Übermensch — The Solution

“It returns, what finally comes home to me is my own Self and what of myself has long been in strange lands and scattered among all things and accidents.”
Thus Spoke Zarathustra, The Wanderer
The word ‘hero’, coined in English in the fourteen century, derives from the Greek Ἥρως (hero, warrior). Nietzsche had a deeply heroic streak in his soul, and a hero archetype became a motivating drive in his life and in his philosophy. He confessed in Ecce Homo: “I am by nature warlike. The attack is among my instincts… I attack only causes that are victorious… where I stand alone.” It may well have been the heroism of exceptional men that appealed to him in Homer’s Iliad and Odyssey and in Shakespeare’s tragedies, which he read as a young teenager. He later rediscovered the hero’s mythical journey in the musical dramas of Wagner.
Jung believed that the archetype of a hero is the oldest and the most powerful of all archetypes, and considered religious figures such as Buddha, Christ or Mohammed to be its various personifications (in The Archetypes and the Collective Unconscious). The hero’s journey is ultimately a journey towards self-integration. The final destination, which Jung called ‘individuation’, is a state of wholeness and completeness, and it involves the unification of opposites. Indeed, coincidentia oppositorum (coincidence of the opposites), a concept borrowed from Heraclitus, is a propelling force in becoming the Übermensch. The constant tension and energy of the conflict becomes a source of inspiration and creativity; the strife leads to “new and more powerful births”. The superabundance of any force inevitably produces its opposite and an inner balance can be achieved by uniting (or overcoming, to use Nietzsche’s term) these opposites. The restoration of equilibrium is the essence of healing. The Übermensch advocates a new ‘great health’ which he equates with an all-embracing totality whereby “all opposites are blended into a unity” (The Gay Science, 382). The conscious and the unconscious, good and evil, the earthly and the spiritual synchronize in contrapuntal harmony. A noble soul is no longer divided; it becomes an ‘individual’ not a ‘dividual’, as Nietzsche has stressed. The element of transformation (or resurrection) lies at the heart of the hero’s message. The great hero (der Überheld) overcomes himself, sublimates his impulses and passions, and owes nothing to anyone, not even to God. In the process of ‘becoming what one is’, the Übermensch unites reason and passion, order and chaos, discipline and ecstasy. But to become ‘all one’, and be free, ultimately means to be alone, taking full responsibility for one’s life. There is no scapegoat to take the blame for one’s misfortunes; not the Jews, not the Christians, not the Muslims, not even the Devil himself. One is sentenced to freedom and its aloneness:
“During the longest period of human past nothing was more terrible than to feel that one stood by oneself. To be alone, to experience things by oneself, neither to obey nor to rule, to be an individual – that was not a pleasure but a punishment; one was sentenced ‘to individuality’. Freedom of thought was considered a discomfort itself.”
The Gay Science
Αυτός ο αδύναμος και ευάλωτος άνθρωπος πίστευε ότι «η ιδέα της θέλησης, της δύναμης και του υπεράνθρωπου έχουν σημασία και όχι οι χριστιανικές αντιλήψεις για την ευσέβεια, την καρτερία και την ισότητα». Στα έργα του, βρίσκουμε επεξεργασμένη κι εμπλουτισμένη τη σπορά των λόγων του Μαξ Στρίνερ που απετέλεσε την κοινή αφετηρία τόσο του αναρχισμού όσο και του ανηθικισμού και της φιλοσοφίας του υπεράνθρωπου. Ο Στρίνερ είχε πει:
«Αν το Κράτος είναι μια κοινωνία ανθρώπων και όχι μια συνάθροιση από Εγώ, τότε το Κράτος δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς την ηθική, πάνω στην οποία πρέπει να στηρίζεται. Γι’ αυτό, το Κράτος και Εγώ είμαστε εχθροί».
Ο Νίτσε το ερμήνευσε:
«Το κράτος οργανώθηκε όταν μια νικήτρια φυλή δημιούργησε καθεστώς τρομερής καταπίεσης του νικημένου λαού, πολυπληθέστερου αλλά ανοργάνωτου. Τα ένστικτα των υποταγμένων κατέληξαν σε εσωστρέφεια. Η δύναμη της ενέργειας και ο πόθος για δύναμη στράφηκαν ενάντια στον ίδιο τον άνθρωπο. Εμφανίστηκαν έτσι νέα ιδανικά: η απάρνηση του εγώ, ο αλτρουισμός. Η τάση του αλτρουισμού είναι δείγμα ενστίκτου σκληρότητας και οι τύψεις πόθος για βασανιστήρια. Οι άνθρωποι πίστεψαν ότι η ενοχή τους ήταν οφειλή προς τους προγόνους. Οφειλή που έπρεπε να την αναγνωρίσουν με τη θυσία της υποταγής. Αυτός ο φόβος για τους προγόνους βρίσκεται μεταμορφωμένος στον θεό. Γι’ αυτό η θρησκεία, και κυρίως ο χριστιανισμός, είναι πληγή για την ανθρωπότητα».
Με όλα αυτά, ο Νίτσε βρέθηκε να εκπροσωπεί τον αχαλίνωτο ατομικισμό και να γίνει η ιδεολογική σημαία των καπιταλιστών, την περίοδο της ανόδου των πλουσίων του χρήματος. Και πάνω στις απόψεις του για τον υπεράνθρωπο θέλησαν να χτίσουν οι ναζί θεωρητικοί της υπεροχής της άριας φυλής. Όμως, οι θέσεις του Νίτσε για τον υπεράνθρωπο ανήκουν στην τρίτη ομάδα του έργου του και δεν μπορούν να αποκοπούν από τις προηγούμενες δύο. Πολύ περισσότερο, που αναπτύχθηκαν παράλληλα και δεν αποτελούν παραγωγή ξεχωριστών χρονολογικών περιόδων.