Κ. Καβάφης//C. Cavafy

!cid_73928743-773D-47E5-B066-8F82C0F99FC6@local

THIS MUCH I GAZED

This much I have gazed on beauty—,
my vision is filled with it.

Contours of the body. Red lips. Sensual limbs.
Hair as if taken from Greek statues;
always beautiful, even when undone,
and falling, a bit, on the white brow.
Faces of love, as my poetry
wished them…in the nights of my early manhood,
in my nights, secretly, met…

ΕΤΣΙ ΠΟΛΥ ΑΤΕΝΙΣΑ
Την εμορφιά έτσι πολύ ατένισα
που πλήρης είναι αυτής η όρασίς μου.

Γραμμές του σώματος. Κόκκινα χείλη. Μέλη ηδονικά.
Μαλλιά σαν από αγάλματα ελληνικά παρμένα
πάντα έμορφα, κι αχτένιστα σαν είναι,
και πέφτουν λίγο, επάνω στ’ άσπρα μέτωπα.
Πρόσωπα της αγάπης, όπως τάθελεν
η ποίησίς μου…μες στες νύχτες της νεότητός μου,
μέσα στες νύχτες μου, κρυφά, συναντημένα…

 

http://www.ekstasiseditions.com

YANNIS RITSOS-SELECTED POEMS

ritsos front cover

THE SIN

They left, they left – he said. They stayed – he said in a while. They stayed.
They exist.
Gullible days, wasted. And there were a few trees.
The roofs leaned their shoulders more impressively. George,
on top of the ladder, was fixing the plaster festoon
of the neoclassical house. Further down in the harbor
the longshoremen were creating a havoc. They carried
large wooden boxes tied with ropes. Two dogs
walked edge to edge in the street. Those days
we enclosed in parentheses the most important things. Him
with the black patch over his right eye, gaping at the shabby
display-windows, he collected (perhaps also on our behalf) a few objects,
match boxes, words, images and some other nameless and
invisible things –
always clumsy, with his muddy shoes and completely innocent.
The absolute – he said – is our grievest sin. And as the lights
were turned on
on ships, in bars, in patisseries, they underscored exactly that.

Η ΑΜΑΡΤΙΑ

Έφυγαν, έφυγαν,—έλεγε. Έμειναν—έλεγε σε λίγο. Έμειναν.
Είναι.
Εύπιστες μέρες, χαμένες. Ήταν και λίγα δέντρα.
Οι στέγες έγερναν ενδοτικότερα τους ώμους τους. Ο Γιώργης
πάνω στη σκάλα διόρθωνε τη γύψινη γιρλάντα
νεοκλασικού σπιτιού. Πιο κάτω, στο λιμάνι
πρωτοστατούσανε οι φορτοεκφορτωτές. Κουβαλούσαν
μεγάλα ξύλινα κασόνια δεμένα με σκοινιά. Δυο σκύλοι
πήγαιναν άκρη άκρη στο δρόμο. Κείνες τις μέρες
το κυριώτερο το κλείναμε σε παρενθέσεις. Αυτός
με τον επίδεσμο στο δεξί μάτι χάζευε τις φτωχές βιτρίνες
μάζευε (πιθανόν και για λογαριασμό μας) κάτι ελάχιστα αντικείμενα,
σπιρτόκουτα, λέξεις, εικόνες και κάτι άλλα ανώνυμα και αόρατα—
αδέξιος πάντα, με τα λασπωμένα του παπούτσια, κι ολότελα αθώος.
Το απόλυτο—είπε—είναι η βαθιά μας αμαρτία. Κι όπως ανάβαν τα
φώτα
στα πλοία, στα μπάρ, στα ξενοδοχεία, αυτό ακριβώς υπογραμμίζαν.

“Yannis Ritsos-Selected Poems”, Ekstasis Editions, summer-fall, 2013
Poetry by Yannis Ritsos, Translated by Manolis Aligizakis

Γιάννη Ρίτσου-Εκλεγμένα Ποιήματα/Yannis Ritsos-Selected Poems

Ritsos_front large

ΠΡΟΣ ΤΟ ΧΑΡΑΜΑ

Αργά τη νύχτα, που αραιώνει η κίνηση των δρόμων
κ’ οι τροχονόμοι εγκαταλείπουν τις θέσεις τους, αυτός
δεν ξέρει πια τι να κάνει, κοιτάει απ’ το παράθυρο κάτω
την τζαμαρία του μεγάλου καφενείου, χνωτισμένη
απ’ τους ατμούς της αυπνίας, κοιτάει τα γκαρσόνια
φασματικά, διαθλασμένα, ν’ αλλάζουν πίσω απ’ το ταμείο,
κοιτάει τον ουρανό με τις φαρδειές λευκές οπές, απ’ όπου
διακρίνονται οι τροχοί του τελευταίου λεωφορείου. Κ’ ύστερα
αυτό το “τίποτ’ άλλο, τίποτ’ άλλο”. Μπαίνει μέσα
στην ολόγυμνη κάμαρα, ακουμπάει το μέτωπό του
στον ώμο του δικού του αγάλματος (ψηλότερο απ’ το φυσικό)
νιώθοντας τη δροσιά του πρωινού πάνω στο μάρμαρο, ενώ,
κάτω στο προαύλιο με τις σπασμένες πλάκες, οι φύλακες
μαζεύουν τους κομμένους σπάγγους απ’ τα δέματα των εξορίστων.

TOWARD DAWN

Late at night when the traffic slows down
and the traffic wardens leave their posts he
doesn’t know what to do anymore; from his window
he looks down at the big glass of the cafe front steamed up
by the breathing of sleeplessness; he looks at the
spectral, refracted waiters changing clothes behind the cash;
he looks at the sky with its wide white holes
discerning in them the wheels of the last bus. And then
that: “nothing else, nothing else.” He enters
the totally empty room; he leans his forehead
on the shoulder of a statue resembling him (unnaturally taller)
feeling the freshness of morning on the marble while
down in the courtyard with the broken flagstones the guards
gather and cut strings of the packages of the exiled.

~Γιάννη Ρίτσου-Εκλεγμένα Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Yannis Ritsos-Selected Poems/translated by Manolis Aligizakis

 

 

 

Yannis Ritsos-Caretaker’s Desk/Γιάννη Ρίτσου-Θυρωρείο

Ritsos_front large

Νυχτερινό Επεισόδιο

Κάρφωσε το καρφί στον τοίχο. Δεν είχε
τι να κρεμάσει. Το κοιτούσε καθισμένος
άντικρυ στην παλιά καρέκλα. Δεν μπορούσε
τίποτα να σκεφτεί, να θυμηθεί. Σηκώθηκε,
σκέπασε το καρφί με το μαντίλι του. Κι άξαφνα
είδε το χέρι του μελανιασμένο, βαμμένο
απ’ το φεγγάρι που στεκόταν στο παράθυρο. Ο φονιάς
είχε πλαγιάσει στο κρεββάτι του. Τα πόδια του,
γυμνά, ισχυρά, μ’ άψογα νύχια, μ’ έναν κάλο
στο μικρό δάχτυλο, ξεπρόβαιναν απ’ την κουβέρτα
κι οι τρίχες καμπύλωναν ερωτικά. Έτσι πάντα
τ’ αγάλματα κοιμούνται με τα μάτια ανοιχτά
κι ούτε είναι να φοβάσαι όποιο όνειρο, όποιο λόγο—
τον πιστό μάρτυρα που σου χρειάζονταν τον έχεις,
τον ακριβόλογο κ’ εχέμυθο, γιατί, το ξέρεις,
τ’ αγάλματα δεν προδίνουν ποτέ, μονάχα αποκαλύπτουν.

Nightly Event

He hammered the nail on the wall. He didn’t
have anything to hang. He stared at it sitting
on the old chair opposite it. He couldn’t
think or remember anything. He got up
covered the nail with his kerchief. And suddenly
he noticed his bruised arm, painted by
the moon coming through the window. The killer
in his bed had gone to sleep. His legs
uncovered, strong with perfect toenails, with a callus on
the small toe visible under the blanket
and his hairs were curling erotically. The statues
always sleep like that with open eyes and
you don’t have to fear a dream or a word –
the true witness you needed, you have him,
the precise and trustworthy; because, you know,
statues never betray, they only reveal.

 

~Γιάννη Ρίτσου, “Θυρωρείο”, Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Yannis Ritsos, “Caretaker’s Desk”, Translation Manolis Aligizakis