NOSTOS and ALGOS (Nostalgia)

nostos and algos cover

FIRES

Ancient fires burning
still inside the temples
outside the porticos,

center of the agora
where an eloquent poet once

orated verses before
the paranoid oligarchy
expelled him from the city

images come to us
and nothing has really

changed over eons
except the invention

of bullets to speed
the process of apathy

ΦΩΤΙΕΣ

Προαιώνιες φωτιές καίουν
μέσα στους ναούς
κι έξω στα περιστύλια

και στο κέντρο της αγοράς
που κάποτε ο εύγλωτος ποιητής

πρίν τον εξωστρακίσει
η παρανοϊκη ολιγαρχία
απάγγελνε αιθέριες στροφές.

Εικόνες που έρχονται στη μνήμη
και τίποτα δεν έχει αλλάξει

μέσα στούς αιώνες
παρα η εφεύρεση της σφαίρας

που με ταχύτητα φωτός
κοσμει τη γενικήν απάθεια

~ Nostos and Algos, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2012
~ Φυλλορροές, ΕΝΕΚΕΝ, Θεσσαλονίκη, 2013

SECOND ADVENT OF ZEUS

athena_7

ATHENA

Athena smiled at me when I observed

that everything suited its place
nothing jutted out of position
but the palm tree
in sandy corners of the earth
that needed direction when
early in life I discovered
my secret love: the sea
dark blue and merciless
inviting and ardent punisher
of sins told and petrified

when the goddess chose
of to make my cenotaph and
to erect my statue that
spoke of greatness
true demagogue that I was
with the vague smile
upon my face

she then placed a wilted daffodil
and a fiery red carnation
over my heart
it was a sad day when
I drank water diaphanous to be
it was a diaphanous day
when I vanished
in the azure and
with my legs I strode freely
over my statue’s joy

ΑΘΗΝΑ

Κι η Αθηνά χαμογέλασε που πρόσεξα

πως όλα ταίριαζαν στην θέση τους
τίποτα πουθενά δεν προεξείχε
εκτός από το φοίνικα
σ’ αμμουδερές γωνιές της γης
που χρειαζόταν ρύθμιση
φρέσκος που ήμουν στη ζωή
κι έμαθα την κρυφή μου
αγάπη: θάλασσα
γαλανή κι αμείλικτη
δελεαστική κι αυστηρή τιμωρός
δηλωμένων αμαρτιών και ξεχασμένων

και διάλεξε η Αθηνά μαρμάρινο
το κενοτάφιο να στήσει
και τ’ άγαλμά μου να υψώσει
για τη μεγαλωσύνη
που θα δημαγωγεί
μ’ ένα ανεπαίσθητο χαμόγελο
το προσωπό μου

κι έβαλε μαραμένο μανουσάκι
κι ένα γαρύφαλλο ολοκόκκινο
στο μέρος της καρδιάς μου

ήταν μια μέρα μελαγχολική
όταν ήπια νερό κι έγινα διάφανος
ήταν μια μέρα διάφανη
όταν εξαφανίστηκα
μες στο βαθύ γαλάζιο
και με τα πόδια μου υπερσκέλιζα
του άγάλματός μου τη χαρά

~ΔΕΥΤΕΡΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΔΙΑ, συλλογή εν εξελίξει.
~SECOND ADVENT OF ZEUS, collection in progress.

SECOND ADVENT OF ZEUS

images

APHRODITE

And Aphrodite granted me her reddish

hymen that I craved
to push open
tough veil of my ambition
hymn that
I sang over the earth’s
green bosom and
on white bed-sheets rough and
unapologetic
where I learned
to measure
feminine superiority with shades of color
as I was born
to enjoy it
during the harsh hours
of peace

Suddenly I became impious
her arms went around my neck
holding me captive
in thoughts of lust
enjoyable and unspent
my folded arms
inside my grave I saw
oars of my boat to lead me
across the little cove
I always seek to arrive
to your embrace
impious I became
my kin’s apostate
profane supporter of bulbs and
ardent defender of the oath taken
under the auspices of the full moon

ΑΦΡΟΔΙΤΗ

Κι η Αφροδίτη τον κοκκινωπό της μου δώρησε

υμένα που πολύ πεθύμησα
να διακορεύσω
τραχύ βέλο η φιλοδοξία μου
ύμνος
που στον αιθέρα έψαλλα,
στης γης το βάθος
και στα λευκά σεντόνια
τραχιά και αμεταμέλητα
εκεί που έμαθα
πώς να μετρώ
με χρώματα τη θυληκή υπεροχή
κι ήμουν έτσι φτιαγμένος
να την απολαμβάνω
τις σκληρές ώρες
της ειρήνης

Ξαφνικά έγινα ανευλαβής κι ένιωσα
πως τα μπράτσα της γύρω απ’ το λαιμό
φυλάκιζαν το είναι μου
μ’ ερωτικές σκέψεις
ευχάριστες κι αξόδευτες
στο στήθος σταυρωτά τα χέρια μου
κάτω απ’ την ταφόπετρα είδα
σταθερά κουπιά βάρκας μου
προς την άλλη μεριά του κόλπου
που πάντα σκόπευα να πάω
και κούρνιαξα στην αγκαλιά σου
ανευλαβής που έγινα
του γένους μου αποστάτης
ανίερος υποστηριχτής βολβών
κι ένθερμος υπερασπιστής του όρκου που δώσαμε
κάτω απ’ την ευοίωνη πανσέληνο
~ΔΕΥΤΕΡΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΔΙΑ, συλλογή εν εξελίξει.
~SECOND ADVENT OF ZEUS, collection in progress.

UBERMENSCH-ΥΠΕΡΑΝΘΡΩΠΟΣ

ubermensch_cover

FIRST TOUCH

As we had almost learned the meaning of the bird’s chirp
the secret of the lion’s calling, to the heights of our primeval
gods we wished to reach, innocent blood that drenched
the virgin’s lips we kissed, lips that once we loved
to the point of grief, serious teachings upheld by stony
shoulders, guideposts we selected before we reached
the first village.
He stood on top of the hovel pitch black clouds encircled
the sky canopy, His voice but a thunder into our ears,
as though God sent, apocalypse re-enacted, the longer
you dwell in fear, He said, the longer you remain slaves.
His head was raised, as if to address someone equal to
Himself, in our veins the blood was boiling as He prepared
a new path for our clan and we had just started to understand
the meaning of this music.

ΠΡΩΤΗ ΕΠΑΦΗ

Μόλις που μάθαμε τι πάει να πει τιτίβισμα πουλιού
και μυστικό στου λιονταριού το κάλεσμα, στο ύψος
των πανάρχαιων θεών μας αποζητήσαμε να φτάσουμε,
αίμα αγνό που έβαψε χείλη παρθένας εφιλήσαμε, χείλη
που κάποτες πολύ λατρέψαμε μέχρι στο σύνορο του πένθους
ώμοι πετρώδεις που υπεράσπισαν διδάγματα σπουδαία
γίναν σηματωροί μας όταν στο πρώτο χωριό φτάσαμε.
Σε μιας καλύβας τη σκεπή ανέβηκε, κατάμαυρα
τα σύννεφα που περιέβαλαν το θόλο του ουρανού
φωνή ίδια βροντή, θεόσταλτη, θα έλεγες, αναπαρίστανε
την αποκάλυψη, ‘όσο πιο πολύ φοβάστε’, είπε, ‘τόσο πιο πολύ
σκλάβοι θα μείνετε.’
Είχε σηκώσει το κεφάλι σαν να `θελε σε κάποιο
να μιλήσει ισάξιό του, το αίμα έβραζε στις φλέβες μας
που ετοίμαζε για την ομάδα μας νέα πορεία και μόλις
που καταλαβαίναμε τούτης της μουσικής το νόημα.

~UBERMENSCH, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2013

SECOND ADVENT OF ZEUS

images

HADES

Hades looked at the barren earth and

with His strong hand He spread
the brown to the right and
to the left the red bloody

hills and downward roads
leading to the sea where
sweat and salt were balanced

when for a moment He stopped
to listen to the owl’s call

hour of wisdom incarnated
lines of people He pulled from
the earth’s bottom
chthonian climax
unorthodox couplings
an expert analyser he counted
the fingers and the phalli of men
eloquent contours of women
sea caves where future

generations were destined to dwell
labyrinthine quotations
asymmetrical widths
elliptical lengths and
a saddened August

looking for naked bodies
lying on the fiery seashore

ΧΑΡΟΣ

Κι ο Χάρος κοίταξε την άγονη γη

και με το στιβαρό Του χέρι έσπειρε
το καφετί προς τα δεξιά
και προς τ’ αριστερά το κόκκινο του αιμάτου

λοφίσκοι και κατηφοριές
να οδηγούν στη θάλασσα
ιδρώτας που αναμίχτηκε με την αλμύρα

όταν για μια στιγμή σταμάτησε
ν’ αφουκραστεί του γκιώνη κάλεσμα

ώρα που η σοφία ενσαρκώθηκε
σειρές ανθρώπων έσυρε
από τη γης τα έγκατα
χθόνιο κορύφωμα
κι ανορθόδοξες συζεύξεις
ειδικευμένος αναλυτής που μέτρησε
τα δάχτυλα και τους φαλλούς αντρών
καλλιγραφικές καμπύλες γυναικών
ανήλιαγιες σπηλιές που μέλλονταν

γεννιές μελλοντικές να κατοικήσουν
λαβυρίνθιες περικοπές
πλάτη ασσύμετρα
μήκη ελλειπτικά
κι ο λυπημένος Αύγουστος

να ψάχνει για γυμνά κορμιά
πάνω στη φλογισμένη ακρογιαλιά

~ΔΕΥΤΕΡΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΔΙΑ, συλλογή εν εξελίξει.
~SECOND ADVENT OF ZEUS, collection in progress.

SECOND ADVENT OF ZEUS/ΔΕΥΤΕΡΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΔΙΑ

Copyrighted_Image_Reuse_Prohibited_784771

D

The merciful Hestia built my dwelling

echo of a gallop
sang in faraway lands
sound of a comma
I heard
the exclamation
of a woman’s nipple
an exhausted tree stopped
its rustle and I existed
in vague limbo

homophonic crickets spoke of duty
foggy installment of guilt

I carried into this world from
the serenity of the blessed souls
an unbroken link
to my ancestors beauty

wrath of barbarians at the cross points
of history and I felt Him
leaning over my cradle
to remind me
my future war against
shadows and
prickly pears seeds
the slow crawl of pain
had already commenced

easing my path to humanness

ΙV

Εστία σπλαχνική έχτισε το χαγιάτι μου

ηχώ καλπασμού
σε μακρινά μέρη που ακούστηκε
πάταγος από κόμμα
που άκουσα
θαυμαστικό
γυναίκειας θηλής
το εξαντλημένο δέντρο που σταμάτησε
το θρόϊσμά του κι υπήρξα
στην απροσδιόριστη διάσταση

ομόηχα τριζόνια μίλησαν για καθήκον
μια θαμπή δόση ενοχής

που έφερα σ’ αυτό τον κόσμο
απ’ τη γαλήνη των ευλογημένων ψυχών
αδιάσπαστος κρίκος
με των προγόνων την ομορφιά

οργή των βαρβάρων στο σταυροδρόμι
της ιστορίας και τον ένιωσα
να γέρνει πάνω απ’ το λίκνο μου
και να μου θυμίζει κάποιο
μελλοντικό μου πόλεμο
εναντίον σκιών
και σπόρων φραγκοσύκων
το αργό πέρασμα του πόνου
είχε κιόλας αρχηνίσει

εύκολη τη μετάλλαξή μου σ’ άνθρωπο

SECOND ADVENT OF ZEUS

images

C

And I grew under Apollo’s sun

minutes of expressiveness
alone in darkness and
before I opened my eyes
I was accompanied
by the rule of failure
born blind and
accused of heresy
a revolution in its making
even before I could utter
a groan or a begging cry

I gathered all my strength
to set a date with Death
hours before I appeared
in my mother’s arms
newborn festivity
error permitted
two legs just to walk
a heart as if
to feel emotion and
other human traces
of grandeur

ΙΙΙ

Στον ήλιο του Απόλλωνα μεγάλωσα

λεπτά εκφραστικά
μόνος στα σκοτεινά
πρoτού τα μάτια ανοίξω
είχα για συνοδεία
το νόμο της αποτυχίας
που εγεννήθηκα τυφλός
μ’ είπαν κι αιρετικό
μια επανάσταση στη γέννησή της
πριν καν μια λέξη να ειπώ
κλάμα λυπητερό ή πόνου

συγκέντρωσα όλη τη δύναμη
κι εταχτοποίησα
το ραντεβού μου με το θάνατο
ώρες πριν γεννηθώ
στα χέρια μάνας
νιογέννητη γιορτή
λάθος επιτρεπτό
δυο πόδια για να περπατώ
μία καρδιά
για να αισθάνομαι
κι άλλα ανθρώπινα
μεγαλοσύνης σημάδια

~ΔΕΥΤΕΡΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΔΙΑ, συλλογή εν εξελίξει.
~SECOND ADVENT OF ZEUS, collection in progress

CHTHONIAN BODIES–ΧΘΟΝΙΑ ΚΟΡΜΙΑ

sea

LOGOGRIPH

Longing descends
at low tide
ascends a languorous
watery apex
at high pulse
chthonic impulse of
movement pushes
earth’s bottom
to the surface
lethargic ache
tsunami of ideas
to gulp a mortal
or two and their belongings

resurrection
renewal
rebirth of tidal love
ΛΟΓΟΓΡΙΦΟΣ

Επιθυμία που ελαττώνεται
σαν άμπωτη
κι εντείνεται χαυνωτική παλίρροια
στου νερού το κορύφωμα
υποχθόνια παρόρμηση
που σπρώχνει τα έγκατα της γης
στην επιφάνεια ληθαργικού πόνου
τσουνάμι ιδεών να καταπιεί
ένα ή δυό θνητούς
και τα συμπράκαλά τους

ανάσταση
ανανέωση
αναγέννηση παλιρροιακής αγάπης

~Painting by Ken Kirkby-poem by Manolis

~

GILGAMESH-the Hero, the Poet, the Ruler

images 2307px-Izdubar

Gilgamesh was a king of Uruk, Mesopotamia, who lived sometime between 2800 and 2500 BC. He is the main character in the Epic of Gilgamesh, an Akkadian poem that is considered the first great work of literature, and in earlier Sumerian poems. Gilgamesh is a demigod of superhuman strength who built the city walls of Uruk to defend his people and travelled to meet the sage Utnapishtim, who survived the Great Deluge. According to the Sumerian King List, Gilgamesh ruled his city for 126 years. In the Tummal Inscription, Gilgamesh and his son Urlugal rebuilt the sanctuary of the goddess Ninlil in Tummal, a sacred quarter in her city of Nippur.
The Epic of Gilgamesh is an epic poem from ancient Mesopotamia. Dating from the Third Dynasty of Ur (circa 2100 BC), it is often regarded as the first great work of literature. The literary history of Gilgamesh begins with five Sumerian poems about ‘Bilgamesh’ (Sumerian for ‘Gilgamesh’), king of Uruk. These independent stories were later used as source material for a combined epic. The first surviving version of this combined epic, known as the “Old Babylonian” version, dates to the 18th century BC and is titled after its incipit, Shūtur eli sharrī (“Surpassing All Other Kings”). Only a few tablets of it have survived. The later “Standard” version dates from the 13th to the 10th centuries BC and bears the incipit Sha naqba īmuru (“He who Saw the Deep”, in modern terms: “He who Sees the Unknown”). Approximately two thirds of this longer, twelve-tablet version have been recovered. Some of the best copies were discovered in the library ruins of the 7th-century BC Assyrian king Ashurbanipal.
The first half of the story discusses Gilgamesh, king of Uruk, and Enkidu, a wild man created by the gods to stop him oppressing the people of Uruk. After an initial fight, Gilgamesh and Enkidu become close friends. Together, they journey to the Cedar Mountain and defeat Humbaba, its monstrous guardian. Later they kill the Bull of Heaven, which the goddess Ishtar sends to punish Gilgamesh for spurning her advances. As a punishment for these actions, the gods sentence Enkidu to death.
In the second half of the epic, Gilgamesh’s distress at Enkidu’s death causes him to undertake a long and perilous journey to discover the secret of eternal life. He eventually learns that “Life, which you look for, you will never find. For when the gods created man, they let death be his share, and life withheld in their own hands”. However, because of his great building projects, his account of Siduri’s advice, and what the immortal man Utnapishtim told him about the Great Flood, Gilgamesh’s fame survived his death. His story has been translated into many languages, and in recent years has featured in works of popular fiction.
The Epic of Gilgamesh combines the power and tragedy of the Iliad with the wanderings and marvels of the Odyssey. It is a work of adventure, but is no less a meditation on some fundamental issues of human existence.

IMAGES 3SumerCylinderSeal7
Έπος του Γκιλγκαμές
Το Έπος του Γκιλγκαμές είναι ένα επικό ποίημα από την περιοχή της Βαβυλωνίας κι αποτελεί το αρχαιότερο γνωστό λογοτεχνικό έργο, και που ανάγεται σήμερα στην Ασσυρο-Βαβυλωνιακή φιλολογία. Πρόκειται για τη συλλογή θρύλων και ποιημάτων των Σουμερίων για τον Γκιλγκαμές, μυθικό ή/και ιστορικό πρόσωπο Βασιλέα ήρωα της Ουρούκ που θεωρείται ότι έζησε την 3η χιλιετία π.Χ. Το Έπος του Γκιλγκαμές, αποτελεί μια ποιητική παράδοση, στην αρχή προφορική, που μετά από κάποιους αιώνες απετέλεσε τον πυρήνα ενός ποιητικού κύκλου σε σουμερική γλώσσα. Οι μεταγενέστεροι ποιητές του Ακκάδ εμπνεύστηκαν ένα έπος όπου στη πληρέστερη μορφή του, (όπως έχει διασωθεί), περιείχε δώδεκα άσματα.
Το έπος αυτό περιλαμβάνει και τον περίφημο μύθο του Κατακλυσμού των Σουμερίων, με ήρωα τον Ουτναπιστίμ. Η βασική ιστορία περιστρέφεται γύρω από τη σχέση φιλίας που αναπτύσσεται ανάμεσα στο βασιλιά Γκιλγκαμές και τον Ενκίντου, έναν ημιάγριο άνθρωπο που γίνεται φίλος του βασιλιά και μαζί αναλαμβάνουν ριψοκίνδυνες αποστολές, ενώ δίνει μεγάλη σημασία και στο συναίσθημα απώλειας που διακατέχει τον Γκιλγκαμές μετά το θάνατο του Ενκίντου.
Το Έπος του Γκιλγκαμές έχει παρουσιαστεί από πολλούς συγγραφείς είτε ως μετάφραση είτε ως μυθιστορηματική αφήγηση του πρωτότυπου κειμένου.
Η υποτιθέμενη περίοδος βασιλείας του Γκιλγκαμές πιστεύεται ότι ήταν περίπου το 2500 π.Χ., 400 χρόνια νωρίτερα από τις αρχαιότερες γραπτές πηγές. Ωστόσο, η ανακάλυψη αρχαιολογικών ευρημάτων που συνδέονται με το βασιλιά Άγκα της πόλης Κις, ο οποίος αναφέρεται μεσα στο έπος, αποτελούν ενδείξεις για το ότι ο Γκιλγκαμές ίσως να ήταν και ιστορικό πρόσωπο.
Η εντέκατη πινακίδα από το έπος του Γκιλγκαμές αναφέρεται στο μύθο του Κατακλυσμού, ο οποίος αντλεί τα περισσότερα στοιχεία από το Έπος του Ατραχάσις. Kάποιες φορές προσέθεταν και μια δωδέκατη πινακίδα στο υπόλοιπο έπος, που αποτελούσε τη συνέχεια της εντέκατης, αλλά σίγουρα ήταν μεταγενέστερη από τις υπόλοιπες, καθώς έχει διαφορετικό τρόπο γραφής και δεν ακολουθεί την αλληλουχία των υπόλοιπων πινακίδων.
Το Έπος του Γκιλγκαμές συνδυάζει τη δύναμη και τραγικότητα της Ιλιάδας με τα ταξίδια και τα θαύματα της Οδύσσειας. Είναι από τη μια πλευρά ένα περιπετειώδες ποίημα αλλά κι ένας διαλογισμός σε μερικά βασικά ανθρώπινα υπαρξιακά θέματα.
~Epic of Gilgamesh – Wikipedia, the free encyclopedia