Yannis Ritsos//Γιάννης Ρίτσος


Παλιός εξαγνισμός

Κάτω, στα χαμηλά σπίτια με τις πεινασμένες γάτες,
τα βράδια πέφταν σιωπηλά στις αυλές. Άνάβαν τους λύχνους.
Οι γυναίκες κοιμόταν με τσ ρούχα. Οι άντρες
γυρνούσαν αργά—είχαν φάει στην ταβέρνα.

Εμάς δε μας έμενε τίποτα στη νύχτα. Κοιτούσαμε
μες στο σκοτάδι το παλιό φανάρι της κουζίνας
με τ’ αποφάγια του δείπνου. Το κοιτούσαμε επίμονα
ν’ αλλάξει σε κλουβί μ’ ένα αχαμνό καναρίνι, ή σ’ ένα
φεγγάρι σε σχήμα πουλιού.
Του κουβεντιάζαμε κρυφά
να μην κελαηδήσει, μη και ξυπνήσουν οι κακοί γερόντοι
και δουν τα τέσσερα μικρά, τιμωρημένα κορίτσια
να στέκουν πετρωμένα κι άσπρα στις τέσσερις γωνιές
κρατώντας ψηλά στο μέτωπό τους σαν κανίσκια
τις αθώες αμαρτίες μας και τα μεγάλα όνειρά μας.
Old Expiation

Down there in the low-lying houses with the hungry cats,
evenings fell silently in the courtyards. They lit the lanterns.
Women slept in their clothes. Men
returned home late – they had eaten in the tavern.

There was nothing left for us at night. Through
darkness we stared at the old oil lamp in the kitchen
with the supper leftovers. We gazed it intensely so that
it could change into a cage with a thin canary or into
a moon in the shape of a bird.
We’d converse with it secretly
so that it wouldn’t chirp and wake up the bad old men
who could see the four young, punished girls
standing white and stony in the four corners
lifting high on their foreheads like baskets
our innocent sins and our great dreams.
~Γιάννη Ρίτσου-Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Yannis Ritsos-Poems/Translated by Manolis Aligizakis

Tasos Livaditis/Τάσου Λειβαδίτη

Tasos Livaditis_Vanilla


Ήταν τη νύχτα που δώσαμε το μεγάλο δείπνο, οι καλεσμένοι
κάθισαν στο τραπέζι σιωπηλοί, όλοι κάτι περίμεναν, κανείς δεν
ήξερε τί, “ίσως μας λυπηθεί ο Θεός” είπε ο οικοδεσπότης βαριά,
κι ήταν αλήθεια, απίστευτο που πέρασε η νύχτα χωρίς να συμβεί
Όταν όμως καθώς ξημέρωνε σήκωσαν το τελευταίο ποτήρι, τα
χέρια τους είχαν τις βαριές κινήσεις εκείνων που χωρίς να το
ξέρουν διασταυρώθηκαν στο δρόμο τους με το φριχτό.


It was the night we offered the big dinner the guests sat around the table
silently they all expected something, nobody knew what, “perhaps God
will have mercy on us” the host said heavily and truly it was unbelievable
that the night passed and nothing happened.
However at dawn when they all raised their last glass their hands had
the tired movement of those who unknowingly on their way had
encountered the abominable.

~Τάσου Λειβαδίτη/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Tasos Livaditis/Translated by Manolis Aligizakis