Τάσος Λειβαδίτης//Tasos Livaditis

cover

ΑΙΩΝΙΑ, σκοτεινή αποδημία, λαοί που πλανιούνται από όνειρο
σε όνειρο,
πουλιά που διασταυρώνονται με το ποτέ ή το πουθενά.
Κι ίσως τα δέντρα στάθηκαν μαντεύοντας το άσκοπο του δρόμου.
ETERNAL, dark emigration, races that travel from dream to
dream
birds that intersect the never or the nowhere.
Perhaps for this the trees stood guessing the futility of the road.
~Τάσου Λειβαδίτη-Εκλεγμένα Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Tasos Livaditis-Selected Poems/Translated by Manolis Aligizakis
http://www.libroslibertad.ca
http://www.authormanolis.wordpress.com

Dimitris Liantinis//Δημήτρης Λιαντίνης

10615435_10201885734385550_2564269767096823066_n

EAGLE

There may be a way to bend
the insistence of chained Nostos
to rush with light and decipher
the slant passages and
unguarded borders of the by-chance clouds
to log with light
the slopes and counties on rocky mountains
of the dear stalker and the wild animals.

No less number of fir-trees;
with new paeans and drums of war the echoes
won’t refuse to come and help
the silence function
until drop by drop they’ll
turn the height into immortal as
at the Monastery of Dochiarios
the difficult will become easy
while the sweat moral of colours
will avenge the malice of the rocks.

An angry horse
threshes the horizon
like the punisher Achilles with the wound
with golden spears and
shiny nails
the fire of lightning is sharpened
ΑΕΤΟΣ

Θά γενεῖ τρόπος νά λυγίσει
ἡ ἐπιμονή τοῦ ἀλυσοδεμένου Νόστου.
Μέ τό φῶς βιάζοντας τά λοξά περάσματα
ἀπο-κρυπτο-γραφη-μένα
καί τά ἀφύλαγα σύνορα κάποτε τῶν νεφῶν.
Καί μέ τό φῶς ὑλοτομώντας
διάσελα καί ντερβένια στά πετρωτά βουνά
Της θηροφόνης καί τῆς Ἐλαφηβόλου.
Δέν θά ἐλαττωθοῦν τά ἔλατα.
Καί μήτε πού θ’ ἀρνηθοῦν οἱ ἦχοι νά στέρξουν
τήν σιωπή νά λειτουργήσουν
μέ νιάκαρες πολεμικές καί ταμπούρλα.
Ἕως ὅπου σταλάζοντας στάλα τή στάλα
στή Μονή τοῦ Δοχειάριου
ἀθανατίσουν τά ὕψη.
Και τό Δύσκολο βολετό θα γενεῖ
καθώς τό μειλίχιον ἦθος τῶν χρωμάτων
θά νικήσει τήν μοχθηρία τῶν λιθαριῶν.
Ἕνα θυμωμένο φαρί
ἁλωνίζει τούς ὁρίζοντες
καθώς ὁ τιμωρός μέ τήν πληγή Ἀχιλλέας.
Μέ χρυσά τά πέταλα
καί μαλαματένια καρφιά
πού τά τροχίζει τῆς ἀστραπῆς τό ἀκόνι.

HOURS OF THE STARS, Translated by Manolis Aligizakis, Libros libertad, Vancouver, BC
http://www.libroslibertad.ca

ΑΡΓΟΝΑΥΤΕΣ–ARGONAUTS

George Seferis_cover

ΑΡΓΟΝΑΥΤΕΣ

Καί ψυχή

ει μέλλει γνώσεσθαι αυτήν

εις ψυχήν

αυτή βλεπτέον:

τόν ξένον καί τόν εχθρόν τόν είδαμε στόν καθρέφτη.

Ήτανε καλά παιδιά οι συντρόφοι, δέ φωνάζαν

ούτε από τόν κάματο ούτε από τή δίψα ούτε από

       τήν παγωνιά,

είχανε τό φέρσιμο τών δέντρων καί τών κυμάτων

πού δέχονται τόν άνεμο καί τή βροχή

δέχονται τη νύχτα καί τόν ήλιο

χωρίς ν’ αλλάξουν μέσα στήν αλλαγή.

Ήτανε καλά παιδιά, μέρες ολόκληρες

ίδρωναν στό κουπί μέ χαμηλωμένα μάτια

ανασαίνοντας μέ ρυθμό

καί τό αίμα τους κοκκίνιζε ένα δέρμα υποταγμένο.

Κάποτε τραγούδησαν, μέ χαμηλωμένα μάτια

όταν περάσαμε τό ερημόνησο μέ τίς αραποσυκιές

κατά τή δύση, πέρα από  τόν κάβο τών σκύλων

πού γαυγίζουν.

ARGONAUTS

And the soul

if it is to know itself

must look

into its own soul

the stranger and the enemy, we have seen him in the mirror.

 

They were good boys, the comrades, they didn’t complain

about the tiredness or the thirst or

        the frost

they had the behaviour of the trees and the waves

that accept the wind and the rain

that accept the night and the sun

without changing in the middle of change.

They were good boys, for days on

they sweated at the oars with lowered eyes

breathing in rhythm

and their blood reddened a submissive skin.

Sometimes they sang, with lowered eyes

when we passed by the deserted island with the prickly pear trees

toward the west, beyond the cape of the dogs

that bark.

 

Γιώργου Σεφέρη-Άπαντα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

George Seferis-Collected Poems/Translated by Manolis Aligizakis

YANNIS RITSOS-ROMIOSINI/ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ-ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ

Ritsos_front large

I

These trees don’t take comfort in less sky
these rocks don’t take comfort under foreigners’
footsteps,
these faces don’t take comfort but only
in the sun,
these hearts don’t take comfort except in justice.

This landscape is merciless like silence,
it hugs its fiery rocks tightly in its bosom
it hugs tightly in the sun its orphan olive trees
and grapevines,
it clenches its teeth. There is no water. Only light.
The road vanishes in light and the shadow of the fence wall
is made of steel.

Trees, rivers and voices turn to marble
in the sun’s whitewash.
The root stumbles on the marble. The dusty
bulrush
The mule and the rock They all pant There is
no water.
They’ve all been thirsty. For years. They all
chew one bite of sky over their bitterness.

Their eyes are red for lack of sleep,
a deep wrinkle is wedged between their

      eyebrows
like a cypress between two mountains
at sundown.
Their hands are glued onto their rifles,
their rifles are extensions of their hands,
their hands extensions of their souls –
they have anger on their lips
and grief deep within their eyes
like a star in a pothole of salt.

ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ

Αυτά τά δέντρα δέ βολεύονται μέ λιγότερο ουρανό,

αυτές οι πέτρες δέ βολεύονται κάτου απ’ τά ξένα

      βήματα,

αυτά τά πρόσωπα δέ βολεύονται παρά μόνο στόν

     ήλιο,

αυτές οι καρδιές δέ βολεύονται παρά μόνο στό δίκιο.

Ετούτο τό τοπίο είναι σκληρό σάν τή σιωπή,

σφίγγει στόν κόρφο του τά πυρωμένα του λιθάρια,

σφίγγει στό φώς τίς ορφανές ελιές του καί τ’ α-

      μπέλια του,

σφίγγει τά δόντια. Δέν υπάρχει νερό. Μονάχα φώς.

Ο δρόμος χάνεται στό φώς κι ο ίσκιος τής μά-

     ντρας είναι σίδερο.

Μαρμάρωσαν τά δέντρα, τά ποτάμια κι οι φωνές

      μές στόν ασβέστη τού ήλιου.

Η ρίζα σκοντάφτει στό μάρμαρο. Τά σκονισμένα

      σκοίνα.

Τό μουλάρι κι ο βράχος. Λαχανιάζουν. Δέν υπάρχει

      νερό.

Όλοι διψάνε. Χρόνια τώρα. Όλοι μασάνε μιά μπου-

     κιά ουρανό πάνου απ’ τήν πίκρα τους.

Τά μάτια τους είναι κόκκινα απ’ τήν αγρύπνια,

μιά βαθειά χαρακιά σφηνωμένη ανάμεσα στά φρύδια

    τους

σάν ένα κυπαρίσι ανάμεσα σέ δυό βουνά τό λιό-

      γερμα.

Τό χέρι τους είναι κολλημένο στό ντουφέκι,

τό ντουφέκι είναι συνέχεια τού χεριού τους,

τό χέρι τους είναι συνέχεια τής ψυχής τους—

έχουν στά χείλη τους απάνου τό θυμό

κ’ έχουνε τόν καημό βαθιά-βαθιά στά μάτια τους

σάν ένα αστέρι σέ μιά γούβα αλάτι.

Yannis Ritsos-Romiosini/translated by Manolis Aligizakis

Γιάννης Ρίτσος-Ρωμιοσύνη/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

www.libroslibertad.ca