Kiki Dimoula//Κική Δημουλά

 

ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

Φεύγω.
Για πού δεν θα σου πω.
Έτσι θα καμωθώ
πως κάποιο μυστικό έχω από σένα.

Θα κρυφοκοιτάξω τους βυθούς
θα συμφιλιωθώ με τη θάλασσα
εμπιστεύοντάς της την αντάρα μου,
θ’ανακατέψω τ’ άστρα με το ύψος μου
θα παραμερίσω με τις προσευχές μου
το ενιαίο του ουρανού,
μήπως και μέσα σ’ όλα αυτά
είναι κρυμμένη η αποστολή σου:
άν ήρθες για να ξανοίξεις τα χρώματα
και τους χειμώνες να καθαιρέσεις,
ή για να στρίψεις αρνητικά
τους διακόπτες του λογισμού μου
σκορπίζοντας τη φυγή σου.

Σαν θα τη βρώ και είν’ ηλιόλουστη,
θα τρέξω ολοπόρφυρη κι’ απέραντη
να την ξαναδιαβάσω στα μάτια σου.
Άν πάλι μέσα στην κακοκαιρία κρύβεται
θα προσποιηθώ πως δεν τη διάβασα.
Κι άν μάταια πάλι έψαξα,
θα πιέσω με την καρτερία μου το στήθος σου
ώσπου μονάχος σου να την προδώσεις.

QUEST

I’m leaving.
To where I won’t tell you
to pretend
I keep a secret from you.

I’ll furtively look into the sea floor
to befriend the sea
entrusting it with my tempest
I’ll stir the stars with my height
I’ll set aside the unity of the sky
with my prayers
that in all these I’ll perhaps
discover your hidden purpose:
that you perhaps have come to display the colors
and to annul the winters
or to switch off
the dial of my mind
dissolving your departure.

If I meet your purpose and find it sunlit
immense and in crimson color I’ll run to it
that I rediscover it in your eyes.
If by chance is hidden in the storm
I shall pretend I didn’t read it.
If by chance in vain I searched
patiently I shall press your chest
till you alone will betray it.
~ΕΡΕΒΟΣ -EREBUS, by KIKI DIMOULA, ΙΚΑΡΟΣ, 1956, // translated by Manolis Aligizakis

Advertisements

Yannis Ritsos//Γιάννης Ρίτσος

Ritsos_front large

ΠΑΙΔΙΚΟ

Στό λιμανάκι η θάλασσα αντιγράφει
τα φύλλα και τα σύγνεφα και τα πουλιά
ωραία, προσεχτικά και καλλιγραφημένα—
ο αγέρας πού και πού με κάτι γαλανές χοντρές γραμμές
υπογραμμίζει βιαστικά τα λάθη της.

Μα αυτός που γράφει ολημερίς κοιτάζοντας τη θάλασσα
δεν κάνει ούτε ένα λάθος,—πικραμένη μου γαλήνη,—
κι όλο προσμένει την αγάπη αμίλητος
να υπογραμμίζει την καρδιά μου—μόνο λάθος.
CHILDISH

In the little harbor the sea copies
leaves, clouds, birds
beautifully, carefully and calligraphically –
from time to time the wind hastily underlines the sea’s
mistakes with some thick light-blue lines.

But the one who writes all day long staring at the sea
makes no mistakes – my embittered serenity –
and speechless he always yearns for love
to underline my heart – the only mistake.
ΤΡΙΣΤΙΧΟ

Ο ουρανός σου αναθέτει όλο του το γαλάζιο.
Πώς θ’ αντέξουν οι ώμοι σου όλη μέρα;
Πώς θ’ αντέξουν τα πλευρά του τραγουδιού σου;
THREE LINES
The sky entrusts you with all its light-blue.
How will your shoulders endure it all day?
How will the ribs of your song endure it?
~Γιάννη Ρίτσου-ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Yannis Ritsos-Poems/translated by Manolis Aligizakis
http://www.authormanolis.wordpress.com
http://www.libroslibertad.ca

Odysseus Elytis//Οδυσσέας Ελύτης

elyths

ΜΙΚΡΕΣ ΚΥΚΛΑΔΕΣ

ΜΑΡΙΝΑ

Δώσε μου δυόσμο να μυρίσω
λουίζα και βασιλικό
μαζί μ’ αυτά να σε φιλήσω
και τί να πρωτοθυμηθώ.

Τη βρύση με τα περιστέρια
των Αρχαγγέλων το σπαθί
το περιβόλι με τ’ αστέρια
και το πηγάδι το βαθύ.

Τις νύχτες που σε σεργιανούσα
στην άλλην άκρη τ’ ουρανού
και ν’ ανεβαίνεις σε θωρούσα
σαν αδερφή τ’ Αυγερινού.

Μαρίνα πράσινό μου αστέρι
Μαρίνα φως του Αυγερινού
Μαρίνα μου άγριο περιστέρι
και κρίνο του καλοκαιριού.
THE LITTLE CYCLADES

MARINA

Give me mint and basil
and verbena to smell
as with these I would kiss you
and what first would I recall

The fountain with the doves
the Archangels’ sword
the orchard with the stars
and the well so deep

The nights that I took you to a stroll
to the sky’s other side
and I’d stare at you rising
like the Morning Star’s sister

Marina my green star
Marina light of the Morning Star
Marina my wild dove
and summertime lily.

~Odysseus Elytis, translated by Manolis Aligizakis

 

 

Nostos and Algos//Νόστος και Άλγος

nostos and algos cover

OLD COUPLE

Long and narrow rusted table
hardly stands motionless
bleached out tablecloth as though
thrown in debts of river for a long time
cloth faded like her eyes gazing the sea’s
agony that reaches the foreign land
where her son has vanished

shade of grapevine thick like a sin
and harsh like a thought pounding
her memory that light may be reborn

and he brings two plates
trembling hands pour wine in two glasses
small plate with olives, piece of feta

and the sigh expertly camouflaged by a smile
the lone cicada that insists to disturb
monologue of their loneliness

finally he sits next to her when
above them the grapevine laughs
as his calloused fingers touch
her wrinkled hand and the sun
somewhere higher than everybody
roars with laughter when the old man says
to her…you forgot to make the salad

“In memory of my parents
in their late years of life in the village”
ΖΕΥΓΑΡΙ ΓΕΡΟΝΤΩΝ

Στενόμακρο τραπεζάκι που
με δυσκολία στέκεται ακίνητο
τραπεζομάντηλο σαν
να το πέταξαν στο βάθος ποταμού
ξεθωριασμένο σαν τα μάτια της
να κοιτούν την αγωνία της θάλασσας
που οδηγεί στην ξενιτειά που ο γιός της ζει.

Ίσκιος κληματαριάς βαθύπνοος
και σκληρός σαν αμαρτία,
αμείλιχτος σαν σκέψη που σφυρηλατεί
τη θύμησή της για να ξαναγεννήσει φώς
κι εκείνος φέρνει τα δυο πιάτα,
το κρασί που τα τρεμάμενά του χέρια βάζουν
στα ποτήρια, πιατάκι ελιές, ένα κομμάτι φέτα

κι ο στεναγμός απλά μασκαρεμένος με το χαμογέλιο
κι απο του τζίτζικα την επιμονή να διακόπτει
της μοναξιάς τους το μονόλογο
όταν επιτέλους κάθεται δίπλα της.

Πάνωθέ τους η κληματαριά γελά
σαν τα ροζιασμένα δάχτυλά του
αγγίζουν τις ρυτίδες του χεριού της κι ο ήλιος
κάπου ψηλώτερα ξεκαρδίζεται στα γέλια
που της λέει… ξέχασες να κόψεις τη σαλάτα

‘Aφιερωμένο στους γονείς μου
που ζήσαν τα γηρατειά τους στο χωριό’

http://www.ekstasiseditions.com

DIMITRIS LIANTINIS-GEMMA/ΔΗΜΗΤΡΗ ΛΙΑΝΤΙΝΗ-ΓΚΕΜΜΑ

gemma

ΤΑ ΚΑΤΑ ΚΙΡΚΗΝ

Ο Όμηρος είναι ή για τα μικρά παιδιά ή για τους πολύ γέροντες. Θα τον ακούσεις να παραμυθολογεί και θα σε δέσουν τα λόγια του, όπως σε δένουν μαύρα μάτια ή γαλανά, όταν δεν ξέρεις σχεδόν τίποτα ή όταν τα ξέρεις σχεδόν όλα.
Έλα να ιδούμε, λοιπόν, κάτω απ’ αυτή τη διπλή οπτική του μικροσκοπίου και του τηλεσκοπίου τί λέει στην ιστορία της Κίρκης.
Το καράβι του Οδυσσέα με τους συντρόφους πλέει στα νερά, και βιγλίζει μακρυά τους ορίζοντες. Ξαφνικά φαίνεται στο ραντάρ του νησί. Πλησιάζουν γλαυκοπετώντας και λάμνοντας και το νησί μεγαλώνει. Μεγαλώνει, ωσότου παίρνει το θώρι μιας ωραίας εξωτικής παραλίας.
—Τραβάτε και ιδέστε, τί είναι εκεί, λέει ο Οδυσσέας στους ναύτες. Γιομίστε τα τουλούμια με νερό. Πάρτε και φλασκιά κρασί, εάν βρείτε. Φέρτε και παξιμάδια, ανανάδες, καρύδες και ό,τι άλλο πετύχετε φαγώσιμο για το ταξίδι. Κι ελάτε να τραβήξουμε για τη μακρυνή Ιθάκη. Άειντε, και κάμετε σύντομα.
Οι σύντροφοι βαρκαρίζουνται στο νησί, κι ο βασιλιάς μένει επάνω στο καράβι φύλακας, συντηρητής, οικονόμος, και τεχνικός διαχειριστής.
Οι σύντροφοι προχωρούνε, ακροαστικά και ανιχνεύοντας, φτάνουν μπροστά σ’ ένα παλάτι, και βλέπουν μια μάγισσα. Η Κίρκη είναι αυτή. Την πλησιάζουνε άφοβα, κι εκείνη τους ρωτάει το ποιος και το πώς, το γιατί και για πού. Ακούει και μαθαίνει.
Ύστερα τους κοιτάει γλαρωτικά, σηκώνει μια ξαφνική βεργούλα, αγγίζει απάλαφρα τους συντρόφους στον ώμο και στον τράχηλο, κι αμέσως οι σύντροφοι γίνουνται χοίροι. Ένα γραμμόφωνο πιο πέρα παίζει κάποιο σημαδιακό ρεμπέτικο:
Τα δυο σου χέρια πήρανε βεργούλες και με δείρανε.
Οι σύντροφοι σκορπίζονται δυο δυο, τρεις τρεις στην πρασινάδα καις τις βραγιές του κήπου, και αναματιάζουνται σαστισμένοι. Ύστερα, μ’ ένα τρελό χοροπηδητό, αρχίζουνε να τρέχουν, να στέκουνται, να πηδάνε, και να γρυλλίζουν. Θέαμα ευτυχισμένο παραδείσου.
Λουτσάνε και στα νερά, κι όπου βρούνε λάσπη πάνε και χώνουν το μουσούδι τους, και κυλιούνται πανεύτυχα. Τα τρελαίνει η λάσπη τα γουρούνια, που λέει ο Δημόκριτος.
Σύες ἐπὶ φορυτῷ μαργαίνουσι.
Ο Οδυσσέας περιμένει στο καράβι τους συντρόφους, αλλά οι σύντροφοι δεν έρχουνται. Μία, δύο, πέντε, δέκα ημέρες. Αδημονεί, συγχύζεται, κακοβάλνει. Ξεκινάει να πάει ο ίδιος στο νησί. Και πηγαίνει και βλέπει. Και βλέπει και θιαμάζεται. Και θιαμάζεται και δεν πιστεύει.
—Στο καλό μου, Ποσειδώνα! Φωνάζει. Τί μου `στειλες πάλι!
Τότε αντικρύζει και τη μάγισσα. Τα μάτια της είναι σκοτεινά της αστραπής, Σε μαρμαρώνουν. Ένα ρίγος νιώθει να κυλάει στη ράχη του, και ξαφνικά καταλαβαίνει. Δια μιας συλλαβαίνει ολόκληρη την κατάσταση. Εποπτικά και ακαριαία, που λένε οι ψυχολόγοι της ενορατικής μάθησης. Ξιφουλκεί τότε, το μάτι του άγριο, καις σκούζει στη μάγισσα.
—Πίσω άτιμη, και σ’ έφαγα. Τη Μπαναγία σου μέσα. Κάνε γρήγορα τους συντρόφους μου ανθρώπους! Γιατί σου παίρνω το κεφάλι με το σπαθί, όπως ο Περσέας τη Γοργόνα. Και δεν έχω και καθρέφτη.
Η Κίρκη πανικοβάλλεται, ξεφωνίζει αχ, ζαρώνει να αφανιστεί. Σηκώνει το μαγικό ραβδάκι, αγγίζει πάλι τους συντρόφους. Ένας-ένας αρχίζει να αναδύεται μέσα από το θαμπό βάθος του κόσμου των ζώων. Αγάλι-αγάλι τα γουρούνια παίρνουν ν’ αλλάζουν σουσούμια, μεταμορφώνουνται, ξαναγίνουνται άνθρωποι.
Ο βασιλιάς διατάζει τους ναύτες να στοιχηθούν τριάδες, πάντα με το σπαθί στο χέρι. Κοιτάει τη μάγισσα και η ματιά του έχει μεγάλη εξάντληση. Ψιθυριστά σχεδόν της λέει
—Καημένη μου, σπολλάτη σου. Που δε σε κόβω λιανά λιανά με το γεντέκι, να σε ρίξω να σε φάνε τα ψαράκια της πισίνας σου. Κι είσαι και γυναίκα.
Είπε και γυρίζει στους συντρόφους του, και τους δίνει το παράγγελμα: – Άντρες! Εμπρός μαρς! Ένα δύο, εν δυο! Παίρνει τους στρατιώτες του και ξεμακραίνει κατά το καράβι.

Αυτή είναι η ιστορία της Κίρκης. Και κάπως έτσι θα την διδάξουμε στους μαθητές μας οι δάσκαλοι. Στα παιδιά των δεκατριών χρονών.
Θα καρυκέψουμε και λίγο το μάθημα με μια πρόχειρη γαρνιτούρα. Γραμματική, λίγη σύνταξη, λέξεις, εικόνες, στοιχεία εποχής, διαγραφή χαρακτήρων και τα συναφή. Πάει καλά. Ένας μαθητής μικρός, μικρούτσικος, δοκιμάζει να ξηλώσει στην άκρη το στερεό ύφασμα που ύφανε ο αργαλειός της τάξης.
—Μα καλά, κυρ δάσκαλε, αυτός είν’ ο Όμηρος; Ένα τέτοιο παραμύθι θα μπορούσε κι η γιαγιά μου να το πλάσει. Για να μας νανουρίζει τις νύχτες με το φεγγάρι. Λίγο αλαφροΐσκιωτη να ` τανε, λίγο νεραΐδοπαρμένη, και φτάνει. Αυτός είν’ ο Όμηρος;
Αυτός είν’ ο Όμηρος; ερωτάμε κι εμείς με τη σειρά μας. Ο πατέρας των ποιητών; Όπως έλεγε κι ο ίδιος για το Δία, ο πατέρας των θεών. Ο Όμηρος, στους Έλληνες ο πρώτος, η πύλη του πολιτισμού της Ευρώπης, η ακένωτη πηγή τη σοφίας;
—Οι τραγωδίες μου είναι ψίχουλα από την πλούσια τράπεζα του Ομήρου, έλεγε ο Αισχύλος. Κι ένας ζωγράφος, ο Γαλάτων, εζωγράφισε ένα συμπόσιο σε πολυτελή αίθουσα. Έβαλε γύρω-τριγύρω όλους τους μεγάλους Έλληνες συγγραφείς, και στη μέση ο Όμηρος. Ανοίγει το στόμα του καθώς τερρακόττα, και κάνει εμετούς. Και οι άλλοι τρώνε εν χορώ τα ‘εμημεσμένα’.
Τριάντα αιώνες τώρα τον μελετάμε. Τον διδάσκουμε, τον σπουδάζουμε,, τον εξηγάμε, τον σχολιάζουμε, και στην άκρη του δεν εφθάσαμε. Κι ούτε θέλει να φτάσουμε ποτές. Αυτός λοιπόν είν’ ο Όμηρος; Ένας ανοϊκός γεροντάκος; Σε καλό μας δηλαδή.
Ο μαθητής με τα έξυπνα μάτια έχει δίκιο. Μας προκαλεί. Να αποβάλουμε τη σύνδρομη αφέλεια που, χωρίς οι ίδιοι να το νιώθουμε, κατεβάζει το δάσκαλο στην ηλικία του μαθητή. Ο μαθητής μας προκαλεί να ιστορήσουμε αλλοιώτικα την ιστορία. Όχι πια για τα παιδιά, αλλά για τους γερόντους. Κάπως έτσι.

CORCERNING CIRCE

Ihr Fröhlichen am Isthmos, und am Cephyss
und am Taygetos

~Hölderlin

Homer’s stories are either for the very young or the very old. You can hear him weave his elaborate tales and his words may bind you, like furtive looks by eyes of black or blue can captivate, when you know next to nothing or when you know almost all there is to know.
Come then and let us see, under the dual optical perspectives of the microscope and the telescope, what the story of Circe may yet reveal.
The ship of Ulysses and his companions sails upon the azure waters surveying the distant horizons. Unexpectedly, the form of an island begins to emerge. They steer and row through the blue-white expanse towards an ever-clearer vision of the island. Eventually, the vista of a magnificent and exotic shoreline reveals itself.
—“Go and have a look around”, Ulysses says to the sailors. “Fill the flasks with fresh water. See whether you can find some wine as well. Return with bread, pineapples and coconuts, whatever you can find that’s edible so we can replenish our supplies for the voyage onward. And tarry not, so we may soon set sail again for distant Ithaca.”
A small boat ferries a handful of the companions over to the island, yet the king remains on board as a guard, conservator, housekeeper and technical director.
The companions wander deeper into the island, always scouting and exploring, and chance upon a palace. At its doorstep, they encounter an enchantress. This is Circe. They approach her without reservations and she asks to know the who, the how, the what, the whence and the wherefore. She listens and she learns.
Then she looks at them mirthfully, raises an inconspicuous wand, and deftly touches the companions on their shoulders and necks. In an instant, the companions turn into swine.
They scatter in groups of two or three, in the lush palace gardens and nearby pastures, staring at each other in confusion. After a while they begin trotting about restlessly; they scamper and gyrate, then stand still with ears poised, sniffing at the wind and grunting at the grass. A captivating vision of blissfulness.
They throw themselves in puddles and playfully stir up the mud with their snouts. Muddy waters can drive swine mad, as Democritus asserts.
Σύες ἐπὶ φορυτῷ μαργαίνουσι.
Pigs revel in mud.
Meanwhile, Ulysses patiently waits for the companions aboard the ship; but they are nowhere to be seen. One, two, five, ten days come and go. He is now worried, unsettled, and his mind starts contemplating worst-case scenarios. Soon, his patience is exhausted; he sets out for the island to see for himself. And when he does, he stands in shock and cannot believe his eyes.
—“Merciless Poseidon!” he cries. “What adventures have you tangled me in again? ”
Then he encounters the enchantress. Her eyes possess the darkness of lightning. They petrify you. His spine tingles, he shudders and then he suddenly understands. At one fell swoop, he grasps the entire situation. Decisively and immediately, as the learned insightful psychologists might put it. His stern, fiery gaze engulfs the witch and he issues his warning:
—“Fall back, wench, or face my wrath. Despicable creature! Turn my companions back into men forthwith! Or, gods help me, I will draw my sword and sever your head from your shoulders, as Perseus did with Medusa. Even though I carry no mirror.”
The scolded Circe panics and withdraws. She lifts her magic wand again and touches the companions. One by one they resurface from the dull depths of the world of the animals. Slowly but steadily, the ugly snouts transform back into human faces and the companions become men again.
The king orders his sailors to form ordered lines in threes, sword in hand. He turns towards the witch and in his eyes can be perceived a great weariness. In what is almost a whisper, he tells her
— “Consider yourself lucky that I didn’t slice you into a thousand pieces and throw you into the sea to be eaten by the fish. Even though you are a woman.”
Having said that, he looks at the companions and issues the marching orders:
— “Men, on my mark…”
And they march back toward their ship leaving Circe’s palace behind.

This is the story of Circe, in brief. And along those lines will we teachers teach it to our students. To kids in their teens.
We might even embellish the lesson with a bit of garnish. Perhaps say a few things about the grammar and syntax, the words and images used, some historical information about that era, the character development in the story and so on and so forth. All well and good.
Yet a young student, too small for his age and at the back of the class, attempts to pull at the loose thread in the corner of the carefully constructed tapestry that the loom of the class has conscientiously weaved.
— “But, sir, is that really Homer? My grandmother can tell better stories. At nights when the moon is full, she tells them before we go to bed. All it takes is a bit of imagination. Is that all there is to Homer?”
Is that all there is to Homer, we have to ask as well. Is that all there is to the father of poets? A title he himself reserved for referring to Zeus, the father of gods. Homer, first among the Greeks, the gateway of the civilization of Europe, an endless source of wisdom?
Aeschylus considered his tragedies as mere crumbs from Homer’s rich banquet table. And an ancient painter, Galaton of Alexandria, painted a symposium in a lavish hall. He placed the greatest Greek writers of the time all sitting expectantly around Homer. Homer is depicted vomiting and the rest are consuming in chorus what has been “predigested”.
For thirty centuries now we have been studying him. We have been teaching him, reading him, explaining him, writing long essays about him and still there is no end in sight. And perhaps there won’t be. So is this really Homer? A dull old man? Is that all there is to him?
But perhaps the young student with the clever eyes is right. He has challenged us. So let us get rid of this syndrome of naiveté, which, even though we may not immediately suspect it, lulls us teachers into teaching on the same age level as the students. This student is challenging us to
tell the story differently. Not the story for the teenagers, but the story for the old people. And it goes like this…

 

~Μετάφραση Γιάννη Τσάπρα/translation by Yannis Tsapras

The Limping Man/Ο Κουτσός

ΚΟΥΤΣΟΣ

Γέλασε η αύρα ανάμεσα
στην ανισότητα του βήματός του
της φύσης λάθος ανεπείδωτο
κουτσά τα βήματά του
έξω απ’ τη θάλασσα

μάτια γιομάτα καλοσύνη
αγίου ίριδες
λεβέντη κάλλος
όλης της Οικουμένης
η ισορροπία
στον ανισόρροπο βηματισμό του
έψαξε για δικαίωση
κι όλος ο πόνος του αλλιώτικου
άδοξα χόρεψε
στην έκφραση του άντρα
που κούτσαινε βγαίνοντας απ’ τη θάλασσα

στο βλέμμα του το νόημα της ανισότητας
γίνηκε θρίαμβος της νίκης του
κατα του άδικου χάους
η ανισοσκελής συνέπεια του ανείπωτου
ποίημα ανομοιοκατάληκτο
ερωτικό τραγούδι έλλειψης
γεμάτης πόνο στέγη θνητού
που εκλιπαρούσε για αντιστοιχία
στη συλλαβή του χαμογέλιου του
σε λέξη δημιουργική του θάρρους του

ποίημα ο κουτσός αδημιούργητο
έτοιμο για να ξεπηδήσει απ’ το νου
της μέρας την πληρότητα
να συμπληρώσει

Κύριε και Θεέ μου
μεθυσμένος ήσουν
όταν τον έσπειρες

Κύριε και Θεέ μου
ελέησόν μας και μην ξαναπιείς

LIMPING MAN

Breeze laughed amid
his limping footsteps
nature’s unforgiving mistake
struggled out of the sea

eyes full of kindness
irises of a saint
a brave man’s graceful stature
in his unbalanced steps
the balance of the Universe
searched for justice
pain of the different
in vain danced
in the expression of the man
who limped out of the light waves

in his glance the meaning of inequality
victorious triumph
against the unjust chaos
his unequal side result of the unsaid
unrhymed poem
erotic song of deficiency
a mortal’s hearth full of pain
that begged for analogy
in the syllable of his smile
in the word of his uplifting courage

the limping man an unwritten poem
ready to spring out of my mind
to complete the day’s
incompleteness

Lord, were you drunk
when you fathered him?

Lord, bless us and
don’t drink again!
“WORDS OF ABSENCE” to be released in Greece and Canada next spring.

ΕΜΒΑΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΩΚΕΑΝΟΥ/OCEAN’S MARCH

Ritsos_front large

ΕΜΒΑΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΩΚΕΑΝΟΥ

Είχαμε τον κήπο στην άκρη της θάλασσας.
Απ’ τα παράθυρα γλυστρούσε ο ουρανός
κ’ η μητέρα
στο χαμηλό σκαμνί καθισμένη
κεντούσε τους αγρούς της άνοιξης
με τ’ ανοιχτά κατώφλια των άσπρων σπιτιών
με τα όνειρα των πελαργών στην αχυρένια στέγη
γραμένη στη γλαυκή διαφάνεια.

Εσύ δεν είχες έλθει ακόμη.
Κοιτούσα τη δύση και σ’ έβλεπα
—μια ρόδινη ανταύγεια στα μαλλιά σου
—ένα μειδίαμα σκιάς βαθιά στη θάλασσα.

Η μητέρα μου κρατούσε τα χέρια.
Μα εγώ
πίσω απ’ τον τρυφερό της ώμο
πίσω απ’ τα μαλλιά της τα χλωμά
στρωτά μ’ ένα άρωμα υπομονής κ’ ευγένειας
κοιτούσα σοβαρός τη θάλασσα.

Ένας γλάρος με φώναζε
στο βάθος της εσπέρας
εκεί στη γαλανή καμπύλη των βουνών

OCEAN’S MARCH

We had the garden by the seashore.
The sky slipped through the windows
and mother sitting
on her low stool
embroidered the fields of spring
with the open doorsteps of white houses
with the dreams of storks in the straw roof
sketched on the glaucous diaphaneity.

You hadn’t come yet.
I looked at the west and saw you
—a rosy reflection on your hair
—a shadowy smile deep in the sea.

Mother held my hands.
But I
behind her tender shoulder
behind her pale hair
smoothed by fragrances of patience and kindness
I looked solemnly at the sea.

A seagull was calling me
at the depth of the evening
there in the light blue contour of the mountains.

Γιάννη Ρίτσου-Εκλεγμένα Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
Yannis Ritsos-Selected Poems/Translated by Manolis Aligizakis

 

ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ/KOSTIS PALAMAS

 

ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ/KOSTIS PALAMAS

Eθνικός Ποιητής της Ελλάδας/National Poet of Greece

Ο Κωστής Παλαμάς ήταν ποιητής, πεζογράφος, θεατρικός συγγραφέας, ιστορικός και κριτικός της λογοτεχνίας. Θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες ποιητές, με σημαντική συνεισφορά στην εξέλιξη και ανανέωση της νεοελληνικής ποίησης. Αποτέλεσε κεντρική μορφή της λογοτεχνικής γενιάς του 1880, πρωτοπόρος, μαζί με το Νίκο Καμπά και το Γεώργιο Δροσίνη, της αποκαλούμενης Νέας Αθηναϊκής Σχολής. Επίσης, είχε σπουδάσει και ως θεατρικός παραγωγός της ελληνικής λογοτεχνίας.

Γεννήθηκε στην Πάτρα στις 13 Ιανουαρίου1859 από γονείς που κατάγονταν από το Μεσολόγγι. Η οικογένεια του πατέρα του ήταν οικογένεια λογίων, με αξιόλογη πνευματική δραστηριότητα, και ασχολούμενων με τη θρησκεία. Ο προπάππος του Παναγιώτης Παλαμάς (1722-1803) είχε ιδρύσει στο Μεσολόγγι την περίφημη “Παλαμαία Σχολή” και ο παππούς του Ιωάννης είχε διδάξει στην Πατριαρχική Ακαδημία της Κωνσταντινούπολης. Ο θείος του Ανδρέας Παλαμάς υπήρξε πρωτοψάλτης και υμνογράφος, τον οποίο ο Κωστής Παλαμάς αναφέρει στα “Διηγήματά” του (Β’ έκδοση, 1929, σελ. 200). Ο Μιχαήλ Ευσταθίου Παλαμάς (αδελφός του Ανδρέα) και ο Πανάρετος Παλαμάς ήταν ασκητές. Ο Δημήτριος Ι. Παλαμάς, επίσης θείος του Κωστή, ήταν ψάλτης και υμνογράφος στο Μεσολόγγι.

Μετά την αποφοίτησή του από το γυμνάσιο εγκαταστάθηκε στην Αθήνα το 1875, όπου γράφτηκε στην Νομική Σχολή. Σύντομα όμως εγκατέλειψε τις σπουδές του αποφασισμένος να ασχοληθεί με τη λογοτεχνία. Από το 1875 δημοσίευε σε εφημερίδες και περιοδικά διάφορα ποιήματα και το 1876 υπέβαλε στον Βουτσιναίο ποιητικό διαγωνισμό την ποιητική συλλογή Ερώτων Έπη, σε καθαρεύουσα. Από το 1898 εκείνος και οι δύο φίλοι και συμφοιτητές του Νίκος Καμπάς και Γεώργιος Δροσίνης άρχισαν να συνεργάζονται με τις πολιτικές-σατιρικές εφημερίδες “Ραμπαγάς” και “Μη χάνεσαι”. Οι τρεις φίλοι είχαν συνειδητοποιήσει την παρακμή του αθηναϊκού ρομαντισμού και με το έργο τους παρουσίαζαν μια νέα ποιητική πρόταση, η οποία βέβαια ενόχλησε τους παλαιότερους ποιητές, που τους αποκαλούσαν περιφρονητικά “παιδαρέλια” ή ποιητές της “Νέας Σχολής”.

Το 1886 δημοσιεύτηκε η πρώτη του ποιητική συλλογή Τραγούδια της Πατρίδος μου στη δημοτική γλώσσα, η οποία εναρμονίζεται απόλυτα με το κλίμα της Νέας Αθηναϊκής Σχολής. Το 1887 παντρεύτηκε τη συμπατριώτισσά του Μαρία Βάλβη, με την οποία απέκτησαν τρία παιδιά, μεταξύ των οποίων και ο Λέανδρος Παλαμάς. Το 1889 δημοσιεύτηκε ο Ύμνος εις την Αθηνάν, αφιερωμένος στη γυναίκα του, για τον οποίο βραβεύτηκε στον Φιλαδέλφειο ποιητικό διαγωνισμό την ίδια χρονιά. Ένδειξη της καθιέρωσής του ως ποιητή ήταν η ανάθεση της σύνθεσης του Ύμνου των Ολυμπιακών Αγώνων, το 1896. Το 1898, μετά το θάνατο του γιου του Άλκη σε ηλικία τεσσάρων ετών, δημοσίευσε την ποιητική σύνθεση “Ο Τάφος”. Το 1897 διορίστηκε γραμματέας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, απ’ όπου αποχώρησε το 1928. Από την ίδια χρονιά (1897) άρχισε να δημοσιεύει τις σημαντικότερες ποιητικές του συλλογές και συνθέσεις, όπως οι “Ίαμβοι και Ανάπαιστοι” (1897), “Ασάλευτη Ζωή” (1904), “ο Δωδεκάλογος του Γύφτου” (1907), “Η Φλογέρα του Βασιλιά” (1910). Το 1918 του απονεμήθηκε το Εθνικό Αριστείο Γραμμάτων και Τεχνών, ενώ από το 1926 αποτέλεσε βασικό μέλος της Ακαδημίας των Αθηνών, της οποίας έγινε πρόεδρος το 1930.

Κατά τον Ελληνοϊταλικό πόλεμο του 1940 ο Κωστής Παλαμάς μαζί με άλλους Έλληνες λογίους προσυπέγραψε την έκκληση των Ελλήνων Διανοουμένων προς τους διανοούμενους ολόκληρου του κόσμου, με την οποία αφενός μεν καυτηριάζονταν η κακόβουλη ιταλική επίθεση, αφετέρου δε, διέγειρε την παγκόσμια κοινή γνώμη σε επανάσταση συνειδήσεων για κοινό νέο πνευματικό Μαραθώνα.

Πέθανε στις 27 Φεβρουαρίου του 1943 έπειτα από σοβαρή ασθένεια, 40 ημέρες μετά το θάνατο της συζύγου του (τον οποίο δεν είχε πληροφορηθεί επειδή και η δική του υγεία ήταν σε κρίσιμη κατάσταση). Η κηδεία του έμεινε ιστορική, καθώς μπροστά σε έκπληκτους Γερμανούς κατακτητές και χιλιάδες κόσμου τον συνόδευσε στην τελευταία του κατοικία, στο Α΄ νεκροταφείο Αθηνών, ψάλλοντας τον εθνικό ύμνο.

Η οικία του Παλαμά στην Πάτρα σώζεται ως σήμερα στην οδό Κορίνθου 241. Τρία χρόνια πριν τη γέννηση του Παλαμά στο ίδιο σπίτι γεννήθηκε η μεγάλη Ιταλίδα πεζογράφος Ματθίλδη Σεράο.

 KOSTIS PALAMAS

Kostis Palamas (Greek: ΚωστήςΠαλαμάς; 13 January [O.S. 8 January] 1859 – 27 February 1943[1]) was a Greek poet who wrote the words to the Olympic Hymn. He was a central figure of the Greek literary generation of the 1880s and one of the cofounders of the so-called New Athenian School (or Palamian School, or Second Athenian School) along with Georgios Drosinis, Nikos Kampas, Ioanis Polemis.

Born in Patras, he received his primary and secondary education in Mesolonghi. In 1880s, he worked as a journalist. He published his first collection of verses, the “Songs of My Fatherland“, in 1886. He held an administrative post at the University of Athens between 1897 and 1926, and died during the German occupation of Greece during World War II. His funeral was a major event of the Greek resistance: the funerary poem composed and recited by fellow poet Angelos Sikelianos roused the mourners and culminated in an angry demonstration of a 100,000 people against Nazi occupation.

Palamas wrote the lyrics to the Olympic Hymn, composed by Spyridon Samaras. It was first performed at the 1896 Summer Olympics, the first modern Olympic Games. The Hymn was then shelved as each host city from then until the 1960 Winter Olympics commissioned an original piece for its edition of the Games, but the version by Samaras and Palamas was declared the official Olympic Anthem in 1958 and has been performed at each edition of the Games since the 1960 Winter Olympics.

The old administration building of the University of Athens, in downtown Athens, where his work office was located, is now dedicated to him as the “Kosti Palamas Building” and houses the “Greek Theater Museum“, as well as many temporary exhibitions.

He has been informally called the “national” poet of Greece and was closely associated with the struggle to rid Modern Greece of the “purist” language and with political liberalism. He dominated literary life for 30 or more years and greatly influenced the entire political-intellectual climate of his time. Romain Rolland considered him the greatest poet of Europe and he was twice nominated for the Nobel Prize for Literature but never received it. His most important poem,[2]The Twelve Lays of the Gypsy” (1907), is a poetical and philosophical journey. His “Gypsy” is a free-thinking, intellectual rebel, a Greek Gypsy in a post-classical, post-Byzantine Greek world, an explorer of work, love, art, country, history, religion and science, keenly aware of his roots and of the contradictions between his classical and Christian heritages.

“RUINS” from the book “Still Life”
Translated by Alex Moskios

I returned to my golden playgrounds,
I returned to my white boyhood trail,
I returned to see the wondrous palace,
Built just for me by love’s divine ways.
Blackberry bushes now cover the boyhood trail,
And the midday suns have burned the playgrounds,
And a tremor has destroyed my palace so rare,
And in the midst of fallen walls and burned Timbers,
I remain lifeless; lizards and snakes
With me now live the sorrows and the hates;
And of my palace a broken mass now remains.

“GRIEF” from the book “Heartaches of the Lagoon”
Translated by Alex Moskios

My early unforgettable years I lived them
close to the sea,
there by the shallow and calm sea,
there by the open and boundless sea.

And every time that my budding, early life
comes back to me,
and I see the dreams and hear the voices
of my early life there by the sea,

you, oh my heart, feel the same old yearning:
if I could live again,
close to the shallow and calm sea,
there by the open and boundless sea.

Was it really my destiny, was it my fortune,
I haven’t met another
a sea within me as shallow as a lake,
and like an ocean boundless and big.

And, lo! In my sleep a dream brought her
close again to me,
the same there shallow and calm sea,
the same there boundless and open sea.

Yet, thrice be alas! A grief was poisoning me,
a powerful grief,
a grief that you did not lighten, my dream
of my great early love, my home by the sea.

What storm, I wonder, was raging in me,
and what whirlwind,
that couldn’t put it to rest, or lull it to sleep
my wonderful dream of my home by the sea.

A grief that is unspoken, an unexplained grief,
a powerful grief,
a grief not quenched even within the paradise
of our early life close to the boundless sea.

Yannis Ritsos-Selected Poems/Γιάννης Ρίτσος-Εκλεγμένα Ποιήματα

Image

ΠΑΡΑΔΟΧΗ

Νικημένος απ’ το γαλάζιο

με το κεφάλι ακουμπισμένο στα γόνατα της σιωπής

πεθαμένος από ζωή

πεθαμένος από νιότη

βουλιαγμένος κάτου απ’ τη φωτιά του

και το φύκι σαλεύοντας στη μασκάλη του—

Το κύμα της μέρας δεν έβρισκε αντίσταση

μήτε σ’ ένα χαλίκι της σκέψης του.

Είταν έτοιμος πια για τον έρωτα

και για το θάνατο.

ACCEPTANCE

Defeated by the light-blue

with his head leaning on the knees of silence

dead tired of life

dead tired of youth

sunken inside his fire

and the seaweed stirring in his armpit –

The wave of day didn’t find resistance

not even on a pebble of his thought.

Finally, he was ready for love

and for death.

ΦΕΓΓΑΡΙ

Φεγγάρι, φεγγάρι. Το φεγγάρι

κίτρινο τζάμι στρογγυλό στη μέση ανοιξιάτικης νύχτας. Πίσω του

συγκεντρωμένα πρόσωπα της νύχτας, σκιές,

σε βλέπουν—δεν τα βλέπεις. Σε ορίζουν.

Εδώ όλα τ’ άγνωστα: άγνωστα, κατευνασμένα

στη σιωπηλή παραδοχή πως δεν θα γνωριστούν

ήσυχα, αμίλητα κι ωχρά σαν γνωρισμένα κι αφημένα.

 

 

MOON

Moon, moon. The moon

yellow round glass in the middle of a spring night. Behind it

faces of the night, shadows gather

and see you – you don’t see them. They own you.

Here are all the unknowns: unknown, pacified

in the silent admission that they shall not be known

calm, silent and pale as if known and abandoned.

ΠΑΙΔΙΚΟ

Στο λιμανάκι η θάλασσα αντιγράφει

τα φύλλα και τα σύγνεφα και τα πουλιά

ωραία, προσεχτικά και καλλιγραφημένα—

ο αγέρας πού και πού με κάτι γαλανές χοντρές γραμμές

υπογραμμίζει βιαστικά τα λάθη της.

Μα αυτός που γράφει ολημερίς κοιτάζοντας τη θάλασσα

δεν κάνει ούτε ένα λάθος,—πικραμένη μου γαλήνη,—

κι όλο προσμένει την αγάπη αμίλητος

να υπογραμμίζει την καρδιά μου—μόνο λάθος.

CHILDISH

In the little harbor the sea copies

leaves, clouds, birds

beautifully, carefully and calligraphically –

from time to time the wind hastily underlines the sea’s

mistakes with some thick light-blue lines.

But the one who writes all day long staring at the sea

makes no mistakes – my embittered serenity –

and speechless he always yearns for love

to underline my heart – the only mistake.

~ΓιάννηςΡίτσος-ΕκλεγμέναΠοιήματα/Yannis Ritsos-Selected Poems

~Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη/Translation by Manolis Aligizakis