DIMITRIS LIANTINIS

10615435_10201885734385550_2564269767096823066_n

ΔΗΜΗΤΡΗ ΛΙΑΝΤΙΝΗ

ΑΕΤΟΣ

Θά γενεῖ τρόπος νά λυγίσει
ἡ ἐπιμονή τοῦ ἀλυσοδεμένου Νόστου.
Μέ τό φῶς βιάζοντας τά λοξά περάσματα
ἀπο-κρυπτο-γραφη-μένα
καί τά ἀφύλαγα σύνορα κάποτε τῶν νεφῶν.
Καί μέ τό φῶς ὑλοτομώντας
διάσελα καί ντερβένια στά πετρωτά βουνά
Της θηροφόνης καί τῆς Ἐλαφηβόλου.
Δέν θά ἐλαττωθοῦν τά ἔλατα.
Καί μήτε πού θ’ ἀρνηθοῦν οἱ ἦχοι νά στέρξουν
τήν σιωπή νά λειτουργήσουν
μέ νιάκαρες πολεμικές καί ταμπούρλα.
Ἕως ὅπου σταλάζοντας στάλα τή στάλα
στή Μονή τοῦ Δοχειάριου
ἀθανατίσουν τά ὕψη.
Καί τό Δύσκολο βολετό θα γενεῖ
καθώς τό μειλίχιον ἦθος τῶν χρωμάτων
θά νικήσει τήν μοχθηρία τῶν λιθαριῶν.
Ἕνα θυμωμένο φαρί
ἁλωνίζει τούς ὁρίζοντες
καθώς ὁ τιμωρός μέ τήν πληγή Ἀχιλλέας.
Μέ χρυσά τά πέταλα
καί μαλαματένια καρφιά
πού τά τροχίζει τῆς ἀστραπῆς τό ἀκόνι.

EAGLE

There may be a way to bend
the insistence of chained Nostos
to run and decipher with light
the slant passages
and unguarded borders of by-chance clouds
to log with light
the slopes and counties on rocky mountains
of the dear stalker and the wild animals.
No less number of fir-trees.
With new paeans and war drums the echoes
won’t refuse to come and help
the silence function
until drop by drop they’ll
turn the height into immortal as
at the Monastery of Dochiarios
the difficult will become easy
while the sweat moral of colors
will avenge the malice of the rocks.
An angry horse
threshes the horizon
like the punishing wounded Achilles
with golden horse-shoes
and shinny nails
that the fire of lightning sharpens.

ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ: 1550-2017, μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2018

NEO — HELLENE POETS, An Anthology of Modern Greek Poetry: 1550-2017, translated by Manolis Aligizakis, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2018

ANTONIS ANTONAKOS

Τόση φύση απονενοημένη όλο ψύχρα και εκατόμβες Μύγες και χωράφια και θάλασσα Κι ο ουρανούλης ουραγός της μήτρας Ανέσπερος από ηλικία Το υψηλό και οργίλο μέτωπό μου εκεί γιατί επί τέλους είμαι ένα βρέφος εν στύση Κι η νυχτερινή μου προσευχή περίστροφο Γράφω απ’ το καλύβι μου πάλι κι ούτε που ακούω τα καμώματα της […]

via Άγρια είναι η ύπαρξη — ΑΔΕΣΠΟΤΟΣ ΣΚΥΛΟΣ

ΕΙΡΩΝΙΑ

Ότι η έξοδος στις αγορές ενός πτωχευμένου κράτους αποτελεί όνειδος, αντί για λόγο να γιορτάζουν οι πολίτες του, είναι κάτι που ήδη εξήγησα το περασμένο Σάββατο στην ΕφΣυν. Σε εκείνο το άρθρο, με τίτλο “Στις Αγορές, Πτωχευμένοι 2.0” είχα μάλιστα αντιγράψει άρθρα του Απριλίου 2014 με τα οποία εξηγούσα γιατί το ομόλογο που εξέδωσε τότε…

via Το καθήκον της κυβέρνησης εν όψει μετακύλισης του ομολόγου Στουρνάρα: Ή ζητήστε συγγνώμη από τους κκ. Σαμαρά-Στουρνάρα ή σταματήστε τους προσβλητικούς πανηγυρισμούς — Yanis Varoufakis

(ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ)

για την φωτογραφία, την κριτική, τα μικρά και τα μεγάλα

IMG_3011Αύγουστος

Αντικριστά

η ζάχαρη

και και τα ροδάκινα.

Κι ο ήλιος

το απομεσήμερο

κουκούτσι σε καρπό.

Φυλάει προσεχτικά

το καλαμποκίσιο στάχυ

το γέλιο του

σκληρό και κίτρινο.

Αύγουστος.

Μαύρο ψωμί τρώνε τα παιδιά

κι υπέροχο φεγγάρι.

Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα.

View original post

Για την ουσία του ανθρώπου…….

για την φωτογραφία, την κριτική, τα μικρά και τα μεγάλα

Η δίψα για αίμα των αγροτών και των άλλων συνεργών ,που ξεσπάει όταν ένας λύκος ή ένα λιοντάρι του βουνού αρπάξει τη νύχτα ένα πρόβατο ,προδίδει την όχι εντελώς ξεχασμένη λαιμαργία για ωμό κρέας -για ξαφνική επίθεση και κατασπάραγμα.

Ο αυθαίρετος χαρακτηρισμός «κτήνη »,για τους ληστές του ζωϊκού βασιλείου ,χτυπάει εξωτερικά με πανούργα βαναυσότητα ό,τι δεν μπορεί να ξεριζωθεί εσωτερικά,μέσα στον ίδιο τον εαυτό μας ,δλδ ό,τι προηγείται του πολιτισμικού.

Πέρα απ’ αυτό, στο κτηνώδες μίσος εναντίον του λύκου εκδηλώνεται ακόμη και το ό,τι αντιλαμβανόμαστε έμμεσα σαν αποτρόπαια πράξη (όπως πράγματι και είναι ) την προσωπική μας αδηφαγία απ’ την οποία πρέπει να προφυλάγονται τα πρόβατα.Οι εκτροφείς κατοικίδιων ζώων ,μαθαίνουν στην καθημερινή τους επαφή μ’ αυτά κάτι απ’ την ατομικότητα και την εξαρτώμενη ζωή τους.Η προσωπική αποστροφή απέναντι στο φόνο του προστατευόμενου ,απέναντι στο πούλημά του στο χασάπη ,απωθείται στα βαθύτερα στρώματα της ψυχής και γιγαντώνεται στην οργή εναντίον του…

View original post 71 more words

Σταύρος Ξαρχάκος & Μάνος Ελευθερίου, Η μπαλάντα των φονιάδων

Βίκυ Παπαπροδρόμου: ό,τι πολύ αγάπησα (ποίηση, πεζογραφία & μουσική)

Η μπαλάντα των φονιάδων

Μουσική:Σταύρος Ξαρχάκος
Στίχοι:Μάνος Ελευθερίου
Πιάνο:Νεοκλής Νεοφυτίδης
Ερμηνεία:Σταύρος Ξαρχάκος
Εικονογράφηση:Γιώργος Ρόρρης
Παραγωγή:Παρασκευάς Καρασούλος
Δίσκος:Σταύρος Ξαρχάκος | 7 ελεγείες και σάτιρες για φωνή και πιάνο (Μικρή Άρκτος, 2017)

Μια νύχτα σκοτεινή
που κλαίγαν οι βοριάδες
εβγήκαν τρεις φονιάδες
να βρουν την αφορμή
και να πληρώσει ο φταίχτης
για το κακό της Πέμπτης

Τους βγήκε ρετσινιά
πως σπάσανε μια θύρα
και δέσανε μια χήρα
και χάθηκαν λεφτά
που φύλαγε στο στρώμα
με την ψυχή στο στόμα

Και πήραν τον παπά
τον δάσκαλο το Φώτη
–του κόσμου τα διότι–
και μπρος στο ιερό
γονατιστοί μπροστά τους
λεν τα πατερημά τους

Και βάζουνε γραφιά
τον διάκο να συντάξει
το Πρακτικό με τάξη
πως έφταιξε ο βοριάς
που φύσηξε τη νύχτα
και πήρε τόσα σπίτια

Λοιπόν, εις το εξής
να πάψουν οι χαφιέδες
μέσα στους καφενέδες
και μη συκοφαντεί
ως ο καθένας βλέπει

View original post 3 more words

Ένα μεσημέρι / finale δεύτερου μέρους (Σταύρος Ξαρχάκος)

Βίκυ Παπαπροδρόμου: ό,τι πολύ αγάπησα (ποίηση, πεζογραφία & μουσική)

Σταύρος Ξαρχάκος, Ένα μεσημέρι / finale δεύτερου μέρους (ορχηστρικό)

Μπουζούκι:Κώστας Παπαδόπουλος & Λάκης Καρνέζης
Δίσκος:Ένα μεσημέρι (1966)

View original post

Yannis Ritsos/translated by Manolis Aligizakis

Ritsos_front large

ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ (Απόσπασμα)

V

Κάτσανε κάτου απ᾿ τις ελιὲς το απομεσήμερο
κοσκινίζοντας το σταχτὶ φως με τα χοντρά τους δάχτυλα
βγάλανε τις μπαλάσκες τους και λογαριάζαν πόσος μόχτος χώρεσε στο μονοπάτι της νύχτας
πόση πίκρα στον κόμπο της αγριομολόχας
πόσο κουράγιο μες στα μάτια του ξυπόλυτου παιδιού που κράταε τη σημαία.

Είχε απομείνει πάρωρα στον κάμπο το στερνὸ χελιδόνι
ζυγιαζόταν στον αέρα σα μία μαύρη λουρίδα στο μανίκι του φθινοπώρου.
Τίποτ᾿ άλλο δεν έμενε. Μονάχα κάπνιζαν ακόμα τα καμένα σπίτια.
Οι άλλοι μας άφησαν απὸ καιρὸ κάτου απ᾿ τις πέτρες
με το σκισμένο τους πουκάμισο και με τον όρκο τους γραμμένο στην πεσμένη πόρτα.
Δεν έκλαψε κανείς. Δεν είχαμε καιρό. Μόνο που η σιγαλιὰ μεγάλωνε πολὺ
κ᾿ είταν το φως συγυρισμένο κάτου στο γιαλὸ σαν το νοικοκυριὸ της σκοτωμένης.

Τί θα γίνουν τώρα όταν θα `ρθει η βροχὴ μες στο χώμα με τα σάπια πλατανόφυλλα
τί θα γίνουν όταν ο ήλιος στεγνώσει στο χράμι της συγνεφιάς σαν σπασμένος κοριὸς στο χωριάτικο κρεββάτι
όταν σταθεί στην καμινάδα του απόβραδου μπαλσαμωμένο το λελέκι του χιονιού;
Ρίχνουνε αλάτι οι γριὲς μανάδες στη φωτιά, ρίχνουνε χώμα στα μαλλιά τους
ξερρίζωσαν τ᾿ αμπέλια της Μονοβασιάς μη και γλυκάνει μαύρη ρώγα των εχτρών το στόμα,
βάλαν σ᾿ ένα σακκούλι των παππούδων τους τα κόκκαλα μαζὶ με τα μαχαιροπήρουνα
και ταριγυρνάνε έξω απ᾿ τα τείχη της πατρίδας τους ψάχνοντας τόπο να ριζώσουνε στη νύχτα.

Θάναι δύσκολο τώρα να βρούμε μία γλώσσα πιο της κερασιάς, λιγότερο δυνατή, λιγότερο πέτρινη –
τα χέρια εκείνα που απομείναν στα χωράφια ή απάνου στα βουνὰ ή κάτου απ᾿ τη θάλασσα, δεν ξεχνάνε –
θάναι δύσκολο να ξεχάσουμε τα χέρια τους
θάναι δύσκολο τα χέρια πούβγαλαν κάλους στη σκανδάλη να ρωτήσουν μία μαργαρίτα
να πουν ευχαριστώ πάνου στο γόνατο τους, πάνου στο βιβλίο ή μες στο μπούστο της αστροφεγγιάς.
Θα χρειαστεί καιρός. Και πρέπει να μιλήσουμε. Ώσπου να βρουν το ψωμὶ και το δίκιο τους.

Δυο κουπιὰ καρφωμένα στον άμμο τα χαράματα με τη φουρτούνα. Πούναι η βάρκα;
Ένα αλέτρι μπηγμένο στο χώμα, κι ο αγέρας να φυσάει. Καμένο το χώμα. Πούναι ο ζευγολάτης;
Στάχτη η ελιά, τ᾿ αμπέλι και το σπίτι.
Βραδιὰ σπαγγοραμμένη με τ᾿ αστέρια της μες στο τσουράπι.
Δάφνη ξερὴ και ρίγανη στο μεσοντούλαπο του τοίχου. Δεν τ᾿ άγγιξε η φωτιά.
Καπνισμένο τσουκάλι στο τζάκι – και να κοχλάζει μόνο το νερὸ στο κλειδωμένο σπίτι. Δεν πρόφτασαν να φάνε.

Απάνω στο καμένο τους πορτόφυλλο οι φλέβες του δάσους – τρέχει το αίμα μες στις φλέβες.
Και να το βήμα γνώριμο. Ποιὸς είναι;
Γνώριμο βήμα με τις πρόκες στον ανήφορο.

Το σύρσιμο της ρίζας μες στην πέτρα. Κάποιος έρχεται.
Το σύνθημα, το παρασύνθημα. Αδελφός. Καλησπέρα.
Θα βρει λοιπὸν το φως τα δέντρα του, θα βρει μία μέρα και το δέντρο τον καρπό του.
Του σκοτωμένου το παγούρι έχει νερὸ και φως ακόμα.
Καλησπέρα, αδερφέ μου. Το ξέρεις. Καλησπέρα.

Στην ξύλινη παράγκα της πουλάει μπαχαρικὰ και ντεμισέδες η γριὰ δύση.
Κανεὶς δεν αγοράζει. Τράβηξαν ψηλά.
Δύσκολο πια να χαμηλώσουν.
Δύσκολο και να πουν το μπόι τους.

Μέσα στ᾿ αλώνι όπου δειπνήσαν μία νυχτιὰ τα παλληκάρια
μένουνε τα λιοκούκουτσα και το αίμα το ξερό του φεγγαριού
κι ο δεκαπεντασύλλαβος απ᾿ τ᾿ άρματα τους.
Την άλλη μέρα τα σπουργίτια φάγανε τα ψίχουλα της κουραμάνας τους,
τα παιδιὰ φτιάξανε παιχνίδια με τα σπίρτα τους που ανάψαν τα τσιγάρα τους και τ᾿ αγκάθια τῶν άστρων.

Κ᾿ η πέτρα όπου καθήσαν κάτου απ᾿ τις ελιὲς το απομεσήμερο αντικρὺ στη θάλασσα
αύριο θα γίνει ασβέστης στο καμίνι
μεθαύριο θ᾿ ασβεστώσουμε τα σπίτια μας και το πεζούλι της Αγιὰ-Σωτήρας
αντιμεθαύριο θα φυτέψουμε το σπόρο εκεί που αποκοιμήθηκαν
κ᾿ ένα μπουμπούκι της ροδιάς θα σκάσει πρώτο γέλιο του μωρού στον κόρφο της λιακάδας.
Κ᾿ ύστερα πια θα κάτσουμε στην πέτρα να διαβάσουμε όλη την καρδιά τους
σα να διαβάζουμε πρώτη φορὰ την ιστορία του κόσμου.

 

 

ROMIOSINI (Excerpt)

 

V

 

They sat under the olive trees in early afternoon sieving the gray light with their big fingers

they took off their cartridge belts and measured the anguish fitting the path of night

how much bitterness fits in the wild mallow’s knot

how much courage in the eyes of a shoe-less child holding up the flag

 

Past its time the last swallow remained in the plains weighed himself in midair like a black band

on the sleeve of autumn

Nothing else remained; only the burnt up houses smoldering.

The others who left us some time ago lay under the rocks

with their ripped shirts and their oaths written on the fallen door

No one cried – we had no time; only silence became deeper

and the light gathered down the shore like the

orderly house of the dead woman.

 

What will become of them when the rain comes amid the rotten plane leaves in the soil?

What will happen to them when the sun dries up in a blanket of cloud

like a crushed bug in a villager’s bed?

when the snow stork stands embalmed on the chimney of last night?

Old mothers scatter salt in the fire they scatter soil over their hair

they have uprooted the grapevines of Monemvasia so that not a black grape

will ever sweeten the enemy’s mouth

they placed in a sack the grandfather’s bones along with their knives and forks

and they go around outside the walls of their country looking

where to grow roots in the night.

 

It’ll be hard to find a tongue less powerful less stony than the cherry tree’s –

those hands that were left in the fields or up on the mountains or down under the sea

do not forget they never forget –

it’ll be difficult for us to forget their hands

it’ll be hard for the hands that grew calluses on the trigger to ask a daisy

to say thank you on their knees or on the book or in the bosom of the starlight

it will take time and we need to speak up until they find their bread and their rights.

 

Two oars rooted down in the sand at dawn in rough seas. Where’s the boat?

A plow embedded in the soil and the wind blowing

burnt up earth Where is the plowman?

Ashes the olive tree the grapevine and the house

Night stitched on with her stars inside the sock

Dried laurel leaves and oregano in the middle-self on the wall Fire couldn’t reach it

smoked up cooking pot in the fire – and the water boils by itself in the locked up house.

They had no time to eat

 

The forest’s veins on their burnt door leaf – blood flows in the veins

And here is the familiar footstep. Who’s he?

Familiar footsteps going uphill the nails of their soles.

 

Crawl of root in the rock. Someone’s coming

The password the response a brother, good evening

So then light will find its trees the tree will find its fruit

the flask of the killed still has water and light

Good evening my brother Good evening.

 

The old Lady West sells herbs and embroidery in her wooden shack

no one buys them. They’ve reached up high.

It’s difficult for them to come down anymore.

It’s difficult for them to fit in their own height.

 

On the threshing floor where the braves ate one night

the olive pits and the dry blood of the moon remain

and their fifteen-syllabic armory

the cypresses and laurels remain all around

Next day sparrows ate the crumbs of their army bread

children made toys out of the matches

that lit their cigarettes and the stars’ thorns

 

And the rock where they sat under olive trees in the afternoon opposite the sea

it will become whitewash in the kiln tomorrow

day after we’ll paint our houses and the bench of Saint Savior

the day after that we’ll plant the seed where they fell asleep

and a pomegranate bud will flash its first baby smile on the breast of sunshine

After that we’ll sit on the soil to read all their hearts

as if we read from the world history for the first time.

ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ: 1550-2017, μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2018

NEO — HELLENE POETS, An Anthology of Modern Greek Poetry: 1550-2017, translated by Manolis Aligizakis, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2018