Salvatore Quasimodo

salvatore_quasimodo_1959
DELPHIC WOMAN

In the air of lunar cedars
at the sight of gold we heard the Lion.
The earthly wail foretold.
Unveiled is the vein of corolla
on the temple that slopes to sleep
and your voice orphic and marine.

As salt from water
I issue from my heart.
The age of laurel vanishes
and the un quiet ardourγυναίκα,Δελφική,χρυσός,
and its pity without justice.

At your naked shoulder
odorous of honey
perishes exiguous
the invention of dreams.

In you I rise, o Delphic woman,
no longer human. Secret
the night of the warm moons’ rains

sleeps in your eyes:
to this quiet of skies in ruins
occurs the inexistent childhood.

In the movements of starred solitudes
to the bursting of the grains
to the will of the leaves
you will be howl of my substance.

ΓΥΝΑΙΚΑ ΤΩΝ ΔΕΛΦΩΝ

Στον αέρα των κέδρων του φεγγαριού
στο χρυσό στεναγμό ακούσαμε το λιοντάρι.
Ο γήϊνος κλαυθμός προμαντεύτηκε.
Του στέμματος η φλέβα αποκαλύφτηκε
στον κρόταφο που γέρνει για ύπνο
κι η φωνή σου θαλασσινή και ορφική.

Σαν τ’ αλάτι απ’ τη θάλασσα
απ’ την καρδιά μου ανακοινώνω.
Η εποχή της δάφνης πέρασε
κι η ασίγαστος ενθουσιασμός
κι ο οίκτος του δίχως δικαιοσύνη.

Στον γυμνό σου ώμο
που ευωδιάζει σαν το μέλι
το ασήμαντο πεθαίνει
η εφεύρεση ονείρων.

Μέσα σου ορθώνομαι, ώ γυναίκα των Δελφών
πέραν του ανθρώπινου πια. Μυστική
η νύχτα της ζεστής φεγγαρίσιας βροχής

κοιμάται στα μάτια σου:
σ’ αυτόν τον ήρεμο ερηπωμένο ουρανό
υπάρχει η ανύπαρκτη παιδική ηλικία.

Στη κίνηση της μοναξιάς των αστεριών
ως το σκάσιμο του σταριού
και στη θέληση των φύλλων
θα γίνεις το ουρλιαχτό της ύπαρξής μου.

~Salvatore Quasimodo, translated from the English, my Manolis Aligizakis

Tasos Livaditis//Τάσος Λειβαδίτης

cover

ΜΙΑ ΚΟΙΝΗ ΚΑΜΑΡΗ

 

Ανέβαινα απ’ ώρα τη σκάλα, μου άνοιξε μια γριά με μια μαύρη
σκούφια, “εδώ έχουν πεθάνει πολλοί” μου λέει “γι αυτό ό,τι κι αν
πεις δεν ακούγεται”, τότε είδα κάποιον που σερνόταν κάτω απ’ τον
καναπέ, “τί ψάχνει;” ρώτησα, “ο Χριστός” μου λέει “θα `ρθει κι
άλλες φορές”, η γυναίκα έριχνε τα χαρτιά, τρόμαξα καθώς είδα το
χέρι της ν’ ανεβαίνει, “θα χάσεις πολλές φορές το δρόμο” μου λέει,
“μα πώς θα τον χάσω” της λέω “εγώ είμαι ανήπηρος και δεν περ-
πατάω, άλλος σέρνει το καροτσάκι”, “κι όμως θα τον χάσεις” μου
λέει, “είσαι μια πουτάνα” της λέω “να με ταράζεις άγιον άνθρωπο
—κι εσύ, αφού κανένας δε σε θέλει, γιατί κουνιέσαι;”, “δεν κουνιέ-
μαι εγώ” μου λέει “το καντήλι τρέμει”, την λυπήθηκα, “σε ξέρω”
τής λέω “δέν αποκλείεται, μάλιστα, να `χουμε ζήσει πολύν καιρό
μαζί”, η ώρα ήταν επτά ακριβώς, κοίταξα το ρολόι μου κι έδειχνε
κι εκείνο το ίδιο, “τώρα αρχίζει” σκέφτηκα με απόγνωση, κι η
γριά με συρτά βήματα πήγε και μαντάλωσε την πόρτα.

 

AT THE BROTHEL

I was going up the stairs for a while when an old woman with a black
hood opened the door “everyone has died here” she says to me
“whatever you say nobody listens”; then I saw someone crawling
under the sofa “what is he looking for?” I asked “Christ” she says to me
“will come a few more times”; the woman started to read the cards
I was scared when I saw her hand pointing at me “you will lose
your way many a time” she says to me “how can I lose it” I say
“I’m crippled, I don’t walk, someone else pulls the cart”, “you will still
lose it”, “you are a whore” I say to her “and you disturb me, a holy man
—and you, if no one wants you why do you tease me?”, “I don’t tease
you, it’s the candle that flickers”; I felt sorry for her. “I know you”
I say to her “in fact it’s possible that we lived together long time ago”
the time was exactly seven o’clock; I looked at my watch and it showed
the same time “now she’ll start again” I thought in despair and
the old woman with slow steps went and locked the door.

 

TASOS LIVADITIS BIOGRAPHY

 
Tasos Livaditis (Anastasios Panteleimon Livaditis) was born in Athens April 20, 1922, son of Lissandros Livaditis and Vasiliki Kontoloulou. He was enrolled in the Law School of the University of Athens. German occupation interrupted his studies and his involvement with the Resistance and the political party EPON. His father, bankrupt by this time died during the occupation years and while the poet was exiled in Makronisos his mother also died. In 1946 he got married to Maria Stoupa, the valuable companion of his life and they had a daughter, Vassiliki. That same year he made his first literary appearance with the publication of his poem The Hatzidimitri Song in Elefthera Grammata. In 1947 he coordinated the release of the literary magazine Themelio. The years 1948-1952 he was exiled in Moudros, Saint Stratis, Makronisos along with all leftist artists and thinkers, Yannis Ritsos, Aris Alexandrou, Manos Katrakis, and many others. In 1952 his poetry books Battle at the Edge of the Night and This Star is for all of us were noticed. Three years later he was taken by the police because of his book It Blows in the Crossroads of the World but he was acquitted. His book Women with Equine Eyes, 1958, was a landmark in his literary career and his turn into the introverted and existential poetry of his middle life. In 1961 he went on a country tour along with Mikis Theodorakis who presented his poems set in music and Tasos Livaditis interacted with the audience reciting his poems and talking to them. The same year he collaborated with Kosta Kotzias in the writing of the script and the poems for the Alekos Alexandrakis film Neighbourhood of Dreams which was the turning point of Greek cinema but which was censored by the police. Livaditis co-operated with the newspaper Avgi from 1954-1980 with the exception of seven years during the dictatorship of the four colonels and with the magazine Art Review1962-1966 where he published a few political reviews and critiques. During the dictatorship 1967-1974 he translated various Greek literary works for commercial magazines in order to earn his living while he reminiscent the old days of the struggle and he reflected at the harshness of modern day life something he couldn’t accept a stand that reflected in his poetry of those days and in particular in his book Night Visitor. In 1986 he published his book Violets for a Season which is considered his swan song. He died in Athens, October 30th 1988 of an abdominal aneurism. The rest of his hand written poems were published after his death in a book titled Autumn Handwritings.
He was the recipient of the First Poetry Prize in the World Youth Poetry Festival of Warsaw 1953, the First Poetry Prize of the City of Athens, 1957; the second National Literary Prize for poetry 1976; the First National Literary prize for poetry 1979.
Livaditis was a founding member of the Company of Writers.
His verses were set in music by Mikis Theodorakis, Manos Loizos, George Tsagaris and other Greek music composers.

~Τάσου Λειβαδίτη-Εκλεγμένα Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Tasos Livaditis-Selected Poems/Translated by Manolis Aligizakis
http://www.libroslibertad.ca
http://www.authormanlis.wordpress.com

Γίνεται η αγάπη μίσος;

Γίνεται η αγάπη μίσος;
Αντικλείδι
Φιλοσοφία/Ψυχολογία

Περιπλανώμενη στην πόλη τους συνάντησα τυχαία. O Άντρας πάρκαρε στην άκρη του άδειου δρόμου και βγήκε από ένα παλιό αυτοκίνητο. Μεσήλικας, ισχνός, με γκρίζα μαλλιά και μουστάκι. Απέναντι στεκόταν η Γυναίκα – υπολόγισα λίγο μεγαλύτερή του. Τον περίμενε. Κοντούλα, μελαχρινή, μαύρα ρούχα και μάτια. Κοιτάχτηκαν μερικά δευτερόλεπτα. Παύση προ λόγου. Ένα δευτερόλεπτο… δύο… τρία… Βλέμματα σπαθιά. Εκείνη μίλησε πρώτη: «Σήκω να φύγεις!Φύγε!».

agapi-misos-4

Αυτός δεν απάντησε. Την κοίταζε ασάλευτος σαν πληγωμένο ζώο. Η γυναίκα επανέλαβε «Φύγε. Μου κατέστρεψες τη ζωή, φύγε!». Μύρισα την οργή, αφουγκράστηκα το αίμα να χτυπάει στα μηλίγγια της γρήγορα. Ο άντρας εξακολούθησε να την κοιτάζει μαρμαρωμένος. Μετά από λίγο μπήκε στο αυτοκίνητό του και απομακρύνθηκε. Προσπέρασα και την άκουσα πίσω μου να φωνάζει «Πού πας; Γύρνα πίσω! Πού πας;». Τον καλούσε πίσω με τσακισμένη φωνή γεμάτη ουλές σχεδόν την ίδια στιγμή που τον έδιωχνε.
Τέχνη μέσα σ’ ένα άχαρο σκηνικό. Είδα μια παλιά ταινία του ’50 με πρωταγωνιστές δύο αγνώστους μου. Κοίταξα μια ζωή από την κλειδαρότρυπα. Διάβασα κλεφτά ένα προσωπικό γράμμα έστω άθελά μου. Μέσα σε λίγα αιώνια δευτερόλεπτα. Ερωτηματικά πολλά κι άλλα τόσα: Αμφιθυμία-την ίδια στιγμή που διώχνεις κάποιον από κοντά σου ζητάς να γυρίσει πίσω. Ο έρωτας, η αγάπη να μετουσιώνονται σε μίσος. Γιατί τον έδιωχνε; Τα μάτια της έλεγαν άλλα. Μεσήλικες και οι δύο. Αυτά τα πράγματα δεν έχουν μάλλον ηλικία. Ξαφνικά έρχεται η τρικυμία και σε κουκουλώνουν τα κύματα. Εκείνα τα αιώνια δευτερόλεπτα πηχτής σιωπής και τα βλέμματα. Δεν περιγράφεται αυτό. Είμαι βέβαιη πως οι δύο αυτοί άνθρωποι έχουν αγαπηθεί πολύ.

agapi-misos-2
Ο Πλάτωνας στο Συμπόσιο εγκωμιάζει τον έρωτα – η Διοτίμα στο διάλογό της με το Σωκράτη αναφέρει πως δε μπορεί κανείς να βρει καλύτερο βοηθό από τον έρωτα για να κατακτήσει την Αθανασία. Η αγάπη πάλι κατά τον Lacan είναι ένα ναρκισσιστικό συναίσθημα του μυαλού. Θες να αγαπήσεις και να αγαπηθείς, αυτό πηγάζει από το Εγώ του καθενός μας και προδίδει αυτή τη φαντασιακή αμοιβαιότητα. Εξαπατά η αγάπη, είναι ψεύτρα, προϋπόθεσή της είναι να δίνεις αυτό που δ ε ν έχεις. Δεν είναι ο αληθινός στόχος το αντικείμενο του πόθου σου που θες να σ’ αγαπήσει αλλά εκείνο που του λείπει, που δ ε ν έχει . Αγαπάω σε σένα κάτι παραπάνω από εσένα …γι αυτό σε κομματιάζω!

Γίνεται η αγάπη μίσος;
Αντικλείδι
Φιλοσοφία/Ψυχολογία
Περιπλανώμενη στην πόλη τους συνάντησα τυχαία. O Άντρας πάρκαρε στην άκρη του άδειου δρόμου και βγήκε από ένα παλιό αυτοκίνητο. Μεσήλικας, ισχνός, με γκρίζα μαλλιά και μουστάκι. Απέναντι στεκόταν η Γυναίκα – υπολόγισα λίγο μεγαλύτερή του. Τον περίμενε. Κοντούλα, μελαχρινή, μαύρα ρούχα και μάτια. Κοιτάχτηκαν μερικά δευτερόλεπτα. Παύση προ λόγου. Ένα δευτερόλεπτο… δύο… τρία… Βλέμματα σπαθιά. Εκείνη μίλησε πρώτη: «Σήκω να φύγεις!Φύγε!».

Αυτός δεν απάντησε. Την κοίταζε ασάλευτος σαν πληγωμένο ζώο. Η γυναίκα επανέλαβε «Φύγε. Μου κατέστρεψες τη ζωή, φύγε!». Μύρισα την οργή, αφουγκράστηκα το αίμα να χτυπάει στα μηλίγγια της γρήγορα. Ο άντρας εξακολούθησε να την κοιτάζει μαρμαρωμένος. Μετά από λίγο μπήκε στο αυτοκίνητό του και απομακρύνθηκε. Προσπέρασα και την άκουσα πίσω μου να φωνάζει «Πού πας; Γύρνα πίσω! Πού πας;». Τον καλούσε πίσω με τσακισμένη φωνή γεμάτη ουλές σχεδόν την ίδια στιγμή που τον έδιωχνε.
Τέχνη μέσα σ’ ένα άχαρο σκηνικό. Είδα μια παλιά ταινία του ’50 με πρωταγωνιστές δύο αγνώστους μου. Κοίταξα μια ζωή από την κλειδαρότρυπα. Διάβ
Σήμερα μέσα στη σιωπή και τα βλέμματα των δύο εραστών άρχισαν να γίνονται τα πράγματα λίγο πιο διάφανα – αν και όσο μπορούν να ξεκαθαρίσουν τα αινίγματα. Μπορεί να λέω ανοησίες. Ψάχνω λογικές απαντήσεις στην υπεροχή και φλόγα του παραλόγου. Το ερώτημα αν, πως και γιατι γίνεται ο έρωτας και η αγάπη μίσος παρέμεινε μέγα αναπάντητο μυστήριο. Όπως και να ’χει αυτοί οι δυο άνθρωποι έχουν κατακτήσει την Αθανασία…

Σήμερα μέσα στη σιωπή και τα βλέμματα των δύο εραστών άρχισαν να γίνονται τα πράγματα λίγο πιο διάφανα – αν και όσο μπορούν να ξεκαθαρίσουν τα αινίγματα. Μπορεί να λέω ανοησίες. Ψάχνω λογικές απαντήσεις στην υπεροχή και φλόγα του παραλόγου. Το ερώτημα αν, πως και γιατι γίνεται ο έρωτας και η αγάπη μίσος παρέμεινε μέγα αναπάντητο μυστήριο. Όπως και να ’χει αυτοί οι δυο άνθρωποι έχουν κατακτήσει την Αθανασία…

http://www.toportal.gr

TASOS LIVADITIS-POEMS/ΤΑΣΟΥ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗ-ΠΟΙΗΜΑΤΑ

cover

ΤΑ ΚΑΡΦΙΑ

Σκέφτομαι, κάποτε, σε μια ιδιαίτερη ώρα, να διηγηθώ όλες τις
λεπτομέρειες, πώς, λόγου χάρη, άρχισε αυτή η αθεράπευτη αρρώ-
στια στον απέναντι τοίχο ή για εκείνη τη γυναίκα στο πάρκο, που
ήταν ολόκληρη καρφωμένη πάνω στό παγκάκι, και λέω καρφωμένη
χωρίς ίχνος υπερβολής, τα καρφιά εξείχαν σαν μικρά κουμπιά πάνω
απ’ τα ρούχα της, ενώ η τσάντα με την ταυτότητά της κυλούσε
μες στο ρυάκι, για να μην ξέρουμε τίποτα γι αυτήν, κι όπως ανέ-
βηκα στη σοφίτα που μου `χαν παραχωρήσει για τη νύχτα, είδα
πως είχαν μετακομίσει, και δεν έμενε παρά λίγο άχυρο, επειδή
είχαν πάντα το φόβο του ξεπεσμού, κι ήταν στιγμές που όλοι περί-
μεναν το αναπόφευκτο, κι όταν νύχτωνε ήρεμα, ησύχαζαν, γιατί
εκείνοι δεν πηγαινοέρχονταν στο διάδρομο, να δούν ακριβώς πίσω
απ’ την πόρτα του βάθους.
Γι’ αυτό κι εγώ κρατιέμαι παράμερα, με την ελπίδα να ξαναβρώ
εκείνη τη χαμένη ψυχή.

THE NAILS

Sometimes, on a special hour, I think of narrating all the details:
how for example this incurable disease started on the opposite wall
or about that woman in the park whose body was nailed on the bench
and I say this without exaggeration; the nails protruded from her cloths
like small buttons while her purse with her identity card floated down
the creek that we couldn’t find out anything about her and as I
went up to the loft they allotted to me for the night I discovered they
had moved and only hay was left behind because they always had
the fear of comedown and there were moments when everyone
anticipated the inescapable and when the night fell serenely they
quietened down because the others weren’t going back and forth
in the hallway to look behind the far end door.
For this I’ve stayed on the sidelines hoping to rediscover that
lost soul.

~Τάσου Λειβαδίτη-Εκλεγμένα Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Tasos Livaditis-Selected Poems/Translated by Manolis Aligizakis
http://www.libroslibertad.ca
http://www.authormanolis.wordpress.com

Yannis Ritsos-Selected Poems/Γιάννη Ρίτσου-Εκλεγμένα Ποιήματα

ritsos front cover

Τελική συμφωνία

Όταν η βροχή χτύπησε το τζάμι με τόνα της δάχτυλο,

το παράθυρο άνοιξε προς τα μέσα. Στο βάθος

ένα άγνωστο πρόσωπο, ένας ήχος—η δική σου φωνή;

Η φωνή σου δυσπιστούσε στ’ αυτί σου. Την άλλη μέρα

ο ήλιος κατηφόριζε στα χωράφια, σα μια κάθοδος

αγροτών με δρεπάνια και δικράνια. Βγήκες κ’ εσύ στο δρόμο

φωνάζοντας, χωρίς να ξέρεις τί φωνάζεις,

σταματώντας μια στιγμή μ’ ένα χαμόγελο κάτω απ’ τη φωνή σου

σαν κάτω απ’ τη ρόδινη, ολόφωτη ομπρέλα μιας γυναίκας

που σεργιάνιζε μπρος στο κικλίδωμα του πάρκου.

Εκεί αναγνώρισες απρόοπτα πως αυτή είταν η σωστή σου φωνή

σύμφωνη μ’ όλες τις ανύποπτες φωνές που γέμιζαν τον αέρα.

Final Agreement

When the rain struck the window with one of its fingers

the window opened inward. Deep inside

an unknown person, a sound – your voice?

Your voice distrusted your ear. The next day

the sun went down the fields, like a descent of farmers

with scythes and pitchforks. You too went out to the street

yelling not knowing about what you were yelling,

stopping for a moment with a smile under your voice

as if under the rosy, fully illuminated umbrella of a woman

sauntering along the railing of the park.

There suddenly you recognized that this was your true voice

in agreement with all the unsuspecting voices filling the air.

Γιάννη Ρίτσου-Εκλεγμένα Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

Yannis Ritsos-Selected Poems/Translated by Manolis Aligizakis

www.ekstasiseditions.com

Tasos Livaditis-Selected Poems/Τάσος Λειβαδίτης, Εκλεγμένα Pοιήματα

cover

For a Woman

Do you remember the nights? To make you laugh I’d walk

over the glass of the night lamp.

“How was it possible?” You asked.

But it was so simple:

since you loved me

Σέ μιά γυναίκα

Θυμάσαι τίς νύχτες; Γιά νά σέ κάνω νά γελάσεις περπατούσα πάνω

στο γυαλί τής λάμπας.

“Πώς γίνεται;” ρωτούσες. Μά ήταν τόσο απλό

αφού μ’ αγαπούσες.

Simple Words

The night almost same as all others: tediousness,

the faint light, lost paths

and suddenly someone says “I’m poor”, as though giving you

a great promise.

 

Απλά Λόγια

Βράδυ όμοιο σχεδόν μέ τ’ άλλα: η πλήξη, λιγοστό φώς,

οι χαμένοι δρόμοι

κι άξαφνα κάποιος πού σού λέει “είμαι φτωχός”, σάν νά

σού δίνει μιά μεγάλη υπόσχεση.

The Defeated

He kneeled and laid his forehead on the floor. It was

the difficult time. When he got up, his embarrassed face,

that we all knew, had stayed there, on the planks, like

a useless upside helmet.

The same man returned home, without face—like God.

Ο Ηττημένος

Γονάτισε κι ακούμπησε τό μέτωπό του στό πάτωμα. Ήταν

η δύσκολη ώρα. Κι όταν σηκώθηκε, το ντροπιασμένο πρόσωπό του,

πού όλοι ξέραμε, είχε μείνει εκεί, πάνω στίς σανίδες, σάν ένα

αναποδογυρισμένο άχρηστο κράνος.

Ο ίδιος γύριζε σπίτι του τώρα δίχως πρόσωπο—σάν τό Θεό.

Pigsty

Things had changed, these days they don’t kill, they only

point at you with the finger, it’s enough. Then, they make

a circle that always becomes smaller, they slowly get closer,

you retreat, back against the wall, until in desperation, you,

alone, open a hole to hide into.

When the circle is cleared, in its place stands the other,

in every respect lovable man.

Χοιροστάσιο

Είχαν αλλάξει οι καιροί, τώρα δέ σκότωναν, σ’ έδειχναν μόνο μέ

τό δάχτυλο, κι αυτό αρκούσε. Ύστερα, κάνοντας έναν κύκλο πού

όλο στένευε, σέ πλησίαζαν σιγά σιγά, εσύ υποχωρούσες, στριμω-

χνόσουνα στόν τοίχο, ώσπου, απελπισμένος, άνοιγες μόνος σου μιά

τρύπα νά χωθείς.

Κι όταν ο κύκλος διαλυόταν, στή θέση του στεκόταν ένας άλλος,

καθ’ όλα αξιαγάπητος κύριος.

The Sixth Day

It was the sixth day of creation; mother was dressed in black,

she wore her good hat with the veil, “God shouldn’t had done this

to us” she said, at the far end pale workers put together the big

stage of the circus,

“come back home, it’s late”, “which home?” I asked and hugged

the lamp-post of the street,

my young cousin was almost dead, I pushed her behind the closet,

“I love you” she’d say, but I had already undressed her—like a whore—

when we buried her, I stayed there forever, behind the closet, half

eaten by the mice

and it was the sixth day of creation,

pulleys grunted as they lifted up the roof of the station

the first clock,

I sat by the side of the street, so sorry, that even the blind

could see me.

Η Έκτη Ημέρα

Ήταν η έκτη μέρα τής δημιουργίας, η μητέρα είχε ντυθεί στά

μαύρα, φορούσε καί τό καλό καπέλο της μέ τό βέλο, “δέν έπρεπε νά

μάς τό κάνει αυτό ο Θεός” είπε, στό βάθος χλωμοί άντρες στήναν

τή μεγάλη σκηνή τού τσίρκου,

“γύρισε σπίτι είναι αργά”, “ποιό σπίτι», είπα κι αγκάλιασα το

φανάρι τού δρόμου,

η μικρή ξαδέλφη όπου νά `ναι θά πέθαινε, τήν έσπρωξα πίσω απ’

τήν ντουλάπα, “σ’ αγαπάω” έλεγε, μά εγώ τήν έγδυνα κιόλας σάν

πόρνη—κι όταν τή θάψαμε, εγώ έμεινα γιά πάντα εκεί, πίσω απ’

τήν ντουλάπα, μισοφαγωμένος απ’ τά ποντίκια,

κι ήταν η έκτη μέρα τής δημιουργίας,

οι τροχαλίες γλύριζαν καθώς ανέβαζαν τό πρώτο ρολόι στή στέ-

γη τού σταθμού,

κάθισα στήν άκρη τού δρόμου, τόσο θλιμμένος, πού οι τυφλοίμ’

έβλεπαν.