Tasos Livaditis//Τάσος Λειβαδίτης

 

cover

ΜΕΓΑΛΟΙ βάρβαροι δρόμοι, στις αυλές έσφαζαν τ’ άκακα ζώα,

πίσω απ’ τις κολόνες οι δανειστές κοίταζαν χαιρέκακα την πόλη,

έμποροι και πλανόδιοι μάντεις, πάντα κακών, και γυναικόπαιδα

μαύρα στην αγορά

την ώρα που μες στο κύπελλο, που σήκωνε ο συνεπαρμένος να πιεί

έπεφτε άξαφνα

το κλειδί της βασιλείας.

 

 

LONG barbarous roads; in the backyards they slaughtered

the harmless animals; behind the columns lenders gazed the city

spitefully; merchants and travelling seers always of bad omens

and black women and children in the agora

at the hour when inside the cup that the enraptured raised to

drink, suddenly the key of kingdom fell.

 

 

~Tasos Livaditis-Poems, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, 2014

www.libroslibertad.ca

www.manolisaligizakis.com

 

 

‘INTROVERSION–ΕΣΩΣΤΡΕΦΕΙΑ’ by Manolis

Harbour-view-guest-house

HARBOR

In the harbor salinity smells
of unfinished voyages dreamy seagulls
argue for people’s garbage

silent moment hovers between
excited activity of myriad people

going doing yelling living and
your mind landlocked in ache

for imaginary exotic locales
paradisiacal seabirds

abundance of food
no war over crumbs of life

like in the harbor you always visit
hoping that you may have

an adventure to faraway lands
exquisite female bodies

only in your mind and
salinity graces your dream
with a certain realism

ΛΙΜΑΝΙ

Στο λιμάνι η αλμύρα μυρίζει
ταξίδι που δεν τέλειωσε
ονειροπόλοι γλάροι μαλώνουν
για τα σκουπίδια των ανθρώπων

αμίλητη σιωπή αιωρείται πάνω
απ’ την βαβούρα χιλιάδων ανθρώπων
που περνοδιαβαίνουν, κάνουν, φωνασκούν, ζουν
κι εσύ με τον πόνο κλειδωμένος στη στεριά

φαντάζεσαι εξωτικά νησιά
παραδείσια θαλασσοπούλια
αστέρευτη τροφή
ανύπαρκτος ο πόλεμος για ψίχουλα ζωής

σαν στο λιμάνι που πάντα επισκέπτεσαι
με την ελπίδα κι εσύ ν’ απολάυσεις

μια περιπέτεια σε χώρες μακρινές
εξαίσια γυναίκεια κορμιά

που μόνο στο νου σου υπάρχουν
με την αλμύρα που τα ποτίζει
με κάποια δόση αληθοφάνειας

Collection in progress/Συλλογή εν εξελίξει
..

SKIRMISH-ΑΚΡΟΒΟΛΙΣΜΟΣ

Ritsos_front large

SKIRMISH

You know the great loneliness of exile
these infuriated seashores that could be ours though
they are foreign
this air that harasses the window shutters
these window shutters that we have never opened
or closed
though they still trust us with all afternoons
ΑΚΡΟΒΟΛΙΣΜΟΣ

Την ξέρεις τη μεγάλη ερημιά της εξορίας
αυτές τις θυμωμένες ακρογιαλιές που μπορεί νάταν δικές μας
κι είναι ξένες
αυτόν τον αγέρα που βασανίζει τα παραθυρόφυλλα
αυτά τα παραθυρόφυλλα που δεν τ’ ανοίξαμε και δεν τα κλείσαμε
ποτέ
και που ωστόσο μας εμπιστεύονται όλα τ’ απογεύματα

Yannis Ritsos-Poems-translated by Manolis Aligizakis
http://www.libroslibertad.ca

CLEPSYDRAS OF THE UNKNOWN

elyths
And forever the world the small the Great!

~ Le temps est si clair que
je tremble qu’il ne finisse…

~ André Breton

For Andreas Embeirikos

7

The sky rests in ignorance
Man rests on the gunwale of sleep
A lucky captive of a flame is exonerated
writing its initials in the dark
Spread in another privileged world of shut eyelids

Lust applies its images nearer the lock
Of the great unsuspected secret that moves toward
its deliverance: life existing in another life
Blood flowing from my eyes, to the actions of
its heroes (discreet star)
And the fear of my hands trembles, rises to the
colors of the oblivion’s escutcheon
I see the laughter that wrote its destiny
I see the hand that gave its shiver
And I am wrapped in clouds that a shovelful of clear sky
easily deciphers.

Trusted light refills my green park, ready I am
to your calling
We are two, and farther down the seashore again
with most well-known cries of the gulls
Wherever I sail here I moor, darkness owes my body
to light
Earth to the sea, rough seas to calmness
Hanging from the fringes of a dawn which purified
nocturnal pasts
I taste the new sounds, achievements of the dew
that believed in trees
A fresh presence proceeds to its roots and
earns the day
Like a heart that finally finds its place
Like a woman who finally feels her youth
And gifts unending lust opening her eyes to the worlds

Blonde day, reward of the sun and Eros.

~ Orientations, Odysseus Elytis, 1940, (Ikaros 2002)

~ http://www.thepoetsiloved.wordpress.com
Αιέν ο κόσμος ο μικρός, ο Μέγας!

Οι κλεψύδρες του αγνώστου, ζ’ (Οδυσσέας Ελύτης)

Le temps est si clair que
je tremble qu’il ne finisse…

~André Breton
Στον Ανδρέα Εμπειρίκο
ζ’
Στην άγνοια ξεκουράζεται ο ουρανός
Στην κουπαστή του ύπνου ο άνθρωπος
Τυχερός αιχμάλωτος μιας φλόγας που αθωώνεται γράφοντας τ’ αρχικά της στο σκοτάδι
Απλωμένο σ’ άλλον κόσμο των κλειστών βλεφάρων προνομιούχο
Πιο κοντά στην κλειδαριά
Μεγάλου μυστικού που ανύποπτο σαλεύει προς τη λύτρωση
Εφαρμόζει ο πόθος τις εικόνες του, ζωή που υπάρχει σ’ άλλη ζωή
Αίμα που τρέχει από τα μάτια μου, στις πράξεις των ηρώων του (άστρο εχέμυθο)
Και τρέμει ο μόχθος των χεριών μου, υψώνεται ως τα χρώματα του θυρεού της λήθης
Βλέπω το γέλιο που έγραψε τη μοίρα του
Βλέπω το χέρι που έδωσε το ρίγος του
Και τυλίγομαι σύννεφα που εύκολα ξεδιαλύνει μια φτυαριά ουρανού καθάριου.
Έμπιστο φως ξαναγεμίζεις το άλσος μου, έτοιμος είμαι στο προσκάλεσμά σου
Είμαστε δυο, και παρακάτω η ακροθαλασσιά πάλι με τις πιο γνώριμες κραξιές των γλάρων
Όπου κι αν βάλω πλώρη εδώ αράζω, το σκοτάδι με χρωστάει στο φως
Η γη στη θάλασσα, η φουρτούνα στη γαλήνη
Κρεμασμένος απ’ τα κρόσσια μιας αυγής που εξάγνισε τα νύχτια παρελθόντα
Γεύομαι τους καινούριους ήχους, άθλους της δροσιάς που επίστεψαν στα δέντρα
Μια χλωρή παρουσία προχωράει στις ρίζες της κι αποκτάει τη μέρα
Σαν καρδιά που μπαίνει πια στη θέση της
Σαν γυναίκα που νιώθει πια τα νιάτα της
Και χαρίζει ανοίγοντας τους κόσμους των ματιών της ηδονή ανεξάντλητη
Μέρα ξανθή, του ήλιου ανταμοιβή και του Έρωτα.
~ Από τη συλλογή Προσανατολισμοί (1940) του Οδυσσέα Ελύτη (εκδ. Ίκαρος 2002)

CLOE and ALEXANDRA–POETRY

Cloe and Alexandra_cover_aug265

SPHINX by Cloe Koutsoubelis

The oracle wasn’t distinct enough or I didn’t understand it.
I hoped, then, I hoped again.
With swollen feet, blind, I started off
Sphinx was at the station waiting for me
desperately I asked the same riddle
while I was asking it turned into stone
to dissolve into dust at the end.

It could not deny me for the second time.
Η ΣΦΙΓΓΑ

Ο χρησμός δεν ήταν ευκρινής ή εγώ δεν τον κατάλαβα.
Ήλπισα τότε, ήλπισα και πάλι.
Χωρίς μάτια ξεκίνησα και με πρησμένα πόδια
η Σφίγγα ήταν στον σταθμό και με περίμενε
απεγνωσμένα έκανα την ίδια ερώτηση,
ενώ ρωτούσα αυτή πέτρωνε
στο τέλος διαλύθηκε σε σκόνη.

Ούτε κι αυτή άντεξε πάλι να μ’ αρνηθεί.

FROM THE BEGINNING by Alexandra Bakonika
We met after some time
and it was as if we started
from the beginning.
I surveyed your face
and didn’t manage to restrain
my blazing desire
because it awaited your body,
its harmonic junctions, its lines.
I sought its weight.
I sought its rage.

ΑΠ’ ΤΗΝ ΑΡΧΗ
Ύστερα από καιρό συναντηθήκαμε
κι ήταν σαν να ξεκινούσαμε
απ’ την αρχή.
Ανέτρεξα τη μορφή σου
και δεν πρόλαβα ν’ αναχαιτίσω
τον πόθο που φούντωσε,
γιατί περίμενε το σώμα σου,
τ’ αρμονικά δεσίματα και τις γραμμές του.
Γύρεψα το βάρος του,
γύρεψα τη λύσσα του.

~ CLOE and ALEXANDRA, μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη, Libros Libertad, 2013
http://www.libroslibertad.ca
http://www.authormanolis.wordpress.com
http://www.vequinox.wordpress.com

KIKI DIMOULA-BY DEFAULT/ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ-ΕΡΗΜΗΝ

images

ILLEGALITIES

Illegitimately
I expand and experience
on plains existing
that the others don’t accept

there I stop and present
my persecuted world
there I recreate it
with small insubordinate tools
there I devote it
to a sun
shapeless, lightless
motionless
my personal sun

there I occur

however at sometime
this ends and
I contract and
I violently return
(to calm down)
to the known and acceptable
plain of
the earthly bitterness and

I’m proved to be wrong

~ Kiki Dimoula, from the book “By Default”, Ikaros, Athens, Greece, 1958
~ Poem translated by Manolis Aligizakis

ΠΑΡΑΝΟΜΙΕΣ
Επεκτείνομαι και βιώνω
παράνομα
σε περιοχές που σαν υπαρκτές
δεν παραδέχονται οι άλλοι.
Εκεί σταματώ και εκθέτω
τον καταδιωγμένο κόσμο μου,
εκεί τον αναπαράγω
με πικρά κι απειθάρχητα μέσα,
εκεί τον αναθέτω
σ’ έναν ήλιο
χωρίς σχήμα, χωρίς φως,
αμετακίνητο,
προσωπικό μου.
Εκεί συμβαίνω.
Κάποτε, όμως,
παύει αυτό.
Και συστέλλομαι,
κι επανέρχομαι βίαια
(προς καθησυχασμόν)
στη νόμιμη και παραδεκτή
περιοχή,
στην εγκόσμια πίκρα.
Και διαψεύδομαι.
~ Από τη συλλογή Ερήμην (1958) της Κικής Δημουλά, Ίκαρος, Αθήνα, 1958
~ Source of the poem in Greek: http://www.greek-translation-wings.blogspot.gr

Kiki_Dimoula

BIOGRAPHY

Kiki Dimoula (Greek: Κική Δημουλά; 19 June 1931, Athens) is a Greek poet.
Dimoula’s work is haunted by the existential dissolution of the post-war era. Her central themes are hopelessness, insecurity, absence and oblivion. Using diverse subjects (from a “Marlboro boy” to mobile phones) and twisting grammar in unconventional ways, she accentuates the power of the words through astonishment and surprise, but always manages to retain a sense of hope.
Her poetry has been translated into English, French, German, Swedish, Danish, Spanish, Italian and many other languages. In 2014, the eleventh issue of Tinpahar published ‘Kiki Dimoula in Translation’, which featured three English translations of her better known works.
Dimoula has been awarded the Greek State Prize twice (1971, 1988), as well as the Kostas and Eleni Ouranis Prize (1994) and the Αριστείο Γραμμάτων of the Academy of Athens (2001). She was awarded the European Prize for Literature for 2009. Since 2002, Dimoula is a member of the Academy of Athens
Dimoula worked as a clerk for the Bank of Greece. She was married to the poet Athos Dimoulas (1921–1985), with whom she had two children.

ANGELOS SIKELIANOS, Lyric Life/ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ, Λυρικός Βίος

osios_loukas

ANGELOS SIKELIANOS, Lyric Life, Icaros, 1968

From the women of Steriu who gathered
at the monastery of Holy Loucas
to decorate the Epitaphios and
from all the dirge singers who
stayed in vigil until Holy Saturday night
who thought of — as sweetly as they sang ! —
that, under the flowers and the shimmering
enamel it was the flesh of dead Adonis
that went through such excruciating pain?
Because even pain
was among the roses and the Epitaphios lament
and the breaths of spring that
came through the church door grew new wings
from the miracle of resurrection and
the wounds of Christ resembling anemonies
by his feet covered with flowers and
their exquisite, their strong fragrance!

But during the night of the same Saturday
when they all lit their candles from
the one at the holy sanctuary to
the back end of the church, like a wave
the light reached the front door, they all
shivered when they heard among the
“Christ’s risen!” a sudden burst of a voice
yelling: “Georgena, Vangelis!”

There he was, the pride of the village, Vangelis
the dream of every girl, Vangelis
who they all thought was killed in the war; he stood
straight up by the church front door, with
a wooden leg, he wouldn’t come inside
the church, as they all with candles in their
hands looked at him, the dancer who shook
the threshing floors of Steriu, once his face
once his leg as if nailed on the threshold
and couldn’t come further in!

Then, let this verse be my witness—
this simple and truthful verse —
from the pew I was standing I
saw the mother to take off her kerchief
and dash with her head down and
embrace the leg, the wooden leg of the soldier —
and as I saw it my verse writes it here,
this simple and truthful verse —
and she cried out deep from her heart
the yell: “my jewel…my Vangelis!”

And let this verse be my witness
this simple and truthful verse —
they all stood behind her, all who had gathered
since the night of Holy Thursday,
with lullabies to lament for the dead
Adonis, hidden in the flowers, now
they burst out along with the mother’s
yell reaching to the pew I stood
and covered my eyes like a peplos!

ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ, Λυρικός Βίος, Ίκαρος, 1968

Στ’ Όσιου Λουκά το μοναστήρι, απ’ όσες
γυναίκες του Στειριού συμμαζευτήκαν
τον Eπιτάφιο να στολίσουν, κι όσες
μοιρολογήτρες ώσμε του Mεγάλου
Σαββάτου το ξημέρωμα αγρυπνήσαν,
ποια να στοχάστη – έτσι γλυκά θρηνούσαν! –
πως, κάτου απ’ τους ανθούς, τ’ ολόαχνο σμάλτο
του πεθαμένου του Άδωνη ήταν σάρκα
που πόνεσε βαθιά;
Γιατί κι ο πόνος
στα ρόδα μέσα, κι ο Eπιτάφιος Θρήνος,
κ’ οι αναπνοές της άνοιξης που μπαίναν
απ’ του ναού τη θύρα, αναφτερώναν
το νου τους στης Aνάστασης το θάμα,
και του Xριστού οι πληγές σαν ανεμώνες
τους φάνταζαν στα χέρια και στα πόδια,
τι πολλά τον σκεπάζανε λουλούδια
που έτσι τρανά, έτσι βαθιά ευωδούσαν!

Aλλά το βράδυ το ίδιο του Σαββάτου,
την ώρα π’ απ’ την Άγια Πύλη το ένα
κερί επροσάναψε όλα τ’ άλλα ως κάτου,
κι απ’ τ’ Άγιο Bήμα σάμπως κύμα απλώθη
το φως ώσμε την ξώπορτα, όλοι κι όλες
ανατριχιάξαν π’ άκουσαν στη μέση
απ’ τα “Xριστός Aνέστη” μιαν αιφνίδια
φωνή να σκούξει: “Γιώργαινα, ο Bαγγέλης!”

Kαι να, ο λεβέντης του χωριού, ο Bαγγέλης,
των κοριτσιών το λάμπασμα, ο Bαγγέλης,
που τον λογιάζαν όλοι για χαμένο
στον πόλεμο· και στέκονταν ολόρτος
στης εκκλησιάς τη θύρα, με ποδάρι
ξύλινο, και δε διάβαινε τη θύρα
της εκκλησιάς, τι τον κοιτάζαν όλοι
με τα κεριά στο χέρι, τον κοιτάζαν,
το χορευτή που τράνταζε τ’ αλώνι
του Στειριού, μια στην όψη, μια στο πόδι,
που ως να το κάρφωσε ήταν στο κατώφλι
της θύρας, και δεν έμπαινε πιο μέσα!

Kαι τότε – μάρτυράς μου νά ‘ναι ο στίχος,
ο απλός κι αληθινός ετούτος στίχος –
απ’ το στασίδι πού ‘μουνα στημένος
ξαντίκρισα τη μάνα, απ’ το κεφάλι
πετώντας το μαντίλι, να χιμήξει
σκυφτή και ν’ αγκαλιάσει το ποδάρι,
το ξύλινο ποδάρι του στρατιώτη,
– έτσι όπως το είδα ο στίχος μου το γράφει,
ο απλός κι αληθινός ετούτος στίχος -,
και να σύρει απ’ τα βάθη της καρδιάς της
ένα σκούξιμο: “Mάτια μου… Bαγγέλη!”

Kι ακόμα, – μάρτυράς μου νά ‘ναι ο στίχος,
ο απλός κι αληθινός ετούτος στίχος -,
ξοπίσωθέ της, όσες μαζευτήκαν
από το βράδυ της Mεγάλης Πέφτης,
νανουριστά, θαμπά για να θρηνήσουν
τον πεθαμένον Άδωνη, κρυμμένο
μες στα λουλούδια, τώρα να ξεσπάσουν
μαζί την αξεθύμαστη του τρόμου
κραυγή που, ως στο στασίδι μου κρατιόμουν,
ένας πέπλος μου σκέπασε τα μάτια!…

The source of the Greek version of this post : ~ http://www.cantfus.blogspot.gr

Sikelianos
BIOGRAPHY

Sikelianos was born in Lefkada where he spent his childhood. In 1900 he entered the Law School of Athens but did not graduate.

The next years he travelled extensively and devoted himself to poetry. In 1907, he married American born Eva Palmer. They married in America and moved to Athens in 1908. During that period, Sikelianos came in contact with Greek intellectuals, and in 1909 he published his first collection of poems, Alafroískïotos (The Light-Shadowed), which had an immediate impact and was recognized by critics as an important work. He also befriended fellow writer Nikos Kazantzakis, and in 1914 they spent forty days on Mount Athos, visiting most of the monasteries there and living the life of ascetics. The following year they embarked on a pilgrimage through Greece.
In May 1927, with the support of his wife, Eva Palmer-Sikelianos, Sikelianos held the Delphic Festival as part of his general effort towards the revival of the “Delphic Idea”. Sikelianos believed that the principles which had shaped the classic civilisation, if re-examined, could offer spiritual independence and serve as a means of communication among people.

During the German occupation, he became a source of inspiration to the Greek people, especially through his speech and poem that he recited at the funeral of the poet Kostis Palamas.

In 1949, he was a Nobel Prize for Literature candidate.

He died accidentally in Athens from inadvertently drinking Lysol after having requested Nujol (a medicine) in 1951.

~Wikipedia

AUTUMN LEAVES

Manolis----cover

My poetry book AUTUMN LEAVES translated to Hungarian by Karoly Csiby, was just released by AB-ART publishers in the city of Gyor in Hungary.

Η ποιητική μου συλλογή AUTUMN LEAVES σε μετάφραση του Karoly Csiby, μόλις κυκλοφόρησε απο τον εκδότη AB-ART στην ουγγρική γλώσσα στην πόλη Gyor της Ουγγαρίας.

CONSTANTINE CAVAFY-POEMS

cavafy copy

THE HORSES OF ACHILLES

When they saw Patroklos dead
who was so brave and strong and young
the horses of Achilles began to cry;
their immortal nature was outraged
at the sight of this work of death.
They reared up and tossed their long manes
they stamped the ground with their hooves and mourned
Patroklos whom they felt was soulless — devastated —
lifeless flesh now — his spirit gone —
defenseless — without breath —
returned from life to the great Nothing.

Zeus saw the tears of the immortal
horses and felt sad. He said, “At the wedding of Peleus
I shouldn’t have acted so mindlessly;
it would have been better if we had not given you away
my unhappy horses! What need did you have to be
down there among miserable humans, playthings of fate.
You whom death cannot ambush, you who will never grow old
you are still tormented by disaster. People
have entangled you in their suffering.” — But
for the endless calamity of death
those two noble animals shed their tears.

ΤΑ ΑΛΟΓΑ ΤΟΥ ΑΧΙΛΛΕΩΣ

Τον Πάτροκλο σαν είδαν σκοτωμένο,
που ήταν τόσο ανδρείος, και δυνατός, και νέος
άρχισαν τ’ άλογα να κλαίνε του Αχιλλέως
η φύσις των η αθάνατη αγανακτούσε
για του θανάτου αυτό το έργον που θωρούσε.
Τινάζαν τα κεφάλια των και τες μακρυές χαίτες κουνούσαν
την γη χτυπούσαν με τα πόδια, και θρηνούσαν
τον Πάτροκλο που ενοιώθανε άψυχο — αφανισμένο
μια σάρκα τώρα ποταπή — το πνεύμα του χαμένο
ανυπεράσπιστο — χωρίς πνοή—
εις το μεγάλο Τίποτε επιστραμένο απ’ την ζωή.

Τα δάκρυα είδε ο Ζεύς των αθανάτων
αλόγων και λυπήθη. «Στου Πηλέως τον γάμο»
είπε «δεν έπρεπ’ έτσι άσκεπτα να κάμω
καλύτερα να μην σας δίναμε άλογά μου
δυστυχισμένα! Τί γυρεύατ’ εκει χάμου
σταν άθλια ανθρωπότητα πούναι το παίγνιον της μοίρας.
Σεις που ουδέ ο θάνατος φυλάγει, ουδέ γήρας
πρόσκαιρες συμφορές σας τυραννούν. Στα βάσανά των
σας έμπλεξαν οι ανθρώποι.»—Ώμως τα δάκρυά των
για του θανάτου την παντοτεινή
την συμφορά εχύνανε τα δυο τα ζώα τα ευγενή.

~Constantine Cavafy, Selected Poems, translated by Manolis Aligizakis, Ekstasis Editions, 2013

Constantine Cavafy-Poems/Translated by Manolis Aligizakis

cavafy copy

THE CITY

You said: “I’ll go to another land, to another sea;
I’ll find another city better than this one.
Every effort I make is ill-fated, doomed;
and my heart —like a dead thing—lies buried.
How long will my mind continue to wither like this?
Everywhere I turn my eyes, wherever they happen to fall
I see the black ruins of my life, here
where I’ve squandered, wasted and ruined so many years.”
New lands you will not find, you will not find other seas.
The city will follow you. You will return to the same streets.
You will age in the same neighborhoods; and in these
same houses you will turn gray. You will always
arrive in the same city. Don’t even hope to escape it,
there is no ship for you, no road out of town.
As you have wasted your life here, in this small corner
you’ve wasted it in the whole world.

Η ΠΟΛΙΣ

Είπες «Θά πάγω σ’ άλλη γή, θά πάγω σ’ άλλη θάλασσα.
Μιά πόλις άλλη θά βρεθεί καλλίτερη από αυτή.
Κάθε προσπάθεια μου μιά καταδίκη είναι γραφτή
κ’ είν’ η καρδιά μου—σάν νεκρός—θαμένη.
Ο νούς μου ώς πότε μές στόν μαρασμό αυτόν θά μένει.
Όπου τό μάτι μου γυρίσω, όπου κι άν δώ
ερείπια μαύρα τής ζωής μου βλέπω εδώ,
πού τόσα χρόνια πέρασα καί ρήμαξα καί χάλασα.»
Καινούριους τόπους δέν θά βρείς, δέν θάβρεις άλλες θάλασσες.
Η πόλις θά σέ ακολουθεί. Στούς δρόμους θά γυρνάς
τούς ίδιους. Καί στές γειτονιές τές ίδιες θά γερνάς
καί μές στά ίδια σπίτια αυτά θ’ ασπρίζεις.
Πάντα στήν πόλι αυτή θά φθάνεις. Γιά τά αλλού—μήν ελπίζεις—
δέν έχει πλοίο γιά σέ, δέν έχει οδό.
Έτσι πού τή ζωή σου ρήμαξες εδώ
στήν κώχη τούτη τήν μικρή, σ όλην τήν γή τήν χάλασες.

“C. P. Cavafy-Poems”, Libros Libertad, 2008/Translated by Manolis Aligizakis
http://www.libroslibertad.ca