Kostas Karyotakis//Κώστας Καρυωτάκης

379full-kostas-karyotakis

ΘΑΛΑΣΣΑ

Ὅμως τὰ στήθια ποὺ τὰ ταράζει κάποιο
θανάσιμο πάθος δὲν θὰ γαληνέψουν

Τὰ σύννεφα γιγάντικα φαντάζουν κι ἀσημένια
στὸ μολυβένιον οὐρανὸ
σὰν τὰ χτυπᾷ τοῦ ἥλιου τὸ φῶς· σὰν τὰ χτυπᾷ ὁ ἀγέρας
φεύγουνε πίσω ἀπ᾿ τὸ βουνό.

Κι εἶναι θεριὸ ἡ θάλασσα. Τὸ παρδαλό της χρῶμα
δίνει της — μπλαβὸ ἐκεῖ μακριά,
πιὸ δῶθε ἀνοιχτοπράσινο κι ἀκόμα δῶθε γκρίζο —
κάποια παράξενη θωριά.

SEA

 

Yet the heart that was stirred

by a deadly passion will never relax

 

the clouds seem gigantic and silvery

onto the leaden sky

as if the sun reflection shines on them

as if the wind blows onto them

they run behind the mountain

 

the sea is a beast and its colorful surface,

dark blue at the far side

nearer light green and closer gray,

as if dressing it with a strange garment

 

 

KOSTAS KARYOTAKIS//translated by Manolis Aligizakis

www.manolisaligizakis.com

Advertisements

AUTUMN LEAVES

autumn leaves cover

ΧΗΡΕΣ

Βρήκα μια παλιάν εφημερίδα
γιομάτη ήρωες και χήρες
και τις χιλιάδες ορφανά
από ημέρες περασμένες
του χθεσινού πολέμου ή του ξεχασμένου

εφημερίδες που
περήφανα τα γράφουν πάντα
τα κατορθώματα των στρατηγών.

Στη δεύτερη σελίδα πρόσεξα
φωτογραφία ωραιότατης ηθοποιού
ημίγυμνο το υπέροχο κορμί
τ’ αστραφτερά της δόντια
να χαμογελούν λές
κι ενθαρύνανε τούς στρατιώτες
για χάρη της στο θάνατο να τρέξουν
ή στης πατρίδας το καθήκον

και τ’ αποτέλεσμα: ο ίδιος θάνατος

 

WIDOWS

I found an old newspaper
filled with heroes and widows
thousands of orphans
from bygone days
yesteryear’s war

newspapers that
always talk of brave
generals and their epaulets.
In the second page I noticed
picture of famous actress
beautiful body half naked
shining smile that
encouraged the soldiers
to fight for her safety or
duty to country

result: the same death always

~AUTUMN LEAVES, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2014

Kiki Dimoula//Κική Δημουλά

kiki-dimoula

ΚΕΝΟ

Με τη σφεντόνα διαίσθηση
ρίχνουμε θάνατο στη σωτηρία μας
εκ των ενδεχομένων.
Το κρίμα το σηκώνει ατάραχη η πείρα.
Τα περασμένα ψιχαλίζουν μέσα μας
τη μοχθηρία του φευγαλέου.

Καταιγίδα τώρα πέφτει πάνω μας
το απραγματοποίητο.
Λουζόμαστε με μαλαγχολία
καθώς ξεκινάμε
στην ανελέητη κάψα της ανάγκης.

 

VOID

With our sense a slingshot
we slaughter the possibility
of our salvation
the collected experience carries the sin
the past drizzles inside us
the hatred of the fleeting.

Now the tempest falls on us
like the unaccomplished.
We bathe in melancholy
as we wake up
in the merciless stress of the need.
~ΕΡΕΒΟΣ-EREBUS, by KIKI DIMOULA, ΙΚΑΡΟΣ, 1956, // translated by Manolis Aligizakis

 

Dimitris Liantinis//Δημήτρης Λιαντίνης

!cid_8A6047E6-FB09-47C2-B768-B275C2705D38@telus

ΠΡΟΛΟΓΙΣΜΑ

Πριν οκτώ χρόνους έφυγε ο άνδρας μου Δημήτρης Λιαντίνης. Ήταν η πρώτη Ιουνίου 1998 όταν εξαφανίστηκε από το σπίτι μας και το επαγγελματικό πανεπιστημιακό του περιβάλλον. Και όχι απρόσμενα και απροσδόκητα. Το μόνο που δεν γνώριζα ήταν η μέρα και η ώρα.
Σχέδιο φυγής, αρχιστρατηγικό, όπως μου έλεγε, που το ετοίμαζε με απόλυτη ακρίβεια χρόνους πολλούς.
Άδειασε το πρώτο συρτάρι του γραφείου του και τοποθέτησε μέσα όσα σημαντικά έκρινε, όσα μου επέτρεψε να γνωρίζω για την τελευταία του πράξη. Άλλα με γλώσσα σαφή, άλλα με αινιγματική και μυθοπλαστική. Του μύθου όμως του φιλοσοφικού (πλατωνικός μύθος) που λέγει με σύμβολα όσα έχει απορία ο νους να εκφράσει με ορισμούς. Μου άφησε γραπτές εντολές και δικαιοδοσίες, εξουσιοδοτήσεις, το ημιτελές βιβλίο του για τον Καβάφη, που το έγραφε στο τέλος της δεκαετίας του 80 και ποτέ δεν περάτωσε, το ποιητικό του έργο που εκδίδω σήμερα, ένα ακόμη βιβλίο γραμμένο στις αρχές της δεκαετίας του 90, που ποτέ δεν εξέδωσε, και το πιο σημαντικό και διαφωτιστικό της πράξης του· ένα κείμενο που έγραψε την παραμονή της αναχώρησής του, στις 31 Μαίου 1998.
Πάνω στο γραφείο του υπήρχε ένα γράμμα προς την κόρη μας Διοτίμα. Το μόνο κείμενο που έδωσα μέχρι σήμερα στη δημοσιότητα, και αυτό την πρώτη εβδομάδα της εξαφάνισης, θέλοντας τότε να προστατεύσω την τιμή του απέναντι στα ανόσια σχόλια κάποιων δημοσιογράφων για το πρόσωπό του.

Έζησα πολλά και περίεργα αυτούς τους οκτώ χρόνους. Ώρες – ώρες ένιωθα να ξεχειλίζει η αδικία, όπως η γη στον κατακλυσμό. Της πληγής μου και της απορίας μου τον ψίθυρο αποκήρυσσε αμίλητη η προστασία του που γένναγε την ευκρασία στην αλλαγή από το σκοτάδι στο φως και αντίστροφα. Και το σκοτάδι έχει μέσα του φως. Το λυκαυγές.
Ό,τι οι δυο μας ζήσαμε 26 χρόνους ήταν το δρύινο σκαρί του Οδυσσέα, σημαδεμένη μοίρα, δαιμονικό (με την αρχαιοελληνική σημασία του όρου «δαίμων») παραμύθι. Είτε οι χρόνοι μας ήταν γελαστοί είτε λυπημένοι. Σπουδάσαμε την ευτυχία μας ζωγραφίζοντας μέρες και νύχτες στο δρόμο της μεγάλης επιστροφής. Ήταν η ιστορία μιας θάλασσας, όπως εκείνης των Κεχρεών, που κατακλύζει την ακρογιαλιά, το βράχο στο μπούρτζι, το δάσος αντίκρυ, το κορίτσι στον απέναντι λόφο που κοιμάται στο φως του φεγγαριού, την αντάρα της βροχής, τη θύελλα του ίμερου. Αγωνιστήκαμε να μεταλλάξουμε το θυμό της καταστροφής σε πνοή δημιουργίας. Και όλα με την ίδια αταραξία και βεβαιότητα του ίδιου θανάτου, που όταν θα ερχότανε, θάταν μόνο ένα άλλο παιγνίδισμα, ένας απλά διαφορετικός ήχος στην απεραντοσύνη του πελάγους.

Ο Λιαντίνης δημοσίευσε οκτώ βιβλία. Το τελευταίο ήταν η Γκέμμα. Το καταληκτικό αλλά και αποκαλυπτικό για τους σοβαρούς ερμηνευτές κεφάλαιο (π), σελ. 255, με τίτλο «Sonne über Austerlitz» είχε στο χειρόγραφό του αρχικά το παρακάτω περιεχόμενο:

«Καθώς ο Οκταβιανός Αύγουστος, γέροντας εβδομήντα δύο χρονώ, γύριζε αλλόφρονας στο παλάτι, χτύπαγε το κεφάλι του στους τοίχους*, και φώναζε: – Κοϊντιλιανέ Βάρε, δος μου πίσω τις λεγεώνες μου!
Δόστε μου πίσω τους συντρόφους! Στο Νυμφαίο του Ελικώνα μου! Τον Ηράκλειτο, τον Εμπεδοκλή, το Νίτσε, τον Πλάτωνα, το Δάντη, το Σολωμό, τον Αισχύλο!
Δόστε μου πίσω το έχει μου! Τους δοξασμένους πρίγκιπες των χρωμάτων και του χρόνου. Τον Ορλώφ, τον Κούλιναν, το Σάχη, το Μεγάλο Μογγόλο, τον Τίφανυ, το Φλωρεντίνο, τον Αστέρα του Νότου.
Δόστε μου πίσω τις αναπνοές μου, στον κήπο ανατολικά! Τη Λου, τη Λαμπιδούσα, τη Μυρτάλη, τη Μαριέ, την Ευτζενική, την Υπεριώδη, τη Διοτίμα.
Γιατί η διαφορά, η τρομερή, εστάθηκε ότι οι ποιητές, που μοιάζαν την αλήθεια, είπανε ψέματα.
Εγώ όμως, που μοιάζει με τα ψέματα, έζησα την αλήθεια.»

* στις καλυδώνιες πέτρες του παλατιού, χτύπαγε το κεφάλι στα σφηνώματα.

Στο τυπογραφείο άφησε τελικά μόνο τις δύο τελευταίες παραγράφους. Γιατί;…

Τα ποιήματά του ο Λιαντίνης τα έγραψε από το 1971 μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 80. Στην ερώτησή μου, γιατί δεν τα εκδίδει, μου απαντούσε: Γράφω και δημοσιεύω πλέον ποίηση μέσα από τον πεζό επιστημονικό λόγο. Αυτά θα μείνουν σε σένα, στα κατάλοιπά μου. Πίστευε ότι η αληθινή ποίηση είναι αυτόνομη πηγή ζωής. Αγάπημά της διαλεχτό η μορφή. Το έργο της, ανεπανάληπτο, έχει μέσα του την εντελέχειά της. Ο δημιουργός νικάει το θάνατο με το έργο του.
Με έμαθε ότι ο γνήσιος ποιητής ζει την αλήθεια, ότι ο ποιητής φανερώνει την αλήθεια, ότι ο ποιητής πεθαίνει, ότι η φανερωμένη αλήθεια έρχεται στο φως μετά το «θάνατό» του, ότι ο ποιητής ανασταίνεται, ότι τον τραγικό ποιητή συμπληρώνει ο αναστημένος ποιητής.

Οι ποιητικές του συλλογές είναι δύο. Οι ώρες των άστρων και Η όγδοη μέρα. Δημοσιεύω τα ποιήματα στο πολυτονικό σύστημα, όπως ακριβώς υπάρχουν στα χειρόγραφά του.

Το πλέον όμως σημαντικό ποιητικό του κείμενο είναι από έποψη μορφής και ουσίας εκείνο που έγραψε την παραμονή της εξαφάνισής του (31. Μαίου 1998) και που το ίδιο μιλάει για την τελευταία του πράξη. Αρκεί ο μελετητής του να διαθέτει ικανότητα ερμηνευτική και εκπαιδευμένη αντίληψη.
Το αποκαλύπτω για πρώτη φορά σήμερα και αφήνω τον ίδιο να μιλήσει για το «τέλος» της πράξης του εντελεχειακά.

 

«Έ συ, αρχηγέ της φύσης! Τιμημένε και πολυκράτη.
Με τα πολλά ονόματα στον εσπερινό και στον όρθρο.
Ύπατε και τιμητή στις φρουρές και στα κάστρα του χρόνου.
Και ισχυρέ δήμαρχε των συνελεύσεων της αγοράς.
Που κυβερνάς με το δίκιο το άγιο, και τον ίσιο νόμο.
Χαίρε! Στρατηγέ και δορυκτήτορα.
Ζώνεσαι τα αμφίστομα ξίφη στον τελαμώνα.
Και πολεμάς τούς απελάτες στα σύνορα. Πέρα μακριά.
Στα μαγνητικά πεδία και τις αντλαντκές βαρύτητες.
Καμαρώνω τη δύναμη και τα γκέμια σου.
Κρατάς τις πληγές του κεραυνού στο χέρι.
Όπως ο καπετάνιος το δοιάκι του καραβιού.
Ανοίγεις το δρόμο δύσκολα μέσα από την αλαλησιά της αγαμίας.
Αναμερίζοντας τον πανικό του χάους.
Και κυβερνάς στη γραμμή του κράτει.
Το πλοίο των άστρων και το ποτάμι του σύμπαντος.
Έχεις υπουργό το Βοριά. Ξεπαστρευτή και Νυκτέλιο.
Για τους σήψαιμους, και για τους θράσιους.
Έχεις και του θρόνου σου σύμβουλο το δαδούχο τον Ήλιο.
Αγνέ αθλητή του δέκαθλου και του φωτός.
Φιλιώνεις το νερό και τη φάγουσα φλόγα. Πλέκεις στεφάνι.
Στο ανώφλι της αυγής από αστραπή κι από νύχτα.
Κι όλα τ’ αγκαλιάζει η στοργική μοναξιά σου.
Περιστέρια και φίδια, καρπούς και ηφαίστεια,και νησιά και ίσκιους.
Το άχ! Και το δυόσμο.
Μόνο οι μωροί μη σε νιώθουν.
Οι άδικοι και οι ταγμένοι του φθόνου.
Ποτέ δε σε φτάνει η γκρεμισμένη ματιά τους.
Η μολυσμένη ανάσα τους.
Των χεριών τους οι κάκτοι.
Ο αραχνεώνας του νου τους.
Εσένα οι αμίαντοι καλοδέχουνται ξένο.
Σιωπηλοί όταν πίνουν το στόμα της θάλασσας.
Και τρώνε μαζί με τους μήνες.
Αγγίζουν τη χλαμύδα σου στο σβήσιμο της αστραπής.
Και το χέρι τους πετρωμένο ελάφι σε δείχνει.
Γνώριμε άγνωστε.

Ο Λιαντίνης δεν έχει πει όμως ακόμη το δικό του νόημα και περιεχόμενο στην τελευταία λέξη της Γκέμμας «αλήθεια». Κάποτε οι δείχτες του χρόνου θα γελάνε με πολλά ανεδαφικά και επιπόλαια που γράφτηκαν και ειπώθηκαν για την ζωή του, την κοινή μας πορεία και την πράξη του .
Όμως και τότε δεν θα έχει αλλάξει κάτι.
Νικολίτα Γεωργοπούλου – Λιαντίνη
Κηφισιά, 1 Ιουνίου 2006
PROLOGUE

Eight years ago Dimitris Liantinis passed on. It was June the 1st 1998 when he disappeared from our home and his professional world. His disappearance wasn’t unexpected, I only didn’t know the date and time of day.
An escape plan that of a general as he often said to me, one he was preparing in detail and for a lot of years.
He emptied the top drawer of his desk and placed in it what he considered important, what he wanted me to know regarding his last course of action. Some of his comments were crystal clear others enigmatic and mythopoetic. The philosophical myth that describes with symbols what the mind can’t express with terminology. He also left me with instructions, requests, right to do as I wish regarding a book about Constantine Cavafy he left half-finished, which he was writing the last years of 1980 but never completed, his poetry work which is published this year, another book he wrote during the `90ies but never published and his most significant clarifying note regarding his last action; a comment he wrote the night before he departed, May 31st 1998.
On the desk he left a letter for our daughter Diotima, the only material I released to the media during the first week after his disappearance in order to protect his honour opposite the impious comments of some news reporters regarding Liantinis.
I went through a lot and strange events during those eight months. At times I felt the overflowing injustice not different than the deluge. His silent absence served as having a soothing effect and a wonder on my wound, his absence that gave birth to the benevolent feeling we sometimes have when light succeeds darkness and vise-versa. Even darkness has light in it: the twilight.
What Dimitris and I lived together, 26 years of marriage was the of oak tree craft of Odysseus, the marked Fate, a demonic (with the ancient Greek meaning of the word demon) fable. Our years were sometimes smiling other times sorrowful. We studied happiness by painting for days and nights the great return. It was the story of the sea, like the sea of Kechrees- Korinth that floods the seashore, the rock of Bourtsi, the opposite forest, the girl who sleeps under the moonlight on the opposite hill, the wrath of rain, the storm of sexual arousal. We fought to transcend the anger of destruction into the breath of creativity and all this with the calmness and certainty of the same death which whenever it would come it would be nothing but a game, simply a different sound in the endlessness of the sea.
He wrote all his poems between 1971 and 1985. To my question why he wouldn’t publish them he would answer “I write and publish poetry through my scientific prose. These poems will be left to you. He believed that true poetry has its own spring life as it is an exquisite form of expression; its purpose, irreplaceable, has in it its final completeness: the creator turns into an immortal.
Liantinis learned that the true poet experiences truth and reveals the truth; he learned that the poet dies and reveals the truth after his death; that the tragic poet is completed by the re-risen poet. He wrote two poetry collections: The Hour of the Stars and The Eight Day which are included in this publication.
However his most important poem in content and substance is the one he wrote on March 31st 1998 the night before he left; this poem speaks of his final course of action. I reveal this poem for the first time today and I let it speak to the discerning reader of the final completeness, of Dimitris Liantinis’ last course of action.

 

Hey, you leader of nature! Honored master of everything
with many names in the evening vespers and in the matins
consul and censor in the guards and castles of time and
powerful mayor in the meetings of the agora.
You who with justice govern the holy and right law
hail to You! General and holder of the spear
you criss-cross two swords in your bandolier and
you fight the frontiersmen at the borders. Far away
in the magnetic field and in the gravity of the Atlantic
I admire the power and your reins.
You hold the wound of thunderbolt in your hand
like a captain holds the tiller of the boat
you draw a difficult path through the silence of celibacy
putting aside the panic of chaos and
you control along the line of the sustainable
the ship of the stars and the river of the universe.
You have the North Wind as your minister: killer and nocturnal
for the septiaemic and the audacious and
you have the torchbearer Sun as your throne advisor.
Pure athlete of the decathlon and the light
you make friends of the water and the devouring fire. You fashion a wreath
on the cornice of dawn made of the lightning and the night.
Your loving loneliness embraces everything
doves and snakes, fruits and volcanos and islands and shadows
the ah! And the mint.
Only that the fools don’t sense you
the unjust and the dedicated to hatred
never let their tumbled glance reach you
their infected breath
the cactuses of their hands
the spider webs of their minds.
Your chaste people welcome the foreigner
when silently they drink the mouth of the sea and
eat along with the months
they touch your chlamys in the blowing out of the lightning and
their hands, petrified does, show you.
Familiar and unknown.

 

Liantinis yet hasn’t said his meaning and his explanation of truth, the last word of GEMMA. At some time the fingers of time will laugh with the lot of unsubstantiated and foolish reports written and said about his life, about our common path and his final course of action.
However even then nothing will be changed.

~Nikolitsa Georgopoulos-Liantinis, Kifisia, 1st of June 2006

Übermensch//ΥΠΕΡΑΝΘΡΩΠΟΣ

ubermensch_cover800px-Nietzsche187a

Übermensch — The Solution

“It returns, what finally comes home to me is my own Self and what of myself has long been in strange lands and scattered among all things and accidents.”
Thus Spoke Zarathustra, The Wanderer
The word ‘hero’, coined in English in the fourteen century, derives from the Greek Ἥρως (hero, warrior). Nietzsche had a deeply heroic streak in his soul, and a hero archetype became a motivating drive in his life and in his philosophy. He confessed in Ecce Homo: “I am by nature warlike. The attack is among my instincts… I attack only causes that are victorious… where I stand alone.” It may well have been the heroism of exceptional men that appealed to him in Homer’s Iliad and Odyssey and in Shakespeare’s tragedies, which he read as a young teenager. He later rediscovered the hero’s mythical journey in the musical dramas of Wagner.
Jung believed that the archetype of a hero is the oldest and the most powerful of all archetypes, and considered religious figures such as Buddha, Christ or Mohammed to be its various personifications (in The Archetypes and the Collective Unconscious). The hero’s journey is ultimately a journey towards self-integration. The final destination, which Jung called ‘individuation’, is a state of wholeness and completeness, and it involves the unification of opposites. Indeed, coincidentia oppositorum (coincidence of the opposites), a concept borrowed from Heraclitus, is a propelling force in becoming the Übermensch. The constant tension and energy of the conflict becomes a source of inspiration and creativity; the strife leads to “new and more powerful births”. The superabundance of any force inevitably produces its opposite and an inner balance can be achieved by uniting (or overcoming, to use Nietzsche’s term) these opposites. The restoration of equilibrium is the essence of healing. The Übermensch advocates a new ‘great health’ which he equates with an all-embracing totality whereby “all opposites are blended into a unity” (The Gay Science, 382). The conscious and the unconscious, good and evil, the earthly and the spiritual synchronize in contrapuntal harmony. A noble soul is no longer divided; it becomes an ‘individual’ not a ‘dividual’, as Nietzsche has stressed. The element of transformation (or resurrection) lies at the heart of the hero’s message. The great hero (der Überheld) overcomes himself, sublimates his impulses and passions, and owes nothing to anyone, not even to God. In the process of ‘becoming what one is’, the Übermensch unites reason and passion, order and chaos, discipline and ecstasy. But to become ‘all one’, and be free, ultimately means to be alone, taking full responsibility for one’s life. There is no scapegoat to take the blame for one’s misfortunes; not the Jews, not the Christians, not the Muslims, not even the Devil himself. One is sentenced to freedom and its aloneness:
“During the longest period of human past nothing was more terrible than to feel that one stood by oneself. To be alone, to experience things by oneself, neither to obey nor to rule, to be an individual – that was not a pleasure but a punishment; one was sentenced ‘to individuality’. Freedom of thought was considered a discomfort itself.”
The Gay Science
ΥΠΕΡΑΝΘΡΩΠΟΣ — Η ΛΥΣΗ
Αυτός ο αδύναμος και ευάλωτος άνθρωπος πίστευε ότι «η ιδέα της θέλησης, της δύναμης και του υπεράνθρωπου έχουν σημασία και όχι οι χριστιανικές αντιλήψεις για την ευσέβεια, την καρτερία και την ισότητα». Στα έργα του, βρίσκουμε επεξεργασμένη κι εμπλουτισμένη τη σπορά των λόγων του Μαξ Στρίνερ που απετέλεσε την κοινή αφετηρία τόσο του αναρχισμού όσο και του ανηθικισμού και της φιλοσοφίας του υπεράνθρωπου. Ο Στρίνερ είχε πει:
«Αν το Κράτος είναι μια κοινωνία ανθρώπων και όχι μια συνάθροιση από Εγώ, τότε το Κράτος δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς την ηθική, πάνω στην οποία πρέπει να στηρίζεται. Γι’ αυτό, το Κράτος και Εγώ είμαστε εχθροί».
Ο Νίτσε το ερμήνευσε:
«Το κράτος οργανώθηκε όταν μια νικήτρια φυλή δημιούργησε καθεστώς τρομερής καταπίεσης του νικημένου λαού, πολυπληθέστερου αλλά ανοργάνωτου. Τα ένστικτα των υποταγμένων κατέληξαν σε εσωστρέφεια. Η δύναμη της ενέργειας και ο πόθος για δύναμη στράφηκαν ενάντια στον ίδιο τον άνθρωπο. Εμφανίστηκαν έτσι νέα ιδανικά: η απάρνηση του εγώ, ο αλτρουισμός. Η τάση του αλτρουισμού είναι δείγμα ενστίκτου σκληρότητας και οι τύψεις πόθος για βασανιστήρια. Οι άνθρωποι πίστεψαν ότι η ενοχή τους ήταν οφειλή προς τους προγόνους. Οφειλή που έπρεπε να την αναγνωρίσουν με τη θυσία της υποταγής. Αυτός ο φόβος για τους προγόνους βρίσκεται μεταμορφωμένος στον θεό. Γι’ αυτό η θρησκεία, και κυρίως ο χριστιανισμός, είναι πληγή για την ανθρωπότητα».
Με όλα αυτά, ο Νίτσε βρέθηκε να εκπροσωπεί τον αχαλίνωτο ατομικισμό και να γίνει η ιδεολογική σημαία των καπιταλιστών, την περίοδο της ανόδου των πλουσίων του χρήματος. Και πάνω στις απόψεις του για τον υπεράνθρωπο θέλησαν να χτίσουν οι ναζί θεωρητικοί της υπεροχής της άριας φυλής. Όμως, οι θέσεις του Νίτσε για τον υπεράνθρωπο ανήκουν στην τρίτη ομάδα του έργου του και δεν μπορούν να αποκοπούν από τις προηγούμενες δύο. Πολύ περισσότερο, που αναπτύχθηκαν παράλληλα και δεν αποτελούν παραγωγή ξεχωριστών χρονολογικών περιόδων.
~www.wikipedia.org

 

MANOLIS ANAGNOSTAKIS-ΜΑΝΩΛΗς ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗ

93119261_134154321279

I SPEAK

I speak of the last trumpeting of the defeated soldiers.
of the last rags from our festive garments
of our children who sell cigarettes to the passers-by.
I speak of the flowers that wilted on the graves and
rain rots them
of the houses gaping with no windows like toothless
skulls
of girls begging and showing the scars of their breasts.
I speak of the shoeless mothers who crawl among the ruins
of the conflagrated cities the corpses piled in
the streets
the pimps poets who during the night shiver by the front
steps.
I speak of the endless nights when the light is dimmed
at dawn
of the loaded trucks and the footsteps on the wet
cobblestones.
I speak of the prison yard and of the tear of the moribund.

But I speak more of the fishermen
who abandoned their nets and followed His steps
and when He got tired they didn’t rest
and when He betrayed them they didn’t reject Him
and when He was glorified they turned their eyes the other way
and their comrades spat at them and crucified them.
Though they, serene, took the road that had no end
and their glance didn’t ever darken nor bowed down
standing up and lonely amid the horrible loneliness of the crowd.

ΜΙΛΩ
Μιλώ για τα τελευταία σαλπίσματα των νικημένων στρατιωτών.
Για τα τελευταία κουρέλια από τα γιορτινά μας φορέματα.
Για τα παιδιά μας που πουλάν τσιγάρα στους διαβάτες.
Μιλώ για τα λουλούδια που μαραθήκανε στους τάφους
και τα σαπίζει η βροχή.
Για τα σπίτια που χάσκουνε δίχως παράθυρα σαν κρανία
ξεδοντιασμένα.
Για τα κορίτσια που ζητιανεύουνε δείχνοντας στα στήθια
τις πληγές τους.
Μιλώ για τις ξυπόλητες μάνες που σέρνονται στα χαλάσματα.
Για τις φλεγόμενες πόλεις τα σωριασμένα κουφάρια στους
δρόμους.
Τους μαστροπούς ποιητές που τρέμουνε τις νύχτες στα
κατώφλια.
Μιλώ για τις ατέλειωτες νύχτες όταν το φως λιγοστεύει τα
ξημερώματα.
Για τα φορτωμένα καμιόνια και τους βηματισμούς στις υγρές
πλάκες.
Για τα προαύλια των φυλακών και για το δάκρυ
των μελλοθανάτων.

Μα πιο πολύ μιλώ για τους ψαράδες.
Π’ αφήσανε τα δίχτυα τους και πήρανε τα βήματά Του.
Κι όταν Αυτός κουράστηκε αυτοί δεν ξαποστάσαν.
Κι όταν Αυτός τους πρόδωσε αυτοί δεν αρνηθήκαν.
Κι όταν Αυτός δοξάστηκε αυτοί στρέψαν τα μάτια.
Κι οι σύντροφοί τούς φτύνανε και τους σταυρώναν.
Κι αυτοί, γαλήνιοι, το δρόμο παίρνουνε π’ άκρη δεν έχει.
Χωρίς το βλέμμα τους να σκοτεινιάσει ή να λυγίσει.
Όρθιοι και μόνοι μες στη φοβερή ερημία του πλήθους.
~Μανώλη Αναγνωστάκη/Manolis Anagnostakis—μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη/translated by Manolis Aligizakis

ALBERT CAMUS

images

Albert Camus (1913—1960)

Albert Camus was a French-Algerian journalist, playwright, novelist, writer of philosophical essays, and Nobel laureate. Though neither by advanced training nor profession a philosopher, Camus nevertheless through his literary works and in numerous reviews, articles, essays, and speeches made important, forceful contributions to a wide range of issues in moral philosophy – from terrorism and political violence to suicide and the death penalty. In awarding him its prize for literature in 1957, the Nobel committee cited the author’s persistent efforts to “illuminate the problem of the human conscience in our time,” and it is pre-eminently as a writer of conscience and as a champion of imaginative literature as a vehicle of philosophical insight and moral truth that Camus was honored by his own generation and is still admired today. He was at the height of his career, at work on an autobiographical novel, planning new projects for theatre, film, and television, and still seeking a solution to the lacerating political turmoil in his native Algeria, when he died tragically in an automobile accident in January, 1960.
Albert Camus quotes//Γνωμικά του Αλμπέρτου Καμύ
“You will never be happy if you continue to search for what happiness consists of. You will never live if you are looking for the meaning of life.”

Δεν θα είσαι ευτυχισμένος αν συνεχίσεις ν’ αναρωτιέσαι τί είναι ευτυχία. Δεν θα ζήσεςι ποτέ τη ζωή αν συνεχίσεις την αναζήτηση για το τί είναι η ζωή.

“In the depth of winter, I finally learned that within me there lay an invincible summer.”

Στο μέση του χειμώνα διαπίστωσα ότι κρύβω μέσα μου ένα ακατανίκητο καλοκαίρι.

“Man is the only creature who refuses to be what he is.”

Ο άνθρωπος είναι το μοναδικό ον που αρνείται να παραδεχτεί ποιος είναι.

“Nobody realizes that some people expend tremendous energy merely to be normal.”

Κανείς δεν καταλαβαίνει ότι μερικοί άνθρωποι σπαταλούν πολλή ενέργεια για να `ναι απλά φυσιολογικοί.

“Should I kill myself, or have a cup of coffee?”

Ν’ αυτοκτονήσω ή να πιω ένα καφέ;

“Live to the point of tears.”

Ζήσε μέχρι σημείου δακρύων.

“You know what charm is: a way of getting the answer yes without having asked any clear question.”

Γνωρίζεις τί υπέροχο είναι να σου απαντούν, ‘ναι’ δίχως καν να έχεις κάνεικάποια σαφή ερώτηση;

~ Μετάφραση στα ελληνικά Μανώλη Αλυγιζάκη/translation by Manolis Aligizakis

UBERMENSCH — ΥΠΕΡΑΝΘΡΩΠΟΣ

ubermensch_cover

FUNERAL

We buried him, yesterday afternoon, in the freshly dug soil,
a small twig that he was, the poet with his thin gray beard.
His only sin: so much he loved the birds that didn’t come
to his funeral.
The sun went down behind the army barracks where the future
dead slept and the lone hawk, lover of songs, sat on the oak
branch; women lamented for the day’s yellow rapture and after
approving everything the hawk flew away, as if to define
distance. Wind blew over the surface of the lake searching
for the traitor who had run to the opposite shore where
judgement was passed and the ancient cross remained with
no corpse.
Everyone felt joyous, wine and finger food had to do with it
the hawk returned without news and the beggar extended
his hand and softly begged:
“two bits, man, God bless your soul, two bits.’

ΚΗΔΕΙΑ

Χθες το απόγευμα, τον θάψαμε στο φρεσκοσκαμμένο χώμα,
λες να `τανε βλαστάρι ενός δεντρού, το ποιητή με τ’ αραιό
γκρίζο γενάκι. Μόνη του αμαρτία που αγαπούσε πολύ
τα πουλιά κι αυτά ξέχασαν στην κηδεία του να έρθουν.
Ο ήλιος έδυσε πίσω απ’ το στρατόπεδο με τους νεκρούς
της αύριον και το γεράκι, μονιάς της λαγκαδιάς, καθόταν
στης οξιάς κλαδί. Γυναίκες κλάψαν για το κίτρινο συναίσθημα
της μέρας και το γεράκι αφού όλα τα επιδοκίμασε, πέταξε
μακρυά τις αποστάσεις για να καθορίσει, ο αγέρας φύσηξε
πάνω απ’ τη λίμνη, λες κι έψαχνε για τον προδότη που είχε
πάει στην αντιπέρα όχθη, εκεί που κρίνονται οι δίκαιοι
κι ο πανάρχαιος σταυρός έμεινε δίχως κορμί.
Όλοι ένιωσαν ευέλπιστοι απ’ το κρασί και τους μεζέδες,
ξανάρθε το γεράκι δίχως να φέρει νέα κι ο ζητιάνος έτεινε
το χέρι και καλοκάγαθα ψυθίριζε:
‘ελεημοσύνη χριστιανοί, ελεημοσύνη.’

~Υπεράνθρωπος/Ubermensch, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2013

SEVEN NOCTURNAL HEPTASTICHS//TRANSLATED BY MANOLIS ALIGIZAKIS

elyths

SEVEN NOCTURNAL HEPTASTICHS

VI

Unfathomable night bitterness with no end
sleepless eyelid
pain is burnt before sobbing
loss bends before is weighed

moribund ambush
when the syllogism of its futile meander
is shattered on the apron of its destiny

ΕΠΤΑ ΝΥΧΤΕΡΙΝΑ ΕΠΤΑΣΤΙΧΑ

VI

Ανεξιχνίαστη νύχτα πίκρα δίχως άκρη
βλέφαρο ανύσταχτο
πριν βρει αναφιλητό καίγεται ο πόνος
πριν ζυγιαστεί γέρνει ο χαμός

καρτέρι μελλοθάνατο
σαν ο συλλογισμός από τον μάταιο μαίανδρο
στην ποδιά της μοίρας του συντρίβεται

~ ORIENTATIONS, Odysseus Elytis, translated by Manolis Aligizakis
~ ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΙ, Οδυσσέα Ελύτη, μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

ETERNAL RECURRENCE

800px-Nietzsche187a

NIETZSCHE: Eternal Recurrence in True Detective

19th century German philosopher Friedrich Nietzsche once wrote, “What, if some day or night a demon were to steal after you into your loneliest loneliness and say to you: ‘This life as you now live it and have lived it, you will have to live once more and innumerable times more?’”
Nietzsche was profoundly affected by the concept of Eternal Recurrence. In Thus Spake Zarathustra, he referred to it as the “mightiest thought.” It is important to note, however, that Nietzsche did not introduce the theory of Eternal Recurrence. It is found in Ancient Egyptian and Indian philosophies. But Nietzsche’s practical application of the idea is innovative.
Instead of asserting Eternal Recurrence as a metaphysical truth, Nietzsche presents it to the reader as a hypothetical test to determine whether one is living a worthwhile life. Supposing that someone tells you Eternal Recurrence is true, that you will need to live your life over and over again for eternity, Nietzsche asks: “Would you not throw yourself down and gnash your teeth and curse the demon who spoke thus? Or have you once experienced a tremendous moment when you would have answered him: ‘You are a god and never have I heard anything more divine.’” The person who embraces Eternal Recurrence as a blessing from the divine is living a worthwhile life. On the other hand, the person who curses Eternal Recurrence as a torment sent from the devil ought to consider changing the path of life on which he is treading.
To conclude, Eternal Recurrence is the theory that time is like a circle, and that the life we live now, we will live innumerable times more for eternity. In short, our lives are like DVDs. Nietzsche introduces an innovative interpretation of this ancient concept. He is unconcerned about the validity of the theory, but rather presents the concept as a hypothetical test. In order to pass the test, one must live so “that one wants to have nothing different, not forward, not backward, not in all eternity.”

ΝΙΤΣΕ: Η Αιώνια Επιστροφή για τον Άνθρωπο Ερευνητή

Ο φιλόσοφος του 19ου αιώνα Νίτσε έγραψε κάποτε, « Τί θα γινόταν αν κάποια στιγμή ένας δαίμονας ερχόταν κρυφά εκεί στην μοναξιά σου κι έλεγε: Η ζωή σου όπως την ζεις και την έχεις ζήσει στο παρελθόν, θα την ζήσεις ξανά στο μέλλον όχι μία φορά μόνον αλλά πολλές φορές;» Η έννοια της Αιώνιας Επιστροφής αναλύεται και σύμφωνα με το Νίτσε βλέπουμε και την πρακτική εφαρμογή της.
Η έννοια αυτή είχε μεγάλη επιρροή στη σκέψη του μεγάλου γερμανού φιλόσοφου. Στο Ζαρατούστρα του την ονομάζει την πιο δυνατή σκέψη. Αλλά είναι απαραίτητο να σημειώσουμε ότι η έννοια αυτή της Αιώνιας Επιστροφής δεν ήταν του Νίτσε. Προέρχεται από την αρχαία Αίγυπτο και την Ινδική φιλοσοφία. Αλλά η πρακτική εφαρμογή της έννοιας που προώθησε ο Νίτσε είναι πραγματικά καινούργια. Αντί να δεχτεί την έννοια της Αιώνιας Επιστροφής σαν μια μεταφυσική αλήθεια ο Νίτσε την προτείνει στον αναγνώστη σαν ένα υποθετικό τρόπο διαγωνισμού για να καταλάβει ο καθένας αν ζει τη ζωή του με αξιόλογο τρόπο. Αν κάποιος μας βεβαιώσει ότι η Αιώνια Επιστροφή είναι πραγματικότητα, ότι θα πρέπει να ζήσεις τη σημερνή σου ζωή ξανά και ξανά στον αιώνα τον άπαντα, ο Νίτσε ρωτά: «Θα `πεφτες κάτω στο χώμα και θα έτριζες τα δόντια σου και θα καταριόσουν το δαίμονα που σου μίλησε; Ή θα ήταν σαν να ξαναζούσες τη στιγμή που θα του απαντούσες : ‘Είσαι θεός και ποτέ δεν άκουσα κάτι πιο άγιο και πιο θεϊκό.’
Εκείνος που θ’ αγκάλιαζε την έννοια της Αιώνιας Επιστροφής σαν ευλογία από το Θεϊκό είναι το άτομο που ζει μια αξιόλογη ζωή. Αντίθετα εκείνος που καταριέται την Αιώνια Επιστροφή σαν ένα βασανιστήριο που του έστειλε ο δαίμονας θα ήταν σωστό να αναθεωρήσει το κάθε τι και ν’ αλλάξει τον τρόπο ζωής του.
Η Αιώνια Επιστροφή είναι η θεωρία ότι η ζωή είναι ένας κύκλος και ότι τη τωρινή μας ζωή την έχουμε ζήσει πολλές φορές. Ο Νίτσε αδιαφόρησε αν η θεωρία ήταν αληθινή ή όχι αλλά την παρουσίασε σαν ένα υποθετικό τρόπο δοκιμασίας κι εξέτασης. Για να περάσει κάποιος τις εξετάσεις αυτές πρέπει να ζει έτσι που να μην επιθυμεί τίποτα απολύτως διαφορετικό ούτε στο μέλλον, ούτε τώρα ούτε στο παρελθόν του για όλη την Αιωνιότητα.

~Original Article in English from the blog The Great Conversation

https://orwell1627.wordpress.com/

~Translated into Greek by Manolis Aligizakis