Yannis Ritsos-Poems, Selected Books, Volume III

Yannis Ritsos-Poems, Selected Books, Volume III
Ημερολόγια Εξορίας//Exile Diaries
 
 
24 Απριλίου
 
Η σκιά του φύλλου είναι ανάποδη απ’ τον ήλιο.
Βγάλε τα παπούτσια σου. Ξεκουράσου. Αλλιώς θυμήσου.
Τα χέρια των ξυλοκόπων μυρίζουν ρετσίνι.
Μικρά κορίτσια πίσω απ’ τα καλάθια
συγυρίζουν τα μαβιά και τα κόκκινα.
 
Το λάθος σου είναι που δε θέλεις να πεθάνεις.
Μα ίσως κι οι πεθαμένοι να πεινάνε.
 
 
24th of April
 
The shadow of a leaf inverted in the sunshine.
Take off your shoes. Rest. Remember.
The lumberjack’s hands smell of raisin.
Young girls sitting behind baskets
separate the purple from the red. 
 
Your mistake is that you don’t want to die;
yet, perhaps even the dead are hungry.

George Seferis-Collected Poems

George Seferis//ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ
Μυθιστόρημα/Mythistorema
 
ΙΔ´
 
Τρία κόκκινα περιστέρια μέσα στο φως
χαράζοντας τη μοίρα μας μέσα στο φως
με χρώματα και χειρονομίες ανθρώπων
που αγαπήσαμε.
 
XIV
 
Three red pigeons in the light
inscribing our fate in the light
with colours and gestures of people
we once loved.
 

Yannis Ritsos-Poems, Selected Books, Volume II

Yannis Ritsos-Poems, Selected Books, Volume II
ΙΣΜΗΝΗ///ISMENE

Τα σεντόνια πέφταν στο πάτωμα. Πολλές φορές έκανα πως κοιμάμαι·
την παρακολουθούσα — πλαγιασμένην πιο κει σε ασάλευτη ένταση. Μια νύχτα
το φεγγαρόφωτο είχε εισδύσει στο δωμάτιο, την έλουζε ώς τη μέση·
την είδα να κινεί τα φωτισμένα δάχτυλά της σα χορεύτρια, σαν ιέρεια,
σα να ’πλεκε ένα αόρατο σκοινί, σα να ’γραφε αριθμούς στον αέρα·
κάτι μετρούσε — ίσως τα χρόνια της (ή μήπως την ανυπαρξία;)
ύστερα τα ’φερε γύρω στο λαιμό της, τ’ άφησε εκεί ασημένια,
και μονομιάς τινάχτηκε σα να τρόμαξε. Σηκώθηκε,
πήρε την άσπρη δαντελένια ομπρέλα της μητέρας, την άνοιξε
και κάθισε κάτω της, συμμαζεμένη στο κρεβάτι, σαν για να προφυλαχτεί
απ’ το φεγγάρι ή απ’ τους ίσκιους της νύχτας. Έμοιαζε έτσι
σα να ’ταν όλη τρυπημένη από μικρούς ασημογάλανους μαιάνδρους.

Μα ίσως στο μεταξύ να με είχε πάρει ο ύπνος. Όταν άνοιξα τα μάτια μου
είδα τα μαντεμένια πόδια των κρεβατιών πανίσχυρα, τριχωτά, κτηνώδη.
Άκουσα που περνούσε ο σταμνάς για τη δουλειά του. Κοίταξα απ’ το παράθυρο.
Στο δρόμο ήταν άδεια πακέτα από τσιγάρα, σημαιούλες, χαρτοπετσέτες, φυσίγγια.
Πίσω απ’ τα κυπαρίσσια φαινόταν η μάντρα του μαρμαράδικου
μ’ έναν τεράστιο χάλκινο ιππέα. Μια μέρα
ακούστηκε ένας τρομερός, άγνωστος θόρυβος. Μες στην τραπεζαρία,
καταμεσής στο τραπέζι με το πρόγευμα, είχε πέσει
ο μεγάλος πολυέλαιος. Μπορούσες πια να περιμένεις τα πάντα.


 
The bed-sheets were falling onto the floor. I often pretended
to be asleep, I kept an eye on her, laying down in a motionless
intensity a bit further away. One night, when the moon had
flooded the room and shone up to her waist, I saw her moving
her moonlit finger, as if she was a dancer, a priestess, as if
she was knitting an invisible rope, as if she was inscribing
numbers in the air; she was counting something, perhaps
her years (or perhaps inexistence?) Then she brought her fingers
around her neck, she let them there, silvery and suddenly
she jumped up as if she was scared of something. She got up,
took mother’s white, lace umbrella, she opened it and sat
under it, there next to the bed, as if to protect herself
from the moon or the shadows of the night. The umbrella
looked as if it was poked by small silvery-blue meanders.
      
Yet, perhaps I fell asleep in the meantime. When I woke up
I noticed the cast iron, beastly, hairy, powerful legs of the bed.
I heard the pitcher man going by to his work. I looked out
of the window. I saw empty cigarette packages, little flags,
paper-napkins, gunshot shells. Behind the cypresses you could see
the fence wall of the marble shop with its gigantic bronze horseman.
One day we heard a horrible, unfamiliar noise; a huge chandelier
had fallen on top of the table in the dining room after breakfast.
Then, you could wait forever.

Federico Garcia Lorca, Χρώματα

To Koskino

Επάνω απ’ το Παρίσι το φεγγάρι
μενεξεδιά τα χρώματά του έχει
που κιτρινίζουν και χλωμιάζουν όμως
επάνω από τις πεθαμένες πόλεις.

Υπάρχει κι ένα πράσινο φεγγάρι
και σ’ όλους μέσα θα το δεις τους θρύλους-
σαν της αράχνης τον ιστό φεγγάρι,
σαν πετροβολημένη τζαμαρία’
στη μοναξιά και στις ερήμους όλες
βαθύ είναι και σταλάζει μαύρο αίμα.

Μα τι τα θεις! Το λευκό φεγγάρι…
αυτό φεγγάρι αληθινό είναι μόνο
και λάμπει μοναχά μες στη γαλήνη
σε όλα τα κοιμητήρια των χωριών μας!

*Περιλαμβάνεται στο βιβλίο “Τα μάτια σου δυό πυροβολισμοί στα τυφλά – Αναγνωστικό υπερρεαλιστικών ποιημάτων”, Εκδόσεις Ρώμη, 2019. Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

View original post

Σταύρος Ζαφειρίου, Ungeziefer

Βίκυ Παπαπροδρόμου: ό,τι πολύ αγάπησα (ποίηση, πεζογραφία & μουσική)

Ungeziefer

[Ενότητα Στάσιμα]

Ο κύριος Κ,
συγκεκριμένος άνθρωπος στον χώρο και τον χρόνο,
σωματικά αδρανής, δειλός και απόμακρος,
με ώμους γερτούς και αμήχανες διαστάσεις
μέσα στα σκοτεινά του μπλε κοστούμια,
ενδεχομένως αλληγοριστής –αν και
του ταίριαζε εξίσου πειστικά
στα σύμβολα να κρύβει την αλήθεια–
κι επιμελής αρχειοθέτης ορθοπτέρων,
για λίγο, κλείνοντας τα μάτια σαν νεκρός
ανάμεσα σε αμέτρητους φακέλους,

για λίγο ονειρεύτηκε τον Κ,
άνθρωπο αφηρημένο και ασώματο,
ήδη μεταλλαγμένο σε γραφή
ή σε σκιά φτιαγμένη από λέξεις.

— Αυτός δεν είναι ο Κ, συλλογίστηκε.
Παρότι ο Κ είναι ο μόνος
χωρομέτρης των ονείρων.
Αυτός καμώνεται απλώς ότι υπάρχει,
για να πιστέψω πως δεν υπάρχω εγώ.

— Θα συμφωνήσω, δήλωσε ο Κ.
Το είχα εξάλλου μεθοδεύσει εξαρχής.
Ποτέ δεν έγινα δεκτός σαν χωρομέτρης,
ποτέ δεν διέσχισα την έρημο ως τους άλλους∙
και τούτο είναι μια ντροπή
που και μετά από μένα θα υπάρχει
.

Έπειτα πλάγιασε, τραβώντας την κουβέρτα.

View original post 226 more words

Ιωάννης Πολέμης, ένας ευαίσθητος, ερωτικός, τρυφερός και βαθειά Έλληνας ποιητής

ΕΛΛΑΣ

Μπροστά στις Καρυάτιδες, τις μαρμαρένιες κόρες,
σταθήκαμε θαυμάζοντας κι οι δυο μας ώρες κι ώρες.
Ακίνητα τα μάτια σου έδειχναν κάποια λύπη
για κείνη που μας έκλεψαν κι από τις άλλες λείπει,
στη ξενιτιά, στην σκοτεινιά, στα πέρατα του κόσμου.
Μα εγώ τις έβρισκα σωστές, όλες σωστές εμπρός μου
κι έλεγα πως θα γύρισε κι εκείνη από τα ξένα
γιατί μετρούσα, αγάπη μου, μαζί μ’ αυτές και σένα.

View original post 609 more words

Titos Patrikios-Selected Poems

Titos Patrikios-Selected Poems

ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

Ίσως περίμενες

να σου μιλήσω για τον έρωτα μου

μα το χαλάζι που έπεφτε στις στέγες

ήταν σαν τ’ άρβυλα των νεοσυλλέκτων

που τρέχουν για τη σύνταξη.

Απ’ τις καινούργιες κάλτσες σου, θυμάμαι,

είχε ξεφύγει ένας πόντος

που τον κοιτάγαμε κι οι δυο βαρυεστημένα.

Αυτή η σιωπηρή μας κατανόηση

που καταργούσε αυθαίρετο κι απ΄ροβλεπτο

λειτουργούσε ως το χωρισμό.

Όσο για τις πληγές που αργότερα θ’ανοίγανε

τίποτα δεν υποπτευθήκαμε την ώρα εκείνη

όταν οι ματιές μας διασταυρώνονταν

στον παλιό καθρέφτη πάνω απ’ το νιπτήρα,

καθώς εσύ πουδραριζόσουνα

κι εγώ έδενα τη γραβάτα μου.

THE ROOM

Perhaps you expected me

to talk to you about my love

yet the hail that fell on the roofs

resembled the boots of recruits

who run to the morning call.

There was, I remember, a loose thread

in my socks which we both looked

with a bored glance.

That silent understanding of ours

which annulled the arbitrary and unforeseen

worked up to our separation. 

However, the wounds that opened later

we never suspected that time

when our glances met

in the old mirror over the sink

while you applied your face powder

and I was tying my tie.

The Second Advent of Zeus

ΑΡΤΕΜΙΣ
 
Άφθονο πράσινο μας αφιέρωσε η Άρτεμις
 
τις μέρες που
γιορτάσαμε τα ένδοξα
κι ελεύθερα αρχαία χαρίσματα
της άνοιξης
 
ρεματιές με πικροδάφνες
βαθιές σχισμές γιομάτες
με του Έρωτα τραγούδια
 
έννοια εύκολη που αποκρυπτογραφήσαμε
όσο και το φιλί απαλής ήβης
γυναίκας
την ώρα της εαρινής ισημερίας
 
αλήθεια όχι λιγότερο σπουδαία
από τη στήση μας
 
βαθιά στον υγρό της κόλπο
που ο νους μας πάντα ταξίδευε
 
ό,τι από πάντα έψαχνα να βρω
τόσο αθώο σαν τρεμουλιαστό χείλος
μιας παρθένας προτού φιληθεί
σαν την άλλη μεριά τ’ ουρανού
που κάτι εκεί κρυβόταν
σιμά και στην ψυχή μας
 
σιντριβάνι γιομάτο νομίσματα
όνειρα που εμφανιζόταν κατά
το τέλος μιας κουραστικής μέρας
 
άλλος ένα μάρτυρας
άλλη μια θυσία
άλλη μια ευλογία
 
 
ARTEMIS
 
 
Abundant the verdure Artemis graced upon us
 
the days when
we celebrated our glorious and
free ancient charms
of spring
 
ravines with oleanders
deep chasms filled
with the song of Eros
 
a meaning as easy to decipher
as kissing the soft mound
of a woman
time of vernal equinox
 
truth no less important than
our sexual arousal
deep in her moist cave
that our minds always travelled
 
what I always wanted
as innocent as the shivering lip
of a virgin just before the kiss
like the other side of the sky
 
where something hid
as close to our soul
as a wishing well full of coins
dreams that appear before
the end of a day’s toil
 
another martyr
another sacrifice
another blessing

Xavier Villaurrutia, Σονέτο αφιερωμένο στο ρόδι

To Koskino

Την ολοσκότεινη ο έρωτάς μου προσεγγίζει
κηρύθρα που εντός της μιαν ενσαρκωμένη
σκιά κρύβει και που ερμητικό ένα ρόδι μένει,
το κοίλο τοίχωμά της πάντα να σκαλίζει.

Τον εαυτό μου εκεί κοιτώ να διυλίζει
τη δίψα του σιωπώντας που ‘ναι ξαναμμένη
και ακόρεστη, και τη φυλάω παγωμένη,
στο μέλλον μήπως θέλω να με ανακουφίζει.

Μπορεί ένα στόμα αλλότριο, ένα στόμα ξένο
να εμφανιστεί αύριο μες στον πόνο μου τον κρύφιο
και το αίμα μου να συναντήσει-χορτασμένο-,

τη σάρκα μου σκληρή και κρύα σαν καμίνι’
και μέσα μου στυφή μια γεύση, σαν ζωύφιο
τη δίψα της με τη δικιά μου ν’ αποσβήνει.

*Περιλαμβάνεται στο βιβλίο “Τα μάτια σου δυό πυροβολισμοί στα τυφλά – Αναγνωστικό υπερρεαλιστικών ποιημάτων”, Εκδόσεις Ρώμη, 2019. Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

View original post

George Seferis-Collected Poems

 
Μυθιστόρημα/Mythistorema
 
ΙΓ´
Ὕδρα
Δελφίνια φλάμπουρα καὶ κανονιές.
Τὸ πέλαγο τόσο πικρὸ γιὰ τὴν ψυχή σου κάποτε,
σήκωνε τὰ πολύχρωμα κι ἀστραφτερὰ καράβια
λύγιζε, τὰ κλυδώνιζε κι ὅλο μαβὶ μ᾿ ἄσπρα φτερά,
τόσο πικρὸ γιὰ τὴν ψυχή σου κάποτε
τώρα γεμάτο χρώματα στὸν ἥλιο.
Ἄσπρα πανιὰ καὶ φῶς καὶ τὰ κουπιὰ τὰ ὑγρὰ
χτυποῦσαν μὲ ρυθμὸ τυμπάνου ἕνα ἡμερωμένο κύμα.
Θὰ ἦταν ὡραῖα τὰ μάτια σου νὰ κοίταζαν
θὰ ἦταν λαμπρὰ τὰ χέρια σου ν᾿ ἀπλώνουνταν
θὰ ἦταν σὰν ἄλλοτε ζωηρὰ τὰ χείλια σου
μπρὸς σ᾿ ἕνα τέτοιο θάμα
τὸ γύρευες τί γύρευες μπροστὰ στὴ στάχτη
ἢ μέσα στὴ βροχὴ στὴν καταχνιὰ στὸν ἄνεμο,
τὴν ὥρα ἀκόμη ποὺ χαλάρωναν τὰ φῶτα
κι ἡ πολιτεία βύθιζε κι ἀπὸ τὶς πλάκες
σοῦ ῾δειχνε τὴν καρδιά του ὁ Ναζωραῖος,
τί γύρευες; γιατί δὲν ἔρχεσαι; τί γύρευες;
XIII
Hydra
Dolphins, banners and cannon shots.
The pelagos once so bitter for your soul
carried the multi-coloured and glittering ship
sit swayed, rolled and pitched them, totally blue with white wings
once so bitter for your soul
now full of colours in the sun.
 
White sails and sunlight and the wet oars
struck the stilled waters with a rhythm of drums.
 
Your eyes, gazing, would be beautiful
your arms, extending, would shine
your lips, would be alive, as they used to be
before such miracle;
you searched for it what did you search for in front of the ashes
or in the rain, in the fog, in the wind
even when the lights were dimmed
and the city was sinking and from the stone pavement
the Nazarene showed you his heart
what did you search for? Why don’t you come?
What did you search for?