ritsos front cover


They left, they left – he said. They stayed – he said in a while. They stayed.
They exist.
Gullible days, wasted. And there were a few trees.
The roofs leaned their shoulders more impressively. George,
on top of the ladder, was fixing the plaster festoon
of the neoclassical house. Further down in the harbor
the longshoremen were creating a havoc. They carried
large wooden boxes tied with ropes. Two dogs
walked edge to edge in the street. Those days
we enclosed in parentheses the most important things. Him
with the black patch over his right eye, gaping at the shabby
display-windows, he collected (perhaps also on our behalf) a few objects,
match boxes, words, images and some other nameless and
invisible things –
always clumsy, with his muddy shoes and completely innocent.
The absolute – he said – is our grievest sin. And as the lights
were turned on
on ships, in bars, in patisseries, they underscored exactly that.


Έφυγαν, έφυγαν,—έλεγε. Έμειναν—έλεγε σε λίγο. Έμειναν.
Εύπιστες μέρες, χαμένες. Ήταν και λίγα δέντρα.
Οι στέγες έγερναν ενδοτικότερα τους ώμους τους. Ο Γιώργης
πάνω στη σκάλα διόρθωνε τη γύψινη γιρλάντα
νεοκλασικού σπιτιού. Πιο κάτω, στο λιμάνι
πρωτοστατούσανε οι φορτοεκφορτωτές. Κουβαλούσαν
μεγάλα ξύλινα κασόνια δεμένα με σκοινιά. Δυο σκύλοι
πήγαιναν άκρη άκρη στο δρόμο. Κείνες τις μέρες
το κυριώτερο το κλείναμε σε παρενθέσεις. Αυτός
με τον επίδεσμο στο δεξί μάτι χάζευε τις φτωχές βιτρίνες
μάζευε (πιθανόν και για λογαριασμό μας) κάτι ελάχιστα αντικείμενα,
σπιρτόκουτα, λέξεις, εικόνες και κάτι άλλα ανώνυμα και αόρατα—
αδέξιος πάντα, με τα λασπωμένα του παπούτσια, κι ολότελα αθώος.
Το απόλυτο—είπε—είναι η βαθιά μας αμαρτία. Κι όπως ανάβαν τα
στα πλοία, στα μπάρ, στα ξενοδοχεία, αυτό ακριβώς υπογραμμίζαν.

“Yannis Ritsos-Selected Poems”, Ekstasis Editions, summer-fall, 2013
Poetry by Yannis Ritsos, Translated by Manolis Aligizakis


Ritsos_front large


You know the great loneliness of exile
these infuriated seashores that could be ours though
they are foreign
this air that harasses the window shutters
these window shutters that we have never opened
or closed
though they still trust us with all afternoons

Την ξέρεις τη μεγάλη ερημιά της εξορίας
αυτές τις θυμωμένες ακρογιαλιές που μπορεί νάταν δικές μας
κι είναι ξένες
αυτόν τον αγέρα που βασανίζει τα παραθυρόφυλλα
αυτά τα παραθυρόφυλλα που δεν τ’ ανοίξαμε και δεν τα κλείσαμε
και που ωστόσο μας εμπιστεύονται όλα τ’ απογεύματα

Yannis Ritsos-Poems-translated by Manolis Aligizakis

Yannis Ritsos-Poems-Translated by Manolis Aligizakis/Γιάννη Ρίτσου Ποιήματα-Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

ritsos front cover


Τα άδεια, ανοιχτά συρτάρια μετά την έρευνα.
Το σκοτάδι της κάμαρας με τις βαθειές εισπνοές του καθρέφτη.
Απέναντι η κατάφωτη βιτρίνα του χασάπικου
και το παλιό χειραμάξι με το κέρινο ομοίωμα
του μεγάλου Αλεξάνδρου, χωρίς δόρυ και κράνος,
ανάσκελα πλαγιασμένο στα σάπια πορτοκάλια.


The empty, open drawers after the search.
Darkness of the room with the deep inhaling of the mirror.
Opposite, the fully lit display of the butcher shop
and the old hand-barrow with a wax semblance
of Alexander the Great, with neither spear nor helmet
lying on his back on the rotten oranges.

~Γιάννη Ρίτσου-ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Yannis Ritsos-Poems/translated by Manolis Aligizakis

Γιάννη Ρίτσου-Εκλεγμένα Ποιήματα/Yannis Ritsos-Selected Poems

ritsos front cover


Το απόγευμα είναι όλο πεσμένους σουβάδες, μαύρες πέτρες, ξερά
Το απόγευμα έχει ένα δύσκολο χρώμα από παλιά βήματα που
μείναν στη μέση
από παλιά πιθάρια θαμμένα στην αυλή, και πάνω τους η κούραση
και το χορτάρι.

Δυο σκοτωμένοι, πέντε σκοτωμένοι, δώδεκα—πόσοι και πόσοι.
Κάθε ώρα έχει το σκοτωμένο της. Πίσω απ’ τά παράθυρα
στέκουν αυτοί που λείπουν και το σταμνί με το νερό που δεν ήπιαν.

Κι αυτό το αστέρι που έπεσε στην άκρη της βραδιάς
είναι σαν το κομμένο αυτί που δεν ακούει τα τριζόνια
που δεν ακούει τις δικαιολογίες μας—δεν καταδέχεται
ν’ ακούσει τα τραγούδια μας—μονάχο, μονάχο,
μονάχο, αποκομμένο, αδιάφορο για καταδίκη ή για δικαίωση.


The afternoon is full of fallen plaster, black stones, dry
The afternoon has a difficult color of old footsteps stopped
of old storage jars buried in the yard and over them tiredness
and grass.

Two people killed, five killed, twelve – so many, so many.
Each hour has its own killed person. Behind the windows
stand the ones who left and the pitcher with water they didn’t drink.

And this star that fell at the edge of the evening
is like the severed ear that cannot hear the crickets
that cannot hear our excuses – it disdains
to hear our songs – alone, alone,
alone, detached, indifferent to condemnation or justification.

~Γιάννη Ρίτσου-Εκλεγμένα Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Yannis Ritsos-Selected Poems/Translated by Manolis Aligizakis

Γιάννη Ρίτσου-Εκλεγμένα Ποιήματα/Yannis Ritsos-Selected Poems

Ritsos_front large


Αργά τη νύχτα, που αραιώνει η κίνηση των δρόμων
κ’ οι τροχονόμοι εγκαταλείπουν τις θέσεις τους, αυτός
δεν ξέρει πια τι να κάνει, κοιτάει απ’ το παράθυρο κάτω
την τζαμαρία του μεγάλου καφενείου, χνωτισμένη
απ’ τους ατμούς της αυπνίας, κοιτάει τα γκαρσόνια
φασματικά, διαθλασμένα, ν’ αλλάζουν πίσω απ’ το ταμείο,
κοιτάει τον ουρανό με τις φαρδειές λευκές οπές, απ’ όπου
διακρίνονται οι τροχοί του τελευταίου λεωφορείου. Κ’ ύστερα
αυτό το “τίποτ’ άλλο, τίποτ’ άλλο”. Μπαίνει μέσα
στην ολόγυμνη κάμαρα, ακουμπάει το μέτωπό του
στον ώμο του δικού του αγάλματος (ψηλότερο απ’ το φυσικό)
νιώθοντας τη δροσιά του πρωινού πάνω στο μάρμαρο, ενώ,
κάτω στο προαύλιο με τις σπασμένες πλάκες, οι φύλακες
μαζεύουν τους κομμένους σπάγγους απ’ τα δέματα των εξορίστων.


Late at night when the traffic slows down
and the traffic wardens leave their posts he
doesn’t know what to do anymore; from his window
he looks down at the big glass of the cafe front steamed up
by the breathing of sleeplessness; he looks at the
spectral, refracted waiters changing clothes behind the cash;
he looks at the sky with its wide white holes
discerning in them the wheels of the last bus. And then
that: “nothing else, nothing else.” He enters
the totally empty room; he leans his forehead
on the shoulder of a statue resembling him (unnaturally taller)
feeling the freshness of morning on the marble while
down in the courtyard with the broken flagstones the guards
gather and cut strings of the packages of the exiled.

~Γιάννη Ρίτσου-Εκλεγμένα Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Yannis Ritsos-Selected Poems/translated by Manolis Aligizakis




Yannis Ritsos-Caretaker’s Desk/Γιάννη Ρίτσου-Θυρωρείο

Ritsos_front large

Νυχτερινό Επεισόδιο

Κάρφωσε το καρφί στον τοίχο. Δεν είχε
τι να κρεμάσει. Το κοιτούσε καθισμένος
άντικρυ στην παλιά καρέκλα. Δεν μπορούσε
τίποτα να σκεφτεί, να θυμηθεί. Σηκώθηκε,
σκέπασε το καρφί με το μαντίλι του. Κι άξαφνα
είδε το χέρι του μελανιασμένο, βαμμένο
απ’ το φεγγάρι που στεκόταν στο παράθυρο. Ο φονιάς
είχε πλαγιάσει στο κρεββάτι του. Τα πόδια του,
γυμνά, ισχυρά, μ’ άψογα νύχια, μ’ έναν κάλο
στο μικρό δάχτυλο, ξεπρόβαιναν απ’ την κουβέρτα
κι οι τρίχες καμπύλωναν ερωτικά. Έτσι πάντα
τ’ αγάλματα κοιμούνται με τα μάτια ανοιχτά
κι ούτε είναι να φοβάσαι όποιο όνειρο, όποιο λόγο—
τον πιστό μάρτυρα που σου χρειάζονταν τον έχεις,
τον ακριβόλογο κ’ εχέμυθο, γιατί, το ξέρεις,
τ’ αγάλματα δεν προδίνουν ποτέ, μονάχα αποκαλύπτουν.

Nightly Event

He hammered the nail on the wall. He didn’t
have anything to hang. He stared at it sitting
on the old chair opposite it. He couldn’t
think or remember anything. He got up
covered the nail with his kerchief. And suddenly
he noticed his bruised arm, painted by
the moon coming through the window. The killer
in his bed had gone to sleep. His legs
uncovered, strong with perfect toenails, with a callus on
the small toe visible under the blanket
and his hairs were curling erotically. The statues
always sleep like that with open eyes and
you don’t have to fear a dream or a word –
the true witness you needed, you have him,
the precise and trustworthy; because, you know,
statues never betray, they only reveal.


~Γιάννη Ρίτσου, “Θυρωρείο”, Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Yannis Ritsos, “Caretaker’s Desk”, Translation Manolis Aligizakis


Ritsos_front large


Είχαμε τον κήπο στην άκρη της θάλασσας.
Απ’ τα παράθυρα γλυστρούσε ο ουρανός
κ’ η μητέρα
στο χαμηλό σκαμνί καθισμένη
κεντούσε τους αγρούς της άνοιξης
με τ’ ανοιχτά κατώφλια των άσπρων σπιτιών
με τα όνειρα των πελαργών στην αχυρένια στέγη
γραμένη στη γλαυκή διαφάνεια.

Εσύ δεν είχες έλθει ακόμη.
Κοιτούσα τη δύση και σ’ έβλεπα
—μια ρόδινη ανταύγεια στα μαλλιά σου
—ένα μειδίαμα σκιάς βαθιά στη θάλασσα.

Η μητέρα μου κρατούσε τα χέρια.
Μα εγώ
πίσω απ’ τον τρυφερό της ώμο
πίσω απ’ τα μαλλιά της τα χλωμά
στρωτά μ’ ένα άρωμα υπομονής κ’ ευγένειας
κοιτούσα σοβαρός τη θάλασσα.

Ένας γλάρος με φώναζε
στο βάθος της εσπέρας
εκεί στη γαλανή καμπύλη των βουνών


We had the garden by the seashore.
The sky slipped through the windows
and mother sitting
on her low stool
embroidered the fields of spring
with the open doorsteps of white houses
with the dreams of storks in the straw roof
sketched on the glaucous diaphaneity.

You hadn’t come yet.
I looked at the west and saw you
—a rosy reflection on your hair
—a shadowy smile deep in the sea.

Mother held my hands.
But I
behind her tender shoulder
behind her pale hair
smoothed by fragrances of patience and kindness
I looked solemnly at the sea.

A seagull was calling me
at the depth of the evening
there in the light blue contour of the mountains.

Γιάννη Ρίτσου-Εκλεγμένα Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
Yannis Ritsos-Selected Poems/Translated by Manolis Aligizakis


Yannis Ritsos-Selected Poems/Γιάννη Ρίτσου-Εκλεγμένα Ποιήματα

ritsos front cover

Τελική συμφωνία

Όταν η βροχή χτύπησε το τζάμι με τόνα της δάχτυλο,

το παράθυρο άνοιξε προς τα μέσα. Στο βάθος

ένα άγνωστο πρόσωπο, ένας ήχος—η δική σου φωνή;

Η φωνή σου δυσπιστούσε στ’ αυτί σου. Την άλλη μέρα

ο ήλιος κατηφόριζε στα χωράφια, σα μια κάθοδος

αγροτών με δρεπάνια και δικράνια. Βγήκες κ’ εσύ στο δρόμο

φωνάζοντας, χωρίς να ξέρεις τί φωνάζεις,

σταματώντας μια στιγμή μ’ ένα χαμόγελο κάτω απ’ τη φωνή σου

σαν κάτω απ’ τη ρόδινη, ολόφωτη ομπρέλα μιας γυναίκας

που σεργιάνιζε μπρος στο κικλίδωμα του πάρκου.

Εκεί αναγνώρισες απρόοπτα πως αυτή είταν η σωστή σου φωνή

σύμφωνη μ’ όλες τις ανύποπτες φωνές που γέμιζαν τον αέρα.

Final Agreement

When the rain struck the window with one of its fingers

the window opened inward. Deep inside

an unknown person, a sound – your voice?

Your voice distrusted your ear. The next day

the sun went down the fields, like a descent of farmers

with scythes and pitchforks. You too went out to the street

yelling not knowing about what you were yelling,

stopping for a moment with a smile under your voice

as if under the rosy, fully illuminated umbrella of a woman

sauntering along the railing of the park.

There suddenly you recognized that this was your true voice

in agreement with all the unsuspecting voices filling the air.

Γιάννη Ρίτσου-Εκλεγμένα Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

Yannis Ritsos-Selected Poems/Translated by Manolis Aligizakis


Yannis Ritsos-HELEN//Γιάννη Ρίτσου-Ελένη

Ritsos_front large


Wouldn’t you like me to ring the bell to bring you something? – some

         sweet black cherries

or a bit of candied bitter orange peel – perhaps I still have some left

in the big jars turned into congealed sugar by now – if of course the

greedy servants have left some. The last years I’ve been making

sweets – what else could one do?

                                              After Troy – our life in Sparta was

so boring – really isolated. All day long closed inside

          the houses

amid the crowded loot of so many wars and memories

faded and annoying, that crawled behind you in the


while you combed your hair or in the kitchen, they rose up

from greasy steam of the pot and you hear from within

         boiling water

some dactylic hexameters from that Third Rhapsody

while a rooster crows discordant nearby from the neighbor’s



You surely know how monotonous our life is. Even the


have the same shape and size – I don’t read them

          anymore. Every so often

flags on the balconies, national celebrations, army parades of

wound-up soldiers – only the cavalry maintained something


something personal – perhaps because of the horses. Dust would

         rise like a cloud

we closed the windows – what’s the use: after all one had to dust

one by one all the vases, little boxes, porcelain statuettes, mirrors,




Δε θάθελες να σημάνω το κουδούνι, να σου φέρουν κάτι; — λίγο βύσ-


ή λίγο νεραντζάκι, —  ίσως να μένει κάτι στα μεγάλα βάζα

ζαχαρωμένο πια, πηγμένο — αν βέβαια, κάτι έχουν αφήσει

οι λαίμαργες δούλες. Τα τελευταία χρόνια, καταπιανόμουν μονάχη

με τα γλυκίσματα — τί άλλο να κάνεις;

Ύστερα απ’ την Τροία, — η ζωή μας στη Σπάρτη

πολύ πληχτική — σωστή επαρχία: Όλη μέρα κλεισμένοι μες στα


ανάμεσα στα στριμωγμένα λάφυρα τόσων πολέμων, κι οι μνήμες,

ξέθωρες κ’ ενοχλητικές, να σέρνονται ξωπίσω σου, μες στον καθρέ-


όταν χτενίζεις τα μαλλιά σου, η μέσα στην κουζίνα, να προβαίνουν

μες απ’ τους λιπαρούς ατμούς της χύτρας και ν’ ακούς με το νερό

που κοχλάζει

κάτι δακτυλικούς εξάμετρους από κείνη την Τρίτη Ραψωδία

ενώ ένας πετεινός φωνάζει παράταιρα, κάπου σιμά, απ’ το κοττέ-

τσι του γειτόνου.

Την ξέρεις δα τη μονότονη ζωή μας. ΄Ώς κ’ οι εφημερίδες

ίδιες στο σχήμα, στο μέγεθος, στους τίτλους, — δεν τις διαβάζω

πια. Κάθε τόσο

σημαίες στα μπαλκόνια, εθνικές τελετές, στρατιωτικές παρελάσεις

σαν κουρντισμένες — μόνο το ιππικό διατηρούσε κάτι το αυτοσχέ-


κάτι προσωπικό — εξαιτίας των αλόγων ίσως. Σηκωνότανε σύννε-

φο η σκόνη

κλείναμε τα παράθυρα — να κάθεσαι ύστερα να ξεσκονίζεις ένα ένα

βάζα, κουτάκια, κορνίζες, πορσελάνινα αγάλμάτια, καθρέφτες,



~Γιάννη Ρίτσου-ΕΛΕΝΗ-Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

~Yannis Ritsos-HELEN/Translated by Manolis Aligizakis



Γιάννη Ρίτσου-ΕΛΕΝΗ/Yannis Ritsos-HELEN

Ritsos_front large


Ναί, ναί, — εγώ είμαι. Κάτσε λίγο. Κανένας πιά δέν έρχεται. Κον-


νά ξεχάσω τά λόγια. Κι ούτε χρειάζονται. Πλησιάζει θαρρώ τό κα-


σαλεύουν αλλιώς οι κουρτίνες — κάτι θέλουν νά πούν, — ανοησίες.

           Η μιά τους

έχει βγεί κιόλας έξω απ’ τό παράθυρο, τραβιέται, νά σπάσει τούς


νά φύγει πάνω απ’ τά δέντρα, — ίσως κιόλας νά ζητάει νά τραβήξει

ολόκληρο τό σπίτι κάπου αλλού — μά τό σπίτι αντιστέκεται μ’ όλες

          τίς γωνιές του

καί μαζί του κ’ εγώ, παρ’ ότι νιώθω, εδώ καί μήνες, ελευθερωμένη

απ’ τούς νεκρούς μου κι απ’ τόν ίδιο τόν εαυτό μου, κι αυτή μου η


ακατανόητη, αθέλητη, ξένη, είναι τό μόνο δικό μου — ο δεσμός μου

μέ τούτο τό κρεββάτι, μέ τούτη τήν κουρτίνα — είναι κι ο φόβος

          μου, σά νά κρατιέμαι

ολόσωμη απ’ αυτό τό δαχτυλίδι μέ τή μαύρη πέτρα πού φοράω στό


Αυτή τήν πέτρα περιεργάζομαι τώρα, σέ απέραντες ώρες, μέσα

         στή νύχτα —

μαύρη, χωρίς ανταύγειες — μεγαλώνει, μεγαλώνει, γεμίζει

μαύρα νερά, — τά νερά πλημμυρίζουν, ψηλώνουν, βουλιάζω,

όχι στόν κάτω βυθό, σ’ έναν επάνω βυθό, από εκεί πάνω

διακρίνω χαμηλά τήν κάμαρά μου, εμένα, τή ντουλάπα, τίς δούλες

νά διαπληκτίζονται άφωνες, βλέπω τή μιά ανεβασμένη

σ’ ένα σκαμνί νά καθαρίζει τό τζάμι απ΄τή φωτογραφία τής Λήδας

μέ ύφος τραχύ, εκδικητικό, βλέπω τό ξεσκονόπανο ν’ αφήνει

μιάν ουρά σκόνη από λεπτές φυσαλίδες πού ανεβαίνουν καί σπάζουν

μέ σιωπηλό μουρμουρητό γύρω στούς αστραγάλους μου ή στά γό-

         νατά μου.


Yes, yes, – it’s me. Sit down for a while. No one comes around anymore.

          I almost

forget the words. Not that they are needed. I think summer is almost


the curtains stir in a different way – as if to say something – stupidities

         One of them

has already gone out the window pulling as though to break

         the rings

to fly over the trees – perhaps to take the whole house

someplace else – but the house resists with all

         its corners

and me along, although I’ve felt these last few months liberated

from my dead people and from myself and this resistance

        of mine

incomprehensible, unintentional, not mine, the only thing I have –

        my bond

with this bed, with this curtain – and it’s my fear as if

        my whole body

is anchored by this ring with the black stone I wear on my

        pointer finger


Now I examine this stone closely in the endless hours

        of the night –

black, without any reflections – it grows, it grows, it fills up

with black waters – the waters overflow, rise; I sink

not to the bottom, but on an upper bottom and from there

I discern down below my room, myself, the closet, servant girls

argue speechless; I see one of them standing

on a stool and with a rough spiteful expression cleans the glass

of Leda’s picture; I see the dusting cloth leaving behind

a trail of dust made of delicate bubbles that rise and burst

with a silent murmur around my ankles or




Γιάννη Ρίτσου-Ελένη/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

Yannis Ritsos-Helen/Translated by Manolis Aligizakis