George Seferis//Γιώργος Σεφέρης

74979_3629791323956_2077615219_n

ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ ΙΘ’

Κι άν ο αγέρας φυσά δε μας δροσίζει
κι ο ίσκιος μένει στενός κάτω απ’ τα κυπαρίσσια
κι όλο τριγύρω ανήφοροι στα βουνά,

μας βαραίνουν
οι φίλοι που δεν ξέρουν πια πώς να πεθάνουν.

 

MYTHISTOREMA XIX

Although the wind blows it doesn’t freshen us
and the shade is narrow under the cypresses
and all around uphill paths to the mountains;

they weigh heavy on us
the friends who don’t know how to die anymore.

~GEORGE SEFERIS-COLLECTED POEMS, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, Vancouver, Canada, 2012

MANOLIS ANAGNOSTAKIS–ΜΑΝΩΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ

93119261_134154321279
ΔΡΟΜΟΙ ΠΑΛΙΟΙ

Δρόμοι παλιοί που αγάπησα και μίσησα ατέλειωτα
κάτω απ’ τους ίσκιους των σπιτιών να περπατώ
νύχτες των γυρισμών αναπότρεπτες κι η πόλη νεκρή.

Την ασήμαντη παρουσία μου βρίσκω σε κάθε γωνιά
κάμε να σ’ ανταμώσω κάποτε φάσμα χαμένο του πόθου μου
κι εγώ.

Ξεχασμένος κι ατίθασος να περπατώ
κρατώντας μια σπίθα τρεμόσβηστη στις υγρές μου παλάμες.

Και προχωρούσα μέσα στη νύχτα χωρίς να γνωρίζω κανένα
κι ούτε κανένας κι ούτε κανένας με γνώριζε με γνώριζε.

OLD STREETS

Old streets that I loved and I hated forever
where I walked under the shade of houses
inescapable nights of the return and the city: dead.

I discover my insignificant presence in every corner
wishing that at some time I meet you: lost ghost of my passion
and I.

As I, forgotten and idocile walked holding a flickering spark
in my wet palms.

And I walked in the night and I knew no one
and no one and no one knew me.

~Mετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη//Translated by Manolis Aligizakis

RAVEN

                                 RAVEN

 

~In Memoriam Edgar Allan Poe

 

Χρόνια σάν τά φτερά. Τί θυμάται τ’ ακίνητο κοράκι;

τί θυμούνται οι πεθαμένοι κοντά στίς ρίζες τών δέντρων;

Είχαν ένα χρώμα τά χέρια σου σάν τό μήλο πού πέφτει.

Κι αυτή η φωνή πού ξαναγυρίζει πάντα, χαμηλή.

 

Εκείνοι πού ταξιδεύουν κοιτάζουν τό πανί καί τ’ αστέρια

ακούνε τόν αγέρα ακούνε πέρα απ’ τόν αγέρα τήν άλλη

          θάλασσα

σάν ένα κοχύλι κλειστό κοντά τους, δέν ακούνε

τίποτε άλλο, δέν ψάχνουν μέσα στούς ίσκιους

         τών κυπαρισσιών

ένα χαμένο πρόσωπο, ένα νόμισμα, δέ γυρεύουν

κοιτάζοντας ένα κοράκι σ’ ένα ξερό κλωνί, τί θυμάται.

Μένει ακίνητο πάνω στίς ώρες μου λίγο πιό ψηλά

σάν τήν ψυχή ενός αγάλματος πού δέν έχει μάτια

είναι ένα πλήθος μαζεμένο μέσα σ’ αυτό τό πουλί

χίλιοι άνθρωποι ξεχασμένοι σβησμένες ρυτίδες

ερειπωμένες αγκαλιές καί γέλια πού δέν τέλειωσαν

έργα σταματημένα σιωπηλοί σταθμοί

ένα ύπνος βαρύς από χρυσά ψιχαλίσματα.

Μένει ακίνητο. Κοιτάζει τίς ώρες μου. Τί θυμάται;

Είναι πολλές πληγές μέσα στούς αόρατους ανθρώπους,

         μέσα μου

πάθη μετέωρα περιμένοντας τή δεύτερη παρουσία

επιθυμίες ταπεινές πού κόλλησαν πάνω στό χώμα

σκοτωμένα παιδιά καί γυναίκες πού κουράστηκαν

         τήν αυγή.

Τάχα νά βαραίνει πάνω στό ξερό κλωνί τάχα νά βαραίνει

πάνω στίς ρίζες τού κίτρινου δέντρου πάνω στούς ώμους

τών άλλων ανθρώπων, τίς παράξενες φυσιογνωμίες

πού δέν τολμούν να γγίξουν μιά στάλα νερό βυθισμένοι

        στό χώμα

τάχα να βαραίνει πουθενά;

Είχαν ένα βάρος τά χέρια σου όπως μέσα στό νερό

μέσα στίς θαλασσινές σπηλιές, ένα βάρος αλαφρύ χωρίς

        συλλογή

μέ τήν κίνηση κάποτε πού διώχναμε τήν άσκημη σκέψη

στρώνοντας τό πέλαγο ώς πέρα στόν ορίζοντα στά νησιά.

Είναι βαρύς ο κάμπος ύστερ’ απ’ τή βροχή, τί θυμάται

η μαύρη στεκάμενη φλόγα πάνω στόν γκρίζο ουρανό

σφηνωμένη ανάμεσα στόν άνθρωπο καί στήν ανάμνηση

        τού ανθρώπου

ανάμεσα στήν πληγή καί τό χέρι πού πλήγωσε μαύρη

        λόγχη,

σκοτείνιασε ο κάμπος πίνοντας τή βροχή, έπεσε ο αγέρας

δέ σώνειη δική μου πνοή, ποιός θά τό μετακινήσει;

ανάμεσα στή μνήμη, χάσμα—ένα ξαφνισμένο στήθος

ανάμεσα στούς ίσκιους πού μάχονται νά ξαναγίνουν

        άντρας καί γυναίκα

ανάμεσα στόν ύπνο καί στό θάνατο στεκάμενη ζωή.

 

Είχαν μιά κίνηση τά χέρια σου πάντα πρός τόν ύπνο

        τού πελάγου

χαϊδεύοντας τ’ όνειρο πού ανέβαινε ήσυχα τή μαλα-

         ματένια αράχνη

φέρνοντας μέσα στόν ήλιο τό πλήθος τών αστερισμών

τά κλεισμένα βλέφαρα τά κλεισμένα φτερά…

                                                  

                                                 Κοριτσά, χειμώνας 1937

 

 

                               Raven

 

In memoriam Edgar Allan Poe

 

Years like wings. What does the motionless raven remember?

What do the dead remember near the roots of trees?

Your hands had the color of the falling apple.

And this voice that always returns in a low tone.

 

Those who travel focus on the sail and the stars

hear the wind and beyond the wind the other sea

like a closed conch near them, they hear nothing

else, they don’t search among the shadows of

         the cypresses

for a lost person, a coin, they don’t question

looking at the raven on a dry tree branch what it remembers.

It stays motionless over my hours a bit higher

like the soul of an eyeless statue

a huge crowd has gathered inside this bird

a thousand people forgotten, vanished wrinkles

vacant embraces and laughter never completed

works stopped halfway, silent stations

a heavy slumber of golden drizzle.

It stays motionless. Stares at my hours. What does it remember?

There are many wounds in the invisible people,

          inside it

suspended passions yearning for the Second Coming

humble desires glued on the ground

children killed and women tired of the daybreak.

Does it weight down the dry branch, does it weigh down

the roots of the yellow tree, over the shoulders

of the other people, the strange faces

who don’t dare touch a drop of water though

          sunken in the ground

does it weight down anywhere?

Your hands had the weight of hands in the water

in the sea caves, a light weight, without

          thought

with the motion that we suddenly push away an ugly thought

laying the pelagos to the far end of the horizon to the islands.

The plain is heavy after the rain; what does the motionless

black flame remembers against the gray sky

wedged between man and the memory of man

between a wound and the hand that injured it black

          spear

the plain darkened drinking the rain, the wind subsided

my own breath isn’t enough, who will shift it?

Within the memory, a chasm— a startled breast

between the shadows struggling to become man

          and woman again

between sleep and death motionless life.

 

Your hands always had a movement toward the sleep

         of pelagos

caressing the dream that slowly ascended the silky

         spider web

bringing into the sun multitude of constellations

the close eyelids the folded wings…

 

                  Koritsa, winter 1937

 

Γιώργος Σεφέρης—Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

George Seferis—Translation Manolis Aligizakis

Image