Yannis Ritsos/translated by Manolis Aligizakis

11007741_1028336327180072_6866849738460871477_n

ΚΡΥΦΗ ΛΕΗΛΑΣΙΑ

 

Όλα είχαν ησυχάσει στο λυκόφως, ακούγονταν μόνο κάτω στο δρόμο

τ’ αραιά βήματα των διαβατών μαζί με το βήμα του ψαριού μες στη γυάλα

κι οι λίγες στάλες της βροχής που `χαν μείνει στα δέντρα. Ν’ αγοράσεις

—είπε—

ένα ψωμί και τρία κεριά, μπορεί να χρειαστούν το βράδυ,

την ώρα που σκεφτόμαστε το φαροφύλακα μακριά, μονάχο πάντα,

με μάλλινα εσώρουχα, χωρίς γοργόνες, μέσα στο θαλασσινό σκοτάδι,

κι οι πνιγμένοι πιάνουν παράξενες φιλίες με μικρόσωμα δελφίνια

φτιάχνοντας μαζί τους μια μαλακιά μουσική για κυριακάτικα πρωινά που

τ’ αγόρια

κοιμούνται ακόμη σε τριχωτές κουβέρτες δίχως να ξέρουν πως η δόξα

είναι μια γριά χιλιοφτιασιδωμένη με χρυσή περούκα,

μια γριά ξεδοντιάρα που τους πίνει το αίμα και το σπέρμα, και ποτέ

δε γεννάει.

 

 

 

SECRET LOOTING

 

Everything had quietened down in the twilight only down the road

the infrequent footsteps of passersby were heard with the fish’s

walk in the fishbowl and the few rain drops left on the trees. Buy

– he said –

a loaf of bread and three candles; perhaps we may need them at night

when we think of the lighthouse keeper at a distance, always alone

with woolen underwear, without mermaids in the darkness of sea

and the drown people start strange friendships with small-size dolphins

creating with them a soft music for Sunday mornings when

the boys

still sleep in their woolen blankets not knowing that glory

is an old woman made up thousands of times, with a golden hair piece,

an old toothless woman who sucks their blood and sperm but

never gives birth.

 

 

 

Γιάννη Ρίτσου-Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

Yannis Ritsos-Poems/Translated by Manolis Aligizakis

www.libroslibertad.com

www.manolisaligizakis.com

www.ekstasiseditions.com

 

Yannis Ritsos

ritsos front cover

ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΣΗ

(Ένας ποιητής μιλάει σ’ έναν ποιητή τού μέλλοντος)

Άν δεν ήξερα πως εσύ θα μ’ ακούσεις μια μέρα
δε θάχα πια τί να πω, δε θα μπορούσα να μιλήσω,
κ’ η αράχνη που μας δίδαξε την κάθετη άνοδο
στο γυμνό τοίχο, θα στάθμευε στο στόμα μου
σπρώχνοντας ίσα μέσα στο λαιμό μου
τα τρία μαύρα κουμπιά του σακκακιού μου
και τ’ άλλα τα λευκά απ’ τις πουκαμίσες των νεκρών.
DISPATCH

(A poet speaks to a future poet)

If I didn’t know that you would listen to me one day
I wouldn’t have anything to say, I couldn’t talk,
and the spider who taught us the vertical ascend
on the bare wall, would have stopped in my mouth
pushing straight inside my larynx
the three black buttons of my coat
and the others the white ones from the nightshirts of the dead.

~Γιάννη Ρίτσου-ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Yannis Ritsos-Poems/translated by Manolis Aligizakis
http://www.authormanolis.wordpress.com
http://www.ekstasiseditions.com
http://www.libroslibertad.ca

Yannis Ritsos//Γιάννης Ρίτσος

Ritsos_front large

Συμπαράσταση

Ο άνεμος κουβεντιάζει μπροστά στα παράθυρα
όπως εκείνοι που πρόκειται να χωρίσουν.
Τά έπιπλα γίνονται σάν τά φτωχά κορίτσια πού μαζεύουν
τίς πεσμένες ελιές. Η βραδιά περπατάει κάτω απ’ τά λιόδεντρα
ολομόναχη, κι ο κάμπος μέ τά θερισμένα στάχυα
είναι μιά άρνηση. Τό παλιό δέρμα τού τζίτζικα
μοιάζει μ’ ένα μικρό καμπαναριό γκρεμισμένο στά ξερά χόρτα.

Έρχεται αργότερα η ψιχάλα—κυνηγάει τά σπουργίτια,
αργά τό φεγγάρι πλαγιάζει κάτου απ’ τά κυπαρίσσια
σάν τό παρατημένο αλέτρι. Ο ζευγολάτης
κοιμάται κάτου απ’ τό χώμα—
η γυναίκα του μονάχη μέ τό σκυλί καί τό λιγνό βόδι.

Τά χέρια τής σιωπής είναι παγωμένα
έτσι πού δένει κάτου απ’ τό πηγούνι της τό μαύρο τσεμπέρι της.
Όμως στό ξύλο τού αλετριού μένει τό χνάρι τού χεριού του πιό
δυνατό απ’ τό χέρι του
κι η ράχη τής καρέκλας κρατάει ζεστό τό φάρδος τής πλάτης του.

Γιά τούτα τ’ ασήμαντα πράματα—δέν ξέρω—
θέλω νά γράψω ένα μικρό τραγούδι πού νά δείχνει πώς δέν ξέρω
τίποτα γιά όλ’ αυτά, μόνο πώς είναι αυτά όπως είναι
μονάχα, καταμόναχα κι ούτε ζητάνε καμιά μεσολάβηση
ανάμεσα σ’ εκείνα καί σέ κάποιον άλλον.
Solidarity

The wind converses with the windows
like those who are going to separate.
The furniture becomes like the poor girls who gather
fallen olives. The evening walks under the olive trees
all alone and the field with harvested wheat
is a denial. The shed husk of the cicada
resembles a small bell-tower fallen on dry grass.

Later, the drizzle comes – it hunts the sparrows,
slowly the moon lies down under the cypresses
like the abandoned plow. The plowman
sleeps beneath the soil –
his wife alone with the dog and the thin ox.

The hands of silence are frozen
as she ties her black headscarf under her chin.
But the trace of his hand stays on the wood of the plow
more strong than his hand
and the chair’s back retains the warmth of his broad shoulder blades.

About these insignificant things – I don’t know –
I want to write a small song that will show I don’t know
anything about them, only that they are as they are
alone, completely alone and they don’t ask for any mediation
between themselves and someone else.
~Γιάννη Ρίτσου-ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Yannis Ritsos-Poems/translated by Manolis Aligizakis
http://www.authormanolis.wordpress.com
http://www.libroslibertad.ca

Yannis Ritsos//Γιάννης Ρίτσος

Ritsos_front large

ΚΑΙ ΜΙΑ ΑΛΛΗ ΝΥΧΤΑ

Εκείνο τ’ ασημένιο κηροπήγιο, τοποθετημένο
ανάμεσα σε δυο κενά. Δοκίμασε
να σβύσει το κερί και να πλαγιάσει. Τότε
διέκρινε την ένταση της αναπνοής του
επάνω στην αντίσταση της φλόγας, διέκρινε
την καμπύλη της φλόγας—μια ελάχιστη
υπόκλιση (σ’ αυτόν;), μια συγκατάνευση,
κ’ ύστερα η τρέμουσα ευθυστασία.
Δεν πλάγιασε.
Έμεινε να παρατηρεί μες απ’ αυτή τη φλόγα,
σ’ ένα απροσμέτρητο, λησμονημένο βάθος,
εκείνο το ίδιο σώμα, ολόγυμνο, άτρωτο,
σε νέα ανάληψη, καθόλου φωταγωγημένη,
ενώ στο δεξί πόδι του ανερχόμενου, δεμένο
το ίδιο σκοινί, συνέχιζε να τον ακολουθεί.

 
ANOTHER NIGHT

That silver candleholder, placed
between two empty spaces. He tried
to put the candle out and go to bed. Then he
compared the strength of his breath
opposite the resistance of the flame,
he discerned the flame’s contour – a faint
bow (to him?) a consent,
and then the trembling upright pose.
He didn’t lie down.
He stayed and observed within this flame,
in an immeasurable, forgotten depth,
that same body, naked, invincible,
in a new ascension, not at all illuminated,
while on the right foot of the ascending, the same
rope was tied and kept following him.

~Γιάννη Ρίτσου-ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Yannis Ritsos-Poems/translated by Manolis Aligizakis
http://www.authormanolis.wordpress.com
http://www.ekstasiseditions.com
http://www.libroslibertad.ca

Yannis Ritsos//Γιάννης Ρίτσος

ritsos front cover

ΓΥΝΑΙΚΕΣ

Είναι πολύ μακρινές οι γυναίκες. Τα σεντόνια τους μυρίζουν κα-
ληνύχτα.
Ακουμπάνε το ψωμί στο τραπέζι για να μη νιώσουμε πως λείπουν.
Τότε καταλαβαίνουμε πως φταίξαμε. Σηκωνόμαστε απ’ την καρέ-
κλα και λέμε:
“Κουράστηκες πολύ σήμερα” ή “άσε, θ’ ανάψω εγώ τη λάμπα”.

Όταν ανάβουμε το σπίρτο, εκείνη στρέφει αργά πηγαίνοντας
με μιαν ανεξήγητη προσήλωση προς την κουζίνα. Η πλάτη της
είναι ένα πικραμένο βουναλάκι φορτωμένο με πολλούς νεκρούς—
τους νεκρούς της φαμίλιας, τους δικούς της νεκρούς και τον δικό σου.

Ακούς το βήμα της να τρίζει στα παλιά σανίδια
ακούς τα πιάτα να κλαίνε στην πιατοθήκη κ’ ύστερα ακούγεται
το τραίνο που παίρνει τους φαντάρους για το μέτωπο.

WOMEN

Women are very distant. Their bed sheets smell
of goodnight.
They place the bread on the table so that we won’t miss them.
Then we understand we did something wrong. We get up
from the chair saying:
“You are very tired today” or “don’t worry, let me light the lamp.”

When we strike the match, she turns slowly going to
the kitchen with an inexplicable concentration. Her back
is a sad little mountain loaded with many dead –
the family dead, her dead and your death.

You hear her footsteps creaking on the old floor planks
you hear the plates crying in the plate rack and then the train
is heard carrying soldiers to the front line.
~Γιάννη Ρίτσου-ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Yannis Ritsos-Poems/translated by Manolis Aligizakis
http://www.authormanolis.wordpress.com
http://www.ekstasiseditions.com
http://www.libroslibertad.ca

Γιάννης Ρίτσος//Yannis Ritsos

Ritsos_front large

ΓΝΩΣΤΕΣ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ

Χρόνια και χρόνια αδημονούσε, γδυνόταν
μπροστά σε μικρούς ή μεγάλους καθρέφτες,
μπροστά σε όποιο τζάμι, δοκίμαζε με προσοχή
τη μια, την άλλη στάση, να διαλέξει, να εφεύρει
την πιο δική του, την πιο φυσική, για να γίνει
το τελειωμένο του άγαλμα—παρ’ όλο που τόξερε
πως συνηθέστερο τ’ αγάλματα ετοιμάζονται
για τους νεκρούς, κι ακόμη συνηθέστερο
για κάποιους άγνωστους, ανύπαρκτους θεούς.

~Αθήνα, 17-3-71

KNOWN OUTCOMES

For years and years he longed, he undressed
in front of small or large mirrors,
in front of every window, he carefully tried
one or another pose trying to choose, to invent
his own most natural pose, so that he would become
the perfect statue of himself – although he knew
that usually statues were prepared
for the dead and even more
often for some unknown, inexistent gods.

~Athens, 17-3-71

http://www.authormanolis.wordpress.com
http://www.libroslibertad.ca
http://www.ekstasiseditions.ca

Yannis Ritsos//Γιάννης Ρίτσος

Ritsos_front large

ΠΑΙΔΙΚΟ

Στό λιμανάκι η θάλασσα αντιγράφει
τα φύλλα και τα σύγνεφα και τα πουλιά
ωραία, προσεχτικά και καλλιγραφημένα—
ο αγέρας πού και πού με κάτι γαλανές χοντρές γραμμές
υπογραμμίζει βιαστικά τα λάθη της.

Μα αυτός που γράφει ολημερίς κοιτάζοντας τη θάλασσα
δεν κάνει ούτε ένα λάθος,—πικραμένη μου γαλήνη,—
κι όλο προσμένει την αγάπη αμίλητος
να υπογραμμίζει την καρδιά μου—μόνο λάθος.
CHILDISH

In the little harbor the sea copies
leaves, clouds, birds
beautifully, carefully and calligraphically –
from time to time the wind hastily underlines the sea’s
mistakes with some thick light-blue lines.

But the one who writes all day long staring at the sea
makes no mistakes – my embittered serenity –
and speechless he always yearns for love
to underline my heart – the only mistake.
ΤΡΙΣΤΙΧΟ

Ο ουρανός σου αναθέτει όλο του το γαλάζιο.
Πώς θ’ αντέξουν οι ώμοι σου όλη μέρα;
Πώς θ’ αντέξουν τα πλευρά του τραγουδιού σου;
THREE LINES
The sky entrusts you with all its light-blue.
How will your shoulders endure it all day?
How will the ribs of your song endure it?
~Γιάννη Ρίτσου-ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Yannis Ritsos-Poems/translated by Manolis Aligizakis
http://www.authormanolis.wordpress.com
http://www.libroslibertad.ca

Yannis Ritsos//Γιάννης Ρίτσος

ritsos front cover

ΠΕΡΙΜΕΝΟΥΜΕ

Νυχτώνει αργά στη συνοικία. Δε μας παίρνει ο ύπνος.
Περιμένουμε να ξημερώσει. Περιμένουμε
να χτυπήσει ο ήλιος σα σφυρί τις λαμαρίνες των υπόστεγων
να χτυπήσει το μέτωπό μας, την καρδιά μας
να γίνει ένας ήχος, ν’ ακουστεί ο ήχος—ένας ήχος άλλος,
γιατί η σιωπή είναι γεμάτη πυροβολισμούς από άγνωστα σημεία.

 

WE WAIT

Night falls late in the neighborhood. We can’t sleep.
We wait for daybreak. We wait
for the sun to strike like a hammer the tin roofs of the store covers,
to strike our foreheads, our hearts,
to turn into sound that can be heard – a different sound
because silence is filled by gunshots from unknown points.

 

ΤΟ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ

Εσύ δε θα μου πεις ευχαριστώ,
όπως δε λες ευχαριστώ στους χτύπους της καρδιάς σου
που σμιλεύουν το πρόσωπο της ζωής σου.

Όμως εγώ θα σου λέω ευχαριστώ
γιατί γνωρίζω τι σου οφείλω.

Αυτό το ευχαριστώ είναι το τραγούδι μου.
THANK YOU

You won’t say thank you to me
as you don’t say thank you to your heartbeats
which carve the face of your life.

But I shall say thank you to you
because I know what I owe you.

This thank you is my song.

http://www.libroslibertad.ca
http://www.ekstasiseditions.ca

YANNIS RITSOS//ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ

Ritsos_front large

ΚΑΤΑΝΟΗΣΗ

Κυριακή. Γυαλίζουν τα κουμπιά στα σακκάκια
σα μικρά γέλια. Το λεωφορείο έφυγε.
Κάτι εύθυμες φωνές—παράξενο
να μπορείς ν’ ακούς και ν’ αποκρίνεσαι. Κάτω απ’ τα πεύκα
ένας εργάτης μαθαίνει φυσαρμόνικα. Μια γυναίκα
είπε σε κάποιον καλημέρα—μια τόσο απλή και φυσική
καλημέρα
που θάθελες κ’ εσύ να μάθεις φυσαρμόνικα κάτω απ’ τα πεύκα.

Όχι διαίρεση ή αφαίρεση. Να μπορείς να κοιτάζεις
έξω από σένα — ζεστασιά και ησυχία. Να μην είσαι
“μονάχα εσύ”, μα “και εσύ”. Μια μικρή πρόσθεση,
μια μικρή πράξη της πρακτικής αριθμητικής, ευκολονόητη,
που κ’ ένα παιδί μπορεί να την πετύχει παίζοντας στο φως
τα δάχτυλά του
ή παίζοντας αυτή τη φυσαρμόνικα για ν’ ακούσει η γυναίκα.
UNDERSTANIDNG

Sunday. Buttons of coats shine
like small laughter. The bus is gone.
Some cheerful voices – strange
that you can hear and you can answer. Under the pine trees
a worker is trying to learn harmonica. A woman
said good morning to someone – so simple and natural good
morning
that you too would like to learn to play harmonica under the pine trees.

Neither division nor subtraction. To be able to look outside
yourself – warmth and serenity. Not to be
‘just yourself ’ but ‘you too’. A small addition,
a small act of practical arithmetic easily understood
that even a child can successfully do by playing with his fingers
in the light
or playing this harmonica so the woman can hear it.
~Γιάννη Ρίτσου-ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Yannis Ritsos-Poems/translated by Manolis Aligizakis
http://www.authormanolis.wordpress.com
http://www.ekstasiseditions.com
http://www.libroslibertad.ca

YANNIS RITSOS–SELECTED POEMS

Ritsos_front large

PUNISHMENT

One day time takes its revenge on behalf of all
the embittered people;
one day the beautiful braggarts with the curly hair and black
mustaches are punished
with the muscular bodies, the big hands, the leather bracelets on
their left wrists
the ones in the ships’ holds or the gas stations with their long pipes
the ones on Saturday nights with the sad zembeikikos dance with the
heavy eyelids and with the knife
the ones with the gold watches who never check the time. They get punished.
Lard hangs from their bellies. Bit by bit their hair falls
off their thighs and calves. The ships leave. They don’t take them.
One night
with a washed out crossed-eyed glance in the fully lit central
plaza they see Him passing
He who still retains the beautiful, truthful smile of the most bitter
life and the song
they have all forgotten and which only He whistles. The worst
of all is
they don’t understand their severe punishment and for this
they age faster and more severely in their unwashed houses with
the old spiders.

ΤΙΜΩΡΙΑ

Μια μέρα, ο χρόνος παίρνει την εκδίκησή του για λογαριασμό των πικρα-
μένων,
μια μέρα τιμωρούνται οι ωραίοι αλαζόνες με τα βοστρυχωτά μαλλιά, τα
μαύρα μουστάκια,
τα μυώδη σώματα, τα φαρδιά χέρια, τα πέτσινα βραχιόλια στο ζερβή
καρπό τους,
αυτοί σ’ αμπάρια καραβιών ή σε πρατήρια βενζίνας με μακριούς σωλήνες,
αυτοί, τα Σαββατόβραδα, με το βαρύ ζεμπέϊκικο, με τα βαριά ματόκλαδα
και το μαχαίρι,
αυτοί με τα χρυσά ρολόγια που ποτέ δεν κοιτάζουν την ώρα. Τιμωρούνται.
Ξίγκια κρεμάνα στην κοιλιά τους. Λίγο λίγο το τρίχωμα μαδάει
στα μεριά και στις κνήμες τους. Φεύγουν τα καράβια. Δεν τους παίρνουν.
Μια νύχτα
βλέπουν με ξέθωρο αλλήθωρο βλέμμα μες στη φωταψία της κεντρικής λεω-
φόρου να περνάει
αυτός που ακόμη διατηρεί το ωραίο, αλάνθαστο χαμόγελο της πιο πικρής
ζωής και το τραγούδι
εκείνο που όλοι το ξεχάσαν και που μόνος αυτός το σφυρίζει. Το χειρότερο
απ’ όλα
είναι που δεν καταλαβαίνουν τη βαθιά τους τιμωρία, και γι αυτό
πιο γρήγορα και πιο άσκημα γερνούν μέσα σε άπλυτα σπίτια με τις γριές
αράχνες.

~ “Yannis Ritsos-Selected Poems”, Ekstasis Editions, summer 2013
Poetry by Yannis Ritsos, Translated by Manolis Aligizakis