The Second Advent of Zeus

merging dimensions cover

ΔΙΔΑΧΗ

 

Κι έβαλαν σε σκοτεινό κελί τη Θέμιδα

 

κι εγώ αντιμετώπισα τα ξέφρενα μάτια

της συγγένειάς μου κι είχα πολλά να πω

μα σιώπησα για ένα λεπτό χρόνο να δώσω

στην αφέλειά τους που αργά κυλούσε

σαν το κελαρυστό ριακάκι, αθώο παιδιού

χαμόγελο που πάνω του στήριξα ελπίδα

πως τη δικαιοσύνη ξανά θ’ ανακάλυπτα

 

για να γιατρέψω μ’ ανοιξιάτικα λουλούδια

τις φλέβες τ’ ανεπίληπτου Έρωτα

 

έγκλειστοι κι αλλόφρονες οι φίλοι μου

κι εγώ με κουρέλια τον τόπο γύριζα

μ’ απαλή φωνή και νέα σύμβολα

με νέους εχθρούς και νέα ανέκδοτα

ν’ αλλάξω τα πιστεύω τους πεθύμησα

νέοι Ιούδες που είχαν γεννηθεί με δόντια

σουβλερά ό ένας τον άλλο να ξεσχίσουν

για τους αγέρηδες καθαρούς κληρονόμους

των διδαγμάτων μου τίποτα να μη μείνει

 

LESSON

 

And they put Themis in dark dungeon

 

and I faced my kin’s delirious eyes

yet though I had much to say

I kept silent, momentarily, time

to give to their simplemindedness

bubbling along with the creek’s murmur

innocent smile of child upon which

I entrusted my hope to rediscover justice

 

with spring flowers to rejuvenate

the veins of imppecable Eros

 

inpriswoned were my distraught friends

dressed in rags I walked over my lands

soft-spoken and with new symbols

with new follies and  new anecdotes

I wished to revert their beliefs

new Judases born with sharpened teeth

ready to devour each other nothing to leave

for the winds rightful inheritors of my teachings

 

THE SECOND ADVENT OF ZEUS, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2016

www.ekstasiseditions.com

www.manolisaligizakis.com

 

Karyotakis-Polydouri

KARIOTAKIS_POLYDOURI_cover_Oct31.indd

 

Kostas Karyotakis’

ΘΕΛΩ ΝΑ ΦΥΓΩ ΠΙA

Θέλω νὰ φύγω πιὰ ἀπὸ δῶ, θέλω νὰ φύγω πέρα,
σὲ κάποιο τόπο ἀγνώριστο καὶ νέο,
θέλω νὰ γίνω μία χρυσὴ σκόνη μὲς στὸν αἰθέρα,
ἁπλὸ στοιχεῖο, ἐλεύθερο, γενναῖο.

Σὰν ὄνειρο νὰ φαίνονται ἁπαλὸ καὶ νὰ μιλοῦνε
ἕως τὴν ψυχὴ τὰ πράγματα τοῦ κόσμου,
ὡραῖα νά ῾ναι τὰ πρόσωπα καὶ νὰ χαμογελοῦνε,
ὡραῖος ἀκόμη ὁ ἴδιος ὁ ἑαυτός μου.

Σκοτάδι τόσο ἐκεῖ μπορεῖ νὰ μὴν ὑπάρχει, θεέ μου,
στὴ νύχτα, στὴν ἀπόγνωση τῶν τόπων,
στὸ φοβερὸ στερέωμα, στὴν ὠρυγὴ τοῦ ἀνέμου,
στὰ βλέμματα, στὰ λόγια τῶν ἀνθρώπων.

Νὰ μὴν ὑπάρχει τίποτε, τίποτε πιά, μὰ λίγη
χαρὰ καὶ ἱκανοποίησις νὰ μένει,
κι ὅλοι νὰ λένε τάχα πὼς ἔχουν γιὰ πάντα φύγει,
ὅλοι πὼς εἶναι τάχα πεθαμένοι.

I WANT TO LEAVE

I want to leave this place, to go far away

I want to become golden dust in the air

simple element, free, brave

to an unfamiliar new land I’ll go

where things of the world will appear

like dreams and they’ll talk to the soul

where the nice faces of people will smile

and where I too shall be beautiful

where, my god, darkness wouldn’t exist

in the night, nor in the despair of the place

upon the horrible skyline or in the wind’s wailing

nor in the glances or words of people

where there won’t remain anything

but a little joy and satisfaction

where all will say that they have left forever

that perhaps they are all already dead.

www.libroslibertad.com

www.manolisaligizakis.com

Tasos Livaditis

 Tasos Livaditis_Vanilla

ΚΑΚΟΙ ΜΑΘΗΤΕΣ

 

Και τα τζάμια με τις πεθαμένες μύγες το φθινόπωρο, σαν τις

μεγάλες σελίδες των βιβλίων, τότε που δεν ξέραμε ακόμα να

διαβάζουμε.

Κύριε, εξήγησέ μας.

 

 

 BAD STUDENTS

 

And the windows with the dead flies in the autumn like the long

pages of books when we didn’t yet know how to read

Lord, explain to us.

 

www.manolisaligizakis.com

www.libroslibertad.com

 

Nostos and Algos (Nostalgia)

nostos and algos cover

ΖΕΥΓΑΡΙ ΓΕΡΟΝΤΩΝ

 

Στενόμακρο τραπεζάκι που

με δυσκολία στέκεται ακίνητο

τραπεζομάντηλο σαν

να το πέταξαν στο βάθος ποταμού

ξεθωριασμένο σαν τα μάτια της

να κοιτούν την αγωνία της θάλασσας

που οδηγεί στην ξενιτειά που ο γιός της ζει

 

ίσκιος κληματαριάς βαθύπνοος

και σκληρός σαν αμαρτία

αμείλιχτος σαν σκέψη που σφυρηλατεί

τη θύμησή της για να ξαναγεννήσει φώς

 

κι εκείνος φέρνει τα δυο πιάτα

το κρασί που τα τρεμάμενά του χέρια βάζουν

στα ποτήρια, πιατάκι ελιές, ένα κομμάτι φέτα

 

κι ο στεναγμός απλά μασκαρεμένος με το χαμογέλιο

κι απο του τζίτζικα την επιμονή να διακόπτει

της μοναξιάς τους το μονόλογο

 

όταν επιτέλους κάθεται δίπλα της

πάνωθέ τους η κληματαριά γελά

σαν τα ροζιασμένα δάχτυλά του

αγγίζουν τις ρυτίδες του χεριού της κι ο ήλιος

κάπου ψηλώτερα ξεκαρδίζεται στα γέλια

που της λέει… ξέχασες να κόψεις τη σαλάτα

 

 

OLD COUPLE

 

 

Long and narrow rusted table

hardly stands motionless

bleached out tablecloth as though

thrown in debts of river for a long time

cloth faded like her eyes gazing the sea’s

agony that reaches the foreign land

where her son has vanished

shade of grapevine thick like a sin

and harsh like a thought pounding

her memory that light may be reborn

 

and he brings two plates

trembling hands pour wine in two glasses

small plate with olives, piece of feta

 

and the sigh expertly camouflaged by a smile

the lone cicada that insists to disturb

monologue of their loneliness

 

finally he sits next to her when

above them the grapevine laughs

as his calloused fingers touch

her wrinkled hand and the sun

somewhere higher than everybody

roars with laughter when the old man says

to her…you forgot to make the salad

 

Tasos Livaditis-Poems

assets_LARGE_t_420_53927755

ΕΚ ΠΡΩΤΗΣ όψεως, βέβαια, όλοι φαίνονται απροσδόκητα

ενώ αυτό που φοβόμαστε έχει γίνει από καιρό, κι ήτανε μέσα μας,

κι εμείς το πηγαίναμε στην επικίνδυνη ώρα και συχνά σταματού-

σες στη μέση της σκάλας, γιατί ποιός ξέρει πού είναι το άλλο

σκαλοπάτι, ιδιαίτερα το βράδυ καθώς διάβαινες τις άδειες κάμα-

ρες, σου `πεφτε πάντα κάτι απ’ τα χέρια, σαν να `θελε να ξαναγυ-

ρίσει, και τότε, όπως γονάτιζες να το βρεις, συναντούσες τον

άλλον

αφού κάθε κίνηση μας προδίνει, κι ένα άλλο ποτήρι σηκώνεις

απ’ αυτό που πήγαινες, προτίμησα, λοιπόν, να σωπάσω, μα όταν

μες στο σκοτάδι χτύπησαν μεσάνυχτα, όλο το σπίτι ράγισε άξαφνα,

και τότε, στο βάθος του διαδρόμου, το είδαμε που πέρασε εντελώς

καθαρά.

 

 

AT FIRST glance of course everything seem to be unexpected

while what we’ve feared had already taken place and was inside us

and we carried it to the dangerous hour and often you would stop

in the middle of the stairs because, who knows where was the next

step; especially in the night as you walked through the empty rooms

something always fell off your hands as if wanting to return and

then as you’d kneel to find it you would meet the other man

since every gesture gives us up and you carry a different

glass from the one you wanted, I therefore chose to keep silent;

but when in darkness midnight struck suddenly the whole

house shook and then at the end of the hallway we saw him

as he quite clearly walked by us.

 

 

~Tasos Livaditis-Poems, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, 2014

www.libroslibertad.ca

www.manolisaligizakis.com

Karyotakis-Polydouri//The Tragic Love Story

KARIOTAKIS_POLYDOURI_cover_Oct31.indd

 

ΑΦΙΕΡΩΜΑ

Ἀσημένιο τὸ μέτωπο. Καὶ ὡραῖα
τὰ μάτια σου ἐφωσφόριζαν γαλάζα.
Τὸ πιάνο καθὼς ἄνοιγες, δυὸ νέα
τριαντάφυλλα τρεμίζανε στὰ βάζα.
μὰ οἱ κρόταφοί σου ρόδα πλέον ὡραῖα.

Ἐπάλευαν τὰ χέρια σου, ἐκερδίζαν·
τὰ πλήχτρα ὑποχωρούσανε· τὶς νότες,
τὴ μελῳδία σὰν ἔπαθλο χαρίζαν.
Ἀκούαμε. Καὶ τὰ αἰσθήματα, δεσμῶτες
ποὺ τὴν ἐλευτερία τοὺς ἐκερδίζαν.

Δὲν θυμοῦμαι καλά, πέρασαν χρόνια,
πὼς εἶχες ὅμως λέω καὶ τραγουδήσει·
ἐξὸν ἂν ἐκελάηδησαν ἀηδόνια.
Λάλο ἢ βουβό, τὸ χεῖλο σου εἶναι βρύση,
ἐλάφια κουρασμένα ἐμὲ τὰ χρόνια.

Ἡ πεταλούδα πάντα θὰ πετάξει
ἀφήνοντας στὰ δάχτυλα τὴ γύρη.
Θρίσμα τὸ ἀντίο, τὸ χέρι σου μετάξι,
κι ἐχάθηκες. Ἀπὸ τὸ παραθύρι
ἡ πεταλούδα πάντα θὰ πετάξει…

 

TRIBUTE

 

Forehead of silver and your blue

eyes reflected beautifully

as you opened the piano

two fresh roses shivered in the vase

like flowers your temples bloomed.

 

Your hands fought and won

against the keys that retrieved

creating notes, the melody reward.

We listened. And the emotions-slaves

regained their freedom.

 

Years have gone, well I don’t remember,

though I  believe that you had also sung

unless the nightingales sang

whether silent or talking your lips are fountain

when my years are but tired deer.

 

Butterflies will always flutter

leaving the pollen on the hand

goodbye only but a rustle, your hand as silk

when you vanished; butterflies

will always fly out through the window.

Karyotakis-Polydouri/The Tragic Love Story, Libros Libertad, 2016

www.libroslibertad.com

Andreas Embirikos

10417606_665246363531093_7012922189412662430_n

ΣΚΟΠΙΑ

Κρατάμε μέσ’ στα χέρια μας τα πρόσωπά μας
Και βλέπουμε χρωματιστές εκτάσεις
Οι σκέψεις μας γίνονται γεννιούνται
Στην κάθε μας ματιά.

Δεν άνθησαν ματαίως τόσα θαύματα
Η χάρη τους είναι ψηλή περιπλοκάδα
Που σφίγγει τα μελλούμενα και την ζωή μας
Μέσα στ’ αστέρια.
ON GUARD

 

We hold our faces in our hands

and we see colorful expanses

our thoughts come, being born

in each of our glances

 

such miracles didn’t appear in vain

their grace a tall ivy

that holds tight our future and

our life among the stars

 

~ Andreas Embiricos, translated by Manolis Aligizakis

 

Γιάννης Ρίτσος//Yannis Ritsos

ritsos_front-large

ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΤΑΞΙΔΙΟΥ

 

Μιά ολόκληρη μέρα ταξιδεύαμε σέ ακρογιαλιές ξεχασμένες.

Βάρκες, κολυμβητές, ένα κόκκινο ορόσημο, μιά γυμνή γυναίκα,

ο εσκαφέας τυλιγμένος σ’ ένα μεγάλο κατάλευκο νάιλον,

ένα ξενοδοχείο μέ περιστύλιο κάτω απ’ τά δέντρα. Τό κίτρινο πουλί

κοίταξε αλλού, χάθηκε, η σκιά του καρφώθηκε στό δρόμο. Τότε

φάνηκαν στάλες από αίμα στή μαρμάρινη σκάλα. Η γυναίκα

είχε τρομάξει. Τά παιδιά φωνάζανε κάτω στή θάλασσα. Κούραση κι έρωτας.

Ώσπου ήρθε τό βράδυ μέ ήσυχα φώτα σέ παράθυρα καί πλοία

μέσα σέ μιά βαθιά ελαφρότητα κάπως θλιμμένη, χορτασμένη

από γαλάζιο τίποτα.

 

 

FREEDOM TO TRAVEL

 

One whole day we traveled in deserted seashores.

Boats, swimmers, a red landmark, a naked woman,

the excavator wrapped in a large snow white nylon,

a hotel with a colonnade under the trees. The yellow bird

looked elsewhere; it vanished; its shadow nailed on the road. Then

drops of blood appeared on the marble staircase. The woman

was frightened. The children shouted by the sea. Love-making and tiredness.

Until evening came with faint lights to windows and ships

amid a deep, somehow sad lightness, contented by the blue void.

 

 

YANNIS RITSOS — POEMS, Ekstasis Editions, 2013

ΓΙΑΝΝΗ ΡΙΤΣΟΥ — Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

 

www.manolisaligizakis.com

Tasos Livaditis//Τάσος Λειβαδίτης

cover

ΥΠΟΠΤΕΣ ΓΝΩΡΙΜΙΕΣ

 

Ίσως όμως και να `ταν ένα πρόσωπο φανταστικό, γι’ αυτό

και περισσότερο επικίνδυνο, τον συναντούσα στο διάδρομο ή

πίσω απ’ τα νοσοκομεία, την πρωτη φορά έκανε πως δε με γνώριζε

“Ιωάννη” του λέω “δεν κρεμαστήκαμε μαζί;” — από τότε έχω πά-

ντα μιαν άλλη ηλικία απ’ την αληθινή,

όπως εκείνο που θα μας συντρίψει είναι μια λεπτομέρεια που

πέρασε απαρατήρητη — και θα `ρθει η ώρα κάποτε να τη θυμη-

θούμε.

 

 

SUSPICIOUS ENCOUNTERS

 

Perhaps he was an imaginary person and for this reason more

dangerous; I would meet him in the hallway or behind the hospitals;

the first time he pretended he didn’t know me “John” I said to him,

“didn’t we get hanged together?”— since then I am of a different

than my true age

like what will shutter us is a detail that has gone unnoticed —

and time will come when we’ll remember of it.

 

Τάσου Λειβαδίτη-Εκλεγμένα Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

Tasos Livaditis-Selected Poems/Translated by Manolis Aligizakis

www.libroslibertad.ca

www.manolisaligizakis.com

Andreas Kalvos//Ανδρέας Κάλβος

cebaceaccebbceb2cebfcf821

ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΛΒΟΣ

 

ΟΔΗ Α

Ποτὲ δὲν σὲ ἐλησμόνησα,
ποτέ· – Καὶ ἡ τύχη μ᾿ ἔρριψε
μακρὰ ἀπόσε· μὲ εἶδε
τὸ πέμπτον τοῦ αἰῶνος
εἰς ξένα ἔθνη.

 

Ἀλλὰ εὐτυχής, ἢ δύστηνος
ὅταν τὸ φῶς ἐπλούτη
τὰ βουνά, καὶ τὰ κύματα,
σὲ ἐμπρὸς τῶν ὀφθαλμῶν μου
πάντοτες εἶχον.

 

ANDREAS KALVOS

 

ODE  A

 

I have never forgotten you:

never, even as misfortune

threw me

for a quarter of a century

to foreign lands

 

 

However happy or unlucky

as the light gleamed upon

the mountains and waves

I always kept you before

my eyes

 

NEOHELLENIC POETRY—AN ANTHOLOGY, Translated by Manolis Aligizakis

 

www.manolisaligizakis.com