Yannis Ritsos-Poems, Selected Books, Volume II

YANNIS RITSOS-POEMS, Selected Books, Volume II
 
ΦΑΙΔΡΑ/PHAEDRA
 
(Απόσπασμα-Excerpt X)

Δε θα ’πρεπε διόλου
να ’ρθούμε στην Τροιζήνα. Εδώ τα πάντα είναι δικά σου. Τα μάτια του Πιτθέα
παραμονεύουν στο σκοτάδι μήπως αποσπάσω ένα κομμάτι απ’ την αγνότητά σου,
ένα γαλάζιο που λέγαμε φτερό. Στην Αθήνα
ήταν αλλιώς· — ήταν ο χώρος ο δικός μου.
Κι ήσουν αδέξιος τότε· τρομερά συνεσταλμένος
κι ευγενικός ταυτόχρονα. Ποτέ δεν άνοιξες μόνος το ψυγείο
να πάρεις δυο κεράσια, ένα ροδάκινο, ένα μικρό κομματάκι σοκολάτα. Κι η προφορά σου ακόμη
είχε μια συστολή, καθώς μασούσες αρκετά φωνήεντα σα να ζητούσες
να πεις τις λέξεις μισές, να τελειώσεις πιο γρήγορα και να σωπάσεις
σαν περιμένοντας απ’ αλλού την απάντηση κι όχι από κει που κοιτούσες. Μου άρεσε πολύ
αυτή σου η άγνοια κι αυτή σου η αναμονή. Θαρρούσα
πως ήταν στραμμένη σ’ εμένα, — ίσως και να ’ταν. Ένα βράδυ
που σε υποδέχτηκα στη σκάλα, πριν ανάψουμε ακόμη τους λύχνους, τα χέρια σου τρέμαν
κι έγειρες μια στιγμή το κεφάλι στον ώμο μου.


 
We shouldn’t have come to Trizina at all.
Here everything belongs to you. Pitheas’ eyes lurk
in the darkness, to make sure I don’t take away a piece
of your innocence, a light-blue feather that we said. It was
different in Athens — it was my space. And
back then you were still clumsy, insecure and polite
at the same time. You never dare open the fridge to take
a couple of cherries, a peach, a small piece of chocolate.
Even your pronunciation had certain shyness, when you chewed
a few vowels as if you wanted to say the words half way, that
you would finish fast and maintain silence, as if waiting the answer
from a different direction from where you were looking. I liked
a lot your ignorance and your waiting. I thought they were focused
on me — perhaps they were. One night when I welcomed you
by the stairs, before we lighted the oil lamps, your hands trembled
and, for a moment, you leaned your head on my shoulder. 

Übermensch, poetry by Manolis Aligizakis

Εμφάνιση
 
     Βαθειά μας νιώσαμε η ώρα είχε έρθει, από τ’ ανέμου
το ανατρίχιασμα κι απ’ της δροσιάς την πρωϊνή τη μελωδία
απ’ του κοιμητηρίου το παράξενο φως, κι απ’ της παχιάς
γυναίκας το γελάκι, το αισθανθήκαμε η ώρα είχε έρθει για
να φανερωθεί ο Υπεράνθρωπος μ’ όλη τη δύναμή του,
με την απλότητα χρυσάνθεμων και με του κατωφλιού
την ταπεινοφροσύνη το ξέραμε πως θα εμφανιζόταν
ο Υπεράνθρωπος.
     Κι εμείς προσευχηθήκαμε γαληνεμένα τα ταξίδια μας
κι οι κάβοι που το ατέλιωτο αγνάντευν να `ναι ιεροί,
κάθε αυγή υάκινθοι το χώμα να τρυπούν ίσαμε κείνο
το πρωϊ που θα παρουσιαζόταν ο Υπεράνθρωπός μας.
 
Manifestation
 
 
We sensed deeply the time had come. From the shiver
of the wind and the melody of morning dew, from
the strange light over the cemetery and the laughter 
of the fat woman, we knew time had arrived when
He would appear, the Übermensch with all His power
in the chrysanthemums’ simplicity, in the humility
of the front step of our house, we knew it, our
Übermensch would appear.
 
But tell me, if you can, how the widow spent her first
night of loneliness? And we prayed for smooth sailings,
for rocky promontories that gazed the infinite, let them
be holy, and for the hyacinths that poked the soil in every
frosty March until finally He arrived: our Übermensch.
 

Αργύρης Μαρνέρος, Χρώμα σοβαρό

Βίκυ Παπαπροδρόμου: ό,τι πολύ αγάπησα (ποίηση, πεζογραφία & μουσική)

[Ενότητα Είσοδος κινδύνου (1975-1980)]

Χρώμα σοβαρό

Και βέβαια προσέξατε
Πως τα δημόσια αμάξια
Τα ’χουν βαμμένα μαύρα
Μόνο που οι νεκροφόρες
Έχουν λαμπάκια παραπάνω
Και το φορτίο πάντα σοβαρό
Ολόφτυστο το ίδιο
Οι μεν καθισμένοι
Οι δε ξαπλωμένοι.

Από την ποιητική τριλογία (1972-1980) Χειροκροτήστε (1980) του Αργύρη Μαρνέρου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Αργύρης Μαρνέρος

View original post

Μέγαρο Μουσικής Αθηνών: Η κρητική λύρα δίνει ραντεβού με τα ολλανδικά πνευστά

ΕΛΛΑΣ

Μουσικοί από την οικογένεια Ξυλούρη συμπράττουν με μουσικούς από το ολλανδικό Nederlands Blazers Ensemble

Δυο διαφορετικές αλλά ιδιαίτερες μουσικές παραδόσεις θα συναντηθούν την Τετάρτη 26 Οκτωβρίου στις 8:00 το βράδυ, στην Αίθουσα Αλεξάνδρα Τριάντη του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών. Η νέα γενιά μουσικών της οικογένειας Ξυλούρη και δεξιοτέχνες Ολλανδούς του Nederlands Blazers Ensemble (NBE) που θα ενώσουν τις μελωδίες και τους ρυθμούς τους παρασύροντας το κοινό τους σε ένα πρωτότυπο μουσικό ταξίδι.


View original post 138 more words

Αργύρης Μαρνέρος, Χειροκροτήστε

Βίκυ Παπαπροδρόμου: ό,τι πολύ αγάπησα (ποίηση, πεζογραφία & μουσική)

[Ενότητα Είσοδος κινδύνου (1975-1980)]

Χειροκροτήστε

Η Ελλάδα μας χορεύει
Τσιφτετέλι πάνω στο τραπέζι
Και οι ξένοι μας ολόγυρα κοιτούν
Τα πιάτα πέφτουνε βροχή
Στου Φιλοπάππου εθνικοί χοροί
Με βήματα στο πρόγραμμα βαλμένα
Ήχος και φως
Κόκκινη η Ακρόπολη από ντροπή
Πορνεύουν στα Προπύλαια
Οι Καρυάτιδες πάνω στις κάρτες
Έχουμε και κέρματα παλιά
Βασιλικά κεφάλια
Δεκάρες τρύπιες
Χειροκροτήστε
Greece is music
Διώξτε τον γέρο απ’ το κέντρο
Η γκάιντα του είναι αντιτουριστική
Σουβλάκι Μουσακά Μουσείο
GOOD-BYE AUF WIEDERSEHEN AU REVOIR
Σας ευχαριστούμε
Σας περιμένουμε ξανά
Έχουμε καιρό για το ξεπούλημα
Χειροκροτήστε.

Από την ποιητική τριλογία (1972-1980) Χειροκροτήστε (1980) του Αργύρη Μαρνέρου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Αργύρης Μαρνέρος

View original post

Yannis Ritsos-Poems, Selected Books, Volume III

 
YANNIS RITSOS-POEMS, Selected Books, Volume III
Χρυσόθεμις//Chrysothemis

(Ήσυχο απομεσήμερο στα τέλη του καλοκαιριού. Λιακάδα. Αραιά σύννεφα. Κάτι σαν πρώτη πνοή φθινοπώρου. Μια νεαρή δημοσιογράφος, σταλμένη από ’να μεγάλο συγκρότημα εφημερίδων, ανηφορίζει τον αρχαίο, μυθικό λόφο, περνάει τα αφρούρητα τώρα προπύλαια, ανεβαίνει τα πέτρινα σκαλιά και χτυπάει το ρόπτρο του μισοερειπωμένου αρχοντικού. Στην παλάμη της ένιωσε τη ζέστη του μετάλλου. Η ίδια η γηραιή Δέσποινα κατέβηκε να της ανοίξει. Την οδήγησε σ’ ένα μεγάλο σαλόνι που μύριζε σκόνη, μαραμένα τριαντάφυλλα, μουχλιασμένο βελούδο και μετάξι. Η νέα της μιλάει με πολύ σεβασμό. Της εξηγεί το σκοπό της επίσκεψής της, — κάποια συνέντευξη, λέει. Κάτι είπε ακόμα για την “καθάρια, σιωπηλή, μοναχική της ελευθερία”. Η Δέσποινα, φανερά συγκινημένη, μ’ ένα παιδιάστικο ρόδισμα ρυτιδωμένο πρόσωπό της, στριφογυρίζει με τον αντίχειρα και τον μεσαίο του δεξιού χεριού, ένα παράξενο δαχτυλίδι που φοράει στον παράμεσο του αριστερού. Την ακούει μ’ ευγενική προσοχή, όπου μόλις διαφαίνεται κάποια αφαίρεση, κάποια αμηχανία και κάποια αόριστη προετοιμασία. Σιωπή. Τα σκονισμένα κρύσταλλα του πολυελαίου αστράφτουν πότε πότε. Έξω, στον κήπο, ακούστηκε ήμερη η φωνή του γερο-κηπουρού, — ίσως μιλούσε μ’ ένα πουλί, μ’ ένα σκυλί ή μ’ ένα λουλούδι. Αμέσως ύστερα ακούστηκαν τα τζιτζίκια σε άξαφνη παραφορά. Τότε, η γηραιή Δέσποινα, σαν ενθαρρυμένη και προστατευμένη απ’ αυτόν τον συγκεχυμένο θόρυβο, άρχισε να μιλάει σ’ έναν τόνο μετρημένο που, ωστόσο, δεν καλύπτει κάποια απόχρωση μακρινής, ανεξήγητης ευδαιμονίας. Ένα πουλί στάθηκε στο περβάζι του παράθυρου. Συγκατάνευσε. Έφυγε).


 
Quiet afternoon, end of summer, sunshine, a few clouds,
something like the first blow of autumnal wind. A young
reporter, sent by a big group of newspapers climbed up
the ancient mythical hill, passed the unguarded Gates,
walks up the stone steps and knocked the doorbell of the half
tumbled stately house. She felt the heat of the metal in her
hand. The old Lady of the house descended the stairway
to open herself. She took her to the big living room which
smelled of dust, wilted roses, moldy velvet and silk.
The young reporter talks to her with respect; she explains
the reason of her visit: an interview, she says. She also
mentions the Lady’s crystal clear, silent, lonely freedom.
The Maiden, obviously touched, with a childish blush on
her wrinkled face, using her thumb and middle fingers
of her right hand, rolls a strange ring she wears on
her middle finger of her left hand. She listens attentively
 and politely, though she’s a bit absentminded although
 somewhat vaguely prepared. Silence. The dusty crystals
of the chandelier gleam occasionally. The voice of the old
gardener is heard outside in the garden, perhaps he was
talking to a bird, or a dog or a flower; soon after
the cicadas were heard in a strange musical furor. Then,
the old Lady, as if encouraged and protected by that
confusing tumult, started talking in a reserved manner
which didn’t conceal her distant inexplicable serenity.
A bird sat on the window ledge as if agreeing. Then
it flew away.

Übermensch, by Manolis Aligizakis

Übermensch

Αποκάλυψη

     Κείνες τις μέρες νοιώθαμε πως είμαστε στο δεύτερο

μήνα εγκυμοσύνης κι ο πόνος ήταν σταθερή διάσταση

σαν υποτείνουσα μεταξύ σκέψης και συναισθήματος

σαν ένα πεισματικό χαμόγελο κι είμασταν πια

μεγάλοι για να μάθουμε καινούργια κόλπα γι αυτό

εμείναμε πιστοί στου ανέμου το πανάρχαιο μαστίγωμα

πάντα μακριά απ’ τα όνειρά μας, αλήθεια, μια ασήμαντη

εξέλιξη.

     Κι είμασταν κάτοχοι αρχαίων θησαυρών, χρόνια μελέτης

στη σκιά της νύχτας, σαν προβλεπόμενη μιζέρια, επιθυμητή

κληρονομιά που τελικά μάθαμε το νόημα της λέξης

‘αποκάλυψη’ κι ο φημισμένος Άγιος Ιωάννης ήταν απών

κι ήταν όλα καλά.

Apocalypse

Those days we felt as though we were in the second

month of pregnancy and pain was a constant variant

like the hypotenuce between a thought and an emotion

a spiteful smile and a heavenly laughter one displays

and since we were too old to learn new tricks we kept

the old whipping of the wind that whined away from

our dreams, truly an unimportant development.

And we were owners of ancient treasures, years of studies

in the darkness of the night, almost intended misery, inherited

catastrophe, when finally we learned the meaning of the word

apocalypse though the famous St. John was absent and it was

all in good order.

Tasos Livaditis-Poems, Volume II

ΠΑΛΙΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ
 
Τα κάγκελα του κήπου υγρά απ’ τη βροχή σαν τους φτωχούς που
       τους αφήνουν έξω
αλλά καθώς βραδιάζει ένα φλάουτο κάπου ή ένα άστρο συνηγορεί
       για όλη την ανθρωπότητα —
σαν ήμασταν παιδιά κρυβόμαστε κάτω απ’ τη σκάλα κι όταν βγαί-
       ναμε είχαμε αφήσει εκεί ένα βασιλικό πεπρωμένο
η σιωπή κάνει τον κόσμο πιο μεγάλο η θλίψη πιο δίκαο
κι αργότερα νέοι αγκαλιάσαμε το πρώτο δέντρο και του διηγηθή-
      καμε τα περασμένα
άχαρες μέρες που φύγατε κι όμως αφήσατε μια ανάμνηση συγκινη-
      τική
κι εγώ που υπήρξα τρελός για το αύριο κοιτάζω τώρα με αγωνία να
      προχωρούν οι λεπτοδείχτες στα ρολόγια.
 
Ώσπου μια νύχτα ένα διαβάτης περνάει στο δρόμο τραγουδώντας.
      Πού έχεις ξανακούσει το τραγούδι αυτό; Δε θυμάσαι.
Κι όμως η νοσταλγία όλων όσων ονειρεύτηκες τρέμει μες στο τρα-
      γούδι. Στέκεσαι στο παράθυρο
κι ακούς σα μαγεμένος. Κι άξαφνα σε κάποια στροφή του δρόμου το
      τραγούδι σβήνει. Όλα χάνονται. Ησυχία.
Και τώρα τί θα κάνεις;
 
 
OLD SONG
 
The garden railings are wet from the rain like the poor who
        are left outside
but as night falls a flute or a star speaks for the whole
       universe;
when we were children we hid under the stairway and when
       we came out we had left behind a royal fate;
silence makes the world bigger, sorrow more just
and later as young men we hugged the first tree and
      narrated our past to it,
joyless days that you’ve passed; you’ve left behind an emotional
      memory
and I who was crazy for the future, now in agony, I observe
      the movement of the clock’s fingers.
 
Until one night a man goes along the road singing.
      Where have you heard this song before? You don’t remember.
Yet nostalgia of all you dreamed shivers in that song. You
      stand by the window 
and listen as if enchanted. And suddenly the song stops
      at the turn of the road. Everything vanishes. Quiet.
And what you’ll do now?
 

Swamped, a novel by Manolis Aligizakis

For the rest of the day Eteo only had to handle a few phone calls. One was from Herbert, urging him to “stay cool” with the Platinum Properties stock and not sell too much too soon. Herbert was sure the shares still had a long way to go before they peaked. According to “information received” Herbert assured him, “the big guys haven’t come in yet.” Eteo understood him very well and agreed to stay in for now. His next call was from Mario. He was also bullish about Platinum Properties and added that he had on hand the subscription forms for him and Robert to fill out and collect the subscribers’ cheques. Richard then called him to inform him all the papers for his oil deal had been signed, which meant that within two weeks they would start drilling their deep well in Texas. Eteo congratulated him and wished him success with the drilling, advising Richard to keep him in the loop no matter what. Richard promised he would. 
Finally Helena rang on Eteo’s private line.
“The boss wants you in his office pronto,” she said without any of the usual pleasantries.
Eteo put on his jacket, fixed his tie, and walked to Bradley’s office. The boss was on the phone and gesture to Eteo to have a seat. Eteo’s eyes travelled around the office until his boss put the phone down and addressed him.
“John tells me you’re onto a good one.”      
“As good as any, Brad.”
“Pacific Trends has made some good dollars trading it, and John told me it looks steady and up-ticks almost every day.”
“Yes, that’s right,” Eteo confirmed. “I’ve put some good money in it, and I’m hoping for the best. As always,” he added with a sly smile.
“Specifics?”
“Well, the latest I’ve heard is that the big boys haven’t started coming in yet, as the phrase goes almost every time.”
 “Okay, then, we’ll go with that, my strange Cretan.” Bradley laughed and got up to shake Eteo’s hand, “Listen, you want to go to the football game on Saturday? Meet us at the stadium. What do you say?”
 “Sure thing, Bradley. Can I bring a friend as well?”
“Of course.”
“Thanks, boss,” Eteo replied and took his leave.

Αργύρης Μαρνέρος, Το χρώμα της ντροπής

Βίκυ Παπαπροδρόμου: ό,τι πολύ αγάπησα (ποίηση, πεζογραφία & μουσική)

[Ενότητα Είσοδος κινδύνου (1975-1980)]

Το χρώμα της ντροπής

Κόκκινος τάπητας μπροστά στη Μητρόπολη
Για να περάσουν οι επίσημοι
Από τα πρόσωπα έλειπε εντελώς
Το χρώμα της ντροπής
Γι’ αυτό έπρεπε κάπου να υπάρχει.

Από την ποιητική τριλογία (1972-1980) Χειροκροτήστε (1980) του Αργύρη Μαρνέρου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Αργύρης Μαρνέρος

View original post