George Seferis-Collected Poems

GEORGE SEFERIS-COLLECTED POEMS

ΕΠΙ ΣΚΗΝΗΣ//ON STAGE

I

Ήλιε παίζεις μαζί μου

κι όμως δεν είναι τούτο χορός

η τόση γύμνια

αίμα σχεδόν

γι’ άγριο σχεδόν δάσο,

τότε —

1

Oh sun, you play with me

yet this is not a dance

this much nakedness

almost blood

for some wild forest;

then—

Tasos Livaditis-Selected Poems

Ο ΑΤΕΛΕΙΩΤΟΣ πυρετός των δρόμων, οι μεγάλες απόπνοιες απ’

     τις πυρκαγιές,

και πάλι παλιές διηγήσεις, ενώ το ήρεμο αδράχτι των γυναικών

οδηγούσε μυστικά τις ώρες. Κανείς δε μας αναγνώρισε όταν γυρί-

      σαμε,

καθίσαμε κι εμείς μες στην ανωνυμία μας, σαν τον ξυλοκόπο

μες στη συγνώμη των δέντρων, ώσπου σιγα σιγά μας ξέχασαν,

δεν είχαμε ούτε όνομα, ούτε προσδοκία. Όπως τ’ αγάλματα είναι

      αθάνατα,

συντηρώντας μια θνητή μας ώρα.

THE ENDLESS fever of the roads the strong smell emitted

      by conflagrations

and again the old stories, while the women’s serene spindle

secretly guided the hours. Nobody recognized us when we

      returned

so we dwell in our anonymity like the lumberjack

in the forgiveness of the trees until slowly they forgot of us:

we had neither name nor expectation. Like the statues that are

      immortal and

they preserve our mortal hour.

Swamped, a novel by Manolis Aligizakis

SWAMPED, a novel by Manolis Aligizakis

(Excerpt)

          A little later, he said goodbye to Jonathan, asked him to make sure Alex got up on time for school, and drove downtown. He spent the morning looking after purchase orders and answering calls. One of them, as he expected, was from Herbert.

          “Good morning, Eteo.”

          “Good morning, Herbert.”

          “Give me the quote.”

          “45 to 48 cents, 260 thousand.”

          “Good. How does it look? Good buying below?”

          “Yes, plenty of orders. What should we expect now?” Eteo asked.

          “Not much until they get at least a verbal from the exchange”

          “Right, how long?”

          “A few days, not longer.”

          “Thanks a lot, Herb.”

The stock looked very good at this level, but once it started going higher, Eteo was certain many more shares for sale would show up and no one could know how it might develop from there on. However, Eteo had developed a good sense from years of doing this. He could feel when the buying was ready to dry up and it was time to unload. He was confident this sixth sense would not let him down in the Platinum Properties venture.

The morning unfolded smoothly. He was reading a mining report when Helena brought in Richard Walden. They shook hands and Eteo asked whether Richard would like to have a coffee. The older man said no and Eteo waited for him to start the conversation.

“I’m headed to the Prairies, first to Calgary to meet a few brokers and then to Saskatchewan to run over the property with the mining engineer and the two inventors. We’ll explore where to drill.”

“Sounds good. Keep me in the loop.”

“Don’t let it go below 50c. I need a good market to show the new brokers.”            

“What have you got prepared? What will your big broker at Canarim Securities do?”

“He’ll do his part, don’t worry about him; just don’t let it go below 50c.”

“As long as he plays ball, I will too,” Eteo replied. He had never liked the Canarim fellow. He was the type of person who could get up on the wrong side of the bed and throw a bunch of shares in the market expecting Eteo to chew them, and since that guy was a bigger broker, he could support his own selling with equivalent buying. Eteo had never liked the idea of supporting a market price if he was the only one doing the supporting. It was a fool’s game when everybody else was a seller.

“Eteo, can I count on you? I wouldn’t like it to go below 50c. I have to have a good market to get the new brokers on board, you know what it takes.”

Eteo’s teeth clenched and his breathing quickened. His eyebrows created the canal of anger he always felt between them when he didn’t like what he was hearing, but good politics taught him to just play along. It was one of those situations when he needed to go against his own instincts, which were telling him to throw this man out of his office. Instead Eteo just smiled at the promoter.

“I’ll keep an eye on it, and I’ll play ball, no worries,” Eteo reassured him. This seemed to pacify Richard. He offered an insecure smile, shook Eteo’s hand, and left without another word. Seconds later Logan walked in with wonder written all over his face.

“What did he want?” he asked his father.

“He’s on his way to Calgary and wants the stock to stay firm. Around the 50c level. He’s talking it up to new investors, or so he says.”

“Bullshit. He’s full of it. I knew it. He used the same line all last year.”

“I know. We filled his accounts with money and got precious little back. I wonder what his broker at Canarim is thinking now, after getting over two million shares of the shit at 65 cents, and now they’re headed nowhere but down. If he had held his position, there might have been an exit somewhere.”

“Not necessarily, Dad. Maybe that broker could afford a loss, who knows?” Logan’s tone was blasé, but his eyes reflected his disappointment that nothing better had come from Walden.

Αλεξάνδρα Μπακονίκα, Παραστάσεις

Βίκυ Παπαπροδρόμου: ό,τι πολύ αγάπησα (ποίηση, πεζογραφία & μουσική)

Παραστάσεις

Φωτογραφίες με γυμνά νεανικά σώματα
στην πρόσοψη του σινεμά,
μέσα σε γυάλινες προθήκες
πιο κάτω στη γωνία,
αλλά και πιο πέρα σ’ όλο το μήκος
της εμπορικής στοάς.
Οι γυμνές παραστάσεις
έστηναν μπλόκο σ’ εκείνο το πέρασμα,
κανείς δεν έφευγε αλώβητος.
Δύο ή τρία τετράγωνα παρακάτω
ακόμη με κυνηγούσαν
κι όλο ρωτούσαν για το σώμα σου,
αν είναι σφριγηλό και χυμώδες
αν κατέχει μυστικές, απρόσμενες,
αδίστακτες κινήσεις.

Όσο επέμεναν, εγώ φοβόμουν
κι έτρεμα ακόμη και να σε φανταστώ.

Από τη συλλογή Το γυμνό ζευγάρι και άλλα ποιήματα (1990) της Αλεξάνδρας Μπακονίκα

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Αλεξάνδρα Μπακονίκα

View original post

Γουίλιαμ Φώκνερ, Η βουή και η μανία

Ενύπνια Ψιχίων

.

Καθότι τόσο ντελικάτες, τόσο μυστηριακές οι γυναίκες, είπε ο Πατέρας. Μια λεπταίσθητη ισορροπία περιοδικού ρύπου ανάμεσα σε δυο φεγγάρια σ’ εκκρεμότητα. Σελήνη. Σελήνες, είπε, φεγγάρια στη γέμιση, κίτρινα όπως η σελήνη του θερισμού και του Αυγούστου οι γοφοί της οι γλουτοί της. Έξω έξω απ’ αυτούς πάντοτε πλην όμως. Κίτρινο. Σαν πατούσες ποδιών απ’ το περπάτημα κάπως. Ύστερα πληροφορείσαι πως όλα αυτά τα μυστηριακά και τα επιβλητικά κάποιον άντρα έκρυβαν. Πως όλα αυτά τα εσώτερα σχημάτιζαν μία εξωτερική τρυφερότητα που προσδοκά ένα άγγιγμα για να. Υδαρής σήψη σαν πνιγμένα αντικείμενα που επιπλέουν, σαν ξεπλυμένο ελαστικό μισογεμισμένο, και αρχίζει να κολλάει μυρωδιά από αγιόκλημα όλα μαζύ ανάκατα.

Γουίλιαμ Φώκνερ, Η βουή και η μανία, σελ. 153, μτφρ. Παύλος Μάτεσις, εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2002

Artwork: Daria Petrilli

View original post

Yannis Ritsos-Poems, Selected Books, Volume III

Yannis Ritsos-Poems, Selected Books, Volume III

Exile Diaries

19 Νοεμβρίου

Τα παιδιά μεγαλώνουν. Βάζουν τα χέρια στις τσέπες.

Μέσα στις τσέπες έχουν ένα σκοτωμένο μολυβένιο στρατιωτάκι.

Η μάνα τους φοράει γυαλιά κάθε που μπαλώνει τις κάλτσες τους.

Όλες οι μανάδες είναι σταχτιές το Σαββατόβραδο

και πιότερο την Κυριακή, όταν βρέχει.

Μπορεί γι΄αυτό ν’ αρρώστησα κι εγώ. Κάθουμαι

στ’ αχυρένιο μου στρώμα. Μπαίνει ο Βασίλης.

Ανάβει τη λάμπα. Δε μιλάει. Περιμένει. Ακούγεται

ο κρότος απ’ το κομπολόι του μπάρμπα-Φώτη

σα ν’ ανάβουν ένα-ένα τα φώτα

σε σπίτια πολύ μακρινά ή σε καράβια.

19th of November

The boys grow; they put their hands in their pockets.

They hide a lead, dead little soldier in their pockets.

Their mother wears glasses each time she mends their

            socks.

All mothers look gray each Saturday night and more so

on Sundays when it rains; because of this I perhaps

got sick. I sit on my hay mattress. Vasilis comes in and

lights the lamp. He’s silent. He waits. The sound of

uncle Fotis’ worry beads is heard as if all the lights are

turned on one by one in the faraway houses or ships.

Yannis Ritsos-Poems, Selected Books, Volume II

YANNIS RITSOS-Poems, Selected Books, Volume ΙI

ΑΓΡΥΠΝΙΑ/VIGILANCE

ΤΙ ΩΡΑ ΝΑΝΑΙ

(Απόσπασμα ΙΙΙ)

Όταν οι σκιές των σύγνεφων θα δρασκελάνε με πλατιά βήματα

         την πολιτεία

όταν θάρθει πίσω το μεγάλο κήρυγμα των ανέμων

όταν τα δέντρα θα κυνηγάς τον ίσκιο τους στον ουρανό

μοιράζοντας με τα σύγνεφα τα κουρέλια μιας βιαστικής θύελλας

όταν τα φορέματα των γυναικών θα κολλάνε στα σκέλια τους

και πίσω τους θα συνεχλιζεται ο άνεμος με τα σκισμένα τοπία

τότε θα ξετρυπώσουν τα κυκλάμινα στις σχισμλαδες των βράχων

και το στόμα της βραδιάς θάναι μπουκωμένο με το αμίλητο νερό

και το μπαλωμένο παλτό του φθινοπώρου θάχει τα τετράγωνα της

         θλίψης στους αγκλωνες και στα πέτα,

Ά, τότε πόσα αμάξια θα κυλήσουνε στο νοτισμένο δρόμο

        φορτωμένα με καλάθια και σανό

ίσια πιο πέρα απ’ τα χωριά της άνοιξης, ίσια απ’ της

         ξεγνοιασιάς τους κάμπους

κ οι λάμπες του πετρελαίου θ’ ανοίξουν όλη τους τη μνήμη

επάνου απ’ τ’ανοιχτά βιβλία, επάνου απ’ τα κλεισμένα χέρια.

When the shadows of the clouds will pass over

             the city with big strides,

when the great message of the winds will return,

when the trees will chase their shadow in the sky

sharing with the clouds the rags of a wild tempest,

when the dresses of women get glued on their legs

and the wind with the ripped landscape will carry on

             behind them

the cyclamens will poke up through schisms of the rocks

and the mouth of the night will be muffled by the water

of forgetfulness and the patched autumn overcoat will

show its square patches on the elbows and the lapels —

ah, at that time, many carts will roll down the damp road,

              loaded with baskets and hay,

straight from the villages of spring, straight from

              the carefree of the plains

and the oil lamps will light all their memories

over the open books, over the crossed arms.

Yannis Ritsos-Poems, Selected Books, Volume I

YANNIS RITSOS-Poems, Selected Books, Volume Ι

Αντικαταστάσεις//Replacements

ΤΟ ΛΑΘΟΣ

Μίλησε ωραία, με λέξεις απλές, ελαφρά αφηρημένες,

όπως ταιριάζει σε τεχνίτη του λόγου. Όμως σε κάποοιο σημείο

ένα σφάλμα ασυγχώρητο — η λέξη εκείνη

θα `πρεπε να `χε παραλειφθεί, για να φανεί καθάριο

το βαθύ ρήγμα, η απουσία. Ύστερα, βέβαια, ξεχάσαμε

άν ήταν η λέξη χερσόνησος ή η λέξη σφυρί.

The Error

He spoke eloquently using simple words slightly abstract

as it suits a master of speeches. However at one point

an unforgivable mistake – that word

it should had been left out so that the deep loss the absence

would be more obvious. Then of course we forgot

whether that word was the word cape or the word hammer

Αλεξάνδρα Μπακονίκα, Ναρκισσισμός

Βίκυ Παπαπροδρόμου: ό,τι πολύ αγάπησα (ποίηση, πεζογραφία & μουσική)

Ναρκισσισμός

Εκτός απ’ την αγάπη μου
έχεις κι ένα κρυφό ναρκισσισμό
να σε τρέφει, να σε στηρίζει
και που έντεχνα σκεπάζεις.
Φταίει γι’ αυτό η ομορφιά σου
που εξάπτει τη φαντασία μου,
φταίει η μελαγχολία σου
που συγγενεύει με τη δική μου.
Ένα κρυφό ναρκισσισμό
που του δίνεσαι
όποτε σου κάνει κέφι.

Από τη συλλογή Το γυμνό ζευγάρι και άλλα ποιήματα (1990) της Αλεξάνδρας Μπακονίκα

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Αλεξάνδρα Μπακονίκα

View original post

Neo-Hellene Poets an Anthology of Modern Greek Poetry 1750-2018

Neo-Hellene Poets, an Anthology of Modern Greek Poetry 1750-2018

Poems by Odysseus Elytis

ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ

ΤΑ ΠΑΘΗ

ΙΙ

      Τη γλώσσα μου έδωσαν ελληνική

το σπίτι στις αμμουδιές του Ομήρου.

      Μονάχη η γλώσσα μου στις αμμουδιές του Ομήρου.

Εκεί σπάροι και πέρκες

      ανεμόδαρτα ρήματα

ρεύματα πράσινα μες στα γαλάζια

       όσα είδα στα σπλάχνα μου ν’ ανάβουνε

σφουγγάρια, μέδουσες

       με τα πρώτα λόγια των Σειρήνων

όστρακα ρόδινα με τα πρώτα μαύρα ρίγη.

       Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου, με τα πρώτα μαύρα ρίγη.

Εκεί ρόδια, κυδώνια

       θεοί μελαχρινοί, θείοι κι εξάδερφοι

το λάδι αδειάζοντας μες στα πελώρια κιούπια

       και πνοές από τη ρεματιά ευωδιάζοντας

λυγαριά και σχίνο

       σπάρτο και πιπερόριζα

με τα πρώτα πιπίσματα των σπίνων

       ψαλμωδίες γλυκές με τα πρώτα Δόξα Σοι.

Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου, με τα πρώτα Δόξα Σοι.

        Εκεί δάφνες και βάγια

θυμιατό και λιβάνισμα

       τις πάλες ευλογώντας και τα καριοφίλια.

Στο χώμα το στρωμένο με τ’ αμπελομάντιλα

        κνίσες, τσουγκρίσματα

και Χριστός Ανέστη

        με τα πρώτα σμπάρα των Ελλήνων.

Αγάπες μυστικές με τα πρώτα λόγια του Ύμνου.

        Μονάχη έγνοια  η γλώσσα μου, με τα πρώτα λόγια του Ύμνου.

AXION ESTI — THE PASSION

B

         They gave me the language of the Hellenes;

a humble house on the shores of Homer.

         My only concern my language on the shores of Homer.

Two-branded breams there and perches

         wind blasted verbs

green currents mixed with the azure

         which I saw aflame in my viscera

sponges, jellyfish

         with the first words of the Sirens

rosy shells with the first black shivers.

         My only concern my language with the first black shivers.

Pomegranates there, quinces

         gods with dark complexion, uncles and cousins

pouring olive oil in the huge storage jars

         and fragrance from the ravine sweet smelling

osier and bulrush

         broom and ginger root

with the first chirping of the finches,

         sweet psalmodies with the very first Glory to You.

My only concern my language, with the very first Glory to You.

         Laurels there and palm branches

censer and incense burning

         blessing the sabers and the muzzle-loaders.

On the ground spread with vine leaves

         smell of burnt meat, eggs cracking

and Christ is Risen

         with the first firings of the Hellenes.

Secret loves with the first words of the Hymn.

         My only concern my language, with the first words of the Hymn.