Tasos Livaditis-Poems

ΓΙΟΡΤΗ

     Καμιά φορά αναρωτιέμαι γιατί τα γράφω όλα αυτά, κι αν θα

παρηγορήσουν ποτέ κανέναν, προτιμούσα, λοιπόν, να μένω γονα-

τιστός (ήταν το δικό μου σπίτι) όμως, γρήγορα έχανα τον ειρμό με

τον ίσκιο εκείνων των μεγάλων φτερών πάνω στον τοίχο, ενώ

ήμουν ολομόναχος στην κάμαρα, έτρεχα τότε στο απάνω πάτωμα,

ψάχνοντας, κι ύστερα πιο πάνω, ως πέρα τους εξώστες. Ώσπου

όταν ξανακατέβαινα είχε τελειώσει η γιορτή.

     Άνοιγα τότε την πόρτα και κοίταζα ήρεμος τη νύχτα, επειδή

τίποτα δεν άλλαζε, κι ο καθένας ζει με τον τρόπο του την αιώνια

παραπλάνηση.

CELEBRATION

     Sometimes I question myself why do I write all these and if

they’ll  ever console someone therefore I preferred to kneel (this

was my own house) however I could lose my composure with

those shadows of feathers on the wall while I was all alone in

the room; then I would run to the upper floor searching, even

higher to the balcony. Until when I would come back down

the celebration was over.    

     Then I opened the door and I, serene, looked into the night

because nothing had changed and everyone lived the infinite

deception in their own way.

Red in Black, poetry by Manolis Aligizakis

ΤΟ ΧΡΕΟΣ


Απ’ τ’ ανοιχτό παράθυρο ατένισε
την απεραντωσύνη του γαλάζιου ουρανού
μια ασκητική ηρεμία απλωνόταν
στο πρόσωπο του καθώς έτριβε
πάνω απ’ το νεροχύτη του
σε μια πλαστική σακκούλα
τα ξερά απομεινάρια του ψωμιού
που μάζευε όλη την εβδομάδα
μετά από προσεχτικό κι επίμονο τρίψιμο
στο τέλος είχε μια καλή χούφτα ψίχουλα.

Χαμογέλασε ικανοποιημένος, έβαλε
τα παπούτσια του, πήρε τη σακκούλα
και περπάτησε τριάντα μέτρα
προς τ’ ανατολικά του σπιτιού του
εκεί στο μεγάλο βράχο
που είχε κι ένα πλάτωμα στη μια μεριά
κι εκεί επάνω άδειασε
με προσοχή τα ψίχουλα του.
Με το ίδιο φωτεινό χαμόγελο
γύρισε στο σπίτι, έμεινε μερικά λεπτά
κι αφού πρόσεξε πως άρχισαν να πεταρίζουν
στο βράχο ένα σμάρι σπουργίτες
πήρε τον κατήφορο προς το χωριό.
Έφτασε νωρίς σήμερα στο καφενείο
ελαφρός σαν τον αγέρα, θα `λεγες
πως αιωρούνταν πάνω απ’ τη γη
κι είχε στα μάτια του ένα χαμόγελο
με την ευδαιμονία της Οικουμένης όλης

έκανα το χρέος μου, είπε

κι είδα στα μάτια του ένα σμάρι σπουργίτες
να τιτιβίζουν λες και μάθαιναν αρχαία ελληνικά
λες και μάθαιναν τη νέα γλώσσα της αγάπης

DUTY

He looked at the immenseness
of the blue horizon
through his open window
ascetic serenity spread on his face
as he was rubbing over his sink
a plastic bag with his leftover
pieces of bread collected
over a week and after a persistent
rubbing and squeezing he ended up
with one hand-full of crumbs.

He smiled, put on his shoes, then
he walked to the east of the house,
about thirty yards distance,
to a huge boulder with a flat area
on one side where he emptied
his crumbs carefully. With the same
happy smile he walked back to the house
he stood by the door and after he noticed
a flock of sparrows that rushed
to the bread crumbs, he walked out
toward the village. He arrived early
at the café. He looked as if he was
floating in the air and he had
the same smile on his lips
as if the bliss of the whole Universe
was bestowed unto him


my duty, he said to me

and I saw a flock of sparrows in his eyes
a flock of birds chirping as if learning ancient Greek
as if learning the new language of LOVE

Constantine P. Cavafy-Poems

ΕΙΓΕ ΕΤΕΛΕΥΤΑ

«Πού απεσύρθηκε, πού εχάθηκε ο Σοφός;

Έπειτ’ από τα θαύματα του τα πολλά,

την φήμη της διδασκαλίας του

που διεδόθηκεν εις τόσα έθνη

εκρύφθηκ’ αίφνης και δεν έμαθε κανείς

με θετικότητα τί έγινε

(ουδέ κανείς ποτέ είδε τάφον του).

Έβγαλαν μερικοί πως πέθανε στην Εφεσο.

Δεν τόγραψεν ο Δάμις όμως  τίποτε

για το θάνατο του Απολλωνίου δεν έγραψεν ο Δάμις.

Άλλοι είπανε πως έγινε άφαντος στην Λίνδο.

Ή μήπως είν’ εκείν’ η ιστορία

αληθινή, που ανελήφθηκε στην Κρήτη,

στο αρχαίο της Δικτύννης ιερόν.—

Αλλ’ όμως έχουμε την θαυμασία,

την υπερφυσικήν εμφάνισί του

εις έναν νέον σπουδαστή στα Τύανα.—

Ίσως δεν ήλθεν ο καιρός για να επιστρέψει

για να φανερωθεί στον κόσμο πάλι

η μεταμορφωμένος, ίσως, μεταξύ μας

γυρίζει αγνώριστος.—Μα θα ξαναφανερωθεί

ως ήτανε, διδάσκοντας τα ορθά  και τότε βέβαια

θάαεπαναφέρει την λατρεία τών θεών μας,

και τες καλαίσθητες ελληνικές μας τελετές.»

Έτσι ερέμβαζε στην πενιχρή του κατοικία—

μετά μια ανάγνωση του Φιλοστράτου

«Τα ες τον Τυανέα Απολλώνιον»—

ένας από τους λίγους εθνικούς,

τους πολύ λίγους που είχαν μείνει. Άλλωστε—ασήμαντος

άνθρωπος και δειλός—στο φανερόν

έκανε τον Χριστιανό κι αυτός κ’ εκκλησιάζονταν.

Ήταν η εποχή, καθ’ ήν βασίλευεν

εν άκρα ευλαβεία, ο γέρων Ιουστίνος,

κ’ η Αλεξάνδρεια, πόλις θεοσεβής

αθλίους ειδωλολάτρας αποστρέφονταν.

IF AND SINCE HE DIED

“Where did he retire, where did the Sage disappear to?

After his countless miracles,

and the fame of his teaching

that spread over so many nations

he suddenly hid and no one learned

with certainty what happened to him

(nor has anyone ever seen his grave).

Some said that he died in Ephesus.

But Damis didn’t record it; nothing was written

by Damis about the death of Apollonios.

Others said that he vanished in Lindos.

Or perhaps the story

that he ascended in Crete is true,

at the sacred temple of Dictynna.—

However we have his exquisite,

supernatural appearance

to a young student in Tyana.—

Perhaps the time has not come for him to return

and appear to the world again;

or perhaps he is roaming among us

incognito.—But he will reappear

as he was, teaching the right things; and then of course

he will reestablish the worship of our gods,

and our refined Hellenic ceremonies.”

This was the way he mused in his poor house—

one of a few pagans,

one of the very few who remained—

after reading Philostratos’

On Apollonius of Tyana

In any case—an insignificant

and timid man—on the surface

he played the Christian and he, too, went to church.

It was the era when in utmost piety

the king who reigned was the aged Ioustinos,

and Alexandria, a god-fearing city,

abhorred the miserable idol worshipers.

Χ. Π. Σοφίας, Billie

To Koskino

Στοὺς ἀνθοὺς τοῦ δρόμου
μὲ φτεροῦγες πληγωμένες
μακιγιαρισμένη μὲ χρώματα
γιασεμιῶν. Μέθη νυχτερινῶν
ἀγγέλων μὲ χείλη ἐαρινῶν
κήπων μὲ τὸ βλέμμα τοῦ
ξημερώματος τῶν σκιῶν.
Μὲ τὸ αἷμα τῶν στίχων στὸ
βασανισμένο κορμί της μὲ τὴ
μελαγχολία τῆς δυνατῆς βροχῆς.

*Από τη συλλογή “τετράφωνη συγχορδία”, εκδόσεις στο περιθώριο, Μάρτιος 2021.

View original post

Το χρονικό της έρευνας στον Θησαυρό του Ατρέα

ΕΛΛΑΣ

Διάλεξη με τίτλο «”Στου τάφου απάνω το θυρί, στο γείσο του γρανίτη, μες στο λιθένιο τρίγωνο βγαίνει μικρή βαλανιδιά”. Το άγνωστο και συναρπαστικό χρονικό της έρευνας στον Θησαυρό του Ατρέα, πριν και μετά την Ελληνική Επανάσταση» διοργανώνουν ο Αιγεύς – Εταιρεία Αιγαιακής Προϊστορίας και το Ανοικτό Πανεπιστήμιο Κύπρου τιμώντας τα 200 χρόνια από την Ελληνική Επανάσταση.


View original post 394 more words

Daily Dose of Bhagwad Gita

Be Inspired..!!

Quotes on Gita :‘If one reads Bhagavad-Gita very sincerely and with all seriousness, then by the grace of the Lord the reactions of his past misdeeds will not act upon him’Lord Shiva to Parvatidevi, Gita-Mahatmya.

No other philosophical or religious work reveals ,in such a lucid and profound way, the nature of consciousness, the self, the universe and the Supreme. I will shall read (Youtube Link Attached) and write Gita verses from the book “Bhagvan-Gita As It Is” by Swami Prabhupada everyday.

Bhagavad Gita – Chapter 2- Verse 14-15

Chapter 2 – Contents of the Gita Summarised

Text 14 – O son of Kuntī, the nonpermanent appearance of happiness and distress, and their disappearance in due course, are like the appearance and disappearance of winter and summer seasons. They arise from sense perception, O scion of Bharata, and one must learn to tolerate them without being disturbed.

Purport…

View original post 474 more words

George Seferis-Collected Poems

Mythistorema


ΝΟΤΙΑΣ

Το πέλαγο σμίγει κατὰ τη δύση μία βουνοσειρά.
Ζερβά μας ο νοτιάς φυσάει και μας τρελαίνει,
αυτὸς ο αγέρας που γυμνώνει τα κόκαλα απ᾿ τη σάρκα.
Το σπίτι μας μέσα στα πεύκα και στις χαρουπιές.
Μεγάλα παράθυρα. Μεγάλα τραπέζια
για να γράφουμε τα γράμματα που σου γράφουμε
τόσους μήνες και τα ρίχνουμε
μέσα στον αποχωρισμὸ για να γεμίσει.

Άστρο της αυγής, όταν χαμήλωνες τα μάτια
οι ώρες μας ήταν πιο γλυκιὲς απὸ το λάδι
πάνω στην πληγή, πιο πρόσχαρες απὸ το κρύο νερὸ
στυν οὐρανίσκο, πιο γαλήνιες απὸ τα φτερὰ του κύκνου.
Κρατούσες τη ζωή μας στην παλάμη σου.
Ύστερα απὸ το πικρὸ ψωμὶ της ξενιτιάς

τη νύχτα αν μείνουμε μπροστὰ στον άσπρο τοίχο
η φωνή σου μας πλησιάζει σαν έλπιση φωτιάς
και πάλι αυτὸς ο αγέρας ακονίζει
πάνω στα νεύρα μας ένα ξυράφι.

Σου γράφουμε ο καθένας τα ίδια πράματα
και σωπαίνει ο καθένας μπρος στον άλλον
κοιτάζοντας, ο καθένας, τον ίδιο κόσμο χωριστὰ
το φως κα το σκοτάδι στη βουνοσειρὰ
κι εσένα.

Ποιὸς θα σηκώσει τη θλίψη τούτη απ᾿ την καρδιά μας;
Χτες βράδυ μία νεροποντὴ και σήμερα
βαραίνει πάλι ο σκεπασμένος ουρανός. Οι στοχασμοί μας
σαν τις πευκοβελόνες της χτεσινής νεροποντής
στην πόρτα του σπιτιού μας μαζεμένοι κι άχρηστοι
θέλουν να χτίσουν έναν πύργο που γκρεμίζει.

Μέσα σε τούτα τα χωριὰ τ᾿ αποδεκατισμένα
πάνω σ᾿ αυτὸ τον κάβο, ξέσκεπο στο νοτιὰ
με τη βουνοσειρὰ μπροστά μας που σε κρύβει,
ποιὸς θα μας λογαριάσει την απόφαση της λησμονιάς;
Ποιὸς θα δεχτεί την προσφορά μας, στο τέλος αυτὸ του φθινοπώρου.

VII

South Wind

Westward the pelagos joins the mountain range.

From our left the south wind blows and maddens us

the kind of wind that strips the bones from the flesh.

Our home among the pines and the carob trees.

Large windows. Large tables

where we’ve been writing the letters destined for you

for so many months and dropping them

in our separation so that it may get filled up.

Star of dawn, when you lowered your eyes

our hours were sweeter than oil

over the wound, more joyful than cool water

to our palate, more peaceful than the swan’s plumes.

You held our lives in your palm.

After the bitter bread of exile

if we stand before a white wall at night

your voice nears us like a hope of fire

and again this wind sharpens

a razor against our nerves.

Each of us writes to you the same things

and each turns silent before the other

gazing, each of us, the same world separately

the light and darkness on the mountain range

         and you.

Who will lift this sorrow from our hearts?

Last night heavy rain and today again

the cloudy sky weighs down on us. Our thoughts

like the pine needles of yesterday’s downpour

gathered up and useless by our front door

as though to build a tower that collapses.

Among these decimated villages

over this cape, open to the south wind

with the mountain range before us hiding you

who would estimate for us the sentence to oblivion?

Who will accept our offering at the end of this autumn?

Autumn Leaves

Ο ΞΕΝΟΣ

Μπήκε στο ημίφως του μπάρ

εύθραυστος κόσμος

γιομάτος πάθος

ελπίδες κι όνειρα

η ζωή του

μιά έκλειψη

καμπύλη του όλου

τέλεια ροή αθωότητας

η καρδιά του

μουσικό όργανο γαλήνης

τραγούδι και ρυθμός απ’ τα πανάρχαια χρόνια

και μόνο δροσιά στις παλάμες του

στις ίριδες των ματιών

η ακόμα παρθένα οικουμένη

αντανακλούσε σαν υπόσχεση

οι θαμώνες του μπαρ τον διέκριναν

σαν ηγέτη παλιάς εποχής

συγγραφέα αρχαίων κειμένων

συλλέκτη αυθεντικών τεμαχιδίων τέχνης

που κανένας δεν αναγνώριζε πια

έναν ηγέτη λαών, ένα χρισμένο

ευλαβή

με τα σημάδια στους καρπούς

και τ’ άλλα εκείνα ανθρώπινα στίγματα

σκαλισμένα στο δέρμα του

μερικοί

γύρισαν τα βλέμματά τους στο πλάϊ

μερικοί θαμώνες

τα `κλεισαν από αμφιβολία

ευχήθηκαν θάταν καλύτερα

να μην είχαν έρθει σήμερα στο μπαρ

και μερικοί άλλοι

μαζεύτηκαν γύρω του

σε κοντινή απόσταση

σε κάποιον που δεν καταλάβαιναν

αλλά θαύμαζαν το παρουσιαστικό του.

Και τους μίλησε.

Οι λέξεις του απορροφούσαν τον πόνο τους

η ματιά του ελευθέρωνε το πεύμα τους

αλλά κανένας δεν άκουσε

μήτε είδε

όταν ήρθε η ώρα

που ο προδότης σκόπευσε την καρδιά του

με το αλάθητο πιστόλι

ο ξένος ίστατω περήφανα

καθώς η σφαίρα έκαψε τη σάρκα του

κι έπεσε αργά

ώσπου ακίνητος έμεινε στο πάτωμα,

πιασμένος στα νύχια συγκυρίας

και στην παγωμένη αναπνοή θανάτου

σε κούνια νανουρισμένη για λίγο

παντοτινά

για πάντα

κι όμως ποτέ

κι ο κύκλος συμπληρώνεται

κι πανάρχαιος μύθος

πάντα ξαναρχινά

όταν κάποιος ξένος

μπαίνει μέσα στον εύθραυστο κόσμο.

STRANGER

He entered the shadowy bar

a fragile cosmos

filled with passion

hopes and dreams

his life

an ellipse

a contour of totality

a flawless flow of innocence

his heart

an instrument of serenity

a song and rhythm from medieval times

but only freshness in his palms

in his irises

the universe still virginal

reflecting the promise in his eyes

the patrons of the bar recognized

a leader of bygone eras

a writer of ancient books

a collector of genuine relics

none believed in anymore,

an avatar, anointed one

to be revered

the one with the stigmata

and other human scars

engraved in his skin

a few men

turned their envious eyes aside

some of the patrons

closed them in disbelief

they wished he’d never entered their bar

and others

gathered around him

in close proximity

to someone they didn’t understand

in awe of his mere presence

And he talked to them

his words absorbing their pain

his glances uplifting their spirits

but one did not hear or see

when the time came

for the traitor to aim at his heart

with an unerring pistol

the stranger stood tall

as the bullet burned through his flesh

falling slowly

until he lay motionless,

caught in the clutch of circumstance

and the ice cold breath of death

cradled in captivity for awhile

for eternity

for ever

yet never

the circle comes full

and the ancient myth

always recommences

when a certain stranger

enters a fragile cosmos.