Friedrich Nietzsche

 

 800px-Nietzsche187a

ΦΡΕΙΔΕΡΙΚΟΣ ΝΙΤΣΕ

 

Η ΑΙΩΝΕΙΑ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ

To δόγμα της αιώνιας επιστροφής το οποίο αποτελεί την βασική σύλληψη του Τάδε έφη Ζαρατούστρα θέτει το ερώτημα: «Πόσο θα ήταν διατεθειμένος ένας άνθρωπος, απέναντι στον εαυτό του και στη ζωή, να μην επιθυμεί διακαώς τίποτε άλλο παρά την απεριόριστη επιστροφή, χωρίς μεταβολές, του κάθε ενός λεπτού;».

Η «αιώνια επιστροφή» είναι μια ιδέα μυστηριώδης και ο Νίτσε με αυτήν έφερε πολλούς φιλοσόφους σε δύσκολη θέση: σκέψου δηλαδή ότι μια μέρα όλα πρόκειται να επαναληφθούν όπως ήδη τα έχουμε ζήσει και ότι ακόμα κι η επανάληψη αυτή θα επαναλαμβάνεται ασταμάτητα! Τι πάει να πει αυτός ο χωρίς νόημα μύθος;

Ο μύθος της αιώνιας επιστροφής μας λέει, αρνητικά, ότι η ζωή που μια για πάντα θα εξαφανιστεί και δεν θα ξανάρθει, μοιάζει με σκιά, ότι δεν έχει βάρος, ότι ήδη από σήμερα είναι πεθαμένη, κι ότι, όσο άσπλαχνη, όσο ωραία, όσο λαμπερή κι αν είναι, αυτή η ομορφιά, αυτή η φρίκη, αυτή η λαμπρότητα, δεν έχουν κανένα νόημα”

Στην θεωρία ή καλύτερα ‘ομοίωμα θεωρίας’ της ‘αιώνιας επιστροφής’ ο Νίτσε αναδεικνύει τη σημασία του ‘είναι του γίγνεσθαι’ και της κυκλικής του αναγκαιότητας. Ο κόσμος του Νίτσε μπορεί να θεωρηθεί ένα ομοίωμα, ένα αντίγραφο που αναπαράγεται στο διηνεκές: ‘επειδή σε κάθε στιγμή είναι επανάληψη, ομοίωμα πραγμάτων που συνέβησαν ήδη απεριόριστες φορές’. Ή όπως αναφέρεται κάπου αλλού: ‘Εάν το σύμπαν είχε μια θέση ισορροπίας, εάν το γίγνεσθαι είχε κάποιο σκοπό ή μια τελική κατάσταση, θα τα είχε ήδη πετύχει’.

Ό,τι αποκλείεται από την ‘ αιώνια επιστροφή ‘ ό,τι δεν ξαναγυρνά, είναι αυτό που προσπαθεί να τεθεί ως μοναδικό μοντέλο, ως πρωτότυπο ‘εκτός χρόνου’, ως αυτό που διακρίνει το γνήσιο από το αντίγραφο.

Υποτίθεται ότι οι περισσότεροι άνθρωποι θα θεωρούσαν, θα έπρεπε να θεωρούν, αυτή την σκέψη εξουθενωτική, διότι θα το θεωρούσαν ίσως δυνατόν να προτιμήσουν την αιώνια επιστροφή της ζωής τους σε μία επιδιορθωμένη εκδοχή παρά να επιθυμούν διακαώς την αιώνια επιστροφή της δυστυχίας τους. Εκείνος που θα αποδεχόταν την επιστροφή, χωρίς αυταπάτες και χωρίς υπεκφυγές, θα ήταν ένα υπεράνθρωπο ον (Ubermensch), ένας υπεράνθρωπος, που η απόσταση του από τον κανονικό άνθρωπο, κατά τον Νίτσε, είναι μεγαλύτερη από την απόσταση ανάμεσα στον άνθρωπο και τον πίθηκο. Οι σχολιαστές διαφωνούν ακόμη ως προς το εάν υπάρχουν ειδικά χαρακτηριστικά τα οποία προσδιορίζουν τον άνθρωπο ο οποίος ενστερνίζεται την αιώνια επιστροφή.

 

H ΕΠΙΔΡΑΣΗ ΤΟΥ ΝΙΤΣΕ

 

O Νίτσε έγραψε κάποτε ότι μερικοί άνθρωποι γεννιούνται μετά τον θάνατο τους και αυτό ασφαλώς ισχύει στην περίπτωση του. H ιστορία της φιλοσοφίας, της θεολογίας και της ψυχολογίας τού 20ού αιώνα δεν νοείται χωρίς αυτόν. Πολλά, λογουχάρη, του οφείλει το έργο των Γερμανών φιλοσόφων Μαξ Σέλερ, Καρλ Γιάσπερς και Μάρτιν Χάιντεγκερ, καθώς και εκείνο των Γάλλων φιλοσόφων Αλμπέρ Καμύ, Ζακ Ντεριντά  και Μισέλ Φουκώ.

O υπαρξισμός  και ο αποικοδομητισμός (deconstructionism), ένα κίνημα της φιλοσοφίας και της λογοτεχνικής κριτικής, αντλούν πολλά στοιχεία από το έργο του. Ο Martin Buber,   ο   μεγαλύτερος   στοχαστής τού ιουδαϊσμού τον 20ό αιώνα, θεωρούσε τον Νίτσε ως μία από τις τρεις πιο σημαντικές επιδράσεις που δέχθηκε στη ζωή του και μετέφρασε στα Πολωνικά το πρώτο μέρος τού Ζαρατούστρα. Βαθιά ήταν η επίδραση που άσκησε στους ψυχολόγους Άλφρεντ Άντλερ και Καρλ Γιουνγκ, όπως και στον Ζήγκμουντ Φρόυντ, ο οποίος είπε ότι ο Νίτσε διέθετε μία αντίληψη για τον εαυτό του που ήταν διεισδυτικότερη   από  οποιουδήποτε άλλου ανθρώπου που είχε ζήσει ή θα ζήσει ποτέ.

Μυθιστοριογράφοι όπως ο Τόμας Μαν, ο Χέρμαν Έσε, ο Αντρέ Μαλρώ, ο Αντρέ Ζιντ  και ο Τζων Γκάρντνερ εμπνεύστηκαν από το έργο του και έγραψαν γι’ αυτόν, όπως επίσης, ανάμεσα σε άλλους, οι ποιητές και δραματουργοί Τζωρτζ Μπέρναρντ Σω, Ράινερ Μαρία Ρίλκε.

O Νίτσε ανήκει σίγουρα στους φιλοσόφους με την μεγαλύτερη επίδραση που έζησαν ποτέ. Και αυτό δεν οφείλεται μόνο στην πρωτοτυπία του, αλλά και στο γεγονός ότι ήταν ο πιο λαμπρός χειριστής της γερμανικής γλώσσας στον πεζό λόγο.

Κυριότερα έργα: H γέννηση της τραγωδίας από το πνεύμα της μουσικής (ελληνική μετάφραση N. Καζαντζάκη, 1965), H φιλοσοφία κατά τους τραγικούς χρόνους των Ελλήνων, Η χαρούμενη επιστήμη (1882), Τάδε έφη Ζαρατούστρα (1883-1885), Πέραν του καλού και του κακού (1886), Γενεαλογία της ηθικής, Η περίπτωση Βάγκνερ (1888), Το λυκόφως των ειδώλων (1889), Ο Αντίχριστος (1895), Ιδέ ο άνθρωπος.

 

https://sciencearchives.wordpress.com/2015/08/13/o-ί-ί-ύ-ka/

Advertisements

Beyond Morality

800px-Nietzsche187a

Nietzsche: Beyond Morality

German philosopher Friedrich Nietzsche shared Kierkegaard’s conviction that philosophy should deeply reflect the personal concerns of individual human beings. But for Nietzsche, this entailed rejection of traditional values, including the Christian religion. Nietzche’s declaration of “the death of god” draws attention to our culture’s general abandonment of any genuine commitment to the Christian faith.
According to Nietzsche’s Die Götzendämmerung (Twilight of the Idols) (1889), Western philosophers since Socrates represent a degeneration of the natural strengths of humanity. A noble taste for heroic styles of life can only be corrupted and undermined by the interminable debates of dialectical reason. Traditional Western morality philosophy—and the Christian religion in particular—therefore opposes a healthy life, trying vainly to escape unfortunate circumstances by destroying native human desires.
Only perverse tenacity and cowardice, he believed, encourages us to cling to this servile morality, It would be more brave, more honest, and much more noble to cut ourselves loose and dare to live in a world without God. In such a world, death is not to be feared, since it represents nothing more significant than the fitting conclusion of a life devoted to personal gain.
All of this is, of course, a variety of nihilism. Nietzsche insists that there are no rules for human life, no absolute values, no certainties on which to rely. If truth can be achieved at all, it can come only from an individual who purposefully disregards everything that is traditionally taken to be “important.” Such a super-human person {Ger. Übermensch}, Nietzsche supposed, can live an authentic and successful human life.
Beyond Good and Evil
Nietzsche offered a quasi-historical account of the harmful consequences of traditional ethics in Zur Geneologie der Moral (On the Genealogy of Morals) (1887). “Good” initially and properly designated only the right of those individuals with social and political power to live their lives by sheer force of will. But a “priestly” caste, motivated by their resentment of their natural superiors, generated a corrupt alternative that would appeal to “the herd” of less capable persons, turning values inside-out. In the “slave morality” endorsed by religious establishments, Nietzsche argued, forceful action which should be admired gets labelled as “evil,” while the cowardly tendency to think through everything in advance is transformed into the supposed virtue of prudence.
Genuine autonomy, Nietzsche maintained, could only mean freedom from all external constraints on one’s behavior. In this (natural and admirable) state of existence, each individual human being would live a life without the artificial limits of moral obligation. No other sanction on conduct would be necessary than the natural punishment involved in the victory of a superior person over a vanquished enemy.
But the wish of lesser people to secure themselves against interference from those who are better gives rise to a false sense of moral responsibility. The natural fear of being overwhelmed by a superior foe becomes internalized as the self-generated sense of guilt, and individual conscience places severe limits on the normal exercise of human desire. Thus, on Nietzsche’s view, the fundamental self-betrayal of the human race is to submit its freedom to the ficticious demands of an imaginary god. Afraid to live by the strength of our own wills, we invent religion as a way of generating and then explaining our perpetual sense of being downtrodden and defeated in life.

http://www.philosophypages.com/hy/5v.htm

Ubermensch–Υπεράνθρωπος

ubermensch_cover

Potter

At the edge of the village we arrived at the half lit
house with the small yard and the bloomed jasmine.
The air smelled of love undone, as though all evil was
forgiven. Before we entered we heard the potter’s wheel
singing circular notes and messages joyous that with
intensity reflected on our wild youth.
Methodically the wheel transcended mud into exquisite
vessels. Palms pressed, fingers morphed birds and
miracles; suddenly the world gained its meaning like
the sun in the thought of a cloudy day.
An amphora, a cylix, and Ubermensch closed
the curtains that creation wouldn’t escape. His movement
as easy as the potter’s. Two Ubermenschen and a hovel
full of miracles.

Αγγειοπλάστης

Στην άκρη του χωριού φτάσαμε στο μισοφωτισμένο
σπίτι με τη μικρή αυλή κι ένα μοναχικό ανθισμένο γιασεμί.
Αγέρας μύριζε ατημέλητη αγάπη σαν να `χε όλο το κακό
συγχωρεθεί. Πριν μπούμε ακούστηκε του αγγειοπλάστη
ο τροχός που τραγουδούσε στρογγυλές νότες, μηνύματα
χαρούμενα που πυρπολούσαν την ασυμβίβαση νιότη μας.
Μεθοδικά ο τροχός μετάλλαζε το χώμα σε υπέροχα δοχεία,
οι παλάμες πίεζαν, τα δάχτυλα ζωγράφιζαν πουλιά και
θαύματα. Ξαφνικά ο κόσμος έπαιρνε σημασία όπως κι ο ήλιος
στη σκέψη της συννεφιασμένης μέρας.
Ένας αμφορέας, ένας κύλικας κι ο Υπεράνθρωπος
έκλεισε τις κουρτίνες η δημιουργία να μη δραπετεύσει,
η κίνησή Του εύκολη σαν του αγγειοπλάστη: Δυο
Υπεράνθρωποι, ένα χαμόσπιτο γιομάτο θαύματα.

UBERMENSCH—ΥΠΕΡΑΝΘΡΩΠΟΣ, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2013
http://www.ekstasiseditions.com

UBERMENSCH — ΥΠΕΡΑΝΘΡΩΠΟΣ

ubermensch_cover

FUNERAL

We buried him, yesterday afternoon, in the freshly dug soil,
a small twig that he was, the poet with his thin gray beard.
His only sin: so much he loved the birds that didn’t come
to his funeral.
The sun went down behind the army barracks where the future
dead slept and the lone hawk, lover of songs, sat on the oak
branch; women lamented for the day’s yellow rapture and after
approving everything the hawk flew away, as if to define
distance. Wind blew over the surface of the lake searching
for the traitor who had run to the opposite shore where
judgement was passed and the ancient cross remained with
no corpse.
Everyone felt joyous, wine and finger food had to do with it
the hawk returned without news and the beggar extended
his hand and softly begged:
“two bits, man, God bless your soul, two bits.’

ΚΗΔΕΙΑ

Χθες το απόγευμα, τον θάψαμε στο φρεσκοσκαμμένο χώμα,
λες να `τανε βλαστάρι ενός δεντρού, το ποιητή με τ’ αραιό
γκρίζο γενάκι. Μόνη του αμαρτία που αγαπούσε πολύ
τα πουλιά κι αυτά ξέχασαν στην κηδεία του να έρθουν.
Ο ήλιος έδυσε πίσω απ’ το στρατόπεδο με τους νεκρούς
της αύριον και το γεράκι, μονιάς της λαγκαδιάς, καθόταν
στης οξιάς κλαδί. Γυναίκες κλάψαν για το κίτρινο συναίσθημα
της μέρας και το γεράκι αφού όλα τα επιδοκίμασε, πέταξε
μακρυά τις αποστάσεις για να καθορίσει, ο αγέρας φύσηξε
πάνω απ’ τη λίμνη, λες κι έψαχνε για τον προδότη που είχε
πάει στην αντιπέρα όχθη, εκεί που κρίνονται οι δίκαιοι
κι ο πανάρχαιος σταυρός έμεινε δίχως κορμί.
Όλοι ένιωσαν ευέλπιστοι απ’ το κρασί και τους μεζέδες,
ξανάρθε το γεράκι δίχως να φέρει νέα κι ο ζητιάνος έτεινε
το χέρι και καλοκάγαθα ψυθίριζε:
‘ελεημοσύνη χριστιανοί, ελεημοσύνη.’

~Υπεράνθρωπος/Ubermensch, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2013

NIETZSCHE: Guilty Conscience

800px-Nietzsche187a

NIETZSCHE: Guilty Conscience
Posted on January 17, 2015
In Shakespeare’s Macbeth, the pangs of a guilty conscience drive Lady Macbeth to madness. Her doctor remarks that medicine cannot cure a sense of guilt. “More needs she the divine than the physician.” Guilt overwhelms Lady Macbeth until she finally commits suicide at the end of the play.
Considering the powerful influence that guilt can have over a person, it is important to explore the origin and nature of this emotion in order to possibly gain some control over it. In this video, we will discuss Nietzsche’s theory concerning the origin of guilt, and we will also explain what it indicates for the future of mankind.
To feel guilty means to feel painful regret for some wrong committed. According to Nietzsche, the concepts of right and wrong arose with the development of societies. He describes guilt as a disease that humanity caught when it formed these social communities. “I look on bad conscience as a serious illness to which man was forced to succumb by the pressure of the change whereby he finally found himself imprisoned within the confines of society and peace.”
When man left the lawless wilderness and entered into societies, he entered into an entirely new world where his old instincts were worthless. Nietzsche compares this radical change experienced by man to the change experienced by the first sea animals to venture onto land. “It must have been no different for man, happily adapted to the wilderness, war, the wandering life and adventure than it was for the sea animals when they were forced to either become land animals or perish – at one go, all instincts were devalued and ‘suspended’. The poor things were reduced to relying on thinking, inference, calculation, and the connecting of cause with effect, that is, to relying on their mind, that most impoverished and error-prone organ!”
Man’s wild instincts, however, did not fade away. Instead, he was forced to turn his instincts for cruelty inwards because the new laws of societies prohibited violence. “Those terrible bulwarks with which state organizations protected themselves against the old instincts of freedom had the result that all those instincts of the wild, free, roving man were turned backwards, against man himself. Animosity, cruelty, the pleasure of pursuing, raiding, changing and destroying – all this was pitted against the person who had such instincts.”
After diverting his cruel instincts towards himself, man began to grow sick of existence. Nietzsche refers to this sentiment as the worst and most insidious illness ever to afflict man, and an illness from which man has yet to recover. “Lacking external enemies and obstacles, and forced into the oppressive narrowness and conformity of custom, man impatiently ripped himself apart, persecuted himself, gnawed at himself, gave himself no peace and abused himself, this animal who battered himself raw on the bars of his cage and who is supposed to be ‘tamed’; man, full of emptiness and torn apart with homesickness for the desert, has had to create within himself an adventure, a torture-chamber, an unsafe and hazardous wilderness – this fool, this prisoner consumed with longing and despair, became the inventor of ‘bad conscience’.”
Despite the dismal diagnosis of civilized man’s illness, Nietzsche regarded the disease of guilt, like all other afflictions in life, to be an opportunity to enhance human excellence. To him, mankind’s ability to turn against itself is indicative of man’s potential to achieve something great in the future – to achieve the meaning of the earth – to achieve the birth of the Ubermensch. “The prospect of an animal soul turning against itself was something so new, profound, puzzling, contradictory and momentous that the whole character of the world changed in an essential way. Man arouses interest, tension, hope, almost certainty for himself, as though something were being announced through him, were being prepared, as though man were not an end but just a path, an episode, a bridge, a great promise.”
To conclude, Nietzsche asserts that a guilty conscience developed when mankind formed societies and established laws. These social institutions forced man to turn his cruel and wild instincts inwards against himself. When man finally overcomes his bad conscience – which is nothing more than contempt for life – he will be one step closer to giving birth to the Ubermensch.
WWW.ORWELL.WORDPRESS.COM

Nietzsche: Promethean Übermensch

800px-Nietzsche187a

Prometheus is a Titan of Greek mythology who stole fire from Mount Olympus and gave it to mankind, defying the decree of Zeus. As punishment, Zeus ordered Prometheus to be chained to a rock where an eagle daily tore at his entrails. In this video, we will discuss the myth of Prometheus and its relevance to Nietzsche’s idea of the Superman.
In Aeschylus’ version of the myth, Prometheus knows the identity of the person who will overthrow Zeus as King of the Gods. Zeus desperately tries to extract the information from Prometheus, but the Titan remains defiant. Zeus might possess more physical power than Prometheus, but Prometheus’ intellectual power renders him much stronger than Zeus.
Nietzsche draws a comparison between Zeus and the God of the Bible. Just as Zeus became frightened by the knowledge of Prometheus, the God of Genesis became frightened by the knowledge of mankind after it ate from the forbidden tree of knowledge. “It was through woman that man learned to taste of the tree of knowledge. The old God was seized by mortal terror. Man himself had been his greatest blunder; he had created a rival to himself; science makes men godlike—it is all up with priests and gods when man becomes scientific! So the old God comes to his final resolution: “Man has become scientific—there is no help for it: he must be drowned!”
But mankind proved to be as resilient as Prometheus. It survived the flood and the expulsion from Eden into the world of suffering. As Prometheus overcomes Zeus with knowledge, so too does mankind overcome the belief in God with the developments of modern science. However, Nietzsche warns of the nihilism looming over us after the death of God. “God is dead. God remains dead. And we have killed him. How shall we comfort ourselves, the murderers of all murderers? What was holiest and mightiest of all that the world has yet owned has bled to death under our knives: who will wipe this blood off us? What water is there for us to clean ourselves? What festivals of atonement, what sacred games shall we have to invent? Is not the greatness of this deed too great for us? Must we ourselves not become gods simply to appear worthy of it?”
God bestowed value and meaning upon life. Something must replace God – otherwise humanity will sink into an undesirable state of nihilism. Thus, Nietzsche introduces his concept of the Ubermensch or Superman. Nietzsche’s Superman is entirely free from external influence. He is the creator of new values that replace the old values given by God. “I teach you the overman. Man is something that shall be overcome. What have you done to overcome him? All beings so far have created something beyond themselves. Do you want to be the ebb of this great flood and even go back to the beasts rather than overcome man? What is the ape to man? A laughingstock and a painful embarrassment. And man shall be just that for the Superman: a laughingstock and a painful embarrassment.”
The Superman finds value and happiness in activities that most would least expect – in suffering and in overcoming resistance. “The most intelligent men, like the strongest, find their happiness where others would find only disaster: in the labyrinth, in being hard with themselves and with others, in effort; their delight is in self-mastery; in them asceticism becomes second nature, a necessity, an instinct. They regard a difficult task as a privilege; it is to them a recreation to play with burdens that would crush all others.”
To conclude, the myth of Prometheus is similar to the story of mankind. Prometheus overcomes Zeus with the power of knowledge, and mankind overcomes the belief in God with the power of modern science. But Nietzsche recognizes that science cannot replace the void left by God. Science cannot bestow value and meaning upon life. The rise of the Superman – the creator of new values – is required to rescue mankind from the abyss of nihilism. And the Superman finds our lost meaning after the death of God in suffering and in overcoming resistance.
Νίτσε: Προμηθέας-Υπεράνθρωπος

Ο Προμηθέας ήταν ο τιτάνας της Ελληνικής Μυθολογίας που έκλεψε τη φωτιά απ’ τον Όλυμπο και την έδωσε στον άνθρωπο προκαλώντας έτσι την οργή του Δία. Ο Δίας για να τον τιμωρήσει διάταξε να τον καρφώσουν σ’ ένα μεγάλο βράχο κι ένα αετός πήγαινε κάθε μέρα κι έτρωγε το συκώτι του.
Σύμφωνα με τον Αισχύλο ο Προμηθέας γνωρίζει ποιος θα πάρει το θρόνο του Δία κι όταν ο Δίας ρωτά τον Προμηθέα να του τον αποκαλύψει ο τιτάνας αρνείται. Η δύναμη του Δία είναι ανώτερη απ’ του τιτάνα αλλά η πνευματικότητα του Προμηθέα τον κάνει ακόμα πιο δυνατό κι απ’ τον Δία.
Ο Νίτσε συγκρίνει το Δία με το Θεό της Βίβλου. Όπως ακριβώς ο Δίας φοβάται τη γνώση του Προμηθέα έτσι κι ο Θεός της Γένεσης φοβάται το δημιούργημά του, τον άνθρωπο που απόκτησε γνώση τρώγοντας απ’ το δέντρο της γνώσης που του είχε απαγορεύσει. Ο άνθρωπος γίνεται έτσι το μεγαλύτερο λάθος που δημιούργησε ο Θεός αφού έγινε ανταγωνιστής του. Η επιστήμη κάνει τον άνθρωπο όμοιο με το θεό. Γι αυτό κι αποφάσισε να τον εξαφανίσει με τον κατακλυσμό. Αλλά ο άνθρωπος αποδυκνεύεται πιο έξυπονος κι επιζεί τον κατακλυσμό και ζει στον κόσμο του πόνου. Όπως ο Προμηθέας αναχαιτίζει τη δύναμη του Δία με τη δύναμη του δημιουργικού του νου έτσι κάνει και ο άνθρωπος της Βίβλου. Αλλά ο Νίτσε προειδοποιεί για τον μηδενισμό που υποδαυλίζεται όταν η έννοια του θεού αλλοιώνεται. “Ο Θεός πέθανε, τον έχουμε σκοτώσει. Πώς να βρούμε γαλήνη εμείς οι δολοφόνοι των δολοφόνων; Το μαχαίρι μας έχει χύσει το αίμα του πιο άγιου των αγίων. Ποιος θα το σκουπίσει απ’ τα χέρια μας; Πού να βρούμε νερό να το ξεπλύνουμε; Τί είδους θυσίες να κάνουμε για να συγχωρηθούμε;”
Ο Θεός έδινε αξία και νόημα στη ζωή μας. Ποιος θ’ αντικαταστήσει το Θεό προτού πέσει η ανθρωπότητα στην παγίδα του μηδενισμού; Εδώ ο Νίτσε παρουσιάζει την έννοια του Υπεράνθρωπου— Übermensch —που είναι ανεπηρέαστος από εξωτερική επιρροή. Είναι ο δημιουργός αξιών που αντικαταστούν τις αξίες που είχε δώσει ο θεός στον άνθρωπο. “Σου διδάσκω τον υπεράνθρωπο. Ο άνθρωπος είναι κάτι εφήμερο που πρέπει να ξεπεράσουμε. Τί έχετε κάνει για να ξεπεράσετε τον άνθρωπο; Πολλοί έχουν δημιουργήσει κάτι πέραν του εαυτού τους. Θα θέλατε να `στε ένα κύμα μιας παλίροιας που θα σας επιστρέψει στην κατάσταση του ζώου ή θέλετε να ξεπεράσετε τον άνθρωπο; Τί είναι ο άνθρωπος για τον πίθηκο; Γελοίος και λόγος ντροπής. Έτσι κι ο άνθρωπος είναι για τον Υπεράνθρωπο. Γελοίος και λόγος ντροπής.”
Ο Υπεράνθρωπος βρίσκει αξία κι ευτυχία εκεί που κανείς δεν περιμένει — στα βάσανα και στην υπερνίκηση της αντίστασης. “Οι πιο έξυπνοι άνθρωποι, οι πιο δυνατοί βρίσκουν την ευτυχία τους εκεί που άλλοι βλέπουν μόνο δυστυχία: Σ’ ένα λαβύρινθο, στο να είναι σκληροί στον εαυτό τους και στους άλλους, στην προσπάθεια. Η χαρά τους έγκειται στην πειθαρχία, στον ασκητισμό που τους γίνεται δεύτερη φύση, μια αναγκαιότητα, ένα ένστικτο. Η δύσκολη πορεία θεωρείται προνόμιο, θεωρείται απαραίτητο μέρος της ευτυχίας τους.”
Τελικά ο μύθος του Προμηθέα είναι παρόμοιος με την ιστορία της ανθρωπότητας. Ο Προμηθέας με τη γνώση υπερσκελίζει το Δία, κι ο άνθρωπος υπερσκελίζει την πίστη του στο θεό με τη βοήθεια της επιστήμης. Αλλά ο Νίτσε αναγνωρίζει ότι η επιστήμη δεν μπορεί να αντικαταστήσει το Θεό, κι επίσης ότι με το θάνατο του Θεού δημιουργείται ένα τεράστιο κενό που μόνο η εμφάνιση του Υπεράνθρωπου θα το συμπληρώσει και οι νέες αξίες που θα διδάξει και θα βάλει σ’ εφαρμογή θα γλυτώσουν τόν άνθρωπο από την άβυσσο του μηδενισμού. Κι ότι ο Υπεράνθρωπος διακρίνει το νόημα της ζωής μας, μετά το θάνατο του θεού, στη δοκιμασία και στο ξεπέρασμα της αντίστασης του.

~Original post in English: https://orwell1627.wordpress.com/

ETERNAL RECURRENCE

800px-Nietzsche187a

NIETZSCHE: Eternal Recurrence in True Detective

19th century German philosopher Friedrich Nietzsche once wrote, “What, if some day or night a demon were to steal after you into your loneliest loneliness and say to you: ‘This life as you now live it and have lived it, you will have to live once more and innumerable times more?’”
Nietzsche was profoundly affected by the concept of Eternal Recurrence. In Thus Spake Zarathustra, he referred to it as the “mightiest thought.” It is important to note, however, that Nietzsche did not introduce the theory of Eternal Recurrence. It is found in Ancient Egyptian and Indian philosophies. But Nietzsche’s practical application of the idea is innovative.
Instead of asserting Eternal Recurrence as a metaphysical truth, Nietzsche presents it to the reader as a hypothetical test to determine whether one is living a worthwhile life. Supposing that someone tells you Eternal Recurrence is true, that you will need to live your life over and over again for eternity, Nietzsche asks: “Would you not throw yourself down and gnash your teeth and curse the demon who spoke thus? Or have you once experienced a tremendous moment when you would have answered him: ‘You are a god and never have I heard anything more divine.’” The person who embraces Eternal Recurrence as a blessing from the divine is living a worthwhile life. On the other hand, the person who curses Eternal Recurrence as a torment sent from the devil ought to consider changing the path of life on which he is treading.
To conclude, Eternal Recurrence is the theory that time is like a circle, and that the life we live now, we will live innumerable times more for eternity. In short, our lives are like DVDs. Nietzsche introduces an innovative interpretation of this ancient concept. He is unconcerned about the validity of the theory, but rather presents the concept as a hypothetical test. In order to pass the test, one must live so “that one wants to have nothing different, not forward, not backward, not in all eternity.”

ΝΙΤΣΕ: Η Αιώνια Επιστροφή για τον Άνθρωπο Ερευνητή

Ο φιλόσοφος του 19ου αιώνα Νίτσε έγραψε κάποτε, « Τί θα γινόταν αν κάποια στιγμή ένας δαίμονας ερχόταν κρυφά εκεί στην μοναξιά σου κι έλεγε: Η ζωή σου όπως την ζεις και την έχεις ζήσει στο παρελθόν, θα την ζήσεις ξανά στο μέλλον όχι μία φορά μόνον αλλά πολλές φορές;» Η έννοια της Αιώνιας Επιστροφής αναλύεται και σύμφωνα με το Νίτσε βλέπουμε και την πρακτική εφαρμογή της.
Η έννοια αυτή είχε μεγάλη επιρροή στη σκέψη του μεγάλου γερμανού φιλόσοφου. Στο Ζαρατούστρα του την ονομάζει την πιο δυνατή σκέψη. Αλλά είναι απαραίτητο να σημειώσουμε ότι η έννοια αυτή της Αιώνιας Επιστροφής δεν ήταν του Νίτσε. Προέρχεται από την αρχαία Αίγυπτο και την Ινδική φιλοσοφία. Αλλά η πρακτική εφαρμογή της έννοιας που προώθησε ο Νίτσε είναι πραγματικά καινούργια. Αντί να δεχτεί την έννοια της Αιώνιας Επιστροφής σαν μια μεταφυσική αλήθεια ο Νίτσε την προτείνει στον αναγνώστη σαν ένα υποθετικό τρόπο διαγωνισμού για να καταλάβει ο καθένας αν ζει τη ζωή του με αξιόλογο τρόπο. Αν κάποιος μας βεβαιώσει ότι η Αιώνια Επιστροφή είναι πραγματικότητα, ότι θα πρέπει να ζήσεις τη σημερνή σου ζωή ξανά και ξανά στον αιώνα τον άπαντα, ο Νίτσε ρωτά: «Θα `πεφτες κάτω στο χώμα και θα έτριζες τα δόντια σου και θα καταριόσουν το δαίμονα που σου μίλησε; Ή θα ήταν σαν να ξαναζούσες τη στιγμή που θα του απαντούσες : ‘Είσαι θεός και ποτέ δεν άκουσα κάτι πιο άγιο και πιο θεϊκό.’
Εκείνος που θ’ αγκάλιαζε την έννοια της Αιώνιας Επιστροφής σαν ευλογία από το Θεϊκό είναι το άτομο που ζει μια αξιόλογη ζωή. Αντίθετα εκείνος που καταριέται την Αιώνια Επιστροφή σαν ένα βασανιστήριο που του έστειλε ο δαίμονας θα ήταν σωστό να αναθεωρήσει το κάθε τι και ν’ αλλάξει τον τρόπο ζωής του.
Η Αιώνια Επιστροφή είναι η θεωρία ότι η ζωή είναι ένας κύκλος και ότι τη τωρινή μας ζωή την έχουμε ζήσει πολλές φορές. Ο Νίτσε αδιαφόρησε αν η θεωρία ήταν αληθινή ή όχι αλλά την παρουσίασε σαν ένα υποθετικό τρόπο δοκιμασίας κι εξέτασης. Για να περάσει κάποιος τις εξετάσεις αυτές πρέπει να ζει έτσι που να μην επιθυμεί τίποτα απολύτως διαφορετικό ούτε στο μέλλον, ούτε τώρα ούτε στο παρελθόν του για όλη την Αιωνιότητα.

~Original Article in English from the blog The Great Conversation

https://orwell1627.wordpress.com/

~Translated into Greek by Manolis Aligizakis

LEVIATHAN-ΛΕΒΙΑΘΑΝ

800px-Nietzsche187a

Προ-Κατανοήσεις

Ο σημερινός άνθρωπος είναι τόσο μπερδεμένος, που στην χοντροκομμένη αυταρέσκεια του συνωμοτικού δικαστηρίου της δειλίας, του περιβόητου κράτους, αναζητεί τη δική του ευτυχία. Έτσι θυσιάζει τον εαυτό του για χάρη ενός ειδώλου, που τον απατά και τον ευτελίζει. Συμβαίνει λοιπόν να βασιλεύει πάνω στη γέρικη γη, σύμφωνα με τον Νίτσε, μια τερατώδης πολιτικο-κρατική οντότητα, της οποίας τα κύρια συστατικά συνυφαίνονται με την σκοτεινή φύση των πάσης φύσεως εθνικισμών, δημοκρατιών, σοσιαλισμών και των αντίστοιχων τύπων κυβερνήσεων και διακυβερνήσεων. Αυτή η οντότητα, το σύγχρονο κράτος, είναι στ’ αλήθεια ο Λεβιάθαν, που παρουσιάζεται ως φύλακας των λαών και έτσι αξιώνει να κηδεμονεύει, με τη διαμεσολάβηση των νόμων, τους πάντες και τα πάντα. Αλλά αυτός ο Λεβιάθαν δεν είναι κάποιος θεός, κάποιος σωτήρας ή λυτρωτής των ανθρώπων, παρά ένα τέρας, ένα ψευδολόγο και αρπακτικό θηρίο. Είναι ακριβώς αυτό που διακηρύσσει. Τι διακηρύσσει; Μια ψυχρή λειτουργία και μια απρόσωπη διαχείριση: δρα ύπουλα και δυναστεύει τυφλά τους λαούς, στο όνομα μάλιστα αυτών λαών. Έτσι όπου είναι παρόν το κράτος, ωσεί παρών είναι και ο λαός. Αλλά ποιος λαός; Η αγέλη, που οι αισθήσεις της είναι τυλιγμένες με ψέματα/ψευδαισθήσεις και απάτες αίσθησης.

Pre-considerations

Today’s man is so confused that in his rough-tough self-indulgence of his conspiracy court of cowardice he seeks his happiness. This way he sacrifices himself for an idol that makes a fool of him. Therefore according to Nietzsche an evil monstrous political-state exists that happens to control the good old Earth, an entity with basic characteristics that coincide-identify with the dark side of the concepts ethnicity, democracy, socialism and the parallel types of governments. This entity, the State, is in reality the Leviathan that appears as a protector of peoples and values it subjugates and controls the masses with the help of its laws. But this Leviathan is not some God or a savior or a redeemer of the people but a monster, a lying and rapacious beast. It is exactly what it proclaims. What does it proclaim? A cold functioning society a faceless dictatorship, it functions in secret and subjugates peoples in the name of the same peoples. Thus where ever the State is the people as well. But who are the people? The masses that has its sensibility based on lies, illusions and emotional trickery.

«Υπάρχουν ακόμα κάπου λαοί και αγέλες, όχι όμως σε μας, αδελφοί μου: εδώ υπάρχουν κράτη. Κράτος; Τι είναι αυτό; Λοιπόν! Ανοίξτε τώρα τα αφτιά σας, γιατί θα σας μιλήσω για το θάνατο των λαών. Κράτος λέγεται το πιο ψυχρό απ’ όλα τα ψυχρά τέρατα. Ψυχρά επίσης ψεύδεται και τούτο το ψέμα σέρνεται από το στόμα του: «Εγώ, το κράτος, είμαι ο λαός». Αυτό κι αν είναι Ψέμα! Δημιουργοί ήταν εκείνοι που δημιούργησαν τους λαούς και που κρέμασαν μια πίστη και μια αγάπη από πάνω τους: έτσι υπηρέτησαν τη ζωή. Εξολοθρευτές είναι εκείνοι που στήνουν παγίδες για τους πολλούς και αποκαλούνται κράτος: κρεμούν ένα σπαθί κι εκατό επιθυμίες από πάνω τους. Όπου υπάρχει ακόμη λαός, δεν καταλαβαίνει το κράτος και το μισεί σαν κακό μάτι και σαν αμαρτία έναντι των ηθών και των δικαιωμάτων».

THE NEW IDOL

Somewhere there are still peoples and herds, but not with us, my brethren: here there are states. A state? What is that? Well! Open your ears to me, for now I shall say to you about the death of peoples! A state, is called the coldest of all monsters. It also lies coldly and this lie creeps out of its mouth. “I, the state, am the people.” It is a lie! Creators were they who created peoples, and hung a faith and a love over them: thus they served life. Destroyers are they who lay snares for many and call it the state: they hang a sword and a hundred cravings over them. Where there is still a people, there the state is not understood, but hated as the evil eye, and as sin against laws and customs.

Τι μας λέει εδώ ο Νίτσε; Πως το κράτος, ως το πιο ψυχρό από όλα τα ψυχρά τέρατα, υπονομεύει την αληθινή ύπαρξη των λαών, ταυτίζοντας τον εαυτό του με την έννοια του λαού. Ετούτη η ταύτιση είναι μια παγίδα για τους λαούς, καθώς το κράτος-καταστροφέας εξολοθρεύει τη δημιουργική τους πνοή και τους μετατρέπει σε μια θλιβερή, αυτο-προδομένη μάζα καταπιεσμένων όντων που «εργάζονται» με όλη τους τη «λαϊκουριά» και με περισσό ζήλο για την ευτυχία των καταστροφέων τους. Ό,τι ακριβώς συμβαίνει και στη σημερινή ελλαδική πραγματικότητα: τα πιο αδηφάγα τέρατα της κρατικής μηχανής, όσο πιο αδηφάγα είναι –και μάλιστα με «σοσιαλ-αριστερό» μανδύα– τόσο πιο φιλολαϊκά εμφανίζονται. Έτσι αποκοιμίζουν τον λαό με ψευδαισθήσεις παραμυθίας, οι οποίες τελικά αποβαίνουν ολέθριες για την ίδια την ύπαρξή του, βιοτική και πολιτισμική. Και είναι τότε που από δημιουργικός λαός γίνεται ένας ξέπνοος στυλοβάτης των πιο αντιδραστικών-σκοταδιστικών δυνάμεων: γίνεται ένα άβουλο κυβερνώμενο res, που γελοιοποιεί με την ίδια του τη συμπεριφορά τα πιο ευγενικά του συναισθήματα.

What is Nietzsche saying here? That the State, as the coldest of all the cold beasts, undermines the true existence of people by pretending it is as the people. This equation is the trap of nations, as the State destroyer wipes out its creative essence and becomes the solemn self-betrayed mass of subjugated peoples who “work” with all, their commonality and with zeal form the happiness of their oppressors. Exactly what happens to today’s Greece: the more insatiable the beasts of the State mechanism become in fact with more and more leftist elements included in the process the more they look as favouring the peoples. This way they fool the masses with the illusions that prove to have negative effect even to itself. That way the most creating people become an exhausted supporter of the most reactionary-dark elements: it becomes a weakling controllable mass that makes a fool of its most civil feelings.
Source: http://www.selana019.wordpress.com
http://hegel-platon.blogspot.ca/2015/08/nietzsche.html

Κριτική για το βιβλίο Υπεράνθρωπος/Ubermensch-Review

ubermensch_cover

Poetry, EKSTASIS EDITIONS

Ubermensch, by Manolis Aligizakis is the most difficult and most philosophical poetry book I have come across. And rightfully so since it is identified with Nietzsche’s “Ubermensch” so much in the plot as much in the concepts. The poet “toys” with the various conventions as he firstly relates Ubermensch to true dimension given to him by the German philosopher and secondly to the misinterpretation given to the concept by the German ‘national-socialists’ with the horrible results that followed and affected the whole world.

Before we describe Manolis Algizakis’ Ubermensch, let us quickly look at what Nietzsche anticipated from his treatise. In simple words Nietzsche posited man opposite his abilities and responsibilities which should he had used wisely, he could overcome every obstacle. With the right use of his logic and his instinct as his primal levers man can live in a free and just society where everyone is master of himself. Nietzsche, of course, never described the moral dimension of Ubermensch, as the author claimed, as he appeared to fill the void created by the lack of authority and the Death of God. Ubermensch therefore is a redeemer, defender of morality but at the same time uncontrollable, as far as it concerns his ulterior plans for the world that remain vague…

This book published in both Greek and English consists of three parts and the style of writing is closer to prose than poetry. In the first part “Red Dawn”, man being free from all religious obligations decides to walk the earth based on his strength and wants to get rid of his ties to the system. In a collapsing society and in a family that loses its primal meaning a person needs to accept human futility and if successful man will then recognize the importance of simple things such as nature and the innocent moments of childhood, the weight hidden in a word, in a compliment, in a gesture worthy of praise. The defenseless, before death, man waits languidly for his “resurrection”, without any effort to rid of his narcissism and irresponsibility. Thus, away from his God and his beliefs, man was led to his oblivion. But with ignorance as his point from where he commences his charge he can achieve greatness and he can excel.

How then can man change to the better? With self-knowledge, with paying attention to the importance of everyday events, with the right reflection of the positive and negative parameters that influence his life. At this point the appearance of Ubermensch among the people is announced who with the people’s devotion, again he sprang out of their self-consciousness. By trying to prove to him that they’re knowledgeable and can endure hardship they succumb to his preaching. And Ubermensch—the tyrant (as the poet calls him) opportunist as he is started to fully control their fearful consciousness. Smart, demagogue, witted he was the only one who could sense the human mistakes and him alone could subjugate them. Never punishing and never asking for something in return, known to forgive, he preached morality and balance. The first part closes with the people’s declaration of obedience, event that satisfied him to the fullest…


In the second part, “Fiery Highnoon”, Ubermensch begins the true preaching of his ideology. In fact he starts to reveal his true self. The poet presents before the eyes of Ubernmensch and his followers a series of men letting Ubermensch unfold his philosophy to the world. Among these men are: a beggar, an old miser, a jester, a decadent king…

Ubermensch, familiar with the human passion preaches his beliefs and presents his preferences. He likes for example those who live with no goals, meaninglessly, who disdain everything, who don’t sacrifice themselves for anything, those who with their acts bring him closer to his dominance, the ones who amass money and land which he’ll at some future day take from them, the ones who pretend they are not afraid, those who chase an unaccomplished morality, those who forever carry their wounds deep inside them, those who use the power of God to solve their problems, those who because of their deeds and decisions are led to their destruction. And all these, whom “he likes” hover over the heads of his followers, his followers who without religion stand opposite the chaos they brought unto the world; those who foolishly and without reservation accepted him into their houses; those dreamers, the self- absorbed, the loners and the arrogant. Those who forgot where they came from and they fell innocently in the pangs of the new leader. However their wholehearted joy for him, who would change the world, soon disappeared when they sensed that everything around them was ruined and again the lie was dominant. Finally they understood that again they were the ones who fought against themselves while contributing to the creation of their own hell thus empowering Ubermensch.  

In the third part of the book, “Conflagrated Dusk”, an evaluation of what transpired in the people’s lives while they lived along the Ubermensch takes place. Men had decided to hate everybody and become the bridge upon which Ubermensch would pass in order to achieve his goals. They were left naked and they witnessed the masses to be overtaken by greediness and dissolution. They again came across a world that didn’t like to change and only kept on following false leaders who promised hollow rewards.

The last journey with Ubermensch takes place before certain men who are chosen because of their attributes: an Eparch, an undertaker, a teacher, a painter, a general, a poet, a potter and a dancer. Each of them is to a certain extend an Ubermensch, because of what they create in their fields and because of their abilities while others are incapable of becoming Ubermenschen because of the weaknesses.

The poet, Manolis Aligizakis, tests human endurances and bounds. He underscores concepts that leave the reader with questions and why not, with an awakening. Everyone can be an Ubermensch in his field as long as he can rely on his own strengths and skills. Even the supporters of Manolis Aligizakis’ Ubermensch, at the end, rejuvenated by what they lived through experience, they decided to wake up and never to become again victims of the system. The poet underlines that the distance between the opposite polarities is very small: between a truth and a lie, between a belief and atheism, trust and suspicion, life and death. “Everything” is we as long as we understand our true self and we live in relation to that. Therefore every one of us can be an Ubermensch when we fight with all our strength for something higher and at the same so does the one who acquires (quite unjustly) power from the weakness of others and leads the rest in the wrong path (for example the German social-nationalism).

In conclusion I would like to underscore that from the moment I received and opened this book I understood I was before a truly great accomplishment. And for this I owe a big “thank you” to Manolis Aligizakis, the poet, for his trust in me. Manolis Aligizakis, a Greek—Canadian citizen, proves that Greek literature outside Greece is of the highest quality.

Example of the Manolis’ writing is the following poem:

 

Epode

     We the leaders and we the followers

the blind killers and the blind victims

     I the atheist and I the pious

the filthy rich and the despondent

    We the egotistical and we the humble

the allies and the enemies

     I the knowledge and I the ignorance

the palatial and the squalor

    We the dreamers and we the dreamless

the forever roamers and the domesticated

     I the important consonant and I the vowel

the wide ocean and the secluded cove

     We the princes and we the beggars

the bigots and the altruists

     I the hero and I the traitor

the serpent and the eagle

     We the sheep and we the lions

the socialites and the hermits

    I the free spirited and I the fanatic

the man erectus and the worm

     We the anthropocentric and we the anthropoid

the autocratic and the marionettes

    I the child of God and Devil’s cousin

the arduous worker and the tedious

    We the initiates and we the initiated

the ropewalkers and the Übermenschen

Alexander Akritidis—Writer, University Graduate with a Diploma in Humanities

http://apostaktirio.gr/index.php?option=com_content&view=category&id=28&Itemid=57

 

Ποίηση – EKSTASIS EDITIONS

Ο «Υπεράνθρωπος» του Μανώλη Αλυγιζάκη είναι από τα πιο δύσκολα και φιλοσοφημένα έργα που έχω συναντήσει. Και πώς να μην είναι άλλωστε, εφόσον ταυτίζεται με τον Υπεράνθρωπο του Νίτσε, τόσο σε πλοκή όσο και σε νοήματα. Ο ποιητής «παίζει» με τις συμβάσεις καθώς σχετίζει τον Υπεράνθρωπο, αφενός μεν με την πραγματική διάσταση που του δίνει ο Γερμανός φιλόσοφος, αφετέρου δε με την παρερμηνεία που του έδωσαν οι Γερμανοί εθνοσοσιαλιστές, με τα τραγικά αποτελέσματα που ακολούθησαν για όλη την ανθρωπότητα.

Πριν λοιπόν περιγράψουμε τον Υπεράνθρωπο του Μανώλη Αλυγιζάκη, ας δούμε εν συντομία τι προσδοκούσε ο Νίτσε με αυτό του το σύγγραμμα. Με πολύ απλά λόγια ο Νίτσε έθετε τον άνθρωπο αντιμέτωπο με τις ευθύνες του και τις δυνατότητές του, που αν τις χειριζόταν ορθά, θα μπορούσε να υπερπηδήσει κάδε εμπόδιο. Με κύριο μοχλό τη σωστή χρήση της λογικής και του ενστίκτου θα μπορέσει να ζήσει σε μια κοινωνία ισότητας και ελευθερίας, όπου ο καθένας θα είναι ο κύριος του εαυτού του. Βέβαια ο Νίτσε δεν περιέγραψε την ηθική διάσταση του Υπεράνθρωπου, καθώς ήρθε να αναπληρώσει (όπως ισχυρίζεται ο συγγραφέας) το κενό της εξουσίας και της Θεϊκής ανυπαρξίας. Ο Υπεράνθρωπος λοιπόν λυτρωτής, υπέρμαχος της ηθικής αλλά και λίγο ανεξέλεγκτος, όσον αφορά τα απώτερα σχέδιά του για τον κόσμο, που επίσης παραμένουν ασαφή…

Το δίγλωσσο αυτό βιβλίο (Ελληνικά-Αγγλικά) χωρίζεται σε τρεις ενότητες και είναι γραμμένο με ένα στυλ που θυμίζει περισσότερο πεζογράφημα, παρά ποίηση. Στο πρώτο μέρος, την Άλικη Αυγή,ο άνθρωπος ανεξαρτητοποιημένος από τις δεσμεύσεις της θρησκείας, αποφασίζει να βαδίσει βασισμένος στις δικές του δυνάμεις και να απαλλαγεί από τα σαγόνια του συστήματος. Μέσα σε μια καταρρέουσα κοινωνία και σε μια οικογένεια που χάνει την αρχέγονη σημασία της, το άτομο οφείλει να αποδεχτεί την ανθρώπινη ματαιότητα. Και αν καταφέρει να το επιτύχει αυτό, τότε θα αναγνωρίσει την αξία των απλών πραγμάτων, της φύσης και των αθώων στιγμών της παιδικής του ηλικίας. Την ιδιαίτερη βαρύτητα που μπορεί να έχει μια λέξη, μια φιλοφρόνηση, μια αξιέπαινη πράξη. Ο ανυπεράσπιστος, μπροστά στο θάνατο, άνθρωπος, νωχελικά περίμενε την «ανάστασή» του, χωρίς καμία προσπάθεια να αποβάλει το ναρκισσισμό και την ανευθυνότητα από το «είναι» του. Και έτσι, μακριά απ’ τον Θεό του και την πίστη του, οδηγήθηκε στον όλεθρο και την καταστροφή. Με ορμητήριο την άγνοια θεώρησε πως μπορούσε να διαπρέψει και να μεγαλουργήσει.

Πώς λοιπόν ο άνθρωπος θ’ αλλάξει προς το καλύτερο; Με αυτογνωσία, με σημασία στα απλά καθημερινά πράγματα, με σωστό υπολογισμό των θετικών και αρνητικών παραμέτρων, που επηρεάζουν τη ζωή του. Σ’ αυτό το σημείο προαναγγέλλεται και η άφιξη του Υπεράνθρωπου στους ανθρώπους, που η πίστη και η αφοσίωση στο πρόσωπό του, πάλι πήγαζε από την κούφια αυτοσυνειδησία τους. Προσπαθώντας να του δείξουν ότι είναι γνώστες και ανθεκτικοί στα δύσκολα, υποτάχθηκαν αμέσως στα κηρύγματά του. Και εκείνος, ο Υπεράνθρωπος – τύραννος (όπως τον αποκαλεί ο ποιητής) άρπαξε την ευκαιρία να ελέγξει πλήρως τις φοβισμένες συνειδήσεις τους. Έξυπνος, λαοπλάνος, ετοιμόλογος, ήταν ο μόνος που αντιλαμβανόταν τα ανθρώπινα λάθη και ο μόνος που μπορούσε να τα υποτάξει. Χωρίς να τιμωρεί και να ζητάει ανταλλάγματα, μαθημένος να συγχωρεί, δίδασκε την αρετή και την ισορροπία. Η πρώτη ενότητα κλείνει με τη δήλωση υποταγής από τους ανθρώπους στο πρόσωπό του, γεγονός που τον ικανοποιούσε απόλυτα…

Στο δεύτερο μέρος, το Πύρινο Μεσημέρι, ο Υπεράνθρωπος αρχίζει πλέον να εκφράζεται και να «κηρύττει» την ιδεολογία του. Αρχίζει δηλαδή να δείχνει το αληθινό του πρόσωπο. Ο ποιητής εναλλάσσει μια σειρά ανθρώπων μπροστά από το οπτικό πεδίο του Υπεράνθρωπου και των πιστών του, αφήνοντάς τον να ξεδιπλώσει τη φιλοσοφία του για τον κόσμο. Ανάμεσα σ’ αυτούς που συναντούν, ένας ζητιάνος, ένας τσιγκούνης γέρος, ένας γελωτοποιός, ένας ξεπεσμένος βασιλιάς…

Ο Υπεράνθρωπος, γνωρίζοντας καλά τα ανθρώπινα πάθη, κηρύττει τα πιστεύω του και εκφράζει τις προτιμήσεις του. Του αρέσουν, για παράδειγμα, όσοι ζουν χωρίς νόημα και στόχους, όσοι περιφρονούν τα πάντα, όσοι δεν θυσιάζονται για τίποτα, όσοι με τις πράξεις τους τον φέρνουν πιο κοντά στην κυριαρχία, όσοι συγκεντρώνουν γη και χρήμα, ώστε κάποτε να τα δρέψει εκείνος, όσοι προσποιούνται πως δεν φοβούνται, όσοι κυνηγούν μια ανέφικτη αρετή, όσοι κουβαλούν για πάντα τις πληγές μέσα τους, όσοι χρησιμοποιούν τη Θεϊκή οργή για να λύσουν τα προβλήματά τους, όσοι γενικά με τις αποφάσεις και τις πράξεις τους οδηγούνται στην καταστροφή. Και όλα αυτά που του «αρέσουν», ίπτανται πάνω από τα κεφάλια των πιστών του. Αυτών που, χωρίς θρησκεία πλέον, έρχονται αντιμέτωποι με το χάος που οι ίδιοι δημιούργησαν στον κόσμο. Αυτών που αφαίρεσαν τη σοφία από τη σκέψη τους και τον έβαλαν «επιπόλαια» στα σπίτια τους. Αυτών που ήταν ονειροπόλοι και αυτάρεσκοι, μοναχικοί και υπερόπτες. Αυτών που ξέχασαν από πού προήλθαν και αθώοι έπεσαν στα νύχια του νέου ηγέτη. Μα η αμέριστη χαρά τους για εκείνον, που θα άλλαζε τον κόσμο, καταχωνιάστηκε γρήγορα, όταν αντιλήφθηκαν πως όλα γύρω καταστρέφονταν και πως ξανά το ψέμα κυριαρχούσε. Τελικά αντιλήφθηκαν πως και πάλι εκείνοι πολεμούσαν τον ίδιο τους τον εαυτό συνεργώντας στη δημιουργία της κόλασης και στην ενδυνάμωση του Υπεράνθρωπου.

Στο τρίτο και τελευταίο μέρος, το Φλογερό Δείλι, γίνεται ο απολογισμός των πεπραγμένων από τη συμβίωση κοντά στον Υπεράνθρωπο. Οι άνθρωποι στράφηκαν να μισήσουν τους πάντες και έγιναν γεφύρι για περάσει εκείνος από πάνω τους και να πετύχει τους στόχους του. Έμειναν γυμνοί και είδαν τα πάντα να κυριεύονται από την απληστία και τη διάλυση. Είδαν ξανά έναν κόσμο να μην έχει σκοπό να αλλάξει και να ακολουθεί κίβδηλους ηγέτες που μοιράζουν ψεύτικες υποσχέσεις.

Η τελευταία περιήγηση με τον Υπεράνθρωπο πραγματοποιείται μπροστά από συγκεκριμένους ανθρώπους, που επιλέγονται κυρίως λόγω της ιδιότητάς τους. Ένας Έπαρχος, ένας νεκροθάφτης, ένας δάσκαλος, ένας ζωγράφος, ένας Στρατηγός, ένας ποιητής, ένα αγγειοπλάστης, ένας χορευτής. Κάποιοι πραγματικοί Υπεράνθρωποι γι’ αυτά που πετυχαίνουν με τα έργα και τις ικανότητές τους και κάποιοι ανίκανοι να γίνουν Υπεράνθρωποι λόγω των αδυναμιών τους.

Ο ποιητής Μανώλης Αλυγιζάκης “τεστάρει” ανθρώπινες αντοχές και όρια. Υποδεικνύει νοήματα, αφήνοντας τον αναγνώστη να προβληματιστεί και, γιατί όχι, να αφυπνιστεί. Ο καθένας μπορεί να γίνει Υπεράνθρωπος στον τομέα του αρκεί να πιστέψει στις δικές του δυνάμεις και δεξιότητες. Ακόμα και οι οπαδοί “του δικού του” Υπεράνθρωπου, στο τέλος, αναβαπτισμένοι από όσα βίωσαν και είδαν, αποφάσισαν να ξυπνήσουν και να μην ξαναγίνουν θύματα του συστήματος. Ο ποιητής τονίζει πως είναι πολύ μικρές οι αποστάσεις που χωρίζουν τα αντιθετικά δίπολα. Η αλήθεια από το ψέμα, η πίστη από την αθεΐα, η εμπιστοσύνη από την καχυποψία, η ζωή από τον θάνατο. “Όλα” είμαστε εμείς οι ίδιοι, αρκεί να κατανοήσουμε το δικό μας αληθινό “εγώ” και ανάλογα να το χρησιμοποιήσουμε. Άρα Υπεράνθρωπος μπορεί να είναι ο καθένας μας που παλεύει για το κάτι παραπάνω με όλες του τις δυνάμεις, αλλά και κάποιος που παίρνει (αδικαιολόγητα) δύναμη από την απραξία μας και μας οδηγεί σε λάθος μονοπάτια (παράδειγμα γερμανικού εθνικοσοσιαλισμού).

Κλείνοντας, θέλω να δηλώσω, πως απ’ τη στιγμή που έπιασα στα χέρια μου αυτό το βιβλίο, κατάλαβα πως ήρθα αντιμέτωπος με ένα πραγματικά μεγαλειώδες έργο. Και γι’ αυτό οφείλω να ευχαριστήσω μέσα από την καρδιά μου τον δημιουργό του για την εμπιστοσύνη του. Ο Μανώλης Αλυγιζάκης, Έλληνας κάτοικος του Καναδά, αποδεικνύει πως η ελληνική λογοτεχνική δημιουργία του εξωτερικού, βρίσκεται σε υψηλότατα επίπεδα…

Δείγμα γραφής:

Επωδός

Εμείς οι ηγέτες κι εμείς που ακολουθούμε

οι τυφλοί φονιάδες και τα τυφλά θύματα

Εγώ ο άθεος κι εγώ ο ευλαβής

ο πλούσιος και ο αποθαρρυμένος

Εμείς οι εγωϊστές κι εμείς οι ταπεινοί

οι σύμμαχοι και οι αντίπαλοι

Εγώ η γνώση κι εγώ η άγνοια

ο μεγαλοπρεπής κι ο άθλιος

Εμείς οι ονειροπόλοι εμείς κι οι ονειρομάντες

οι αιώνεια περιπλανώμενοι και οι οικόσιτοι

Εγώ το σπουδαίο σύμφωνο εγώ και το φωνήεν

ο αχανής ωκεανός και το κρυφό ακρογιάλι

Εμείς οι πρίγκιπες κι εμείς οι επαίτες

οι μισαλλόδοξοι κι οι αλτρουϊστές

Εγώ ο ήρωας κι εγώ ο προδότης

ο ερπόμενος κι ο αετός

Εμείς τα πρόβατα εμείς και τα λιοντάρια

οι κοινωνικοί κι οι ασκητές

Εγώ το ελεύθερο πνεύμα κι εγώ ο φανατικός

ο ορθοστατών κι ο σκούληκας

Εμείς οι ανθρωποκεντρικοί και τ’ ανθρωποειδή

οι αυταρχικοί κι οι μαριονέττες

Εγώ του Θεού παιδί και συγγενής διαβόλου

ο επίμοχθος εργάτης κι ο τεμπέλης

Εμείς οι μύστες κι εμείς οι μυημένοι

εμείς οι σχοινοβάτες κι εμείς οι Υπεράνθρωποι.

Αλέξανδρος Ακριτίδης

Λογοτέχνης – Πτυχιούχος Ανθρωπιστικών Σπουδών

 http://apostaktirio.gr/index.php?option=com_content&view=category&id=28&Itemid=57