Short Review//Σύντομη Ανασκόπηση

Πέμπτη, 10 Μαρτίου 2016

images

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ — ΣΥΝΤΟΜΗ ΑΝΑΣΚΟΠΗΣΗ

γράφει ο Μανώλης Αλυγιζάκης*
Ο Γιώργος Σεφέρης (1900-1971) αναμφισβήτητα ένας από τους γίγαντες της ελληνικής λογοτεχνίας και βραβευμένος με το Νόμπελ λογοτεχνίας το έτος 1963 κατάγεται από οικογένεια καλλιτεχνών. Ο πατέρας του ακαδημαϊκός, ο αδερφός του ποιητής, η αδερφή του ποιήτρια τον επηρέασαν θετικά και συνέβαλαν στη δημιουργική του ροπή που ξεκίνησε τη δεκαετία του 1930 και κράτησε σαράντα χρόνια μέχρι το θάνατό του.
Παρ’ όλο που η ποίησή του επηρεάστηκε σε μεγάλο βαθμό απ’ την Κρητική λογοτεχνία του 16ου και 17ου αιώνα και τη δημιουργική χρήση της ελληνικής γλώσσας της εποχής εκείνης η ποίησή του διαφέρει απ’ την Κρητική στον τρόπο που χρησιμοποιεί τις διάφορες εικόνες, τους ήρωες και τους μύθους που προέρχονται απ’ την αρχαία Ελλάδα. Αν παρατηρήσει κανείς τον Κωστή Παλαμά που αναφέρεται στην αντίθεση ανάμεσα στην αρχαία Ελλάδα «τους ανθρώπους των λειψάνων» που δέσποζαν στους ναούς και στα ελαιόφυτα της Αττικής και στο σύγχρονο λαό που «έρπεται αργά σαν κάμπια πάνω στο λευκό λουλούδι» ή τον Κωνσταντίνο Καβάφη που φέρνει στη μνήμη, ίσως ειρωνικά, ίσως ερωτικά, κάποια σκηνή απ’ την αρχαία Αλεξάνδρεια ή τον Άγγελο Σικελιανό που ονειρεύεται να ξαναεγκαθυδρίσει ολόκληρο το πάνθεο των αρχαίων θεών και να γίνει ιεροφάντης των μυστηρίων ή το Γιώργο Σεφέρη που ψάχνει με το Βασιλιά της Ασίνης τον σημαντικό ήρωα που πάλεψε με άλλους ήρωες κι ανακαλύπτει το ασήμαντο κενό της σύγχρονης ύπαρξης, ό,τι και να `ναι αυτό ο αρχαίος κόσμος μ’ όλες του τις πτυχές απορροφά τη φαντασία των σύγχοονων ποιητών ακατάπαυστα. Αυτή η ολοκληρωτική μέριμνα είναι καθ’ όλα φυσιολογική σε μια χώρα σαν την Ελλάδα που είναι ολόγιομη απ’ την πανάρχαια κληρονομιά αφού όπου κι αν βρεθεί κανείς θα συναντήσει «κομμάτια ζωής που κάποτε ήταν πλήρης». Ο Σεφέρης όπως και πολλοί απ’ τους σύγρονούς του ποιητές έχουν αντλήσει απ’ αυτή την αστέρευτη πηγή του ελληνικού πνεύματος.
Το ποιητικό του έργο δεν θεωρείται μεγάλο σε σύγκριση με εκείνο του Γιάννη Ρίτσου ή ακόμα και με το έργο του Οδυσσέα Ελύτη, κι ο ποιητής μοιάζει συγκρατημένος, υπερεκλεπτυσμένος, φιλοσοφικός σ’ αντίθεση μ’ έναν πηγαίο ποιητή που προκαλεί στιγμιαία διέργεση ή ακόμα και μ’ έναν παιγνιδιάρη λυρικό που δημιουργεί εικόνες και ήχους σαν γάργαρο ποταμάκι που πάντα βιάζεται. Όμοια με πολλούς άλλους της εποχής του η ποίησή του εμπλουτίζεται από τον υπέροχο ελληνικό χώρο, τη γαλανή θάλασσα, τα νησάκια, τα «κρυφά περιγιάλια», τις ολόχρυσες αμμουδιές και πάνω απ’ όλα αυτά την πανάρχαια ομορφιά που αντιπροσωπεύουν τ’ αγάλματα και οι αρχαίοι ναοί. Η αγάπη του κι ο θαυμασμός του για το κάθε τι ελληνικό είναι παντού στο έργο του, ο τόπος άγονος, σκληρός και τιμωρούν, η γυμνή πανωραία ομορφιά, ο ήχος της θάλασσας στο ακρογιάλι των αναμνήσεών του απ’ τη γη των παιδικών του χρόνων, τα ψηλά γρανιτένια βουνά, η παράδοση και ο θρύλος, τα έθιμα κι ο αέναος αγώνας μα κι η καθημερνή πάλη του απλού ανθρώπου για τη βιοπάλη κι η διαιώνιση της ελληνικής γλώσσας είναι τα στοιχεία που συναντούμε ξανά και ξανά.
Συχνά συναντούμε στους στίχους του δυισμούς: νόστος-θάνατος, στην «Κίχλη», μύθος-ιστορία, στο «Μυθιστόρημα», νόστος-άλγος, στο γνωστό του ‘Γυρισμός του Ξενιτεμένου, όπου ο γυρισμός είναι μια τραυματική εμπειρία για τον ξενιτεμένο που δεν συναντά πια εικόνες της παιδικής του ηλικίας που έχουν εξαφανιστεί και αντικατασταθεί με την καθημερνή μικρότητα.
Κι εδώ συναντούμε ξανά τις εικόνες που συχνά επαναλαμβάνονται στο έργο του οι πέτρες, τα μάρμαρα, τ’ αγάλματα, οι ναοί, εικόνες που συνδέουν τη σύγχρονη Ελλάδα με το δοξασμένο παρελθόν. Αυτές οι αναφορές αντιπροσωπεύουν τη ξακουστή ιστορία που παρ’ όλο που είναι στατική είναι επίσης ένδοξη και άξια θαυμασμού αλλά και ταυτόχρονα νεκρή κι ακίνητη σε αντίθεση με τον αγώνα του ποιητή που προσπαθεί να τα ξαναενώσει τους δυο αυτούς κόσμους μια η προσπάθεια που δεν είναι καθόλου επιτυχής. Αυτές οι εικόνες αναφέρονται στο μυθολογικό και ιστορικό βάρος που ο σύγχρονος Ελληνας υποβαστάζει στους ώμους του.
Κριτικοί βρίσκουν κάποιαν ομοιότητα ανάμεσα στην ποίηση του Σεφέρη και του Έλλιοτ που ο Γιώργος Σεφέρης γνώρισε στο Λονδίνο. Επίσης κριτικοί υποδεικνύουν σημεία όπου το έργο του Σεφέρη διαποτίζεται από την Ευρωπαϊκή απαισιοδοξία της εποχής του μεσοπολέμου, /σώματα που δεν ξέρουν πια πώς ν’ αγαπήσουν/, /ο πανάρχαιος πόνος/ στοιχεία που σκιαγραφούν την ελληνική μοίρα. Αλλά πώς είναι δυνατόν κάποιος που έχει χάσει την πατρική του γη, τον τόπο που γεννήθηκε για πάντα να μη νιώθει απαισιόδοξος; Κι αυτή η εικόνα της απαισιοδοξίας πηγάζει απ’ την επίκαιρη Μικρασιατική τραγωδία του 1922, πρόσφατος πόνος που έζησε ο ποιητής κι όλος ο Ελληνισμός, αυτός ο καημός της Ρωμιοσύνης, ο ολοκάθαρα ελληνικός κάνει τη φωνή του ποιητή να ντύνεται μια ξάστερη ειλικρίνια επηρεασμένη απ’ τον πόλεμο, την καταστροφή, την εξορία-μετανάστευση των ημερών εκείνων. Είναι αυτή η βαθειά επίγνωση του ποιητή, άγνωστη τις περισσότερες φορές για κράτη με λιγόχρονη ιστορία και λιγότερο τραγική από την ιστορία της Ελλάδας, που βοηθά τον ποιητή Σεφέρη και τον οδηγεί στο μελαγχολικό κι απαισιόδοξο τόνο του.
Η Ελληνική μυθολογία παίζει σπουδαίο ρόλο στην ποίηση του Γιώργου Σεφέρη, αλλά θα ήταν λάθος να ισχυριστούμε ότι είναι ένα ξεχωριστό αυτόνομο στοιχείο τη στιγμή που συνυφαίνεται με διάφορους άλλους ιστούς της ελληνικής δημιουργικότητας όπως η παράδοση, η λογοτεχνία κι ο μύθος στοιχεία που είναι σφιχτά δεμένα το ένα με το άλλο στο έργο του κι ο καθένας μπορεί να διαισθανθεί όλο το παρελθόν του ελληνισμού όπως αντιπροσωπεύεται στην ποίηση απ’ την εποχή του Ομήρου μέχρι τη σημερινή εποχή κι είναι ολοφάνερα στην ποίηση του Σεφέρη. Αναμφίβολα όταν κάποιος συλλαμβάνει τον ήχο της πλούσιας παραδοσιακής φωνής που έχει γαλουχηθεί απ’ τους ήχους της εξαίσιας ποίησης των αρχαίων χρόνων γίνεται εύκολα αντιληπτό ότι η φωνή του μεγάλου Σεφέρη είναι επίκαιρη κι ο συναισθηματισμός του ποιητή δεν στέκεται καθόλου μακριά απ’ αυτόν των ποιητών της αρχαίας εποχής και νοσταλγικά εμβαθύνει σε εικόνες του παρελθόντος για να ξεφύγει απ’ την παραζάλη της σημερινής ζωής καθώς το παρελθόν παρουσιάζεται για να φωτίσει τη σύγχρονη εικόνα.
Με την έκδοση του βιβλίου «Μυθιστόρημα», το 1935, που θεωρείται το καλύτερό του έργο, ο ποιητής αφήνει πίσω του την προσκόλησή του σε ποιητικές φόρμες και τεχνικά στοιχεία των προηγούμενων βιβλίων του και καθαρά ελεύθερος δοκιμάζει να εκφράσει τον εσωτερικό του κόσμο με μεγαλύτερη άνεση χαρακτηριστικό ενός ώριμου ποιητή που βρίσκουμε στη δουλειά του ολοκάθαρους τόνους κι εκφράσεις, εικόνες δίχως στολίδια και καλλωπισμούς, τα χρώματα είναι απλά και οι εικόνες αραιότερες. Και σ’ αυτή την ώριμη ποίηση ο Σεφέρης συνδυάζει το ύφος της καθημερινής ομιλίας με το ρυθμό της παραδοσιακής χρήσης της γλώσσας με τρόπο που καταλήγει σε μια αρμονική συνύφανση πυκνότητας του λόγου. Κι υπάρχουν στιγμές που διακρίνουμε σε κάποιο επεισόδιο την ανάπτυξη μιας εικόνας απ’ το τοπικό ή ενδοχωρικό επίπεδο να προεκτείνεται ολοκάθαρα στο παγκόσμιο επίπεδο στοιχείο ωρίμνασης του ποιητή που υπερβαίνει απ’ τον ελληνικό χώρο στον παγκόσμιο.
Αλλά όσο παγκόσμιο είναι το έργο του Σεφέρη άλλο τόσο είναι καθαρά ελληνικό κι η λατρεία του για κάθε τι ελληνικό είναι αναμφισβήτητη, χαρακτηριστικό στοιχείο για όλους όσους έχουν φύγει, ας θυμηθούμε ότι έζησε ένα μεγάλο μέρος της ζωής του μακριά απ’ την πατρίδα και σχεδόν όλη του τη ζωή μακριά απ’ τον αγαπημενο χώρο των παιδικών του χρόνων τη Σμύρνη. Επίσης είναι γνωστό ότι όλοι όσοι έχουν φύγει απ’ την πατρίδα κουβαλούν πάντα βαθειά στην καρδιά τους τον ελληνικό χώρο, τη γαλανή θάλασσα, τις υπέροχες ακρογιαλιές, τα γραφικά νησάκια, τον απλοϊκό άνθρωπο που πάντα σηκώνει στους ώμους του το βαρύ φορτίο του ένδοξου παρελθόντος και προσπαθεί μερικές φορές ανέλπιδα να συνδυάσει το υπέροχο αρχαίο με το απαισιόδοξο σημερινό στοιχείο που βουτηγμένο στο μοντέρνο τρόπο ζωής του καταναλωτισμού και την απόκτηση υλικών αγαθών παραβλέπει τον πλούτο που του έχουν εμπιστευθεί οι Μοίρες και μετατρέπεται σε μια έννοια παράλογη και άγευστη.
Manolis

*O Μανώλης Αλυγιζάκης, είναι Ελληνο-Καναδός ποιητής, μεταφραστής και συγγραφέας.

http://www.cantfus.blogspot.com

 

Advertisements

EROTICISM and MANOLIS ALIGIZAKIS

11753692_144624882536479_6748902548484954914_n

EROTICISM IN THE POETRY OF MANOLIS ALIGIZAKIS

The poet Manolis Aligizakis has familiarized himself with the tragedy by seeing life through the multi-faceted lens of observation and by living experiences that gave him the ability to perceive first-hand the injustice, exploitation, greediness and the various expressions of violence. Unquestionably the ugliness of this world saddens him like a wound that doesn’t heal. When he feels uncertain with himself and divided in two we find in his poetry a messianic sense that leads him to wish to change the world and make it better free of all ugliness and lawlessness. However he has no illusion that idealism, visions and civility are things easily accomplished. If great gestures and practical action retreat before the opposition, at least what one can achieve through messianic ideas is the beauty through poetry that brings harmony, enjoyment and ultimately truth.
Can Manolis channel beauty as easily as he describes it in his verse? “an old time leader/like an anointed and pious/a musical instrument of free flowing innocence/ready to speak with words that relieve the pain and free the spirit?” Yes and his main tool is his first hand experience of the power of Eros. His psychological makeup draws and transmits authenticity and felicity based on his adoration of and being adored by feminine figures sensual and provocative exposing him into an ecstatic transcendence through their lusting bodies and their devoted deep love and understanding. It’s obvious he finds his contention in being passionately in love with his beloved.
He doesn’t hide that before he was born he wanted to become “a festival song/a bird’s flutter/an evening vesper/a simple sigh/that will scar the lips of his beloved.” If he feels powerless before the inconceivable and undefined Fate, he declares a woman’s embrace invites him and he likes to give in to her passion: “obscure and vague circle/forever indeterminable/and this, the command/and this, the obedience/and this, the orgasm/ and this, the Eros/and this is you.” He feels that being favored by Eros he diffuses his fiery passion with light that fills his erotic verses. As a gallant defender of lust and sensuality and of the true emotions of love he hands down delight and exhilaration of the soul.
Idealism as well as pragmatism, messianism but also tradition in the languor of the senses, love affairs devoted to the ephemeral satisfaction and erotic drunkenness compose the variations of his vast poetic content. Having the maturity of an accomplished poet and the ability to craft evocative imagery in a personal way the poet introduces us in what constitutes the most brilliant expression of his innermost thoughts and beliefs opposite the world of his time and age.
In his book “Ubermensch” his eroticism is somewhat subdued although is part of Manolis’ imagery along with his messianism which is the main stigma Manolis introduces us to in his very first poem.
….truly we
accepted it: our God was dead. Buried him yesterday
afternoon with no songs, no paeans, nor lamentations
and we felt a lot lighter.
….while fear, I would say,
was hidden deep in our hearts.
….and in an eyrie we filled our chalice
with courage and we mailed it to the four corners of
the universe and promised never to be trapped again
in the idiocy of a system.
The Andian condor we declared heir of the flesh.
The wind and the rain we proclaimed our catharsis.
Evoe, oh, free elements, evoe.
A big part of the western philosophy since the end of Medieval Times doubted the existence of God although that doubt was subdued concealed because of the fear of the church. Only Nietzsche dared stand up and declare the death of God and in its place he proposed the Ubermensch-Superman. Manolis’ poetic vision in in his book Ubermensch is based upon this daring mind of the German philosopher. However who is Ubermensch? What values does he promote for the tormented world? These questions find their answers in this poetry collection which is a way of initiation for encouragement and exaltation. Ubermensch is the great initiate who guides man onto a long and tiring process that will free his soul from the clutches of dogmas thus hoping to contribute to his happiness. He evangelizes man’s rebirth and renewal through gaining free will which is the basis of every spiritual lifting in this earthly life, the only one we have, while the metaphysical hope of the Christian after life is negated.
Free will leads to search, doubt, continuous quest for knowledge, to the brotherhood of men for a more just and more sunlit world, fundamentally it leads to an effort to make the conditions of life better based on self- knowledge and virtue. On the other hand earthly enjoyment shouldn’t be put aside. The Apollonian spirit has to walk parallel to the Dionysian revelry. Dancing, music, poetry possess a central role in the philosophical exaltation Ubermensch proposes. He prompts us to enjoy the delightful aspect of life, to taste it with all our senses. Drunkenness through joy empowers the spirit to endure the arduous path toward philosophy and virtue.
Manolis Algizakis has no illusions that the gaining of free will and spirit is an easy path to follow, it does demand spiritual strength and as an introduction to this poetry book he declares quite clearly:
“For those who dare melt into the concept of freedom and for an infinitesimal fraction of time they can claim: freedom I am. This book is not for the faint-hearted. Dare to read.”
For this poet, the initiates and initiated, the rope walkers and the Ubermenschen resemble a tree that grows and stares the ever brilliant sun while their limbs root deep into the abyss. They have to follow this inescapable duality in order to succeed in the battle of man against the beast.
~ALEXANDRA BAKONIKA, poetess, review written for the magazine ENEKEN, Salonica-Greece, autumn 2014.
~ http://www.apostaktirio.gr
ΕΡΩΤΙΣΜΟΣ ΣΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΜΑΝΩΛΗ ΑΛΥΓΙΖΑΚΗ

Ο ποιητής Μανώλης Αλυγιζάκης έχει εισχωρήσει στην τραγικότητα της ζωής μέσα από ποικίλες, πολυσήμαντες κι έντονες εμπειρίες που του έδωσαν τη δυνατότητα να αντιληφθεί και να βιώσει από πρώτο χέρι την αδικία, την εκμετάλλευση, την απληστία, τις ποικίλες εκφάνσεις της βίας. Αναπόφευκτα η ασχήμια αυτού του κόσμου τον θλίβει σαν μια πληγή που δεν κλείνει. Όσο κι αν αισθάνεται ότι ακόμη και με τον ίδιο τον εαυτό του είναι ανασφαλής και διχασμένος, υφέρπει ένα είδος μεσσιανισμού στην ποίησή του, που σημαίνει ότι θέλει να αλλάξει τον κόσμο, να τον πλάσσει καλύτερο, απαλλαγμένο από κάθε σπίλωμα ασχήμιας και ασυδοσίας. Όμως δεν τρέφει αυταπάτες ότι τα ιδεαλιστικά οράματα είναι ευγενικές προθέσεις που δύσκολα πραγματοποιούνται . Αν οι μεγάλες χειρονομίες μέσα από σχέδια έμπρακτης δράσης οπισθοχωρούν, τουλάχιστον εκείνο που μπορεί να προσφέρει ο μεσσιανισμός του είναι η ομορφιά μέσω της τέχνης της ποίησης που φέρνει την αρμονία, την τέρψη, τη γνώση, τη σοφία και σε τελική ανάλυση την αλήθεια.
Θα αναλογιστεί κανείς αν ο ποιητής Αλυγιζάκης έχει τις δυνατότητες να διοχετεύσει ομορφιά, όπως ακριβώς το περιγράφει στους στίχους του: «σαν ηγέτης παλιάς εποχής, ως χρισμένος ευλαβής, ως μουσικό όργανο γαλήνης με τέλεια ροή αθωότητας/ έτοιμος να μιλήσει με λέξεις που απορροφούν τον πόνο κι ελευθερώνουν το πνεύμα». Οι δυνατότητές του βασίζονται στο πλούσιο μερτικό που έχει στον έρωτα. Ο ψυχισμός του αντλεί και εκπέμπει γνησιότητα κι ευδαιμονία λατρεύοντας και λατρευόμενος από γυναικείες μορφές αισθησιακές, προκλητικές, που τον εκτοξεύουν με τη λαγνεία τους αλλά και με την αφοσιωμένη αγάπη τους σε μια εκστατική υπέρβαση. Εντυπωσιάζει το γεγονός ότι ο Αλυγιζάκης βρίσκει την ολοκλήρωση του όντας ερωτευμένος παράφορα με την αγαπημένη του. Ούτε στιγμή δεν κρύβει ότι πριν καν γεννηθεί, ο προορισμός του ήταν να γίνει «τραγούδι του πανηγυριού, πουλιού πέταγμα, εσπερινής ακολουθίας ύμνος, απλός αναστεναγμός, που θα βάψει τα χείλη της αγαπημένης του». Αν νιώθει αδύναμος μπροστά στο απροσδιόριστο κι αδιευκρίνιστο πεπρωμένο, δηλώνει ότι η γυναικεία αγκαλιά τον καλεί, και παράφορα της παραδίνεται. Διαβάζουμε στίχους του για την αγαπημένη: « σε σχήμα κύκλου το άπειρο/αιώνια απροσδιόριστο/ και αυτό η διαταγή/ και αυτό η υποταγή/κι αυτό ο οργασμός/ και αυτό ο έρωτας/ κι αυτό είσαι εσύ». Ο Αλυγιζάκης ως ευνοημένος από τον έρωτα διαχέει την πλησμονή του πάθους και γεμίζει με φως την ερωτική του ποίηση. Ως ανδρείος της ηδονής, των αισθήσεων και των γνήσιων αισθημάτων αγάπης μεταλαμπαδεύει ευφροσύνη κι αγαλλίαση ψυχής.
Ιδεαλισμός αλλά και πραγματισμός, μεσσιανισμός αλλά και παράδοση στη αποχαύνωση των αισθήσεων, έρωτες προσήλωσης αλλά και έρωτες εφήμερης μεθυστικής λαγνείας συνθέτουν τις εναλλαγές περιεχομένου στο έργο του. Διαθέτοντας ώριμη έκφραση έμπειρου τεχνίτη που διαχειρίζεται με δεξιοτεχνία το λόγο, ο ποιητής μάς εισάγει σε ό,τι αποτελεί την αυθεντικότερη έκθεση του εσώτερου εαυτού και της στάσης του απέναντι στον κόσμο και την εποχή του.

Στη συλλογή του « Υπεράνθρωπος» ο ερωτισμός του περιορίζεται αρκετά, χωρίς, βέβαια, να παύει να δίνει ουσιαστικό τόνο. Ο μεσσιανισμός επανέρχεται ισχυρότερος και αφήνει το έντονο στίγμα του. Από το πρώτο κιόλας ποίημα διαβάζουμε τους καίριους στίχους:
Όντως ήταν αληθινό και το δεχτήκαμε. Πέθανε
ο θεός μας. Τον θάψαμε χθες το απόγευμα χωρίς
τραγούδια ή παιάνες, χωρίς κλαυθμούς και μοιρολόγια
κι ανάλαφροι νιώσαμε
………………………..
ενώ ο φόβος θάλεγα, βαθειά μες την καρδιά μας είχε καταχωνιαστεί.
……………………………………………………………………….
κι εμείς μες στη φωλιά του αετού γεμίσαμε κουράγιο
το δισκοπότηρό μας εκτοξεύσαμε στα τέσσερα
της οικουμένης άκρα κι υποσχεθήκαμε ποτέ συστήματος
θύματα να μην πέσουμε.
Τον κόνδορα κληρονόμο της σάρκας κηρύξαμε.
Τον άνεμο και τη βροχή κάθαρση ονομάσαμε.
Ευοί,ω, λεύτερα στοιχεία, ευοί.
Ένα μεγάλο μέρος της δυτικής φιλοσοφίας από το τέλος του Μεσαίωνα και μετά αμφισβητούσε την ύπαρξη του Θεού, όμως το έθετε υποδόρια, φοβόταν την ξεκάθαρη έκθεση. Εκείνος που ρητά δεν δίστασε να το δηλώσει ήταν ο Φιλόσοφος Νίτσε, ο οποίος στη θέση του νεκρού Θεού πρότεινε τον Υπεράνθρωπο. Πάνω σε αυτό το τόσο τολμηρό πιστεύω του Γερμανού φιλόσοφου στηρίζει το ποιητικό του όραμα σε αυτή τη συλλογή ο Αλυγιζάκης. Όμως τι είναι ο Υπεράνθρωπος, τι πρεσβεύει ως αξίες, ποιος είναι ο στόχος του και τι καινούργιο μπορεί να προσφέρει στην βασανισμένη ανθρωπότητα; Όλα αυτά τα ερωτήματα ποιητικά βρίσκουν τις απαντήσεις τους μέσα στην συλλογή, που είναι ένας τρόπος μύησης για ανάταση και αναπτέρωση. Ο Υπεράνθρωπος είναι ο μέγας μύστης που καθοδηγεί σε μια μακρά και επίπονη διαδικασία απελευθέρωσης της ψυχής από τα δεσμά των θεσμικά κατοχυρωμένων θρησκειών με απώτερο σκοπό την ευτυχία του ανθρώπου. Ευαγγελίζεται την αναγέννησή μας μέσα από την απόκτηση ελεύθερης βούλησης, που είναι η βάση για την πνευματική ανύψωση σε αυτόν τον γήινο κόσμο, τον μοναδικό, άλλωστε, που έχουμε, καθώς οι μεταφυσικές ελπίδες για ουράνιους παραδείσους αναιρούνται.
Η ελεύθερη βούληση οδηγεί στην έρευνα, την αμφισβήτηση, την συνεχή αναζήτηση της γνώσης, στη συναδέλφωση των ανθρώπων για δικαιότερο και φωτεινότερο κόσμο, ουσιαστικά για μια προσπάθεια να καλυτερέψουν τις συνθήκες της ζωής τους βασιζόμενοι στην αρετή και την αυτογνωσία. Παράλληλα η γήινη χαρά δεν πρέπει να παραμερίζεται. Το απολλώνιο πνεύμα πρέπει να συμβαδίζει με τη διονυσιακή έκσταση. Ο χορός, η μουσική, η ποίηση κατέχουν κεντρική θέση στη φιλοσοφική ενατένιση που δίνει ο Υπεράνθρωπος. Μας προτρέπει να χαρούμε την ευφρόσυνη πλευρά της ζωής, να τη γευτούμε με όλες τις αισθήσεις μας. Η μέθη μέσα από τη χαρά δυναμώνει το πνεύμα για να αντέχει στη δύσκολη πορεία προς τη σοφία και την αρετή.
Ο Αλυγιζάκης δεν τρέφει αυταπάτες ότι η απόκτηση ελεύθερου πνεύματος απαιτεί τεράστιες ψυχικές δυνάμεις, το παραθέτει στην αρχή της συλλογής του απροσχημάτιστα: «Γι’ αυτούς που τολμούν να λιώσουν μέσα στην έννοια της ελευθερίας και για ένα κλάσμα δευτερολέπτου μπορούν να πουν: ελεύθερος είμαι. Το βιβλίο αυτό δεν είναι για λιγόψυχους. Όποιος τολμά ας διαβάσει». Για τον ποιητή οι μύστες και οι μυημένοι, οι σχοινοβάτες και οι Υπεράνθρωποι μοιάζουν με δένδρο που ψηλώνει και ατενίζει το υπέρλαμπρο φως του στον ουρανό, ενώ τα άκρα τους μέσα στην άβυσσο βαθειά απλώνουν ρίζες. Αυτή την αναπόφευκτη δυαδικότητα ακολουθούν προκειμένου να πετύχουν τη μάχη του ανθρώπου ενάντια στο κτήνος.

ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΜΠΑΚΟΝΙΚΑ, ποιήτρια, Θεσσαλονίκη, 2014 για το ΕΝΕΚΕΝ τεύχος 35

http://www.apostaktirio.gr

HOURS of the STARS–Translated by MANOLIS ALIGIZAKIS

!cid_8A6047E6-FB09-47C2-B768-B275C2705D38@telus

Centaur

Morning and the horses neigh
tied onto the froth of impenitent sea
rustle of naked leaves punished
leaves forty times lashed by the winds
climbs on the shoulder-blade of Sunday
and on the Pelion waters.
Here the blood of serpents poisons
the ripen languor of serenity
like rust the veins of marble and
time gathers the wings of ash
to debate with the blond gables
now that in the sleep of the olive tree
the spider forms its wrinkly netting.
In the fields the lustful sprouts
quiver and bathe
in the fountain of convulsion.

ΚΕΝΤΑΥΡΟΣ
Πρωί καί χλιμιντρίζουν τ’ ἄλογα
σκοινιασμένα στούς ἀφρούς τῆς ἀμεταμέλητης θάλασσας.
Βουή ἀπό γυμνά φύλλα τιμωρημένα
μέ σαράντα ραβδισμούς στήν ἀγορά τῶν ἀνέμων
σκαρφαλώνει στήν ὠμοπλάτη της Κυριακῆς
καί τά νερά του Πήλιου.
Ἐδῶ σαρακώνει τῶν ἑρπετῶν ὁ ἰχώρας
τήν μεστή νωχέλεια τῆς γαλήνης
καθώς ἡ σκουριά τίς φλέβες τοῦ μάρμαρου.
Καί τά φτερά τῆς ἀθάλης συντάσσει ὁ καιρός
μέ τά ξανθά ἀετώματα νά ἀντιδικήσουν
τώρα πού στόν ὕπνο τῆς ἐλιᾶς
ἀνυφαίνει ἡ ἀράχνη ἕνα δίχτυ ρυτίδες.
Τῶν ἀγρῶν ὅλοι οἱ μίσχοι λάγνοι
σαλεύουνε καί λούζονται
στήν κολυμπήθρα τῶν σπασμῶν.

HOURS OF THE STARS, poetry by Dimitris Liantinis, translated by Manolis Aligizakis Libros Libertad, 2015

Nietzsche: Promethean Übermensch

800px-Nietzsche187a

Prometheus is a Titan of Greek mythology who stole fire from Mount Olympus and gave it to mankind, defying the decree of Zeus. As punishment, Zeus ordered Prometheus to be chained to a rock where an eagle daily tore at his entrails. In this video, we will discuss the myth of Prometheus and its relevance to Nietzsche’s idea of the Superman.
In Aeschylus’ version of the myth, Prometheus knows the identity of the person who will overthrow Zeus as King of the Gods. Zeus desperately tries to extract the information from Prometheus, but the Titan remains defiant. Zeus might possess more physical power than Prometheus, but Prometheus’ intellectual power renders him much stronger than Zeus.
Nietzsche draws a comparison between Zeus and the God of the Bible. Just as Zeus became frightened by the knowledge of Prometheus, the God of Genesis became frightened by the knowledge of mankind after it ate from the forbidden tree of knowledge. “It was through woman that man learned to taste of the tree of knowledge. The old God was seized by mortal terror. Man himself had been his greatest blunder; he had created a rival to himself; science makes men godlike—it is all up with priests and gods when man becomes scientific! So the old God comes to his final resolution: “Man has become scientific—there is no help for it: he must be drowned!”
But mankind proved to be as resilient as Prometheus. It survived the flood and the expulsion from Eden into the world of suffering. As Prometheus overcomes Zeus with knowledge, so too does mankind overcome the belief in God with the developments of modern science. However, Nietzsche warns of the nihilism looming over us after the death of God. “God is dead. God remains dead. And we have killed him. How shall we comfort ourselves, the murderers of all murderers? What was holiest and mightiest of all that the world has yet owned has bled to death under our knives: who will wipe this blood off us? What water is there for us to clean ourselves? What festivals of atonement, what sacred games shall we have to invent? Is not the greatness of this deed too great for us? Must we ourselves not become gods simply to appear worthy of it?”
God bestowed value and meaning upon life. Something must replace God – otherwise humanity will sink into an undesirable state of nihilism. Thus, Nietzsche introduces his concept of the Ubermensch or Superman. Nietzsche’s Superman is entirely free from external influence. He is the creator of new values that replace the old values given by God. “I teach you the overman. Man is something that shall be overcome. What have you done to overcome him? All beings so far have created something beyond themselves. Do you want to be the ebb of this great flood and even go back to the beasts rather than overcome man? What is the ape to man? A laughingstock and a painful embarrassment. And man shall be just that for the Superman: a laughingstock and a painful embarrassment.”
The Superman finds value and happiness in activities that most would least expect – in suffering and in overcoming resistance. “The most intelligent men, like the strongest, find their happiness where others would find only disaster: in the labyrinth, in being hard with themselves and with others, in effort; their delight is in self-mastery; in them asceticism becomes second nature, a necessity, an instinct. They regard a difficult task as a privilege; it is to them a recreation to play with burdens that would crush all others.”
To conclude, the myth of Prometheus is similar to the story of mankind. Prometheus overcomes Zeus with the power of knowledge, and mankind overcomes the belief in God with the power of modern science. But Nietzsche recognizes that science cannot replace the void left by God. Science cannot bestow value and meaning upon life. The rise of the Superman – the creator of new values – is required to rescue mankind from the abyss of nihilism. And the Superman finds our lost meaning after the death of God in suffering and in overcoming resistance.
Νίτσε: Προμηθέας-Υπεράνθρωπος

Ο Προμηθέας ήταν ο τιτάνας της Ελληνικής Μυθολογίας που έκλεψε τη φωτιά απ’ τον Όλυμπο και την έδωσε στον άνθρωπο προκαλώντας έτσι την οργή του Δία. Ο Δίας για να τον τιμωρήσει διάταξε να τον καρφώσουν σ’ ένα μεγάλο βράχο κι ένα αετός πήγαινε κάθε μέρα κι έτρωγε το συκώτι του.
Σύμφωνα με τον Αισχύλο ο Προμηθέας γνωρίζει ποιος θα πάρει το θρόνο του Δία κι όταν ο Δίας ρωτά τον Προμηθέα να του τον αποκαλύψει ο τιτάνας αρνείται. Η δύναμη του Δία είναι ανώτερη απ’ του τιτάνα αλλά η πνευματικότητα του Προμηθέα τον κάνει ακόμα πιο δυνατό κι απ’ τον Δία.
Ο Νίτσε συγκρίνει το Δία με το Θεό της Βίβλου. Όπως ακριβώς ο Δίας φοβάται τη γνώση του Προμηθέα έτσι κι ο Θεός της Γένεσης φοβάται το δημιούργημά του, τον άνθρωπο που απόκτησε γνώση τρώγοντας απ’ το δέντρο της γνώσης που του είχε απαγορεύσει. Ο άνθρωπος γίνεται έτσι το μεγαλύτερο λάθος που δημιούργησε ο Θεός αφού έγινε ανταγωνιστής του. Η επιστήμη κάνει τον άνθρωπο όμοιο με το θεό. Γι αυτό κι αποφάσισε να τον εξαφανίσει με τον κατακλυσμό. Αλλά ο άνθρωπος αποδυκνεύεται πιο έξυπονος κι επιζεί τον κατακλυσμό και ζει στον κόσμο του πόνου. Όπως ο Προμηθέας αναχαιτίζει τη δύναμη του Δία με τη δύναμη του δημιουργικού του νου έτσι κάνει και ο άνθρωπος της Βίβλου. Αλλά ο Νίτσε προειδοποιεί για τον μηδενισμό που υποδαυλίζεται όταν η έννοια του θεού αλλοιώνεται. “Ο Θεός πέθανε, τον έχουμε σκοτώσει. Πώς να βρούμε γαλήνη εμείς οι δολοφόνοι των δολοφόνων; Το μαχαίρι μας έχει χύσει το αίμα του πιο άγιου των αγίων. Ποιος θα το σκουπίσει απ’ τα χέρια μας; Πού να βρούμε νερό να το ξεπλύνουμε; Τί είδους θυσίες να κάνουμε για να συγχωρηθούμε;”
Ο Θεός έδινε αξία και νόημα στη ζωή μας. Ποιος θ’ αντικαταστήσει το Θεό προτού πέσει η ανθρωπότητα στην παγίδα του μηδενισμού; Εδώ ο Νίτσε παρουσιάζει την έννοια του Υπεράνθρωπου— Übermensch —που είναι ανεπηρέαστος από εξωτερική επιρροή. Είναι ο δημιουργός αξιών που αντικαταστούν τις αξίες που είχε δώσει ο θεός στον άνθρωπο. “Σου διδάσκω τον υπεράνθρωπο. Ο άνθρωπος είναι κάτι εφήμερο που πρέπει να ξεπεράσουμε. Τί έχετε κάνει για να ξεπεράσετε τον άνθρωπο; Πολλοί έχουν δημιουργήσει κάτι πέραν του εαυτού τους. Θα θέλατε να `στε ένα κύμα μιας παλίροιας που θα σας επιστρέψει στην κατάσταση του ζώου ή θέλετε να ξεπεράσετε τον άνθρωπο; Τί είναι ο άνθρωπος για τον πίθηκο; Γελοίος και λόγος ντροπής. Έτσι κι ο άνθρωπος είναι για τον Υπεράνθρωπο. Γελοίος και λόγος ντροπής.”
Ο Υπεράνθρωπος βρίσκει αξία κι ευτυχία εκεί που κανείς δεν περιμένει — στα βάσανα και στην υπερνίκηση της αντίστασης. “Οι πιο έξυπνοι άνθρωποι, οι πιο δυνατοί βρίσκουν την ευτυχία τους εκεί που άλλοι βλέπουν μόνο δυστυχία: Σ’ ένα λαβύρινθο, στο να είναι σκληροί στον εαυτό τους και στους άλλους, στην προσπάθεια. Η χαρά τους έγκειται στην πειθαρχία, στον ασκητισμό που τους γίνεται δεύτερη φύση, μια αναγκαιότητα, ένα ένστικτο. Η δύσκολη πορεία θεωρείται προνόμιο, θεωρείται απαραίτητο μέρος της ευτυχίας τους.”
Τελικά ο μύθος του Προμηθέα είναι παρόμοιος με την ιστορία της ανθρωπότητας. Ο Προμηθέας με τη γνώση υπερσκελίζει το Δία, κι ο άνθρωπος υπερσκελίζει την πίστη του στο θεό με τη βοήθεια της επιστήμης. Αλλά ο Νίτσε αναγνωρίζει ότι η επιστήμη δεν μπορεί να αντικαταστήσει το Θεό, κι επίσης ότι με το θάνατο του Θεού δημιουργείται ένα τεράστιο κενό που μόνο η εμφάνιση του Υπεράνθρωπου θα το συμπληρώσει και οι νέες αξίες που θα διδάξει και θα βάλει σ’ εφαρμογή θα γλυτώσουν τόν άνθρωπο από την άβυσσο του μηδενισμού. Κι ότι ο Υπεράνθρωπος διακρίνει το νόημα της ζωής μας, μετά το θάνατο του θεού, στη δοκιμασία και στο ξεπέρασμα της αντίστασης του.

~Original post in English: https://orwell1627.wordpress.com/

OF REMORSES and REGRETS

11167993_373787862810157_1549215843426208414_o

WATER WELL

Water-well springs to the foreground the matador’s blood that decorates goring horns of the bull and another opulent song dances on the white petals of the gardenia flower: save this moment before the irresistible Hades walks your way.

—You need to dig the garden but you watch TV all day long.

I drink the traditional bitter coffee while you lay in the coffin like a definition of exactly the opposite you ought to be yet when my time will arrive to fit in the width and length of the same casket you won’t return to drink my bitter coffee.

—You remember when you went hunting and the car engine froze on you?

Hoarfrost of April still around when the heartless Hades pierces my heart, the first swallows dance in the air and my mother covered the red eggs of Easter under the kitchen towel hiding them from my eyes.

—Get up and take the garbage to the sidewalk, you lazy bum.

And I beg Hades to bring you back to me, my beloved. His sardonic laughter a macabre omen and in the form of a song he whispers.

—Since I’ve left you alone your other half I needed to take: to balance the universe.

ΠΗΓΑΔΙ

Απ’το πηγάδι πηγάζει η ζωή του ταυρομάχου που το αίμα του στολίζει τα κέρατα του ταύρου που τον κάρφωσαν και τ’ οπάλινο τραγούδι χορεύει στα λευκά της γαρδένιας πέταλα: κράτησε τη στιγμή αυτη προτού ο ευδιάθετος Χάρος σε επιλέξει.

—Πρέπει να σκάψεις τον κήπο κι εσύ όλη μέρα χαζεύεις την τηλεόραση.

Πίνω τον παραδοσιακό πικρό καφέ κι εσύ κείτεσαι στο φέρετρο, ακριβής ορισμός του αντίθετου που μέλλουσουν να γίνεις κι όταν η ώρα μου έρθει κι εγώ να μετρήσω το μάκρος και το πλάτος του φερέτρου αυτού εσύ δεν θα `σαι `κει να πιεις τον πικρό καφέ σου.

—Θυμάσαι τότε που πήγες κυνήγι κι η μηχανή του αυτοκινήτου πάγωσε απ’ την παγωνιά;

Παγωνιά του Απρίλη που ο άκαρδος Χάρος την καρδιά μου πλήγωσε, τα πρώτα χελιδόνια χορεύουν στον αέρα κι η μάνα μου σκέπασε με μια πετσέτα τα κόκκινα Πασχαλινά αβγά για να τα κρύψει απ’ τα δυο λαίμαργά μου μάτια.

—Σήκω και βγάλε τα σκουπίδια στο δρόμο, τεμπέλη.

Κι εγώ το Χάρο παρακαλώ να σε γυρίσει πίσω, αγαπημένη μου. Γελά σαρδόνια και σαν τραγουδιστά μου ψυθιρίζει

—Σου χάρισα τη ζωή. Το έτερό σου ήμυσι έπρεπε να πάρω την ισορροπία να διατηρήσω.

~ OF REMORSES and REGRETS, Collection in progress, Vancouver, BC, 2015

REMORSES and EPIPHANIES

11698589_410431962495253_250161418084392050_n

JULY

July the twenty second, eight thirty-five in the morning, the nightingale hides in the branches when Hades decides to push His arm deep in the jar of ostracons and bring up the one with my name written in capital letters…MANOLIS…with patience He sharpens His sickle on the stone as the jasmine reminds Him of a special fragrance and the chickadee sings our national anthem.

—I want to go on a holiday trip, faraway to some secluded romantic place.

He comes to my humble hovel when suddenly Atropos, Clotho and Lachesis toss His mind between a rock and a hard place, from north to south, it dons on him: enough men taken the last few hours.

—Don’t be concerned with your blood pressure: add a little salt it gives taste to the food.

He changes His mind. He flies to Bosnia where men line for the taking. He leaves and leaves me free in peace.

—Let’s go to Mexico where lovers go, like the two of us, eh baby?

Ostracon with my name written in capital letters is put back in the immense jar of ostracons, like a cell of heart tissue to its muscle.

—If we put enough money away we can go onto a Caribbean cruise this September.
ΙΟΥΛΙΟΣ

Εικοσιδύο Ιουλίου, οχτώ και τριανταπέντε το πρωί, τ’ αηδόνι κρύβεται στα κλαδιά καθώς ο Χάρος αποφασίζει να βάλει το χέρι στη μεγάλη σακκούλα με τα όστρακα και διαλέξει εκείνο με τ’ όνομά μου με κεφαλαία γράμματα γραμμένο…ΜΑΝΩΛΗΣ…υπομονετικά το δρεπάνι του στην πέτρα ακονίζει καθώς το γιασεμί του υπενθυμίζει μια συγκεκριμένη ευωδία και το μαυροπούλι τραγουδάει τον εθνικό μας ύμνο.

—Θέλω να πάμε διακοπές σε κάποιο μέρος μακρινό και ρομαντικό.

Κι ο Χάρος το φτωχικό μου σπίτι επισκέπτεται όταν ξαφνικά η Κλωθώ, η Άτροπος κι η Λάχεσις του ταλανίζουν το μυαλό μεταξύ πέτρας και γρανίτη, απ’ τ’ανατολικά στα δυτικά, κι αποφαίνεται: αρκετούς τις τελευταίες ώρες πήρε.

—Μη σε στενοχωρεί η πίεσή σου, βάλε λίγο αλάτι ακόμα στο φαί, το νοστιμίζει.

Κι ο Χάρος τη γνώμη του αλλάζει και πετά μακριά στη Μπόσνια που στέκουν όλοι στη γραμμή να σκοτωθούν. Φεύγει και μ’ αφήνει λεύτερο στην ησυχία μου.

—Πάμε στο Μεξικό που πάνε οι εραστές σαν εμάς τους δυο μωρό μου, εντάξει;

Τ’ όστρακο με τ’ όνομά μου γραμμένο με κεφαλαία γράμματα ρίχνεται ξανά στη σακκούλα σαν κύτταρο μυώνα πίσω στην καρδιά.

—Αν αποταμιεύσουμε μερικά χρήματα θα πάμε το Σεπτέμβριο κρουαζιέρα στην Καραβαϊκή.

~REMORSES and EPIPHANIES, collection in Progress.

SIMPLE TALK–TASOS LIVADITIS

cover

SIMPLE TALK by TASOS LIVADITIS

Once we dreamed of becoming great poets
we talked of the sun.
Now our heart pierces us
like a nail in our boot.
When once we said: sky, now we say: courage.
We aren’t poets anymore
only comrades
with big scars and even bigger dreams.

ΑΠΛΗ ΚΟΥΒΕΝΤΑ
Κάποτε ονειρευόμαστε να γίνουμε μεγάλοι ποιητές
μιλούσαμε για τον ήλιο.
Τώρα μας τρυπάει η καρδιά
σαν μια πρόκα στην αρβύλα μας.
Εκεί που άλλοτε λέγαμε: ουρανός, τώρα λέμε: κουράγιο.
Δεν είμαστε πια ποιητές
παρά μονάχα
σύντροφοι
με μεγάλες πληγές και πιο μεγάλα όνειρα.

~SIMPLE TALK, by Tasos Livaditis, translated by Manolis Aligizakis
~Τάσου Λειβαδίτη, ΑΠΛΗ ΚΟΥΒΕΝΤΑ, μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

Tasos Livaditis-Selected Poems/Τάσου Λειβαδίτη-Εκλεγμένα Ποιήματα

Tasos Livaditis_Vanilla
~Love…transcendence of space and time
~Αγάπη…πέραν χρόνου και τόπου

My beloved
I love you more than I can say in words.
Yes, my beloved. Long before I met you
I had waited for you. I had always waited for you.

When I was a child and my mother would see me sad
she would lean down and ask. What is it my boy?
I wouldn’t talk. I would only look behind her shoulder
at a world without you.
And as I played the pencil with my fingers
it was as if I learned to write songs for you.

Αγαπημένη μου
σ’ αγαπώ πιο πολύ απ’ ό,τι μπορώ να σου πω με λόγια.
Ναι, αγαπημένη μου. Πολύ πριν να σε συναντήσω
εγώ σε περίμενα. Πάντοτε σε περίμενα.
Σάν είμουνα παιδί και μ’ έβλεπε λυπημένο η μητέρα μου
έσκυβε και με ρωτούσε. Τι έχεις αγόρι;
Δε μίλαγα. Μονάχα κοίταζα πίσω απ’ τον ώμο της
έναν κόσμο άδειο από σένα.
Και καθώς πηγαινόφερνα το παιδικό κοντύλι
ήτανε για να μάθω να σου γράφω τραγούδια.

~Τάσου Λειβαδίτη-Εκλεγμένα Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Tasos Livaditis-Selected Poems/Translated by Manolis Aligizakis

BC Bookworld Review/Κριτική στο BC Bookworld

erot_front
Longhand lives — for $5,000 per copy
Poet and publisher Manolis Aligizakis has announced his most extraordinary book–a facsimile of his own handwritten version of Erotokritos, a romantic-epic poem composed by Vitzentzos Kornaros of Crete, a contemporary of William Shakespeare and Miguel de Cervantes.
This work is being touted as, “The only longhand book of its kind–a long poem 500 years old–transcribed by an 11-year-old boy.”
Το Χειρόγραφο βιβλίο συνεχίζει να υπάρχει — $ 5.000 το κάθε αντίτυπο
Ο ποιητής και εκδότης Μανώλης Αλυγιζάκης παρουσίασε το πιο πρωτάκουστο βιβλίο — ένα χειρόγραφό του, πιστό αντίγραφο του ποιήματος Ερωτόκριτος, ένα ρομαντικό-επικό ποίημα γραμμένο από τον Κρήτα Βιτσέντζο Κορνάρο, σύγχρονο του Σαίξπηρ και του Θερβάντες.
Το βιβλίο διαφημίζεται σαν “το μοναδικό χειρόγραφο του είδους του — ένα μακροσκελές ποίημα 500 χρονών που αντιγράφτηκε από ένα παιδί έντεκα χρονών.”

~A beautiful review of my EROTOKRITOS written by AlanTwigg of BC Bookworld!
~Μια ωραιότατη κριτική παρουσίαση του Ερωτόκριτού μου από τον AlanTwigg εκδότη του λογοτεχνικού περιοδικού BC Bookworld!

http://bcbooklook.com/

Three Greek Poets-Poetesses in Tanslation/Τρεις ποιητές-ποιήτριες σε μετάφραση

Cloe and Alexandra_cover_aug265ritsos front cover

Three Greek Poets

Introduction:

I met Cloe Koutsoubelis and Alexandra Bakonika in Facebook. We share each other’s poems and experiences. I personally met them summer of 2012 when I travelled to Greece. They both live in Thessaloniki. They are two contemporary Greek Poetesses with passionate voices that work from within today’s human condition to describe its pain and pleasure; two voices so similar and yet so different in their expression of the internal. They are two poetesses who try to blend both pain and pleasure into an acceptable concept.

Yannis Ritsos is the most prolific 20th century Greek poet. He has written 117 books of prose, poetry and translations. I first met his work as a song back in 1960ies Greece when his poem “Epitaphios” was set in music by the world famous Mikis Theodorakis. Yannis Ritsos was exiled twice in his life for his political views and this was reflected in his early poems, however as he grew into maturity his poetry shifted from the politically motivated poetry into the internationally accepted and recognized marvel that we know today. I am truly proud that his daughter Eri Ritsos was so overwhelmingly enthusiastic about my involvement in this translation and after two years of hard work the book became a reality.

 Manolis

Cloe Koutsoubelis:

Πηνελόπη  

Περίμενα, περίμενα

xωρίς κορμί, μόνο ψυχή-καπνός για την εστία.

Είχα βέβαια και το κέντημα για παρηγοριά

ύστερα ήταν κι οι μνηστήρες

όμως έπληττα θανάσιμα με τα χοντρά αστεία.

Κάποια ανακούφιση ο Τηλέμαχος,

όμως κι αυτός έψαχνε τον πατέρα.

Ένα βράδυ έκανα έρωτα με έναν υπηρέτη.

Το σώμα του ζεστό ψωμί

έσταζε μέλι και κρασί.

Δεν με πείραξε που έγινε.

Μόνο ότι πεισματικά η Ιστορία το αγνόησε.

Penelope

I waited and waited

without body, just a soul-smoke

for the fireplace.

Of course I had my yarn for company

then there were the suitors yet

I was bored with their rough jokes.

Telemachus was a relief

although he also searched for his father.

One night I slept with a servant.

His body was like warm bread

dipped in honey and wine.

It happened, it didn’t bother me.

Though purposefully history ignored it.

AlexandraBakonika:

Σύγκριση

Η γνώμη του με κέντρισε:

«Είναι φτηνά και άνοστα τα πορνογραφικά έντυπα,

ενώ τα ποιήματά σου διεγείρουν

και συγχρόνως προκαλούν ανάταση ψυχής.

Έχω εξάρτηση, είμαι ναρκομανής με τους στίχους σου».

Ξανασκέφτηκα την άποψή του.

Διόλου αμελητέος αντίπαλος η πορνογραφία,

πανστρατιές με βουλιμία τη διαβάζουν.

Τιμή μου να βγάζω άχρηστα τα έντυπα

και την παραλογοτεχνία της.

Comparison

His opinion intrigued me:

‘The porno-press is cheap and

tasteless; though your poems

arouse while they generate

certain elation for the soul.

I’m hooked on them, I yearn

for your verses like a druggie.’

I thought of his opinion again.

The porno-press isn’t a negligible

competitor, thousands of people read it.

It was my honour to prove it

useless and illiterate.

 

 YannisRitsos:

Αργοπορία 

Έφυγε γρήγορα τό καλοκαίρι: Δέν προφτάσαμε.

Μεγάλα σύγνεφα κρέμονται πάνω απ’ τά βουνά

σάν προσωπεία αρχαίας τραγωδίας. Τί νά κάνουμε;

 

Τά παπούτσια μας, όσο παλιά, πάντοτε μάς στενεύουν λίγο.

Μάς στενεύει τό φώς, μάς στενεύει τό σύγνεφο.

Φτάνουμε μπροστά σ’ ένα ανθισμένο δέντρο

μπροστά στό ψωμί, μπροστά στό νερό,

μπροστά στό πιό αυριανό παράθυρο

κάπως αμήχανοι, λαχανιάζοντας,

μέ τήν αίσθηση μιάς αιώνιας καθυστέρησης.

 

Τόσο μακρυά τραβήξαμε, λοιπόν;

Delay

The summer ended quickly. We ran out of time.

Big clouds hung on top of the mountains

like masks of an ancient tragedy. What should we do?

 

Our shoes, whatever old, are always a bit tight.

The light is narrow, the cloud is cinched down.

We stop in front of the bloomed tree

in front of bread, water

before tomorrow’s window

somewhat embarrassed, panting

with the emotion of an eternal delay.

 

Have we truly come this far?

 

About the translator:

Manolis (Emmanuel Aligizakis) is a Greek-Canadian poet and author. He was recently appointed an honorary instructor and fellow of the International Arts Academy, and awarded a Master’s for the Arts in Literature. He is recognized for his ability to convey images and thoughts in a rich and evocative way that tugs at something deep within the reader. He graduated from the Panteion University of Athens with a diploma in political Sciences. He studied English Literature at Simon Fraser University. He has written three novels and numerous collections of poetry, which are steadily being released as published works. His articles, poems and short stories in both Greek and English have appeared in various magazines and newspapers in Canada, United States, Sweden, Hungary, Romania, Australia, and Greece. 

 http://ragazine.cc/2013/12/three-greek-poets/