Nietzsche: Promethean Übermensch

800px-Nietzsche187a

Prometheus is a Titan of Greek mythology who stole fire from Mount Olympus and gave it to mankind, defying the decree of Zeus. As punishment, Zeus ordered Prometheus to be chained to a rock where an eagle daily tore at his entrails. In this video, we will discuss the myth of Prometheus and its relevance to Nietzsche’s idea of the Superman.
In Aeschylus’ version of the myth, Prometheus knows the identity of the person who will overthrow Zeus as King of the Gods. Zeus desperately tries to extract the information from Prometheus, but the Titan remains defiant. Zeus might possess more physical power than Prometheus, but Prometheus’ intellectual power renders him much stronger than Zeus.
Nietzsche draws a comparison between Zeus and the God of the Bible. Just as Zeus became frightened by the knowledge of Prometheus, the God of Genesis became frightened by the knowledge of mankind after it ate from the forbidden tree of knowledge. “It was through woman that man learned to taste of the tree of knowledge. The old God was seized by mortal terror. Man himself had been his greatest blunder; he had created a rival to himself; science makes men godlike—it is all up with priests and gods when man becomes scientific! So the old God comes to his final resolution: “Man has become scientific—there is no help for it: he must be drowned!”
But mankind proved to be as resilient as Prometheus. It survived the flood and the expulsion from Eden into the world of suffering. As Prometheus overcomes Zeus with knowledge, so too does mankind overcome the belief in God with the developments of modern science. However, Nietzsche warns of the nihilism looming over us after the death of God. “God is dead. God remains dead. And we have killed him. How shall we comfort ourselves, the murderers of all murderers? What was holiest and mightiest of all that the world has yet owned has bled to death under our knives: who will wipe this blood off us? What water is there for us to clean ourselves? What festivals of atonement, what sacred games shall we have to invent? Is not the greatness of this deed too great for us? Must we ourselves not become gods simply to appear worthy of it?”
God bestowed value and meaning upon life. Something must replace God – otherwise humanity will sink into an undesirable state of nihilism. Thus, Nietzsche introduces his concept of the Ubermensch or Superman. Nietzsche’s Superman is entirely free from external influence. He is the creator of new values that replace the old values given by God. “I teach you the overman. Man is something that shall be overcome. What have you done to overcome him? All beings so far have created something beyond themselves. Do you want to be the ebb of this great flood and even go back to the beasts rather than overcome man? What is the ape to man? A laughingstock and a painful embarrassment. And man shall be just that for the Superman: a laughingstock and a painful embarrassment.”
The Superman finds value and happiness in activities that most would least expect – in suffering and in overcoming resistance. “The most intelligent men, like the strongest, find their happiness where others would find only disaster: in the labyrinth, in being hard with themselves and with others, in effort; their delight is in self-mastery; in them asceticism becomes second nature, a necessity, an instinct. They regard a difficult task as a privilege; it is to them a recreation to play with burdens that would crush all others.”
To conclude, the myth of Prometheus is similar to the story of mankind. Prometheus overcomes Zeus with the power of knowledge, and mankind overcomes the belief in God with the power of modern science. But Nietzsche recognizes that science cannot replace the void left by God. Science cannot bestow value and meaning upon life. The rise of the Superman – the creator of new values – is required to rescue mankind from the abyss of nihilism. And the Superman finds our lost meaning after the death of God in suffering and in overcoming resistance.
Νίτσε: Προμηθέας-Υπεράνθρωπος

Ο Προμηθέας ήταν ο τιτάνας της Ελληνικής Μυθολογίας που έκλεψε τη φωτιά απ’ τον Όλυμπο και την έδωσε στον άνθρωπο προκαλώντας έτσι την οργή του Δία. Ο Δίας για να τον τιμωρήσει διάταξε να τον καρφώσουν σ’ ένα μεγάλο βράχο κι ένα αετός πήγαινε κάθε μέρα κι έτρωγε το συκώτι του.
Σύμφωνα με τον Αισχύλο ο Προμηθέας γνωρίζει ποιος θα πάρει το θρόνο του Δία κι όταν ο Δίας ρωτά τον Προμηθέα να του τον αποκαλύψει ο τιτάνας αρνείται. Η δύναμη του Δία είναι ανώτερη απ’ του τιτάνα αλλά η πνευματικότητα του Προμηθέα τον κάνει ακόμα πιο δυνατό κι απ’ τον Δία.
Ο Νίτσε συγκρίνει το Δία με το Θεό της Βίβλου. Όπως ακριβώς ο Δίας φοβάται τη γνώση του Προμηθέα έτσι κι ο Θεός της Γένεσης φοβάται το δημιούργημά του, τον άνθρωπο που απόκτησε γνώση τρώγοντας απ’ το δέντρο της γνώσης που του είχε απαγορεύσει. Ο άνθρωπος γίνεται έτσι το μεγαλύτερο λάθος που δημιούργησε ο Θεός αφού έγινε ανταγωνιστής του. Η επιστήμη κάνει τον άνθρωπο όμοιο με το θεό. Γι αυτό κι αποφάσισε να τον εξαφανίσει με τον κατακλυσμό. Αλλά ο άνθρωπος αποδυκνεύεται πιο έξυπονος κι επιζεί τον κατακλυσμό και ζει στον κόσμο του πόνου. Όπως ο Προμηθέας αναχαιτίζει τη δύναμη του Δία με τη δύναμη του δημιουργικού του νου έτσι κάνει και ο άνθρωπος της Βίβλου. Αλλά ο Νίτσε προειδοποιεί για τον μηδενισμό που υποδαυλίζεται όταν η έννοια του θεού αλλοιώνεται. “Ο Θεός πέθανε, τον έχουμε σκοτώσει. Πώς να βρούμε γαλήνη εμείς οι δολοφόνοι των δολοφόνων; Το μαχαίρι μας έχει χύσει το αίμα του πιο άγιου των αγίων. Ποιος θα το σκουπίσει απ’ τα χέρια μας; Πού να βρούμε νερό να το ξεπλύνουμε; Τί είδους θυσίες να κάνουμε για να συγχωρηθούμε;”
Ο Θεός έδινε αξία και νόημα στη ζωή μας. Ποιος θ’ αντικαταστήσει το Θεό προτού πέσει η ανθρωπότητα στην παγίδα του μηδενισμού; Εδώ ο Νίτσε παρουσιάζει την έννοια του Υπεράνθρωπου— Übermensch —που είναι ανεπηρέαστος από εξωτερική επιρροή. Είναι ο δημιουργός αξιών που αντικαταστούν τις αξίες που είχε δώσει ο θεός στον άνθρωπο. “Σου διδάσκω τον υπεράνθρωπο. Ο άνθρωπος είναι κάτι εφήμερο που πρέπει να ξεπεράσουμε. Τί έχετε κάνει για να ξεπεράσετε τον άνθρωπο; Πολλοί έχουν δημιουργήσει κάτι πέραν του εαυτού τους. Θα θέλατε να `στε ένα κύμα μιας παλίροιας που θα σας επιστρέψει στην κατάσταση του ζώου ή θέλετε να ξεπεράσετε τον άνθρωπο; Τί είναι ο άνθρωπος για τον πίθηκο; Γελοίος και λόγος ντροπής. Έτσι κι ο άνθρωπος είναι για τον Υπεράνθρωπο. Γελοίος και λόγος ντροπής.”
Ο Υπεράνθρωπος βρίσκει αξία κι ευτυχία εκεί που κανείς δεν περιμένει — στα βάσανα και στην υπερνίκηση της αντίστασης. “Οι πιο έξυπνοι άνθρωποι, οι πιο δυνατοί βρίσκουν την ευτυχία τους εκεί που άλλοι βλέπουν μόνο δυστυχία: Σ’ ένα λαβύρινθο, στο να είναι σκληροί στον εαυτό τους και στους άλλους, στην προσπάθεια. Η χαρά τους έγκειται στην πειθαρχία, στον ασκητισμό που τους γίνεται δεύτερη φύση, μια αναγκαιότητα, ένα ένστικτο. Η δύσκολη πορεία θεωρείται προνόμιο, θεωρείται απαραίτητο μέρος της ευτυχίας τους.”
Τελικά ο μύθος του Προμηθέα είναι παρόμοιος με την ιστορία της ανθρωπότητας. Ο Προμηθέας με τη γνώση υπερσκελίζει το Δία, κι ο άνθρωπος υπερσκελίζει την πίστη του στο θεό με τη βοήθεια της επιστήμης. Αλλά ο Νίτσε αναγνωρίζει ότι η επιστήμη δεν μπορεί να αντικαταστήσει το Θεό, κι επίσης ότι με το θάνατο του Θεού δημιουργείται ένα τεράστιο κενό που μόνο η εμφάνιση του Υπεράνθρωπου θα το συμπληρώσει και οι νέες αξίες που θα διδάξει και θα βάλει σ’ εφαρμογή θα γλυτώσουν τόν άνθρωπο από την άβυσσο του μηδενισμού. Κι ότι ο Υπεράνθρωπος διακρίνει το νόημα της ζωής μας, μετά το θάνατο του θεού, στη δοκιμασία και στο ξεπέρασμα της αντίστασης του.

~Original post in English: https://orwell1627.wordpress.com/

GEORGE SEFERIS-COLLECTED POEMS/TRANSLATED BY MANOLIS ALIGIZAKIS

George Seferis_cover

ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ

Γ’

Μέμνησο λουτρών οίς ενοσφίσθης

Ξύπνησα με το μαρμάρινο τούτο κεφάλι στα χέρια
που μου εξαντλεί τους αγκώνες και δεν ξέρω πού να
τ΄ακουμπήσω.
Έπεφτε στο όνειρο καθώς έβγαινα από το όνειρο
Έτσι ενώθηκε η ζωή μας και θα είναι πολύ δύσκολο να
ξαναχωρίσει.

Κοιτάζω τα μάτια, μήτε ανοιχτά μήτε κλειστά
μιλώ με το στόμα που όλο γυρεύει να μιλήσει
κρατώ τα μάγουλα που ξεπέρασαν το δέρμα.
Δεν έχω άλλη δύναμη,

τα χέρια μου χάνουνται και με πλησιάζουν
ακρωτηριασμένα.

MYTHISTOREMA

C’

Remember the baths where you were murdered

I woke up with this marble head in my hands
that exhausts my elbows and I don’t know where
to lean it.
It was falling in the dream as I was coming out of the dream
thus our lives joined and it will be very difficult for us to
separate again.

I gaze in the eyes; neither open nor closed
I speak to the mouth that keeps trying to speak
I touch the cheeks that have gone through the skin.
I don’t have any other strength;

my hands disappear and come back near me
mutilated.

~George Seferis-Collected Poems/translated by Manolis Aligizakis
~Γιώργου Σεφέρη-Άπαντα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

Τάσου Λειβαδίτη-Εκλεγμένα Ποιήματα/Tasos Livaditis-Selected Poems

35774-tl

ΓΥΜΝΑ ΧΕΡΙΑ

     Κανείς δέ θά μάθει ποτέ μέ πόσες αγρύπνιες συντήρησα τή ζωή

μου, γιατί έπρεπε νά προσέχω, κινδυνεύοντας κάθε στιγμή απ’ τήν

καταχθόνια δύναμη, πού κρατούσε αυτήν τήν αδιατάρακτη τάξη,

φυσικά, όπως ήμουν φιλάσθενος, τέτοιες προσπάθειες μέ κούραζαν,

προτιμούσα, λοιπόν, πλαγιασμένος νά βλέπω κρυμμένο τό μυστικό

πού φθείρουμε ζώντας, καί πώς θά επιστρέψουμε μέ άδεια χέρια

      καί συχνά αναρωτιόμουν, πόσοι νά υπάρχουν, αλήθεια, στό σπί-

τι, καμιά φορά, μάλιστα, μετρούσα τά γάντια τους γιά νά τό εξα-

κριβώσω, μά ήξερα πώς ήταν κι οι άλλοι, πού πονούσαν μέ γυμνά

χέρια, άλλοτε πάλι έρχονταν ξένοι πού δέν ξανάφευγαν, κι άς μήν

τούς έβλεπα, έβλεπα, όμως, τούς αμαξάδες τους πού γερνούσαν καί

πέθαιναν έξω στό δρόμο,

       ώσπου βράδιαζε σιγά σιγά, κι ακουγόταν η άρπα, πού ίσως,

βέβαια, καί νά μήν ήταν άρπα, αλλά η αθάνατη αυτή θλίψη πού

συνοδεύει τούς θνητούς.

EMPTY HANDS

     No one will ever learn with how many nights in vigil I maintained

my life as I had to be careful at every moment in danger of the sinister

power that preserved this undisturbed order, of course, as I was prone

to sickness such efforts tired me therefore I preferred to lay down and

watch after the hidden secret we, by living, wear out and how we’ll

return with empty hands

     and often I asked myself how many people really live in the house

in fact sometime I counted their gloves to confirm this although I knew

there were the others who were in pain with empty hands again at

other times foreigners would come never to leave again even if I couldn’t

see them however I saw their carriage men growing old and die out

in the street,

     until night slowly came and you could hear the harp that perhaps

most certainly wasn’t a harp but the immortal sorrow that escorts

the mortals.

Τάσου Λειβαδίτη-Εκλεγμένα Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

Tasos Livaditis-Selected Poems/Translated by Manolis Aligizakis

Κριτική για το βιβλίο Υπεράνθρωπος/Ubermensch-Review

ubermensch_cover

Poetry, EKSTASIS EDITIONS

Ubermensch, by Manolis Aligizakis is the most difficult and most philosophical poetry book I have come across. And rightfully so since it is identified with Nietzsche’s “Ubermensch” so much in the plot as much in the concepts. The poet “toys” with the various conventions as he firstly relates Ubermensch to true dimension given to him by the German philosopher and secondly to the misinterpretation given to the concept by the German ‘national-socialists’ with the horrible results that followed and affected the whole world.

Before we describe Manolis Algizakis’ Ubermensch, let us quickly look at what Nietzsche anticipated from his treatise. In simple words Nietzsche posited man opposite his abilities and responsibilities which should he had used wisely, he could overcome every obstacle. With the right use of his logic and his instinct as his primal levers man can live in a free and just society where everyone is master of himself. Nietzsche, of course, never described the moral dimension of Ubermensch, as the author claimed, as he appeared to fill the void created by the lack of authority and the Death of God. Ubermensch therefore is a redeemer, defender of morality but at the same time uncontrollable, as far as it concerns his ulterior plans for the world that remain vague…

This book published in both Greek and English consists of three parts and the style of writing is closer to prose than poetry. In the first part “Red Dawn”, man being free from all religious obligations decides to walk the earth based on his strength and wants to get rid of his ties to the system. In a collapsing society and in a family that loses its primal meaning a person needs to accept human futility and if successful man will then recognize the importance of simple things such as nature and the innocent moments of childhood, the weight hidden in a word, in a compliment, in a gesture worthy of praise. The defenseless, before death, man waits languidly for his “resurrection”, without any effort to rid of his narcissism and irresponsibility. Thus, away from his God and his beliefs, man was led to his oblivion. But with ignorance as his point from where he commences his charge he can achieve greatness and he can excel.

How then can man change to the better? With self-knowledge, with paying attention to the importance of everyday events, with the right reflection of the positive and negative parameters that influence his life. At this point the appearance of Ubermensch among the people is announced who with the people’s devotion, again he sprang out of their self-consciousness. By trying to prove to him that they’re knowledgeable and can endure hardship they succumb to his preaching. And Ubermensch—the tyrant (as the poet calls him) opportunist as he is started to fully control their fearful consciousness. Smart, demagogue, witted he was the only one who could sense the human mistakes and him alone could subjugate them. Never punishing and never asking for something in return, known to forgive, he preached morality and balance. The first part closes with the people’s declaration of obedience, event that satisfied him to the fullest…


In the second part, “Fiery Highnoon”, Ubermensch begins the true preaching of his ideology. In fact he starts to reveal his true self. The poet presents before the eyes of Ubernmensch and his followers a series of men letting Ubermensch unfold his philosophy to the world. Among these men are: a beggar, an old miser, a jester, a decadent king…

Ubermensch, familiar with the human passion preaches his beliefs and presents his preferences. He likes for example those who live with no goals, meaninglessly, who disdain everything, who don’t sacrifice themselves for anything, those who with their acts bring him closer to his dominance, the ones who amass money and land which he’ll at some future day take from them, the ones who pretend they are not afraid, those who chase an unaccomplished morality, those who forever carry their wounds deep inside them, those who use the power of God to solve their problems, those who because of their deeds and decisions are led to their destruction. And all these, whom “he likes” hover over the heads of his followers, his followers who without religion stand opposite the chaos they brought unto the world; those who foolishly and without reservation accepted him into their houses; those dreamers, the self- absorbed, the loners and the arrogant. Those who forgot where they came from and they fell innocently in the pangs of the new leader. However their wholehearted joy for him, who would change the world, soon disappeared when they sensed that everything around them was ruined and again the lie was dominant. Finally they understood that again they were the ones who fought against themselves while contributing to the creation of their own hell thus empowering Ubermensch.  

In the third part of the book, “Conflagrated Dusk”, an evaluation of what transpired in the people’s lives while they lived along the Ubermensch takes place. Men had decided to hate everybody and become the bridge upon which Ubermensch would pass in order to achieve his goals. They were left naked and they witnessed the masses to be overtaken by greediness and dissolution. They again came across a world that didn’t like to change and only kept on following false leaders who promised hollow rewards.

The last journey with Ubermensch takes place before certain men who are chosen because of their attributes: an Eparch, an undertaker, a teacher, a painter, a general, a poet, a potter and a dancer. Each of them is to a certain extend an Ubermensch, because of what they create in their fields and because of their abilities while others are incapable of becoming Ubermenschen because of the weaknesses.

The poet, Manolis Aligizakis, tests human endurances and bounds. He underscores concepts that leave the reader with questions and why not, with an awakening. Everyone can be an Ubermensch in his field as long as he can rely on his own strengths and skills. Even the supporters of Manolis Aligizakis’ Ubermensch, at the end, rejuvenated by what they lived through experience, they decided to wake up and never to become again victims of the system. The poet underlines that the distance between the opposite polarities is very small: between a truth and a lie, between a belief and atheism, trust and suspicion, life and death. “Everything” is we as long as we understand our true self and we live in relation to that. Therefore every one of us can be an Ubermensch when we fight with all our strength for something higher and at the same so does the one who acquires (quite unjustly) power from the weakness of others and leads the rest in the wrong path (for example the German social-nationalism).

In conclusion I would like to underscore that from the moment I received and opened this book I understood I was before a truly great accomplishment. And for this I owe a big “thank you” to Manolis Aligizakis, the poet, for his trust in me. Manolis Aligizakis, a Greek—Canadian citizen, proves that Greek literature outside Greece is of the highest quality.

Example of the Manolis’ writing is the following poem:

 

Epode

     We the leaders and we the followers

the blind killers and the blind victims

     I the atheist and I the pious

the filthy rich and the despondent

    We the egotistical and we the humble

the allies and the enemies

     I the knowledge and I the ignorance

the palatial and the squalor

    We the dreamers and we the dreamless

the forever roamers and the domesticated

     I the important consonant and I the vowel

the wide ocean and the secluded cove

     We the princes and we the beggars

the bigots and the altruists

     I the hero and I the traitor

the serpent and the eagle

     We the sheep and we the lions

the socialites and the hermits

    I the free spirited and I the fanatic

the man erectus and the worm

     We the anthropocentric and we the anthropoid

the autocratic and the marionettes

    I the child of God and Devil’s cousin

the arduous worker and the tedious

    We the initiates and we the initiated

the ropewalkers and the Übermenschen

Alexander Akritidis—Writer, University Graduate with a Diploma in Humanities

http://apostaktirio.gr/index.php?option=com_content&view=category&id=28&Itemid=57

 

Ποίηση – EKSTASIS EDITIONS

Ο «Υπεράνθρωπος» του Μανώλη Αλυγιζάκη είναι από τα πιο δύσκολα και φιλοσοφημένα έργα που έχω συναντήσει. Και πώς να μην είναι άλλωστε, εφόσον ταυτίζεται με τον Υπεράνθρωπο του Νίτσε, τόσο σε πλοκή όσο και σε νοήματα. Ο ποιητής «παίζει» με τις συμβάσεις καθώς σχετίζει τον Υπεράνθρωπο, αφενός μεν με την πραγματική διάσταση που του δίνει ο Γερμανός φιλόσοφος, αφετέρου δε με την παρερμηνεία που του έδωσαν οι Γερμανοί εθνοσοσιαλιστές, με τα τραγικά αποτελέσματα που ακολούθησαν για όλη την ανθρωπότητα.

Πριν λοιπόν περιγράψουμε τον Υπεράνθρωπο του Μανώλη Αλυγιζάκη, ας δούμε εν συντομία τι προσδοκούσε ο Νίτσε με αυτό του το σύγγραμμα. Με πολύ απλά λόγια ο Νίτσε έθετε τον άνθρωπο αντιμέτωπο με τις ευθύνες του και τις δυνατότητές του, που αν τις χειριζόταν ορθά, θα μπορούσε να υπερπηδήσει κάδε εμπόδιο. Με κύριο μοχλό τη σωστή χρήση της λογικής και του ενστίκτου θα μπορέσει να ζήσει σε μια κοινωνία ισότητας και ελευθερίας, όπου ο καθένας θα είναι ο κύριος του εαυτού του. Βέβαια ο Νίτσε δεν περιέγραψε την ηθική διάσταση του Υπεράνθρωπου, καθώς ήρθε να αναπληρώσει (όπως ισχυρίζεται ο συγγραφέας) το κενό της εξουσίας και της Θεϊκής ανυπαρξίας. Ο Υπεράνθρωπος λοιπόν λυτρωτής, υπέρμαχος της ηθικής αλλά και λίγο ανεξέλεγκτος, όσον αφορά τα απώτερα σχέδιά του για τον κόσμο, που επίσης παραμένουν ασαφή…

Το δίγλωσσο αυτό βιβλίο (Ελληνικά-Αγγλικά) χωρίζεται σε τρεις ενότητες και είναι γραμμένο με ένα στυλ που θυμίζει περισσότερο πεζογράφημα, παρά ποίηση. Στο πρώτο μέρος, την Άλικη Αυγή,ο άνθρωπος ανεξαρτητοποιημένος από τις δεσμεύσεις της θρησκείας, αποφασίζει να βαδίσει βασισμένος στις δικές του δυνάμεις και να απαλλαγεί από τα σαγόνια του συστήματος. Μέσα σε μια καταρρέουσα κοινωνία και σε μια οικογένεια που χάνει την αρχέγονη σημασία της, το άτομο οφείλει να αποδεχτεί την ανθρώπινη ματαιότητα. Και αν καταφέρει να το επιτύχει αυτό, τότε θα αναγνωρίσει την αξία των απλών πραγμάτων, της φύσης και των αθώων στιγμών της παιδικής του ηλικίας. Την ιδιαίτερη βαρύτητα που μπορεί να έχει μια λέξη, μια φιλοφρόνηση, μια αξιέπαινη πράξη. Ο ανυπεράσπιστος, μπροστά στο θάνατο, άνθρωπος, νωχελικά περίμενε την «ανάστασή» του, χωρίς καμία προσπάθεια να αποβάλει το ναρκισσισμό και την ανευθυνότητα από το «είναι» του. Και έτσι, μακριά απ’ τον Θεό του και την πίστη του, οδηγήθηκε στον όλεθρο και την καταστροφή. Με ορμητήριο την άγνοια θεώρησε πως μπορούσε να διαπρέψει και να μεγαλουργήσει.

Πώς λοιπόν ο άνθρωπος θ’ αλλάξει προς το καλύτερο; Με αυτογνωσία, με σημασία στα απλά καθημερινά πράγματα, με σωστό υπολογισμό των θετικών και αρνητικών παραμέτρων, που επηρεάζουν τη ζωή του. Σ’ αυτό το σημείο προαναγγέλλεται και η άφιξη του Υπεράνθρωπου στους ανθρώπους, που η πίστη και η αφοσίωση στο πρόσωπό του, πάλι πήγαζε από την κούφια αυτοσυνειδησία τους. Προσπαθώντας να του δείξουν ότι είναι γνώστες και ανθεκτικοί στα δύσκολα, υποτάχθηκαν αμέσως στα κηρύγματά του. Και εκείνος, ο Υπεράνθρωπος – τύραννος (όπως τον αποκαλεί ο ποιητής) άρπαξε την ευκαιρία να ελέγξει πλήρως τις φοβισμένες συνειδήσεις τους. Έξυπνος, λαοπλάνος, ετοιμόλογος, ήταν ο μόνος που αντιλαμβανόταν τα ανθρώπινα λάθη και ο μόνος που μπορούσε να τα υποτάξει. Χωρίς να τιμωρεί και να ζητάει ανταλλάγματα, μαθημένος να συγχωρεί, δίδασκε την αρετή και την ισορροπία. Η πρώτη ενότητα κλείνει με τη δήλωση υποταγής από τους ανθρώπους στο πρόσωπό του, γεγονός που τον ικανοποιούσε απόλυτα…

Στο δεύτερο μέρος, το Πύρινο Μεσημέρι, ο Υπεράνθρωπος αρχίζει πλέον να εκφράζεται και να «κηρύττει» την ιδεολογία του. Αρχίζει δηλαδή να δείχνει το αληθινό του πρόσωπο. Ο ποιητής εναλλάσσει μια σειρά ανθρώπων μπροστά από το οπτικό πεδίο του Υπεράνθρωπου και των πιστών του, αφήνοντάς τον να ξεδιπλώσει τη φιλοσοφία του για τον κόσμο. Ανάμεσα σ’ αυτούς που συναντούν, ένας ζητιάνος, ένας τσιγκούνης γέρος, ένας γελωτοποιός, ένας ξεπεσμένος βασιλιάς…

Ο Υπεράνθρωπος, γνωρίζοντας καλά τα ανθρώπινα πάθη, κηρύττει τα πιστεύω του και εκφράζει τις προτιμήσεις του. Του αρέσουν, για παράδειγμα, όσοι ζουν χωρίς νόημα και στόχους, όσοι περιφρονούν τα πάντα, όσοι δεν θυσιάζονται για τίποτα, όσοι με τις πράξεις τους τον φέρνουν πιο κοντά στην κυριαρχία, όσοι συγκεντρώνουν γη και χρήμα, ώστε κάποτε να τα δρέψει εκείνος, όσοι προσποιούνται πως δεν φοβούνται, όσοι κυνηγούν μια ανέφικτη αρετή, όσοι κουβαλούν για πάντα τις πληγές μέσα τους, όσοι χρησιμοποιούν τη Θεϊκή οργή για να λύσουν τα προβλήματά τους, όσοι γενικά με τις αποφάσεις και τις πράξεις τους οδηγούνται στην καταστροφή. Και όλα αυτά που του «αρέσουν», ίπτανται πάνω από τα κεφάλια των πιστών του. Αυτών που, χωρίς θρησκεία πλέον, έρχονται αντιμέτωποι με το χάος που οι ίδιοι δημιούργησαν στον κόσμο. Αυτών που αφαίρεσαν τη σοφία από τη σκέψη τους και τον έβαλαν «επιπόλαια» στα σπίτια τους. Αυτών που ήταν ονειροπόλοι και αυτάρεσκοι, μοναχικοί και υπερόπτες. Αυτών που ξέχασαν από πού προήλθαν και αθώοι έπεσαν στα νύχια του νέου ηγέτη. Μα η αμέριστη χαρά τους για εκείνον, που θα άλλαζε τον κόσμο, καταχωνιάστηκε γρήγορα, όταν αντιλήφθηκαν πως όλα γύρω καταστρέφονταν και πως ξανά το ψέμα κυριαρχούσε. Τελικά αντιλήφθηκαν πως και πάλι εκείνοι πολεμούσαν τον ίδιο τους τον εαυτό συνεργώντας στη δημιουργία της κόλασης και στην ενδυνάμωση του Υπεράνθρωπου.

Στο τρίτο και τελευταίο μέρος, το Φλογερό Δείλι, γίνεται ο απολογισμός των πεπραγμένων από τη συμβίωση κοντά στον Υπεράνθρωπο. Οι άνθρωποι στράφηκαν να μισήσουν τους πάντες και έγιναν γεφύρι για περάσει εκείνος από πάνω τους και να πετύχει τους στόχους του. Έμειναν γυμνοί και είδαν τα πάντα να κυριεύονται από την απληστία και τη διάλυση. Είδαν ξανά έναν κόσμο να μην έχει σκοπό να αλλάξει και να ακολουθεί κίβδηλους ηγέτες που μοιράζουν ψεύτικες υποσχέσεις.

Η τελευταία περιήγηση με τον Υπεράνθρωπο πραγματοποιείται μπροστά από συγκεκριμένους ανθρώπους, που επιλέγονται κυρίως λόγω της ιδιότητάς τους. Ένας Έπαρχος, ένας νεκροθάφτης, ένας δάσκαλος, ένας ζωγράφος, ένας Στρατηγός, ένας ποιητής, ένα αγγειοπλάστης, ένας χορευτής. Κάποιοι πραγματικοί Υπεράνθρωποι γι’ αυτά που πετυχαίνουν με τα έργα και τις ικανότητές τους και κάποιοι ανίκανοι να γίνουν Υπεράνθρωποι λόγω των αδυναμιών τους.

Ο ποιητής Μανώλης Αλυγιζάκης “τεστάρει” ανθρώπινες αντοχές και όρια. Υποδεικνύει νοήματα, αφήνοντας τον αναγνώστη να προβληματιστεί και, γιατί όχι, να αφυπνιστεί. Ο καθένας μπορεί να γίνει Υπεράνθρωπος στον τομέα του αρκεί να πιστέψει στις δικές του δυνάμεις και δεξιότητες. Ακόμα και οι οπαδοί “του δικού του” Υπεράνθρωπου, στο τέλος, αναβαπτισμένοι από όσα βίωσαν και είδαν, αποφάσισαν να ξυπνήσουν και να μην ξαναγίνουν θύματα του συστήματος. Ο ποιητής τονίζει πως είναι πολύ μικρές οι αποστάσεις που χωρίζουν τα αντιθετικά δίπολα. Η αλήθεια από το ψέμα, η πίστη από την αθεΐα, η εμπιστοσύνη από την καχυποψία, η ζωή από τον θάνατο. “Όλα” είμαστε εμείς οι ίδιοι, αρκεί να κατανοήσουμε το δικό μας αληθινό “εγώ” και ανάλογα να το χρησιμοποιήσουμε. Άρα Υπεράνθρωπος μπορεί να είναι ο καθένας μας που παλεύει για το κάτι παραπάνω με όλες του τις δυνάμεις, αλλά και κάποιος που παίρνει (αδικαιολόγητα) δύναμη από την απραξία μας και μας οδηγεί σε λάθος μονοπάτια (παράδειγμα γερμανικού εθνικοσοσιαλισμού).

Κλείνοντας, θέλω να δηλώσω, πως απ’ τη στιγμή που έπιασα στα χέρια μου αυτό το βιβλίο, κατάλαβα πως ήρθα αντιμέτωπος με ένα πραγματικά μεγαλειώδες έργο. Και γι’ αυτό οφείλω να ευχαριστήσω μέσα από την καρδιά μου τον δημιουργό του για την εμπιστοσύνη του. Ο Μανώλης Αλυγιζάκης, Έλληνας κάτοικος του Καναδά, αποδεικνύει πως η ελληνική λογοτεχνική δημιουργία του εξωτερικού, βρίσκεται σε υψηλότατα επίπεδα…

Δείγμα γραφής:

Επωδός

Εμείς οι ηγέτες κι εμείς που ακολουθούμε

οι τυφλοί φονιάδες και τα τυφλά θύματα

Εγώ ο άθεος κι εγώ ο ευλαβής

ο πλούσιος και ο αποθαρρυμένος

Εμείς οι εγωϊστές κι εμείς οι ταπεινοί

οι σύμμαχοι και οι αντίπαλοι

Εγώ η γνώση κι εγώ η άγνοια

ο μεγαλοπρεπής κι ο άθλιος

Εμείς οι ονειροπόλοι εμείς κι οι ονειρομάντες

οι αιώνεια περιπλανώμενοι και οι οικόσιτοι

Εγώ το σπουδαίο σύμφωνο εγώ και το φωνήεν

ο αχανής ωκεανός και το κρυφό ακρογιάλι

Εμείς οι πρίγκιπες κι εμείς οι επαίτες

οι μισαλλόδοξοι κι οι αλτρουϊστές

Εγώ ο ήρωας κι εγώ ο προδότης

ο ερπόμενος κι ο αετός

Εμείς τα πρόβατα εμείς και τα λιοντάρια

οι κοινωνικοί κι οι ασκητές

Εγώ το ελεύθερο πνεύμα κι εγώ ο φανατικός

ο ορθοστατών κι ο σκούληκας

Εμείς οι ανθρωποκεντρικοί και τ’ ανθρωποειδή

οι αυταρχικοί κι οι μαριονέττες

Εγώ του Θεού παιδί και συγγενής διαβόλου

ο επίμοχθος εργάτης κι ο τεμπέλης

Εμείς οι μύστες κι εμείς οι μυημένοι

εμείς οι σχοινοβάτες κι εμείς οι Υπεράνθρωποι.

Αλέξανδρος Ακριτίδης

Λογοτέχνης – Πτυχιούχος Ανθρωπιστικών Σπουδών

 http://apostaktirio.gr/index.php?option=com_content&view=category&id=28&Itemid=57