Yannis Ritsos//Γιάννης Ρίτσος

ritsos front cover

ΠΕΡΙΜΕΝΟΥΜΕ

Νυχτώνει αργά στη συνοικία. Δε μας παίρνει ο ύπνος.
Περιμένουμε να ξημερώσει. Περιμένουμε
να χτυπήσει ο ήλιος σα σφυρί τις λαμαρίνες των υπόστεγων
να χτυπήσει το μέτωπό μας, την καρδιά μας
να γίνει ένας ήχος, ν’ ακουστεί ο ήχος—ένας ήχος άλλος,
γιατί η σιωπή είναι γεμάτη πυροβολισμούς από άγνωστα σημεία.

 

WE WAIT

Night falls late in the neighborhood. We can’t sleep.
We wait for daybreak. We wait
for the sun to strike like a hammer the tin roofs of the store covers,
to strike our foreheads, our hearts,
to turn into sound that can be heard – a different sound
because silence is filled by gunshots from unknown points.

 

ΤΟ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ

Εσύ δε θα μου πεις ευχαριστώ,
όπως δε λες ευχαριστώ στους χτύπους της καρδιάς σου
που σμιλεύουν το πρόσωπο της ζωής σου.

Όμως εγώ θα σου λέω ευχαριστώ
γιατί γνωρίζω τι σου οφείλω.

Αυτό το ευχαριστώ είναι το τραγούδι μου.
THANK YOU

You won’t say thank you to me
as you don’t say thank you to your heartbeats
which carve the face of your life.

But I shall say thank you to you
because I know what I owe you.

This thank you is my song.

http://www.libroslibertad.ca
http://www.ekstasiseditions.ca

Vernal Equinox//Εαρινή Ισημερία

vernal equinox
ΣΚΑΝΔΑΛΙΖΕΙΝ

Σταματά το ψύρισμα
χέρι αιωρούμενο
αφηρημένα διαγράφει ένα κύκλο στο κενό
σαν πουλί παγωμένο πάνω
σε φακό φωτογραφικής μηχανής
η ήβη της τον σκανδαλίζει
σαν έρχεται στο νου του
απ’ τις μέρες εκείνου του Αυγούστου
στο ηλιοκαμένο νησί
στο νωχελικό μεσημεριανό ύπνο
στήν τραγουδιστή λαγνεία
αλλιώς ο καθρέφτης θα ράγιζε απ’ την ένταση
στο δροσερό δωμάτιο
μπροστά στα μάτια του
δάχτυλο σε αγωνιώδη κίνηση κύκλου
που ο ερωτισμός στριφογυρίζει
ψηλότερα ψηλότερα στην κορυφή
συγκλονιστικού οργασμού
άνεμος πανδαιμόνιο
πόθος κι ένας κατακόκκινος
Εωσφόρος καγχάζει σαρδόνια
που το ψυράφι αγγίζει το δέρμα του
ανοίγοντάς το
σαν κι εκείνης
χρώμα κοκκινωπό

~’Εαρινή Ισημερία’, Εκδόσεις ΕΝΕΚΕΝ, Θεσσαλονίκη, 2011

SCANDALOUS

He stops shaving razor floating in air
hand absentmindedly creates a circle in mid-void
like a bird stilled by camera lens
her scandalous vulva visits his mind
from days of that August
on the scorched island
in low tone siesta
in muffled moaning
lest the mirror would crack from tension
in the cool soothing room
before his eyes
finger in circular motion of agony
swirling eroticism
higher and higher
near a shuddering apex
wind pandemonium
lust and a red colored
Lucifer laughs sardonically
as the razor touches his flesh
opening it
like hers
color reddish

~VERNAL EQUINOX, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2011,
http://www.ekstasiseditions.com

George Seferis//Γιώργος Σεφέρης

George Seferis_cover

ΣΤΡΟΦΗ

Στιγμή, σταλμένη από ένα χέρι
που είχα τόσο αγαπήσει
με πρόφταξες ίσια στη δύση
σα μαύρο περιστέρι
Ο δρόμος άσπριζε μπροστά μου,
απαλός αχνός ύπνου
στο γέρμα του μυστικού δείπνου
Στιγμή σπυρί της άμμου,
που κράτησες μονάχη σου όλη
την τραγική κλεψύδρα
βουβή, σα να είχε δει την Υδρα
στο ουράνιο περιβόλι

STROPHE

Moment sent by a hand
that I had so much loved
you reached me almost at dusk
like a black dove
The road shone before me
soft breath of sleep
at the end of a secret feast
Moment grain of sand
that you alone kept
the tragic clepsydra whole
silent as though it had seen Hydra
in the heavenly orchard

Η ΛΥΠΗΜΕΝΗ

Στην πέτρα της υπομονής
κάθισες πρός το βράδυ
με του ματιού σου το μαυράδι
δείχνοντας πως πονείς
κι είχες στα χείλια τη γραμμή
που είναι γυμνή και τρέμει
σαν η ψυχή γίνεται ανέμη
και δέουνται οι λυγμοί
κι είχες στο νου σου το σκοπό
που ξεκινά το δάκρυ
κι ήσουν κορμί που από την άκρη
γυρίζει στον καρπό
μα της καρδιάς σου ο σπαραγμός
δε βόγκηξε κι εγίνη
το νόημα που στον κόσμο δίνει
έναστρος ουρανός

THE SADDENED GIRL

On the stone of patience
you sat at dusk
with the black of your eye
showing how you hurt
And on your lips you had
a line naked and shivering
as the soul spins
and sobs plead
and in your mind the tune
that starts a tear
and you were a body that from its edge
returns to its fruit
but your heart’s anguish
didn’t sob but turned into
a meaning given to the world
by the star filled sky

ΑΡΝΗΣΗ

Στο περιγιάλι το κρυφό
κι άσπρο σαν περιστέρι
διψάσαμε το μεσημέρι
μα το νερό γλυφό
Πάνω στην άμμο την ξανθή
γράψαμε τ όνομα της
ωραία που φύσηξεν ο μπάτης
και σβήστηκε η γραφή
Με τι καρδιά με τι πνοή
τι πόθους και τι πάθος
πήραμε τη ζωή μας λάθος!
κι αλλάξαμε ζωή

DENIAL

On the secluded seashore
white like a dove
we thirsted at noon
but the water brackish
On the golden sand
we wrote her name
when the sea breeze blew
the writing vanished
With what heart with what spirit
what desire and what passion
we led our life what a mistake
so we changed our life

“George Seferis-Collected Poems” translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, 2012, ~Finalist at the Greek National Literary Awards, category translation.

Nostos and Algos//Νόστος και Άλγος

nostos and algos cover

OLD COUPLE

Long and narrow rusted table
hardly stands motionless
bleached out tablecloth as though
thrown in debts of river for a long time
cloth faded like her eyes gazing the sea’s
agony that reaches the foreign land
where her son has vanished

shade of grapevine thick like a sin
and harsh like a thought pounding
her memory that light may be reborn

and he brings two plates
trembling hands pour wine in two glasses
small plate with olives, piece of feta

and the sigh expertly camouflaged by a smile
the lone cicada that insists to disturb
monologue of their loneliness

finally he sits next to her when
above them the grapevine laughs
as his calloused fingers touch
her wrinkled hand and the sun
somewhere higher than everybody
roars with laughter when the old man says
to her…you forgot to make the salad

“In memory of my parents
in their late years of life in the village”
ΖΕΥΓΑΡΙ ΓΕΡΟΝΤΩΝ

Στενόμακρο τραπεζάκι που
με δυσκολία στέκεται ακίνητο
τραπεζομάντηλο σαν
να το πέταξαν στο βάθος ποταμού
ξεθωριασμένο σαν τα μάτια της
να κοιτούν την αγωνία της θάλασσας
που οδηγεί στην ξενιτειά που ο γιός της ζει.

Ίσκιος κληματαριάς βαθύπνοος
και σκληρός σαν αμαρτία,
αμείλιχτος σαν σκέψη που σφυρηλατεί
τη θύμησή της για να ξαναγεννήσει φώς
κι εκείνος φέρνει τα δυο πιάτα,
το κρασί που τα τρεμάμενά του χέρια βάζουν
στα ποτήρια, πιατάκι ελιές, ένα κομμάτι φέτα

κι ο στεναγμός απλά μασκαρεμένος με το χαμογέλιο
κι απο του τζίτζικα την επιμονή να διακόπτει
της μοναξιάς τους το μονόλογο
όταν επιτέλους κάθεται δίπλα της.

Πάνωθέ τους η κληματαριά γελά
σαν τα ροζιασμένα δάχτυλά του
αγγίζουν τις ρυτίδες του χεριού της κι ο ήλιος
κάπου ψηλώτερα ξεκαρδίζεται στα γέλια
που της λέει… ξέχασες να κόψεις τη σαλάτα

‘Aφιερωμένο στους γονείς μου
που ζήσαν τα γηρατειά τους στο χωριό’

http://www.ekstasiseditions.com

George Seferis//Γιώργος Σεφέρης

Image

FIRES OF ST JOHN

Our fate, spilled lead, it can’t be altered
you can do nothing about it.
They spilled the lead in the water pitcher under the stars
and let the fires burn.

If you stand naked before the mirror at midnight
you see
you see the man moving through the mirror’s depth
your destined man, who will rule your body
in loneliness and in silence, the man
of loneliness and silence
and let the fires burn.

At the hour when one day ends and the other hasn’t commenced
at the hour when time is stopped
you need to find the man
who now and from the very beginning ruled your body
you must search for him, so that someone else may find him
when you are dead.

It’s the children who light the fires and yell before the fires
in the hot night
(Was there ever a fire not started by a child,
oh, Herostratus)
and they throw salt in the flames to sparkle it
(How strange the houses suddenly stare at us
the crucibles of men, when the gleam of fire
falls on them).

But you who met with the stone’s grace on the sea-whipped rock
the evening when stillness came
you heard from afar the human voice of solitude and silence
in your body
that night of St John
when all the fires went out
and you studied the ashes under the stars.

ΦΩΤΙΕΣ ΤΟΥ ΑΪ ΓΙΑΝΝΗ
Η μοίρα μας, χυμένο μολύβι, δεν μπορεί ν’ αλλάξει
δεν μπορεί να γίνει τίποτε.
Έχυσαν το μολύβι μέσα στο νερό κάτω από τ’ αστέρια κι
ας ανάβουν οι φωτιές.

Αν μείνεις γυμνή μπροστά στον καθρέφτη τα μεσάνυχτα
βλέπεις
βλέπεις τον άνθρωπο να περνά στο βάθος του καθρέφτη
τον άνθρωπο μέσα στη μοίρα σου που κυβερνά
το κορμί σου
μέσα στη μοναξιά και στη σιωπή τον άνθρωπο
της μοναξιάς και της σιωπής
κι ας ανάβουν οι φωτιές.

Την ώρα που τέλειωσε η μέρα και δεν άρχισε η άλλη
την ώρα που κόπηκε ο καιρός
εκείνον που από τώρα και πριν από την αρχή κυβερνούσε
το κορμί σου
πρέπει να τον εύρεις
πρέπει να τον ζητήσεις για να τον εύρει τουλάχιστο
κάποιος άλλος, όταν θα `χεις πεθάνει.

Είναι παιδιά που ανάβουν τις φωτιές και φωνάζουν
μπροστά στις φλόγες μέσα στη ζεστή νύχτα
(Μήπως έγινε ποτές φωτιά που να μην την άναψε
κάποιο παιδί, ώ Ηρόστρατε)
και ρίχνουν αλάτι μέσα τις φλόγες για να πλαταγίσουν
(Πόσο παράξενα μας κοιτάζουν ξαφνικά τα σπίτια
τα χωνευτήρια των ανθρώπων, σαν τα χαϊδέψει κάποια
ανταύγεια).

Μα εσύ που γνώρισες τη χάρη της πέτρας πάνω στο
θαλασσόδαρτο βράχο
το βράδυ που έπεσε η γαλήνη
άκουσες από μακριά την ανθρώπινη φωνή της μοναξιάς
και της σιωπής
μέσα στο κορμί σου
τη νύχτα εκείνη του Αϊ Γιάννη
όταν έσβησαν όλες τις φωτιές
και μελέτησες τη στάχτη κάτω από τ’ αστέρια.
~George Seferis-Collected Poems, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, 2012

http://www.libroslibertad.ca
http://www.authormanolis.wordpress.com

DROWN WOMAN

182446-nekriprosfygaslampedusa

DROWN WOMAN

With the sorrowful events that recently take place in Kos, Greece, the Facebook team “We say no to the Golden Dawn” posted the above photograph of a dead migrant woman raised from a boat that sank on October 2013 in the open sea outside the Italian island of Lambedousa.
The Facebook post writes the following:
“She was found floating on the waves as she is in this picture with her mobile phone, her wallet with a few small bills and pictures of her loved ones back home clenched onto her chest. She wouldn’t let the waves take away her only possessions, her beloved persons back home she didn’t want to feel alone the moment she felt the cold and death approaching.
There are many dead people on the shore. Many have no name. The news people talk of numbers, hundreds and hundreds of dead. No one knows their names. Who they’ve left behind? From whom they run away? What were their dreams? And when one says “the boats sink” this woman, this mother holds her dreams tight onto her breast.

“Let us remain…HUMAN”

~Translated from the Greek by Manolis Aligizakis

Με αφορμή τα θλιβερά περιστατικά που σημειώνονται τις τελευταίες ημέρες στην Κω, η ομάδα στο Facebook «Λέμε Όχι στη Χρυσή Αυγή» ανάρτησε μια φωτογραφία που ανήκει σε νεκρή πρόσφυγα που ανασύρθηκε από ναυάγιο που σημειώθηκε τον Οκτώβριο του 2013 στ’ ανοικτά της νήσου Λαμπεντούζα, στις ακτές της Ιταλίας.
Η σχετική ανάρτηση της ομάδας στο Facebook γράφει χαρακτηριστικά:
«Την βρήκαν στα κύματα έτσι, με το κινητό και το πορτοφόλι με τα λίγα λεφτά και τις φωτογραφίες των αγαπημένων της προσώπων στο στήθος. Δεν ήθελε να αφήσει στα κύματα της θάλασσας τα αγαπημένα της υπάρχοντα, δεν ήθελε να νιώσει μόνη τη στιγμή που αισθάνθηκε το κρύο και τον θανάτο να πλησιάζουν.
Υπάρχουν πολλά πτώματα στην παραλία. Πολλοί από αυτούς δεν έχουν ούτε ένα όνομα. Τα tg μιλάνε για αριθμούς, εκατοντάδες και εκατοντάδες νεκροί. Κανείς δεν ξέρει ποιοι είναι,ποιους άφησαν σπίτι, από τι τρέχουν, ποια ήταν τα όνειρά τους. Και όταν κάποιος λέει «βουλιάζουμε τα ποταμόπλοια» αυτή η γυναίκα, η μητέρα, , πιέζει ακόμα πιο δυνατά στο στήθος τα όνειρά της.
Ας παραμείνουμε ‘ΑΝΘΡΩΠΟΙ’…».

http://dithen2010.blogspot.ca/

Yannis Ritsos-Poems, “The World is One”/Γιάννη Ρίτσου “Ο Κόσμος Είναι Ένας”

Ritsos_front large

Vatican Museum

Da Vinci Raphael Michelangelo, – how they incised

the greatest skies in the human face, in the human body

toenails and fingernails, leaves and stars, nipples, dreams, lips, –

to red and the light blue the tangible and the inconceivable. Perhaps from

touching of these two fingers the world was reborn. The space

between these two fingers still measures accurately

the earth’s pull and duration.

I can’t bear it – he said –

so much beauty and so much sinful sanctity. I’ll go out to the white

balcony and smoke fifteen cigarettes in a row, marveling at the

view of Rome from high above looking at the big buses below

unloading bunches of tourists at the Museum’s front

breaking with my two fingers in my pants pocket

a bunch of stolen toothpicks, as if I would break all

the wooden crosses where all human desires were crucified.

 

ΜΟΥΣΕΙΟ ΒΑΤΙΚΑΝΟΥ

 

Ντα Βίντσι, Ραφαήλ, Μικελάντζελο, — πώς κλείσαν

τους πιο μεγάλους ουρανούς στο ανθρώπινο πρόσωπο, στο ανθρώπινο σώμα,

νύχια ποδιών και χεριών, φύλλα και άστρα, θηλές, όνειρα, χείλη, —

το κόκκινο και το γαλάζιο, το απτό και το ασύλληπτο. Απ’ το άγγιγμα ίσως

αυτών των δακτύλων να γεννήθηκε και πάλι ο κόσμος. Η απόσταση

ανάμεσα σ’ αυτά τα δάχτυλα μετράει με ακρίβεια ακόμη

την έλξη της γης και τη διάρκεια.

Δεν αντέχω — είπε—

τόση ομορφιά και τόση αμαρτωλή αγιότητα. Θα βγω στον άσπρο εξώστη

να κανπνίσω συνέχεια δεκαπέντε τσιγάρα, αποθαυμάζοντας από ψηλά

τη θέα της Ρώμης, βλέποντας κάτω τα μεγάλα λεοφωρεία

ν’ αδειάζουνε τσαμπιά τουρίστες στα προπύλαια του Μουσείου,

σπάζοντας με τα δυο μου ΄δαχτυλα μέσα στην τσέπη του παντελονιού μου

ένα σωρό κλεμμένες οδοντογλυφίδες, σαν να σπάζω

όλους τους ξύλινους σταυρούς όπου σταυρώθηκαν οι ανθρώπινες επιθυμίες.

~Translated by Manolis Aligizakis

~ www.libroslibertad.ca

 

ΣΤΗΝ ΟΔΟ ΠΟΥ ΔΕΝ ΟΝΟΜΑΣΤΗΚΕ “ΟΔΟΣ ΠΑΖΟΛΙΝΙ”

 

Πλατύ πρωινό της Ρώμης που πλαταίνει το σύμφωνο λάμδα

μες στις φωνές των μικροπωλητών, στα λάστιχα των λεοφωρείων,

και στη σιωπή των αγαλμάτων.

Ώχρα σκιασμένη στις ανατολικές προσόψεις

των μαγαζιών και των μεγάρων. Πόρτες και πόρτες

συγκρατούν τα ημικύκλια των ίσκιων σ’ ένα κ ά π ο τ ε. Παράξενο,

— είπε —

σε μιάν αρχαία πολιτεία, με κόκκινα σκοτεινά χρώματα,

να υπάρχουνε παιδιά κρατημένα απ’ το χέρι της μάνας τους

σ’ αυτούς τους πολυσύχναστους δρόμους, κάτω από αναρίθμητα παράθυρα,

εδώ

που ο Παζολίνι σεργιανούσε τις νύχτες του, — Στρατσιόνε Τέρμινι, εδώ

που σ’ ένα υπαίθριο σανιδένιο κιόσκι ένας χοντρός σύγχρονος Νέρων

πουλούσε στους περιηγητές πολύχρωμα φουλάρια. Αγόρασα ένα κόκκινο

το `δεσα στο λαιμό μου, και καταμεσής του δρόμου σφύριξα:

Ε μ π ρ ό ς  τ η ς  γ η ς  ο ι  κ ο λ α σ μ έ ν ο ι,  Ε μ π ρ ό ς  τ η ς  γ η ς

ο ι  κ ο λ α σ μ έ ν ο ι.

THE STREET THAT WAS NOT NAMED “PASOLINI STREET”

Wide morning in Rome that widens the consonant l

amid the vendors yelling, the tires of buses

and the statues’ silence.

Ocher shadowed in the eastern facades

of stores and buildings. Doors and doors uphold

the semicircles of shadows at one time. Strange –

he said –

in an ancient city, with red and dark yellow colors

to find children held by their mother’s hand

in these very busy streets, under the countless windows,

here

where Pasolini saunter in the night – Termini Station, here

in an outdoor wooden kiosk a contemporary fat Nero was

selling colorful scarves to tourists. I bought a red one

and tied it around my neck and in the midst of the street I whistled

C o m e  o n  a l l  t h e  e a r t h’ s  s i n f u l, C o m e  o n  a l l  t h e

e a r t h’ s  s i n f u l

 

                                                                               ~Rome, 18-9-78

~Translation, Manolis Aligizakis

~“Yannis Ritsos-Poems”

www.libroslibertad.ca