graduating in 1925, he moved to Athens where he began working on typing and copying legal documents. A year later, he returned to his home town where he spent his time writing and painting, another form of art that he devoted himself which along with his writing he kept for the rest of his life, perhaps the painting has given him elements of his sensual poems:

 

WOMEN

Our women are distant, their sheets smell of goodnight.

They put bread on the table as a token of themselves.

It’s then that we finally see we were at fault; we jump up saying,

‘Look, you’ve done too much, take it easy, I’ll light the lamp.

’She turns away with the striking of the match,

walking towards the kitchen, her face in shadow,

her back bent under the weight of so many dead –

those you both loved, those she loved, those

you alone loved . . . yes . . . and your death also

 

Listen: the bare boards creaking where she goes.

Listen: the dishes weeping in the dishrack.

Listen: the train taking soldiers to the front.

 

 

Sometimes the poems are invested with the fractured logic of the dream with images of dream events or they’re placed in a landscape of dreams that grows, as one reads more, more and more recognizable, less strange, always attractive. At the same time, their locations and quotations are redemptive of a completely recognizable Greece: the balconies, the geraniums, the statuary, women in their black attires and, in a lasting way, the sea. His touch is light, but its effect is profound. Much depends on the image that causes the narrative movement. Some poems are so small, so distilled, that the fragments of history given to us – the kids’ psychodramas – have an irresistible power. “The less I get the bigger it gets,” said Alberto Giacometti and the same powerful reticence is a feature in Ritsos’ shorter poems.

 

The content of Yannis Ritsos also deserves renewed attention – both the specific themes of the individual poems, which in fact keep the historical and the erotic in a single focus.

Eroticism is one of the appearances of man’s inner life. In this one deludes himself because one is seeking his fixed object of desire. But this object of desire responds to the internal desire. The choice of an object always depends on the individual’s personal tastes: even if it falls on the woman most would have selected, what comes into play is often an unspeakable aspect, not an objective characteristic of this woman unless she has touched the inner being of man she creates the force to choose her.

The notion of disorientation (similar, perhaps, to the effect of a mild virus), when heightened emotion puts us at odds with the world, when the aromas become sour, when a view of the garden becomes desolate, when household objects shed their purpose, is perfectly evoked in these ten lines. There is an immediate recognition of a precarious ontological state tied to a story until, a moment later, we realize that we can see that street, see that window, see through that door:

 

 

ALMOST

 

It was just luck: I open the door, the two women

side by side on the sofa

 

in his black handkerchief,

mother and daughter, perhaps,

 

staying immobile, unpronounceable, a mouthful of bread

on the table, a cat sleeping on the couch.

 

Looking away and the sun at the top of the waves, cicadas

the swallows attractions in blue. They look back.

 

I almost had it, I almost had it in one of them.

Then Mother got up and closed the door.

 

This poem by Yannis Ritsos refers us to another poem by Manolis but more sensual and right:

 

Nothing to hold onto

but ourselves in lust

and the cenotaph with

names engraved in marble

yet in this near futile void

a sudden speck of light

gleams on Suzanne’s breast

as a lightning flash like

when her eyes demanded

a deeper meaning to this: are we

to search for it during this dark night

with our two bodies as the only absolution?

 

The sensuality of the Mediterranean world may be in the Greek soul of the poets to a greater or lesser degree, as we have seen over the years and centuries, referring to the idea that the Greek gods though dead are alive in the souls of the Greeks: Eros and Dionysus are alive from the bygone days of yesteryears to today and even more so in the case of Manolis who lives in Vancouver but has not forgotten his Cretan roots, and he writes in both Greek and English and shows with his simple poem Golden Kiss the sensual and erotic connection between his poetry and that of Cavafy and Yannis Ritsos.

 

~Eric Ponty, poet, translator, Sao Paolo, Brazil, 2016

Yannis Ritsos//translated by Manolis Aligizakis

11007741_1028336327180072_6866849738460871477_n

ΕΓΚΑΤΑΛΕΙΨΗ

 

Νυκτόβια έντομα νεκρά στο πάτωμα. Περνάς

στις δυο κρεβατοκάμαρες: το ίδιο. Οι άλλοι

ανηφορίσανε στ’ ασβεστοκάμινα, ανάψαν φωτιές,

εμείς τους περιμέναμε τρεις νύχτες. Έγειρε το φεγγάρι,

ύστερα η πολιτεία ερήμωσε, σβήσαν τα φώτα,

έμειναν τ’ άδεια καταστήματα κι οι ξαβαμμένοι κλόουν.

 

~Αθήνα, 7-1-79

 

 

ABANDONMENT

 

Dead night-flies on the floor. You go

to the two bedrooms: same thing. The others

went up the hill to the lime kilns, they started fires;

for three nights we waited for them. The moon leaned;

then the city was deserted, the lights went out,

the empty stores remained and the discolored clowns.

 

~Athens, 7-1-79

 

 

 

YANNIS RITSOS-SELECTED POEMS, translated by Manolis Aligizakis, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2013

 

www.libroslibertad.com

www.manolisaligizakis.com

 

Tasos Livaditis-translated by Manolis Aligizakis

cover

ΚΑΘΩΣ ΠΕΦΤΕΙ ΤΟ ΒΡΑΔΥ

 

 

Στο βάθος υπάρχει πάντα μια μικρή παρόρμηση, ανεξιχνίαστη,

από παλιούς αποχαιρετισμούς, από μακριές σιωπές σε κρύα

δωμάτια, ενώ με το πέσιμο της νύχτας ξεσπάει πάλι ο πα-

νικός —

το κακό είναι αθεράπευτο, κι η στέγη του σπιτιού μια τρομερή

απειλή

για κείνους που ξεχνάνε.

 

 

 

AS NIGHT FALLS

 

 

In depth there is always a secret impulse, indescribable,

from ancient farewells, from far away silences in

cold rooms but as the night falls again the panic

returns —

evil is incurable and the roof of the house a horrible

threat

for the ones who forget.

 

 

TASOS LIVADITIS—SELECTED POEMS, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, Vancouver, 2014

 

www.libroslibertad.com

www.manolisaligizakis.com

 

The Second Advent of Zeus

merging dimensions cover

ΔΙΔΑΧΗ

 

Κι έβαλαν σε σκοτεινό κελί τη Θέμιδα

 

κι εγώ αντιμετώπισα τα ξέφρενα μάτια

της συγγένειάς μου κι είχα πολλά να πω

μα σιώπησα για ένα λεπτό χρόνο να δώσω

στην αφέλειά τους που αργά κυλούσε

σαν το κελαρυστό ριακάκι, αθώο παιδιού

χαμόγελο που πάνω του στήριξα ελπίδα

πως τη δικαιοσύνη ξανά θ’ ανακάλυπτα

 

για να γιατρέψω μ’ ανοιξιάτικα λουλούδια

τις φλέβες τ’ ανεπίληπτου Έρωτα

 

έγκλειστοι κι αλλόφρονες οι φίλοι μου

κι εγώ με κουρέλια τον τόπο γύριζα

μ’ απαλή φωνή και νέα σύμβολα

με νέους εχθρούς και νέα ανέκδοτα

ν’ αλλάξω τα πιστεύω τους πεθύμησα

νέοι Ιούδες που είχαν γεννηθεί με δόντια

σουβλερά ό ένας τον άλλο να ξεσχίσουν

για τους αγέρηδες καθαρούς κληρονόμους

των διδαγμάτων μου τίποτα να μη μείνει

 

LESSON

 

And they put Themis in dark dungeon

 

and I faced my kin’s delirious eyes

yet though I had much to say

I kept silent, momentarily, time

to give to their simplemindedness

bubbling along with the creek’s murmur

innocent smile of child upon which

I entrusted my hope to rediscover justice

 

with spring flowers to rejuvenate

the veins of imppecable Eros

 

inpriswoned were my distraught friends

dressed in rags I walked over my lands

soft-spoken and with new symbols

with new follies and  new anecdotes

I wished to revert their beliefs

new Judases born with sharpened teeth

ready to devour each other nothing to leave

for the winds rightful inheritors of my teachings

 

THE SECOND ADVENT OF ZEUS, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2016

www.ekstasiseditions.com

www.manolisaligizakis.com

 

Karyotakis-Polydouri

KARIOTAKIS_POLYDOURI_cover_Oct31.indd

 

Kostas Karyotakis’

ΘΕΛΩ ΝΑ ΦΥΓΩ ΠΙA

Θέλω νὰ φύγω πιὰ ἀπὸ δῶ, θέλω νὰ φύγω πέρα,
σὲ κάποιο τόπο ἀγνώριστο καὶ νέο,
θέλω νὰ γίνω μία χρυσὴ σκόνη μὲς στὸν αἰθέρα,
ἁπλὸ στοιχεῖο, ἐλεύθερο, γενναῖο.

Σὰν ὄνειρο νὰ φαίνονται ἁπαλὸ καὶ νὰ μιλοῦνε
ἕως τὴν ψυχὴ τὰ πράγματα τοῦ κόσμου,
ὡραῖα νά ῾ναι τὰ πρόσωπα καὶ νὰ χαμογελοῦνε,
ὡραῖος ἀκόμη ὁ ἴδιος ὁ ἑαυτός μου.

Σκοτάδι τόσο ἐκεῖ μπορεῖ νὰ μὴν ὑπάρχει, θεέ μου,
στὴ νύχτα, στὴν ἀπόγνωση τῶν τόπων,
στὸ φοβερὸ στερέωμα, στὴν ὠρυγὴ τοῦ ἀνέμου,
στὰ βλέμματα, στὰ λόγια τῶν ἀνθρώπων.

Νὰ μὴν ὑπάρχει τίποτε, τίποτε πιά, μὰ λίγη
χαρὰ καὶ ἱκανοποίησις νὰ μένει,
κι ὅλοι νὰ λένε τάχα πὼς ἔχουν γιὰ πάντα φύγει,
ὅλοι πὼς εἶναι τάχα πεθαμένοι.

I WANT TO LEAVE

I want to leave this place, to go far away

I want to become golden dust in the air

simple element, free, brave

to an unfamiliar new land I’ll go

where things of the world will appear

like dreams and they’ll talk to the soul

where the nice faces of people will smile

and where I too shall be beautiful

where, my god, darkness wouldn’t exist

in the night, nor in the despair of the place

upon the horrible skyline or in the wind’s wailing

nor in the glances or words of people

where there won’t remain anything

but a little joy and satisfaction

where all will say that they have left forever

that perhaps they are all already dead.

www.libroslibertad.com

www.manolisaligizakis.com