Yannis Ritsos-Moonlight Sonata/Γιάννη Ρίτσου-Η Σονάτα του Σεληνόφωτος

Ritsos_front large

Εδώ, όσο σιγά κι άν περπατήσω μές στήν άχνα τής βραδιάς,

Είτε μέ τίς παντούφλες, είτε ξυπόλητη,

κάτι θά τρίζει, — ένα τζάμι ραγίζει ή κάποιος καθρέφτης,

κάποια βήματα ακούγονται, — δέν είναι δικά μου.

Έξω, στό δρόμο μπορεί νά μήν ακούγονται τούα τά βήματα, —

η μεταμέλεια, λένε, φοράει ξυλοπάπουτσα, —

κι άν κάνεις νά κοιτάξεις σ’ αυτόν ή στόν άλλο καθρέφτη,

πίσω απ’ τή σκόνη καί τίς ραγισματιές,

διακρίνεις πιό θαμπό καί πιό τεμαχισμένο τό προσωπό σου,

τό πρόσωπό σου πού άλλο δέ ζήτησες στή ζωή παρά νά το κρατήσεις

     καθάριο κι αδιαίρετο.

Τά χείλη τού ποτηριού γυαλίζουν στό φεγγαρόφωτο

σάν κυκλικό ξυράφι — πώς νά τό φέρω στά χείλη μου;

όσο κι άν διψώ, — πώς νά τό φέρω; — Βλέπεις;

έχω ακόμη διάθεση γιά παρομοιώσεις —αυτό μού απόμεινε,

αυτό μέ βεβαιώνει ακόμη πως δέ λείπω.

Άφησέ με νάρθω μαζί σου.

 

Here no matter how lightly I walk in the haze of evening

whether in slippers or barefoot

something will creak — a window cracks or a mirror

some footsteps are heard — they are not mine.

Perhaps these footsteps are not heard outside in the street

the repentance, they say, wears wooden shoes—

and if you see them in this or the other mirror

beyond the dust and the cracks

you’ll discern your face even hazier and more fragmented

your face that above all you wanted to maintain clear

       and indivisible.

 

The rim of the water glass shines in the moonlight

like a circular razor — how can I bring it to my lips?

When I thirst so much — how can I bring it? – You see?

I am still in the mood for similes – this has stayed with me

this still assures me that I am not absent.

Let me come with you.

 

ΓιάννηΡίτσουΗΣονάτατουΣεληνόφωτος/Yannis Ritsos-Moonlight Sonata

Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη/Translated by Manolis Aligizakis

 

www.libroslibertad.ca

 

ΓΙΑΝΝΗ ΡΙΤΣΟΥ-ΑΚΡΟΒΟΛΙΣΜΟΣ/YANNIS RITSOS-SKIRMISH

ritsos front cover

Ο χωροφύλακας περνάει μέ τό βραδινό συσσίτιο στήν καραβάνα του

η χλαίνη του χτυπάει στόν άνεμο σά λαμαρίνα στόν προσφυγικό

      συνοικισμό.

Τί χωρίζει λοιπόν τούς ανθρώπους μέσα σ’ ένα απόγευμα πού

     ανάβουν τά φώτα τόσο νωρίς

όταν τό μαγκάλι ανάβει στήν ξώπορτα τού φτωχόσπιτου

όταν μιά μακριά ουρά από κόκκινες σπίθες τινάζεται στόν άνεμο

καί θά μπορούσε νάναι ένα άλογο πού καλπάζει στά παραμύθια

ένα άλογο πού μπορείς καί σύ κι εγώ νά καβαλλικέψουμε

καί νά μάς πάει όπου θέμε—σ’ ένα χωράφι παπαρούνες

όπου γελάνε τά κορίτσια—όπου θέμε—ένα άλογο—

 

Τί χωρίζει λοιπόν τούς ανθρώπους όταν εσύ κι εγώ πεινάμε

όταν διψάμε χώρια είτε μαζί—τό ίδιο διψάμε,

τί μάς χωρίζει; νάσαι σύ ο φρουρός καί γώ ο εξόριστος

όταν η λέξη μητέρα ξέρουμε κ’ οι δυό μας τί θά πεί

όταν οπαγώνουν τ’ αυτιά καί τών δυονώ μας μέ τόν άνεμο

κι όταν στήν τσέπη μας κρατάμε λίγα χρώματα απ’ τό δείλι

σάν τά χαρτνομίσματα μιάς άλλης εποχής πού δέν μπορείς μ’ αυτά

     ν’ αγοράσεις τίποτα στίς μέρες μας;

 

The policeman goes by with the evening meal in his mess tin

his greatcoat flaps in the wind like sheet metal in the refugee

       settlement.

Then what separates people in this afternoon when the lights

      are turned on so early

when a brazier is put on in the front door of the poor dwelling

when a long tail of red sparkles blows up in the wind

and it could be a horse galloping in fairy tales

a horse that you and I can ride on

and it can take us wherever we want – to a poppy field

where girls laugh – whatever we want – one horse –

Then what separates people when you and I are hungry

when we thirst together or on our own – we thirst the same way

what separates us? That you are the guard and I am the exiled

when we both know the meaning of the word mother

when both our ears freeze by the wind

and when we hold a few colors of dusk in our pockets

like money of another era that can’t buy you

      anything these days?

Γιάννη Ρίτσου-Ακροβολισμός/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

Yannis Ritsos-Skirmish/Translated by Manolis Aligizakis

YANNIS RITSOS-ROMIOSINI/ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ-ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ

Ritsos_front large

I

These trees don’t take comfort in less sky
these rocks don’t take comfort under foreigners’
footsteps,
these faces don’t take comfort but only
in the sun,
these hearts don’t take comfort except in justice.

This landscape is merciless like silence,
it hugs its fiery rocks tightly in its bosom
it hugs tightly in the sun its orphan olive trees
and grapevines,
it clenches its teeth. There is no water. Only light.
The road vanishes in light and the shadow of the fence wall
is made of steel.

Trees, rivers and voices turn to marble
in the sun’s whitewash.
The root stumbles on the marble. The dusty
bulrush
The mule and the rock They all pant There is
no water.
They’ve all been thirsty. For years. They all
chew one bite of sky over their bitterness.

Their eyes are red for lack of sleep,
a deep wrinkle is wedged between their

      eyebrows
like a cypress between two mountains
at sundown.
Their hands are glued onto their rifles,
their rifles are extensions of their hands,
their hands extensions of their souls –
they have anger on their lips
and grief deep within their eyes
like a star in a pothole of salt.

ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ

Αυτά τά δέντρα δέ βολεύονται μέ λιγότερο ουρανό,

αυτές οι πέτρες δέ βολεύονται κάτου απ’ τά ξένα

      βήματα,

αυτά τά πρόσωπα δέ βολεύονται παρά μόνο στόν

     ήλιο,

αυτές οι καρδιές δέ βολεύονται παρά μόνο στό δίκιο.

Ετούτο τό τοπίο είναι σκληρό σάν τή σιωπή,

σφίγγει στόν κόρφο του τά πυρωμένα του λιθάρια,

σφίγγει στό φώς τίς ορφανές ελιές του καί τ’ α-

      μπέλια του,

σφίγγει τά δόντια. Δέν υπάρχει νερό. Μονάχα φώς.

Ο δρόμος χάνεται στό φώς κι ο ίσκιος τής μά-

     ντρας είναι σίδερο.

Μαρμάρωσαν τά δέντρα, τά ποτάμια κι οι φωνές

      μές στόν ασβέστη τού ήλιου.

Η ρίζα σκοντάφτει στό μάρμαρο. Τά σκονισμένα

      σκοίνα.

Τό μουλάρι κι ο βράχος. Λαχανιάζουν. Δέν υπάρχει

      νερό.

Όλοι διψάνε. Χρόνια τώρα. Όλοι μασάνε μιά μπου-

     κιά ουρανό πάνου απ’ τήν πίκρα τους.

Τά μάτια τους είναι κόκκινα απ’ τήν αγρύπνια,

μιά βαθειά χαρακιά σφηνωμένη ανάμεσα στά φρύδια

    τους

σάν ένα κυπαρίσι ανάμεσα σέ δυό βουνά τό λιό-

      γερμα.

Τό χέρι τους είναι κολλημένο στό ντουφέκι,

τό ντουφέκι είναι συνέχεια τού χεριού τους,

τό χέρι τους είναι συνέχεια τής ψυχής τους—

έχουν στά χείλη τους απάνου τό θυμό

κ’ έχουνε τόν καημό βαθιά-βαθιά στά μάτια τους

σάν ένα αστέρι σέ μιά γούβα αλάτι.

Yannis Ritsos-Romiosini/translated by Manolis Aligizakis

Γιάννης Ρίτσος-Ρωμιοσύνη/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

www.libroslibertad.ca

Yannis Ritsos-Selected Poems/Γιάννης Ρίτσος-Εκλεγμένα Ποιήματα

ritsos front cover

November 17th

 

Unbearable silence riddled by the bullets, bitter city

blood, fire, the fallen door, smoke, vinegar

who can say: I’m waiting from deep inside the black?

Young ropewalkers with oversize shoes, with a patch of fire on their foreheads,

red wire, red bird and the lone dog in the blockaded suburbs

while the most pale dawn appears behind the smoked up statues

and you can still hear the last cry fading in the streets

over the tanks, amid the random gunshots.

Then how can you sleep? Then how can you sleep?

 

-Diary of a Week

 

17 Νοεμβρίου


Βαριά σιωπή διάτρητη απ΄τους πυροβολισμούς, πικρή πολιτεία,
αίμα, φωτιά, η πεσμένη πόρτα, ο καπνός, το ξύδι,
ποιός θα πει περιμένω μέσα απ’ το μέσα μαύρο.
Μικροί σχοινοβάτες με τα μεγάλα παπούτσια μ΄έναν επίδεσμο φωτιά στο κούτελο,
κόκκινο σύρμα, κόκκινο πουλί και το μοναχικό σκυλί στ΄ αποκλεισμένα προάστια
ενώ χαράζει η χλωμότερη μέρα πίσω απ΄τα καπνισμένα αγάλματα
κι ακούγεται ακόμη η τελευταία κραυγή διαλυμένη στις λεωφόρους
πάνω απ΄τα τανκς μέσα στους σκόρπιους πυροβολισμούς..
Πως μπορείτε λοιπόν να κοιμάστε; πως μπορείτε λοιπόν να κοιμάστε;

 

ΗμερολόγιομιαςΕβδομάδας

 

Yannis Ritsos-Selected Poems/ΓιάννηςΡίτσος-Εκλεγμένα Ποιήματα

Translation by Manolis Aligizakis/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

www.ekstasiseditions.com

YANNIS RITSOS-SKIRMISH/ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ-ΑΚΡΟΒΟΛΙΣΜΟΣ

Ritsos_front large

YANNIS RITSOS-SKIRMISH/ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ-ΑΚΡΟΒΟΛΙΣΜΟΣ

You know the great loneliness of exile

these infuriated seashores that could be ours though

     they are foreign

this air that harasses the window shutters

these window shutters that we have never opened

     or closed

though they still trust us with all afternoons.

 

The moon rises very early stumbling on clouds.

The house of the teacher is all alone by the shore

and the light of the lamp behind the windows is more lonely

      than his daughter’s heart

when she saunters in the plaza of the island at twilight

among the pulled up boats

among the fishermen who listen to the cafe gramophone

      while mending their nets.

 

We saw the sea dusk spending its loneliness without leaving

      anything behind.

We saw the tents flying away with the wind without reaching

     far where they wait for us.

But we had arrived at home

we had lighted the lamp

we had spread a wide smile on the table

and had waited. They didn’t come.

Then it makes no sense to remain in tomorrow – even if you

had arrived

Tomorrow seems so far the same as yesterday.

Fold this big light like a tablecloth. Later on

      the supper.

The flag mast leans on the ground.

The railings of the courtyard drenched by the drops of

      rough seas

same as the wooden steps and the green balcony.

The paint doesn’t hold together – salinity eats away at it

the wind, the sun, the rain. The paint doesn’t hold together

     on these worn-out planks.

Every so often we need new repairs.

Nothing goes right. Poor patch-up jobs.

 

Τήν ξέρεις τή μεγάλη ερημιά τής εξορίας

αυτές τίς θυμωμένες ακρογιαλιές πού μπορεί νάταν δικές μας

      κι είναι ξένες

αυτόν τόν αγέρα πού βασανίζει τά παραθυρόφυλλα

αυτά τά παραθυρόφυλλα πού δέν τ’ ανοίξαμε καί δέν τά κλείσαμε

      ποτέ

καί πού ωστόσο μάς εμπιστεύονται όλα τ’ απογεύματα.

Τό φεγγάρι βγαίνει πολύ νωρίς σκοντάφτοντας στά σύγνεφα.

Τό σπίτι τού δασκάλου είναι καταμόναχο στήν ακροθαλασσιά

καί τό φώς τής λάμπας πίσω απ’ τά τζάμια είναι πιό μονάχο

     απ’ τήν καρδιά τής κόρης του

όταν βγαίνει περίπατο τό δείλι στήν πλατεία τού νησιού

ανάμεσα στίς τραβηγμένες βάρκες

ανάμεσα στούς ψαράδες πού ακούνε τό γραμμόφωνο τού καφε-

     νείου μπαλώνοντας τά δίχτυα τους.

Είδαμε τό θαλασσινό σούρουπο να ξοδεύει τή μοναξιά του χωρίς

     ν’ αφήνει πίσω του τίποτα.

Είδαμε τί σκηνές νά φεύγουν μέ τόν άνεμο χωρίς νά φτάνουν

     εκεί πού μάς περιμένουν.

Μά εμείς είχαμε φτάσει στό σπίτι

είχαμε ανάψει τό φώς

είχαμε στρώσει ένα φαρδύ χαμόγελο στό τραπέζι

καί περιμέναμε. Δέν ήρθαν.

Δέν είναι λοιπόν νά μείνεις στό αύριο—κι άς έχεις φτάσει.

Τ’ αύριο φαίνεται έτσι μακρινό σάν καί τό χτές.

Δίπλωσε αυτό τό μεγάλο φώς σάν τραπεζομάντηλο. Τό δείπνο

      αργότερα.

Τό κοντάρι τής σημαίας ακουμπισμένο στό χώμα.

Τά κάγκελα τού προαύλιου μουσκεμένα απ’ τίς στάλες τής

     φουρτούνας,

τό ίδιο καί τά ξύλινα σκαλιά καί τό πράσινο μπαλκόνι.

Δέ στεριώνει η μπογιά, δέ στεριώνει—τήν τρώει η αρμύρα

ο αγέρας, ο ήλιος, η βροχή. Δέ στεριώνει η μπογιά σέ τούτα τά

      φαγωμένα σανίδια.

Κάθε τόσο χρειάζονται καινούργιες επισκευές.

Δέ γίνεται τίποτα. Φτωχομπαλώματα.

 

 

Γιάννης Ρίτσος-Ακροβολισμός/YannisRitsosSkirmish

ΜετάφρασηΜανώληΑλυγιζάκη/Translation, Manolis Aligizakis

www.libroslibertad.ca

 

Yannis Ritsos-Selected Poems/Γιάννης Ρίτσος-Εκλεγμένα Ποιήματα

ritsos front cover

Απόγευμα

Τό απόγευμα είναι όλο πεσμένους σουβάδες, μαύρες πέτρες, ξερά

        αγκάθια.

Τό απόγευμα έχει ένα δύσκολο χρώμα από παλιά βήματα πού

       μείναν στή μέση

από παλιά πιθάρια θαμμένα στήν αυλή, καί πάνω τους η κούραση

       καί τό χορτάρι.

Δυό σκοτωμένοι, πέντε σκοτωμένοι, δώδεκα—πόσοι καί πόσοι.

Κάθε ώρα έχει τό σκοτωμένο της. Πίσω απ’ τά παράθυρα

στέκουν  αυτοί πού λείπουν καί τό σταμνί μέ τό νερό πού δέν ήπιαν.

Κι αυτό τό αστέρι πού έπεσε στήν άκρη τής βραδιάς

είναι σάν τό κομμένο αυτί πού δέν ακούει τά τριζόνια

πού δέν ακούει τίς δικαιολογίες μας—δέν καταδέχεται

ν’ ακούσει τά τραγούδια μας—μονάχο, μονάχο,

μονάχο, αποκομμένο, αδιάφορο γιά καταδίκη ή γιά δικαίωση.

Afternoon

The afternoon is full of fallen plaster, black stones, dry

          thorns.

The afternoon has a difficult color of old footsteps stopped

          halfway

of old storage jars buried in the yard and over them tiredness

          and grass.

Two people killed, five killed, twelve – so many, so many.

Each hour has its own killed person. Behind the windows

stand the ones who left and the pitcher with water they didn’t drink.

And this star that fell at the edge of the evening

is like the severed ear that cannot hear the crickets

that cannot hear our excuses – it disdains

to hear our songs – alone, alone,

alone, detached, indifferent to condemnation or justification.

Κατανόηση

Κυριακή. Γυαλίζουν τά κουμπιά στά σακκάκια

σά μικρά γέλια. Τό λεωφορείο έφυγε.

Κάτι εύθυμες φωνές—παράξενο

νά μπορείς ν’ ακούς καί ν’ αποκρίνεσαι. Κάτω απ’ τά πεύκα

ένας εργάτης μαθαίνει φυσαρμόνικα. Μιά γυναίκα

είπε σέ κάποιον καλημέρα—μιά τόσο απλή καί φυσική

       καλημέρα

πού θάθελες κ’ εσύ νά μάθεις φυσαρμόνικα κάτω απ’ τά πεύκα.

Όχι διαίρεση ή αφαίρεση. Νά μπορείς νά κοιτάζεις

έξω από σένα—ζεστασιά καί ησυχία. Νά μήν είσαι

“μονάχα εσύ”, μά “καί εσύ”. Μιά μικρή πρόσθεση,

μιά μικρή πράξη τής πρακτικής αριθμητικής, ευκολονόητη,

πού κ’ ένα παιδί μπορεί νά τήν πετύχει παίζοντας στό φώς

       τά δάχτυλά του

ή παίζοντας αυτή τή φυσαρμόνικα γιά ν’ ακούσει η γυναίκα.

Understanding

Sunday. Buttons of coats shine

like small laughter. The bus is gone.

Some cheerful voices – strange

that you can hear them and you can answer. Under the pine trees

a worker is trying to learn harmonica. A woman

said good morning to someone – so simple and natural good

        morning

that you too would like to learn to play harmonica under the pine trees.

Neither division nor subtraction. To be able to look outside

yourself – warmth and serenity. Not to be

“just you” but “you too”. A small addition,

a small act of practical arithmetic easily understood

that even a child can successfully do by playing with his fingers

        in the light

or playing this harmonica so the woman can hear it.

Γιάννης Ρίτσος- Εκλεγμένα Ποιήματα, Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

Yannis Ritsos-Selected Poems, Translation by Manolis Aligizakis

www.ekstasiseditions.com

Γιάννης Ρίτσος-Εκλεγμένα Ποιήματα/Yannis Ritsos-Selected Poems

ritsos front cover

Στό στρατώνα

Τό φεγγάρι μπήκε στό στρατώνα.

Ψαχούλεψε τίς κουβέρτες τών φαντάρων.

Έπιασε ένα γυμνό χέρι. Κοιμήσου.

Κάποιος παραμιλάει. Κάποιος ροχαλίζει.

Μιά σκιά χειρονομεί στό μακρύ τοίχο.

Πέρασε τό τελευταίο τράμ. Ησυχία.

Μπορεί όλοι αυτοί νάναι αύριο πεθαμένοι;

Μπορεί από τώρα κιόλας νάναι πεθαμένοι;

Ένας φαντάρος ξύπνησε.

Κοιτάζει γύρω μέ γυάλινα μάτια.

Μιά κλωστή αίμα κρέμεται απ’ τά χείλη τού φεγγαριού.

 

In the Barracks

The moon entered the barracks.

It rummaged in the soldiers’ blankets.

Touched an undressed arm. Go to sleep.

Someone talks in his sleep. Someone snores.

A shadow gestures on the long wall.

The last trolley bus went by. Quietness.

Can all these be dead tomorrow?

Can they be dead from right now?

A soldier woke up.

He looks around with glassy eyes.

A thread of blood hangs from the moon’s lips.

Τό νόημα τής απλότητας

Πίσω από απλά πράγματα κρύβομαι, γιά νά μέ βρείτε,

άν δέ μέ βρείτε, θά βρείτε τά πράγματα,

θ’ αγγίξετε εκείνα πού άγγιξε τό χέρι μου,

θά σμίξουν τά χνάρια τών χεριών μας.

Τό αυγουστιάτικο φεγγάρι γυαλίζει στήν κουζίνα

σά γανωμένο τεντζέρι (γι’ αυτό πού σάς λέω γίνεται έτσι)

φωτίζει τ’ άδειο σπίτι καί τή γονατισμένη σιωπή τού σπιτιού—

πάντα η σιωπή μένει γονατισμένη.

Η κάθε λέξη είναι μιά έξοδος

γιά μιά συνάντηση, πολλές φορές ματαιωμένη,

καί τότε είναι μιά λέξη αληθινή, σάν επιμένει στή συνάντηση.

The meaning of simplicity

I hide behind simple things, so you may find me;

if you don’t find me, you will find these things,

you will touch what my hand touched,

the traces of our hands will join.

The August moon shines in the kitchen

like a tin-plated saucepan (it turns like that because I tell you this)

it lights the empty house and the kneeling silence of the house –

silence stays always kneeling.

Every word is an exit

for an encounter, often postponed,

and then the word is true, since it insists on the encounter.

Γάννης Ρίτσος-Εκλεγμένα Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

Yannis Ritsos-Selected Poems/Translation Manolis Aligizakis

http://www.ekstasiseditions.com

Yannis Ritsos-Selected Poems/Γιάννης Ρίτσος-Εκλεγμένα Ποιήματα

ritsos front cover

Συμπαράσταση

Ο άνεμος κουβεντιάζει μπροστά στά παράθυρα

όπως εκείνοι πού πρόκειται νά χωρίσουν.

Τά έπιπλα γίνονται σάν τά φτωχά κορίτσια πού μαζεύουν

τίς πεσμένες ελιές. Η βραδιά περπατάει κάτω απ’ τά λιόδεντρα

ολομόναχη, κι ο κάμπος μέ τά θερισμένα στάχυα

είναι μιά άρνηση. Τό παλιό δέρμα τού τζίτζικα

μοιάζει μ’ ένα μικρό καμπαναριό γκρεμισμένο στά ξερά χόρτα.

Έρχεται αργότερα η ψιχάλα—κυνηγάει τά σπουργίτια,

αργά τό φεγγάρι πλαγιάζει κάτου απ’ τά κυπαρίσσια

σάν τό παρατημένο αλέτρι. Ο ζευγολάτης

κοιμάται κάτου απ’ τό χώμα—

η γυναίκα του μονάχη μέ τό σκυλί καί τό λιγνό βόδι.

Τά χέρια τής σιωπής είναι παγωμένα

έτσι πού δένει κάτου απ’ τό πηγούνι της τό μαύρο τσεμπέρι της.

Όμως στό ξύλο τού αλετριού μένει τό χνάρι τού χεριού του πιό

        δυνατό απ’ τό χέρι του

κι η ράχη τής καρέκλας κρατάει ζεστό τό φάρδος τής πλάτης του.

Γιά τούτα τ’ ασήμαντα πράματα—δέν ξέρω—

θέλω νά γράψω ένα μικρό τραγούδι πού νά δείχνει πώς δέν ξέρω

τίποτα γιά όλ’ αυτά, μόνο πώς είναι αυτά όπως είναι

μονάχα, καταμόναχα κι ούτε ζητάνε καμιά μεσολάβηση

ανάμεσα σ’ εκείνα καί σέ κάποιον άλλον.

Solidarity

The wind converses with the windows

like those who are going to separate.

The furniture becomes like the poor girls who gather

fallen olives. The evening walks under the olive trees

all alone and the field with harvested wheat

is a denial. The shed husk of the cicada

resembles a small bell-tower fallen on dry grass.

Later, the drizzle comes – it hunts the sparrows,

slowly the moon lies down under the cypresses

like the abandoned plow. The plowman

sleeps beneath the soil –

his wife alone with the dog and the thin ox.

The hands of silence are frozen

as she ties her black headscarf under her chin.

But the trace of his hand stays on the wood of the plow

          more strong than his hand

and the chair’s back retains the warmth of his broad shoulder blades.

About these insignificant things – I don’t know –

I want to write a small song that will show I don’t know

anything about them, only that they are as they are

alone, completely alone and they don’t ask for any mediation

between themselves and someone else.

Γιάννης Ρίτσος “Εκλεγμένα Ποιήματα”/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

Yannis Ritsos “Selected Poems”/Translation by Manolis

www.ekstasiseditions.com

Yiannis Ritsos-Selected Poems/Γιάννης Ρίτσος-Εκλεγμένα Ποιήματα

Image

Μικρή πρόσκληση

Έλα στίς φωτεινές ακρογιαλιές—μουρμούριζε μόνος—

εδώ πού γιορτάζουν τά χρώματα—κοίτα—

εδώ πού δέν πέρασε ποτέ η βασιλική οικογένεια

μέ τίς κλειστές καρότσες καί τούς επίσημους αποσταλμένους.

Έλα, δέν κάνει νά σέ δούν—έλεγε—

είμαι ο λιποτάχτης τής νύχτας

είμαι ο διαρρήκτης τού σκοταδιού

έχω γεμάτο τό πουκάμισό μου καί τίς τσέπες μου ήλιο.

Έλα—μού καίει τό στήθος καί τά χέρια.

Έλα νά σού τόν δώσω.

Έχω καί κάτι νά σού πώ

πού δέν κάνει ούτε εγώ νά τό ακούσω.

An Invitation

Come to the luminous beaches – he murmured to himself –

here where the colors celebrate – look –

here where the royal family never passed

with their closed carriages and official emissaries.

Come, – it is not good if they see you – he would say –

I am the deserter of the night

I am the burglar of darkness

I have filled my shirt and my pockets with sun.

Come – it burns my hands and my chest.

Come let me give it to you.

And I have something to tell you

that even I cannot hear.

 Αναλογίες

Θολά τ’ αστέρια μές στή στέρνα,

η στέρνα μές στή μέση τής παλιάς αυλής,

σάν τόν καθρέφτη τής κλεισμένης κάμαρας.

Γύρω στή στέρνα κάθονται τά περιστέρια,

άκρη-άκρη στό φεγγάρι οι ασβεστωμένες γλάστρες,

γύρω-γύρω στήν πληγή μας τά τραγούδια μας.

 Proportions

The stars are muddy in the cistern,

the cistern in the middle of the old yard,

like a mirror of the closed room.

The doves sit around the cistern,

whitewashed flowerpots sit end-to-end in the moon,

around and around our wound: our songs.

~Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη/Translation Manolis Aligizakis

http://www.ekstasiseditions.com

~

Γιάννης Ρίτσος-Εκλεγμένα Ποιήματα/Yannis Ritsos-Selected Poems

Ritsos_front large

Μετεωρισμός

Τά δέντρα, μέ τά πρώτα κρύα, φεύγουν σκυφτά στόν άνεμο.

Τό βράδι, ο ουρανός γίνεται μιά μεγάλη κλεισμένη τζαμόπορτα.

Κεί μέσα, συναγμένοι πολλοί, κουβεντιάζουν σιγανά καί καπνίζουν,

γιατί βλέπουμε, πίσω απ’ τά χνωτισμένα τζάμια,

ν’ αναβοσβήνουν κάτι ασήμαντες λάμψεις.

Πότε – πότε, κάποιος πετούσε από κεί πάνου τό τσιγάρο του

κ’ εμείς μαζεύαμε τά δάχτυλά μας μήν καούμε.

Κανένας μας δέν είχε πιά λίγο χώμα δικό του,

ένα στρέμμα χωράφι ή έναν τάφο.

Floating in Air

With the first cold spells, the trees leave stooping in the wind.

In the evening, the sky becomes a large closed glass door.

In there, many have gathered talking in low tones and smoking,

because we see, behind the steamed glass

some insignificant flashes flickering.

From time to time, someone threw his cigarette from above

and we kept our fingers in check not to be burned.

None of us had a small piece of ground anymore,

an acre of land or a grave.

Χειμωνιάζει

Μέ κάθε χτύπο τού ρολογιού πέφτει ένα κίτρινο φύλλο.

Είχες ένα ψάθινο καπέλο μέ λιλά λουλούδια.

Τώρα κεί μέσα γεννάνε οι κόττες

κ’ ένα σαλιγκάρι ανηφορίζει στό πόδι τής καρέκλας.

Τό χιόνι θάναι κρύο, κρύο, κρύο

σάν τό ψηλό κολλάρο τού πατέρα

πού βρίσκεται από χρόνια στό σεντούκι.

Μύρισαν κιόλας τά δέντρα ναφθαλίνη.

Winter Approaches

With each tick of the clock a yellow leaf falls.

You had a straw hat with lilac flowers.

Now in there, chickens lay eggs

and a snail climbs on the leg of the chair.

The snow will be cold, cold, cold

like the high collar of our father

hidden in the chest for years.

The trees already smell of mothballs.

Μύθος

Τή νύχτα ανάψαμε τά λαδοφάναρα

καί πήραμε τούς δρόμους ρωτώντας τούς διαβάτες.

Φορούσε, λέγαμε, ένα φόρεμα

στό χρώμα κάθε ονείρου. Δέν τήν είδατε;

Φορούσε δυό γαλάζια σκουλαρίκια.

Κανένας δέν τήν είχε δεί. Μόνο στήν ακρινή καλύβα

η μάνα η γριά τού ξυλοκόπου τέντωσε τό δάχτυλο

κ’ έδειξε πίσω από τά δέντρα τό ποτάμι.

Κεί κάτου αναβοσβήναν δυό γαλάζια αστέρια.

Myth

At night we lighted the oil lamps

and took the roads asking the passersby.

She wore a dress, we said,

in the color of every dream. Didn’t you see her?

She wore two light-blue earrings.

No one had seen her. Only in the cabin at the end of the village

the old woman, the lumberjack’s mother, pointed her finger

and showed us the river behind the trees.

~Translated by Manolis

Image

Down to where two light-blue stars flickered.