George Seferis//Γιώργος Σεφέρης

George Seferis_cover

George Seferis’ Speech at the Nobel Banquet at the City Hall in Stockholm, December 10, 1963 (Translation)

I feel at this moment that I am a living contradiction. The Swedish Academy has decided that my efforts in a language famous through the centuries but not widespread in its present form are worthy of this high distinction. It is paying homage to my language – and in return I express my gratitude in a foreign language.

I hope you will accept the excuses I am making to myself. I belong to a small country. A rocky promontory in the Mediterranean, it has nothing to distinguish it but the efforts of its people, the sea, and the light of the sun. It is a small country, but its tradition is immense and has been handed down through the centuries without interruption. The Greek language has never ceased to be spoken. It has undergone the changes that all living things experience, but there has never been a gap. This tradition is characterized by love of the human; justice is its norm. In the tightly organized classical tragedies the man who exceeds his measure is punished by the Erinyes. And this norm of justice holds even in the realm of nature.

«Helios will not overstep his measure»; says Heraclitus, «otherwise the Erinyes, the ministers of Justice, will find him out». A modern scientist might profit by pondering this aphorism of the Ionian philosopher. I am moved by the realization that the sense of justice penetrated the Greek mind to such an extent that it became a law of the physical world. One of my masters exclaimed at the beginning of the last century,

«We are lost because we have been unjust» He was an unlettered man, who did not learn to write until the age of thirty-five. But in the Greece of our day the oral tradition goes back as far as the written tradition, and so does poetry. I find it significant that Sweden wishes to honour not only this poetry, but poetry in general, even when it originates in a small people. For I think that poetry is necessary to this modern world in which we are afflicted by fear and disquiet. Poetry has its roots in human breath – and what would we be if our breath were diminished? Poetry is an act of confidence – and who knows whether our unease is not due to a lack of confidence?

Last year, around this table, it was said that there is an enormous difference between the discoveries of modern science and those of literature, but little difference between modern and Greek dramas. Indeed, the behaviour of human beings does not seem to have changed. And I should add that today we need to listen to that human voice which we call poetry, that voice which is constantly in danger of being extinguished through lack of love, but is always reborn. Threatened, it has always found a refuge; denied, it has always instinctively taken root again in unexpected places. It recognizes no small nor large parts of the world; its place is in the hearts of men the world over. It has the charm of escaping from the vicious circle of custom.

I owe gratitude to the Swedish Academy for being aware of these facts; for being aware that language which are said to have restricted circulation should not become barriers which might stifle the beating of the human heart; and for being a true Areopagus, able «to judge with solemn truth life’s ill-appointed lot», to quote Shelley, who, it is said, inspired

Alfred Nobel, whose grandeur of heart redeems inevitable violence. In our gradually shrinking world, everyone is in need of all the others. We must look for man wherever we can find him. When on his way to Thebes Oedipus encountered the Sphinx, his answer to its riddle was: «Man». That simple word destroyed the monster. We have many monsters to destroy. Let us think of the answer of Oedipus.

~From Nobel Lectures, Literature 1901-1967, Editor Horst Frenz, Elsevier Publishing Company, Amsterdam, 1969


Γιῶργος Σεφέρης – Ὁμιλία κατὰ την ἀπονομὴ του Νόμπελ Λογοτεχνίας στη Στοκχόλμη


Τούτη την ώρα αἰσθάνομαι πως είμαι ο ίδιος μία ἀντίφαση. Ἀλήθεια, η Σουηδικὴ Ἀκαδημία, έκρινε πως η προσπάθειά μου σε μία γλώσσα περιλάλητη επὶ αιώνες, αλλὰ στην παρούσα μορφή της περιορισμένη, άξιζε αυτὴ την υψηλὴ διάκριση. Θέλησε να τιμήσει τη γλώσσα μου, και να – εκφράζω τώρα τις ευχαριστίες μου σε ξένη γλώσσα. Σας παρακαλώ να μου δώσετε τη συγνώμη που ζητώ πρώτα -πρώτα απὸ τον εαυτό μου.
Ανήκω σε μία χώρα μικρή. Ένα πέτρινο ἀκρωτήρι στη Μεσόγειο, που δεν έχει άλλο ἀγαθὸ παρὰ τὸν αγώνα του λαού, τη θάλασσα, και το φως του ήλιου. Είναι μικρὸς ο τόπος μας, αλλὰ η παράδοσή του είναι τεράστια και το πράγμα που τη χαρακτηρίζει είναι ότι μας παραδόθηκε χωρὶς διακοπή. Η ἑλληνικὴ γλώσσα δεν έπαψε ποτέ της να μιλιέται. Δέχτηκε τις αλλοιώσεις που δέχεται καθετὶ ζωντανό, ἀλλὰ δεν παρουσιάζει κανένα χάσμα. Άλλο χαρακτηριστικὸ αὐτής της παράδοσης είναι η ἀγάπη της για την ἀνθρωπιά, κανόνας της είναι η δικαιοσύνη. Στην ἀρχαία τραγωδία, την οργανωμένη με τόση ακρίβεια, ο άνθρωπος που ξεπερνά το μέτρο, πρέπει να τιμωρηθεί απὸ τις Ερινύες.
Όσο για μένα συγκινούμαι παρατηρώντας πώς η συνείδηση της δικαιοσύνης είχε τόσο πολὺ διαποτίσει την ελληνικὴ ψυχή, ώστε να γίνει κανόνας του φυσικού κόσμου. Κι ένας απὸ τους διδασκάλους μου, των αρχών του περασμένου αιώνα, γράφει: «… θα χαθούμε γιατί αδικήσαμε …». Αυτὸς ο άνθρωπος ήταν ἀγράμματος. Είχε μάθει να γράφει στα τριάντα πέντε χρόνια της ηλικίας του. Αλλὰ στην Ελλάδα των ημερών μας, η προφορικὴ παράδοση πηγαίνει μακριὰ στα περασμένα όσο και η γραπτή. Το ίδιο και η ποίηση. Είναι για μένα σημαντικὸ το γεγονὸς ότι η Σουηδία θέλησε να τιμήσει και τούτη την ποίηση καὶ όλη την ποίηση γενικά, ακόμη και όταν ἀναβρύζει ἀνάμεσα σ᾿ ένα λαὸ περιορισμένο. Γιατί πιστεύω πως τούτος ο σύγχρονος κόσμος όπου ζοῦμε, ο τυραννισμένος απὸ το φόβο και την ανησυχία, τη χρειάζεται την ποίηση. Η ποίηση έχει τις ρίζες της στην ανθρώπινη ανάσα – και τί θα γινόμασταν άν η πνοή μας λιγόστευε; Είναι μία πράξη ἐμπιστοσύνης – κι ένας Θεὸς το ξέρει άν τα δεινά μας δεν τα χρωστάμε στη στέρηση εμπιστοσύνης.
Παρατήρησαν, τον περασμένο χρόνο γύρω απὸ τούτο το τραπέζι, την πολὺ μεγάλη διαφορὰ ανάμεσα στις ανακαλύψεις της σύγχρονης ἐπιστήμης και στη λογοτεχνία. Παρατήρησαν πως ανάμεσα σ᾿ ένα ἀρχαίο ελληνικὸ δράμα κι ένα σημερινό, η διαφορὰ είναι λίγη. Ναι, η συμπεριφορὰ του ανθρώπου δε μοιάζει να έχει αλλάξει βασικά. Και πρέπει να προσθέσω πως νιώθει πάντα την ανάγκη ν᾿ ακούσει τούτη την ανθρώπινη φωνὴ που ονομάζουμε ποίηση. Αυτὴ η φωνὴ που κινδυνεύει να σβήσει κάθε στιγμὴ απὸ στέρηση αγάπης και ολοένα ξαναγεννιέται. Κυνηγημένη, ξέρει ποὺ νά ῾βρει καταφύγιο, απαρνημένη, έχει το ένστικτο να πάει να ριζώσει στοὺς πιο απροσδόκητους τόπους. Γι᾿ αυτὴ δεν υπάρχουν μεγάλα και μικρὰ μέρη του κόσμου. Το βασίλειό της είναι στις καρδιὲς όλων των ανθρώπων της γης. Έχει τη χάρη ν᾿ αποφεύγει πάντα τη συνήθεια, αυτὴ τη βιομηχανία. Χρωστώ την ευγνωμοσύνη μου στη Σουηδικὴ Ακαδημία που ένιωσε αυτὰ τα πράγματα, που ένιωσε πως οι γλώσσες, οι λεγόμενες περιορισμένης χρήσης, δεν πρέπει να καταντούν φράχτες όπου πνίγεται ο παλμὸς της ανθρώπινης καρδιάς, που έγινε ένας Άρειος Πάγος ικανὸς να κρίνει με αλήθεια επίσημη την άδικη μοίρα της ζωής, για να θυμηθώ τον Σέλλεϋ, τον εμπνευστή, καθὼς μας λένε, του Αλφρέδου Νομπέλ, αυτοῦ του ανθρώπου που μπόρεσε να εξαγοράσει την αναπόφευκτη βία με τη μεγαλοσύνη της καρδιάς του.
Σ᾿ αυτὸ τον κόσμο, που ολοένα στενεύει, ο καθένας μας χρειάζεται όλους τους άλλους. Πρέπει ν᾿ αναζητήσουμε τον άνθρωπο, όπου και να βρίσκεται.
Όταν στο δρόμο της Θήβας, ο Οιδίπους συνάντησε τη Σφίγγα, κι αυτὴ του έθεσε το αίνιγμά της, η απόκρισή του ήταν: ο άνθρωπος. Τούτη η απλὴ λέξη χάλασε το τέρας. Έχουμε πολλὰ τέρατα να καταστρέψουμε. Ας συλλογιστούμε την απόκριση του Οἰδίποδα.

Κωστή Παλαμά-Ασάλευτη Ζωή/Kostis Palamas-Motionless Life


Ἡ ἀσάλευτη ζωή

Καὶ τ᾿ ἄγαλμα ἀγωνίστηκα γιὰ τὸ ναὸ νὰ πλάσω
στὴν πέτρα τὴ δική μου ἀπάνω,
καὶ νὰ τὸ στήσω ὁλόγυμνο, καὶ νὰ περάσω,
καὶ νὰ περάσω, δίχως νὰ πεθάνω.

καὶ τό ῾πλασα. Κ᾿ οἱ ἄνθρωποι, στενοὶ προσκυνητάδες
στὰ ξόανα τ᾿ ἄπλαστα μπροστὰ καὶ τὰ κακοντυμένα,
θυμοῦ γρικῆσαν τίναγμα καὶ φόβου ἀνατριχάδες,
κ᾿ εἴδανε σὰν ἀντίμαχους καὶ τ᾿ ἄγαλμα κ᾿ ἐμένα.

Καὶ τ᾿ ἄγαλμα στὰ κύμβαλα, κ᾿ ἐμὲ στὴν ἐξορία.
Καὶ πρὸς τὰ ξένα τράβηξα τὸ γοργοπέρασμά μου
καὶ πρὶν τραβήξω, πρόσφερα παράξενη θυσία
ἔσκαψα λάκκο, κ᾿ ἔθαψα στὸ λάκκο τ᾿ ἄγαλμά μου.

Καὶ τοῦ ψιθύρησα: «Ἄφαντο βυθίσου αὐτοῦ καὶ ζῆσε
μὲ τὰ βαθιὰ ριζώματα καὶ μὲ τ᾿ ἀρχαῖα συντρίμμια,
ὅσο ποὺ νἄρθ᾿ ἡ ὥρα σου, ἀθάνατ᾿ ἄνθος εἶσαι,
ναὸς νὰ ντύση καρτερεῖ τὴ θεία δική σου γύμνια!»

Καὶ μ᾿ ἕνα στόμα διάπλατο, καὶ μὲ φωνὴ προφήτη,
μίλησ᾿ ὁ λάκκος: «Ναὸς κανείς, βάθρο οὔτε, φῶς, τοῦ κάκου.
Γιὰ δῶ, γιὰ κεῖ, γιὰ πουθενὰ τὸ ἄνθος σου, ὦ τεχνίτη!
Κάλλιο γιὰ πάντα νὰ χαθῆ μέσ᾿ στ᾿ ἄψαχτα ἑνὸς λάκκου.

Ποτὲ μὴν ἔρθ᾿ ἡ ὥρα του! Κι ἂν ἔρθη κι ἂν προβάλη,
μεστὸς θὰ λάμπη καὶ ὁ ναὸς ἀπὸ λαὸ ἀγαλμάτων,
τ᾿ ἀγάλματα ἀψεγάδιαστα, κ᾿ οἱ πλάστες τρισμεγάλοι
γύρνα ξανά, βρυκόλακα, στὴ νύχτα τῶν μνημάτων!

Τὸ σήμερα εἴτανε νωρίς, τ᾿ αὔριο ἀργὰ θὰ εἶναι,
δὲ θὰ σοῦ στρέξη τ᾿ ὄνειρο, δὲ θάρθ᾿ ἡ αὐγὴ ποὺ θέλεις,
μὲ τὸν καημὸ τ᾿ ἀθανάτου ποὺ δὲν τὸ φτάνεις, μεῖνε,
κυνηγητὴς τοῦ σύγγνεφου, τοῦ ἴσκιου Πραξιτέλης.

Τὰ τωρινὰ καὶ τ᾿ αὐριανά, βρόχοι καὶ πέλαγα, ὅλα
σύνεργα τοῦ πνιγμοῦ γιὰ σὲ καὶ ὁράματα τῆς πλάνης
μακρότερη ἀπ᾿ τὴ δόξα σου καὶ μία τοῦ κήπου βιόλα
καὶ θὰ περάσης, μάθε το, καὶ θὰ πεθάνης!»

Κ᾿ ἐγὼ ἀποκρίθηκα: «Ἂς περάσω κι ἂς πεθάνω!
Πλάστης κ᾿ ἐγὼ μ᾿ ὅλο τὸ νοῦ καὶ μ᾿ ὅλη τὴν καρδιά μου
λάκκος κι ἂς φάῃ τὸ πλάσμα μου, ἀπὸ τ᾿ ἀθάνατα ὅλα
μπορεῖ ν᾿ ἀξίζει πιὸ πολὺ τὸ γοργοπέρασμά μου».

Motionless Life

And for the temple I struggled to create

a statue on this rock: my body,

to place it naked, and to spend my life

and to spend my life and never die

and I created it. And people, latest worshipers

before the badly dressed wooden statues

felt the thrill of anger and the shiver of fear

and saw the statue and I as combatants.

And they thrashed the statue and sent me to exile.

And to the foreign lands I led my steps

yet before it I offered a strange sacrifice

a grave I dug and deep into it I buried my statue.

And I whispered to it: “unseen spend your days

along with the roots and ancient ruins,

until your time comes, invincible flower that you are

the temple longs to dress your godly nakedness!”

And with its wide open mouth and with the voice of a prophet

the grave spoke: “No temple, nor podium, nor light, a waste.

For here, for there, nowhere your flower, oh, master craftsman!

Let it for ever vanish in the un-rummaged hole.

Let it never have its time! Yet if it appears

let the temple shine filled by the people’s statues

immaculate the statues and the all-great sculptors

come back, Oh phantasm, during the night of the tombs!

Today’s day came early, tomorrow’s will be late

the dream won’t rescue you, the dawn you wish will never come

with the longing of immortality you can’t reach, stay,

a hunter of the cloud, the Praxiteles of the shadow.

The present and tomorrow’s things, snares and seas, all

tools and tricky visions you drawn into

farther from your glory, single violet of the garden

and you will wither, understand it, and you will die.”

And I answered: “Let me wither and let me die!

Creator I also am with my mind and all my heart

let the tomb consume my flesh, my fast passing through

perhaps is worthy more than all these immortal.”

Κωστή Παλαμά-Ασάλευτη Ζωή/Kostis Palamas-Motionless Life

Translated by Manolis Aligizakis

Η Αρχαία μας Κληρονομιά ~Δημήτρη Καραλή Mar/6/2012

Μπορεί πλαστουργός να έπλασε την ανθρωπότητα, αλλά ήταν οι Αρχαίοι Έλληνες όμως που την τελειοποίησαν γλωσσικά, επιστημονικά, πολιτιστικά, διανοητικά, συνταγματικά, καλλιτεχνικά και πνευματικά. Πριν από αυτούς η ανθρωπότητα ήταν απολίτιστη και βάρβαρη, ανήμπορη να συζεί ομαδικά με ελεύθερο δημοκρατικό πολίτευμα.

Φαίνεται μάλλον o Δίας γνώριζε την ικανότητα των Αρχαίων μας προγόνων να εκπολιτίζουν την ανθρωπότητα σωστά και τους ανέθεσε να τελειοποιήσουν το μεγάλο έργο του. Η αξιοζήλευτη πολιτιστική, καλλιτεχνική και πνευματοδιανοητική τους προσφορά είναι τόσο τεράστια, που αναρωτιέται κανείς σήμερα! Μήπως ήταν άραγε διαλεγμένη γενιά που ανάπλασε την ανθρωπότητα τόσο εκθαμβωτικά; Κοιτάζοντας γύρω στον Ελλαδικό μας χώρο σήμερα, σαστιζόμαστε με την σπάνια ομορφιά που άφησαν πίσω.

Θυμάμαι όταν στάθηκα για πρώτη μου φορά μπροστά στον Παρθενώνα στα τέλη της δεκαετίας του πενήντα (50) κι ένοιωσα ένα ψυχικό ρίγος μέσα μου σαν τον στοχαστή ‘Renan’.  Παρά την τεράστια καταστροφή που υπέστη το θεανθρώπινο αυτό δημιούργημα ανά των αιώνων, εντούτοις αισθάνθηκα την ομορφιά του να παραμένει ακόμα άτρωτη μέχρι και σήμερα.

Σωστά ο Ruskin αποκάλεσε τον Παρθενώνα “immortal memorial of beauty” (αθάνατο μνημείο της ομορφιάς).

Ο Περικλής έλεγε ότι «Ο Παρθενώνας χαιρετά το πνεύμα και αγαλλιάζει τα μάτια και τις ψυχές του κόσμου καθημερινά».

Πλημμύρισα από απερίγραπτη χαρά και συγκίνηση βλέποντας μπροστά μου ένα τέτοιο σπάνιο ανθρωπινό δημιούργημα. Εκστατικός και έκθαμβος επαναλάμβανα νοερά τα λόγια του ‘Renan’.

«Όλος ο κόσμος τώρα, μου φαίνεται βάρβαρος μπροστά στο Ιερό τούτο μεγαλείο. Η ανατολή με την επιδεκτική απατηλή της τέχνη και η Ρωμαϊκή πιθηκομίμηση του Ελληνικού πολιτισμού, δεν μπορούν να συγκριθούν ούτε με μια πέτρα μπροστά στο μεγαλείο τούτο που ονομάζεται Παρθενώνας».

Ο Παρθενώνας, είναι το μοναδικό τέλειο δόγμα σήμερα στην υφήλιο που δεν έχει ούτε έναν άπιστο. Δεν εύρισκα κατάλληλη λέξη τη στιγμή εκείνη να εκφράσω την εσωτερική μου αίσθηση κοιτάζοντας το Ιερό τούτο δημιούργημα.

Η Αττική με την αιθέρια της λάμψη και τα αψηλά της κυπαρίσσια, συνδέονταν αρμονικά με το Ακροπόλειο μεγαλείο. Αποστομώθηκα ακαριαίως, λες και αντίκριζα ζωντανή την Θεότητα μπροστά μαρμαροντυμένη να αγγίζει γαλήνια την ψυχή μου.

Ο Πλατωνικός ορισμός για την τέλεια ομορφιά περιγράφεται ως:

«η λάμψη της αλήθειας»

Ο Παρθενώνας νομίζω έχει κάτι παραπάνω από αρχιτεκτονική ομορφιά, είναι η πλησιέστερη αποκάλυψη της Θεότητας στην ανθρωπότητα μέχρι σήμερα. Το Ακροπόλειο θαύμα δημιούργησε περισσότερο δέος μέσα μου, ακόμα κι απ’ τα άστρα στην Ναμίμπια έρημο όταν τα πρωτοαντίκρισα μονάχος κάποτε.

Οι αθάνατοι δημιουργοί της, Καλλικράτης, Ικτίνος και Φειδίας, δεν ήταν απλώς αξιόλογοι Αθηναίοι καλλιτέχνες, αλλά και σπάνιοι υπερφυσικοί δημιουργοί. Μια απερίγραπτη αγαλλίαση με περιτύλιξε ολόψυχα κοιτάζοντας τον Παρθενώνα που πουθενά αλλού δεν την αισθάνθηκα τόσο παρόμοια. Αναρωτιόμουν με πίκρα και απορία! Πώς τόλμησαν οι Τούρκοι να μετατρέψουν το παρθένο αυτό κτίσμα σε μπαρουτοθήκη, οι Βενετσιάνοι να τον βομβαρδίσουν, οι Άγγλοι να τον λεηλατήσουν και οι Χριστιανολάτρες να τον μετατρέψουν σε δογματική τους εκκλησιά; (παναγία Αθηνιώτισα). Πώς αποφάσισαν τόσο άπονα και βάρβαρα να καταστρέψουν ένα τέτοιο σπάνιο μαγαλοδημιούργημα που χρειάστηκαν πάνω από (10) χρόνια για να αποπερατωθεί;

Σταμάτησα την αναπνοή μου για λίγο να αφουγκραστώ τη γαλήνη και την αρμονία τριγύρω μου, «Α…..! τι εκθαμβωτικό δημιούργημα» μουρμούρισα με πρωτόγνωρη ευτυχία. Δίκαιο είχε κάποτε ο Ψυχάρης όταν φώναξε αντικρίζοντας τον Παρθενώνα για πρώτη του φορά.

«Δεν με νοιάζει να πεθάνω τώρα, λέει, αφού είδα τον Παρθενώνα και την Αθήνα».

Εδώ έμαθε γράμματα, λεπτές τέχνες και πολιτισμό ολόκληρη η Ευρώπη. Εδώ διδάχτηκαν δημοκρατία, φιλοσοφία, ποίηση, θέατρο, πνευματισμός, γλώσσα, μουσική και αθλητισμός.

Τον ουρανό τούτο π’ αγναντεύω τώρα, τον κοίταζαν κάποτε και οι Περικλής, Θεμιστοκλής, Αναξαγόρας, Σωκράτης, Πλάτωνας, Αριστοτέλης, Αντισθένης, Ζήνωνας και τόσα άλλα βαθύστοχα μυαλά της τότε Αθηναϊκής κοινωνίας.

Ξαναστοχάστηκα αναρωτώντας μέσα μου, πως θα ‘ταν άραγε η ανθρωπότητα σήμερα χωρίς την Αρχαία Ελληνική πολιτιστική κληρονομιά; «Ότι κινείται στον Πλανήτη σήμερα…», λέει ο Άγγλος Πλατωνιστής Thomas Taylor, «…έχει τις ρίζες του στη αρχαία Ελλάδα».

Αλφάβητο, γραμματική, μαθηματικά, γεωμετρία, αρχιτεκτονική, γλυπτική, αστρονομία, φυσική, δημοκρατία, μουσική, θέατρο, φιλοσοφία, ποίηση, αθλητισμό, υγιεινή και ότι άλλο αξιόλογο παρέλειψα μαζί.

Για κάθε καινούργια ανακάλυψη σήμερα στην υδρόγειο, τρέχουν όλοι τους στην Ελληνική γλώσσα να βρουν κατάλληλη λέξη που να ταιριάζει στην εφευρεσή τους.

Η Ελληνική γλώσσα, είναι μοναδική νουνά στον κόσμο που βαφτίζει κάθε καινούργια επιστημονική ανακάλυψη εδώ και 3000 χρόνια.

Ουαί κι αλίμονο εάν τολμήσει κανείς να βγάλει την Ελληνική γλώσσα στο περιθώριο.  Θα μείνει η ανθρωπότητα γλωσσική φαφούτα και ακατανόητη. Χωρίς τις Ελληνικές προθέσεις, ανά, κατά, δια, μετά, υπέρ, αντί, συν, προ, παρά, περί, από, υπό, εις, δις και πολλές άλλες, η ανθρώπινη σκέψη θα ‘ταν χαώδες και υποανάπτυκτη επικοινωνιακά. Εάν η Ελληνική γλώσσα τελειοποιήθηκε απ’ τον άνθρωπο, τότε η Ελληνική γλώσσα σαν ανταμοιβή, τελειοποίησε τον άνθρωπο.

Είναι η μόνη αλγεβρική γλώσσα στον κόσμο με απόλυτη ακρίβεια. Παίρνοντας ένα ρήμα σαν το βάλλω, παραδείγματος χάριν, ανεβάζομε, κατεβάζουμε διαιρούμε και πολλαπλασιάζομε αλγεβρικά την εκφρασή μας.

Προσθέτοντας μπροστά διάφορες προθέσεις, όπως, εισ-βάλλω, δια-βάλλω, ανά-βάλλω, προ-βάλλω, κατά-βάλλω, μετά-βάλλω, υπέρ-βάλλω, συν-βάλλω, υπό –βάλλω, από-βάλλω κ.τ.λ. – επεκτείνουμε τη νοητική μας φαντασία πέρα απ’ την αρχική μας σκέψη.

Πώς θα εκφράζονταν οι Άγγλοι σήμερα χωρίς τις Ελληνικές προθέσεις, anti-biotic, cata-bolism, ana-bolism, hyper-market, sym-biotic, hypo-thetic, pro-gnosis, dia-gnosis κτλ.

Κοιτάζοντας την Αριστοτελική λέξη «εντελέχεια», που σημαίνει, έμφυτη τάση για την τελειότητα, είναι αδύνατο να μεταφραστεί με αντίστοιχη λέξη σε άλλη γλώσσα. Θα χρειαστούν πολλές σειρές με πολλά παραδείγματα για να αποδώσουν κάποια πλησιέστερη έννοια.

Διαβάζουμε και ακούμε πολλά για την λαμπρή τούτη γενεά που λέγονταν ΑΡΧΑΙΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ, αλλά πολύ λίγοι αντιλαμβάνονται το τεράστιο μεγαλείο τους. Μας φαίνονται σαν αστραπιαίο όνειρο χωρίς καμιά συνέχεια και τους αλαργοκοιτούμε σαν ένα ιστορικό παραμύθι. Κανείς πια δεν μιλάει ανοικτά για αυτούς χωρίς να παρεξηγηθεί για λοξός, εκκεντρικός και ονειροπόλος χαρακτήρας. Θεωρείται σαν ένας ξεπερασμένος νεκρός πολιτισμός, που μόνο λίγοι αφελείς ασχολούνται ποια με αυτόν.

Ποιος προσπάθησε να τον εξοντώσει άραγε ( ευτυχώς όμως μάταια); Ποιος γκρέμισε ναούς, σπάνια αγάλματα, έκαψε βιβλία, αφόρισε φιλοσόφους, έκλεισε φιλοσοφικές σχολές, ιερά μυστήρια, ολυμπιακούς αγώνες και αναθεματίζει ακόμη και σήμερα την αρχαία Ελληνική φιλοσοφία ως προϊόν του σατανά;

Είναι λυπηρό να βλέπει κανείς τον σημερινό Έλληνα αδιάφορο για την ένδοξη κληρονομιά του, διαβαίνοντας ασυγκίνητος μπροστά στα λιγοστά λεηλατημένα ιερά ερείπια που του απέμειναν πίσω.

Θυμάμαι τον Νίκο Καζαντζάκη όταν πρώτο-επισκέφτηκε τα αρχαία τοπία του Μουριά στη δεκαετία του πενήντα, ρώτησε την γυναίκα αρχειοφύλακα που φύλαγε εκεί τα ιερά κειμήλια.

-Τι είναι όλα τούτα εδώ που φυλάς, κυρά μου; την ρωτάει λακωνικά ο Καζαντζάκης,

-Α!… παλιόπετρες είναι χριστιανέ μου και τίποτε άλλο, απαντά η μεσόκοπη αρχειοφύλακας.

– Γιατί τότε έρχονται όλοι αυτοί οι ξένοι εδώ;, ξαναρωτά ο Καζαντζάκης.

– Α! κουτόφραγκοι είναι όλοι χριστιανέ μου, του απάντησε πάλι ήρεμα.

– Πόσα χρόνια είστε φύλακας εδώ κυρά μου; Την ξαναρωτά ο Καζαντζάκης. Είκοσι (20) χρόνια…, απαντά αυτή περήφανα.

– Μυστήριο πράμα! μουρμουρίζει ο Καζαντζάκης, είκοσι ολόκληρα χρόνια να κοιμάται παρέα με τους θεούς και να μην το πάρει ακόμα χαμπάρι…!

Δεν θα ήταν χρήσιμο άραγε εάν τα Ελληνικά σχολεία σήμερα πληροφορούσαν με περισσότερο ιερό ζήλο τους νέους μας για την αρχαία τους κληρονομιά, αντί να ξοδεύουν τεράστιο χρόνο να διδάξουν στα παιδιά μας το Εβραϊκό ψευδο- torah; Κάθε Ελληνόπουλο σήμερα πρέπει να γνωρίζει και την τελευταία ιστορική πέτρα και ιδέα που άφησαν πίσω οι προγονοί τους σαν ανεκτίμητο θησαυρό τους. Έτσι μόνο θα ξυπνήσομε τον πόθο των παιδιών μας να αγαπήσουν και να μιμηθούν την ένδοξη Αρχαία μας κληρονομιά. Μόνο με γνώση, συνείδηση, σεβασμό και αγάπη για την ένδοξη ιστορία μας, μπορούμε να ελπίζομε για κάποιο λαμπρότερο αύριο από τις μελλοντικές γενιές μας.

~Δημήτρης Καραλής, Νότιος Αφρική, @ All Rights Reserved Worldwide