Ubermensch//Υπεράνθρωπος

ubermensch_cover

Eνηλικίωση

Ξαφνικά είμαστε κιόλας ενήλικοι. Γρήγορα πέρασαν
τα ξέγνιαστα χρόνια, κλείσαν τα βιβλία, κι η παιδική
αγάπη αντικαταστήθηκε με τη λυπημένη σιωπή
που προχωρεί χωρίς προσανατολισμό. Οι οδηγοί βλαστήμησαν
την κίνηση και που `ναι ο θεός να βάλει κάποια τάξη;
Μα δεν έχουν ακούσει τα καλά μας νέα;
Πέθανε ο θεός, φωνάξαμε στον άνεμο και στα φύλλα
της οξιάς κι εμένα πάντα μ’ άρεσαν οι πλανόδιες ορχήστρες
που από πόλη σε πόλη πήγαιναν και διασκέδαζαν τον κόσμο
με νοσταλγικά τραγούδια, για του Παράδεισου τη μισέρια
την ώρα που εμείς στη γη τη βρίσκαμε με μαρμελάδα
και με λουκουμάδες. Ωστόσο κάτι πολύ σοβαρό
μας κρατούσε σιωπηλούς που η πεταλούδα πέταγε πάνω
απ’ την ντάλια. Σκέφτηκες άραγε ποτέ τι θα γινόταν
με μια μουγγή έρωτα αν έκανες και στη στιγμή
του οργασμού ξεφώνιζες δυνατά ‘βοήθεια;’

~ Μου αρέσουν όλοι όσοι δεν αναζητούν πίσω από κάθε άστρο
την αιτία για μια θυσία, μια αιτία για να καταστραφούν.
Adulthood

Suddenly we had grown into adulthood. Quickly
the carefree years passed, books closed, puppy love
replaced by somber silence, directionless,
drivers cursed the traffic jams and where was god to put
some order to this life?
But haven’t they heard the good news?
God was dead. We yelled it to the wind and to the aspen
leaves and I always believed in the travelling bands that
went from city to city and entertained people with old
nostalgic songs talking of misery being just in heaven
while on earth we thrived on jelly and glazed donuts. Yet
something sinister kept us silent that the monarch butterfly
flew over the dahlia.
Have you ever thought of what would happen if
you made love to a deaf woman and at the time
of climax you screamed for help?

~ I like all those who do not seek behind every star
the reason for a sacrifice, the cause for their destruction.

ALDEBARAN IN GOD’S CELL

Aldebaran in God’s cell

God gives meaning, God gives pain
-Halo, Porcupine Tree

The moon tonight is like a scar on heaven’s dark skin. A star hangs from its edge, one of those left alone to lament every troubadour’s defeat.
And next to the scar I saw God spreading.
Many years ago, when the sun rose from the East and grass was greener, I found myself in Mount Athos.
I was thinking of Kazantzakis and Sikelianos who wandered in Athos in search of God. Both found him, each in his own way.
I went there on my own research. Perhaps I should be doing more important things, being a blossoming youth. Studying in the university, working, seeking out ways to make money. It wasn’t my style, it isn’t now, so there I was, broken and befuddled, searching for God beyond Athos.
I left behind me the markets and the bazaars, took a tattered Bible and entered the sanctum.
Chrysostom put me up in his cell. And I remember a glorious morning, as the sea was silver-plated by the sun, he saw me buried in the Bible.
“What are you doing?” he asked me.
“I try to understand”
“Understand what?” he chuckled. “Just take a look around you. What else do you need?”
I raised my head and saw the World. No apartment buildings, highways and cars. No delusions and substitutes, all these things created by man to invest on their failure. It was the World naked. Original.
I didn’t understand but I felt a shiver down my spine.
I was a young man then, a shade over the twenties. I had to go back. I had a feeling that somewhere a girl awaited for me, a girl with blooming breasts. And all the world fades before a woman’s scent. Otherwise I might had stayed.
I came back, I fell in love and felt loved, and then I attempted to enter the human sanctum.
I haven’t made it, yet. I can’t figure out the way it works.
There are nights, such as this one, when I ask God if he knows, if he has a clue.
I ask him, why should we suffer?
No answer.
I ask him, why should we die?
No answer.
I ask him, why are people drowning?
No answer.
If he could talk, I know what he would say.
“This world is the world of men.
When you were close to me I asked you, what do you prefer? Immortality or freedom?
Angels chose immortality. Humans chose freedom.
Angels can’t choose between Good and Evil. That’s why they are immortal.
Humans can choose. That’s why they die.”
“That’s why they kill” I told him.
No answer.
We walked into the woods with Chrysostom and he showed me wild-boar tracks. Somewhere we spotted a cave in the mountain.
“A hermitage” he told me. “An old man lived there”.
“What did he do?” I asked.
“He died” he answered me.
The Last night before I leave Athos, I remembered the following Buddhist tale.
A youth had become a novice monk. He had passed all the trials but could not forget a girl back in the village.
He went to the master and asked him: “ Master, what should I do? Become a monk or go back to the village and get married?”
The master was chewing pumpkin seeds with his few remaining teeth. He spat the shells and replied:
“Whatever you do, you will regret it”
The moon looks like a pumpkin seed and Aldebaran hangs from its edge.
Perla the dog, chews on a piece of wood, as if she was a wise man.
Somewhere people are drowning, somewhere people get rich and somewhere a child dreams of peace.
The sun keeps rising from the east, in the world of men.
And God lies in his cell, without ever giving an answer.

SaneJoker – Γελωτοποιός

GREEK VERSION
«Ρε μπαγάσα, περνάς καλά κει πάνω;
Μιαν ανάσα, γυρεύω για να γιάνω.
Μια νυχιά, έτσι είναι το φεγγάρι απόψε. Απ’ την άκρη του κρέμεται ένα αστέρι, ένα από κεινα που μείναν μόνα τους να κλαίνε τον χαμένο αγώνα του τροβαδούρου.
Και δίπλα απ’ τη νυχιά είδα τον Θεό ν’ απλώνεται.
Πριν πολλά χρόνια, τότε που ο ήλιος έβγαινε απ’ την ανατολή και το γρασίδι φύτρωνε στο χώμα, είχα βρεθεί στο Άγιο Όρος.
Θυμόμουν τον Καζαντζάκη και τον Σικελιανό που τριγυρνούσαν στον Άθω προς αναζήτηση θεού. Τον βρήκαν κι οι δυο, καθένας με τον τρόπο του.
Πήγα να ψάξω κι εγώ. Ίσως θα έπρεπε να κάνω πιο σημαντικά πράγματα, νέο παιδί, παλικάρι, που έπιανα τις πέτρες και τις έστιβα. Να σπουδάζω, να δουλεύω, να ψάχνω τρόπους για να βγάλω λεφτά. Δεν το είχα τότε, δεν το έχω τώρα, κι έτσι άφραγκος κι αλλοπαρμένος γυρεύω τον θεό, μακριά απ’ τον Άθω.
Για δεν υπήρξα κατεργάρης και τη χρειάζομαι τη χάρη σου, μωρέ.
Άφησα πίσω μου τις Αγορές και τα παζάρια, πήρα μια διαλυμένη Βίβλο και παρείσφρυσα στο άβατο.
Με φιλοξένησε στο κελί του ο Χρυσόστομος. Και θυμάμαι ένα ένδοξο πρωινό, με τον ήλιο να επαργυρώνει τη θάλασσα, που με βρήκε χωμένο στη Βίβλο.
«Τι κάνεις εκεί;» με ρώτησε.
«Προσπαθώ να καταλάβω».
«Τι να καταλάβεις;», είπε γελώντας. «Κοίτα μπροστά σου. Τι άλλο θες;»
Σήκωσα το κεφάλι κι είδα τον Κόσμο. Χωρίς πολυκατοικίες, λεωφόρους κι αυτοκίνητα. Δεν υπήρχαν ψευδαισθήσεις κι υποκατάστατα, όλα εκείνα που κατασκευάζουν οι άνθρωποι για να επενδύσουν την αποτυχία τους. Ήταν ο Κόσμος γυμνός. Αληθινός.
Δεν κατάλαβα, αλλά ανατρίχιασα.
Ήμουν μικρός τότε, λίγο παραπάνω απ’ τα είκοσι. Έπρεπε να γυρίσω πίσω. Ένιωθα πως κάπου με περίμενε ένα κορίτσι μ’ ανθισμένα στήθη. Κι όλος ο κόσμος ωχριά μπρος στο άρωμα της γυναίκας. Αλλιώς μπορεί να `μενα εκεί.
Γύρισα, αγάπησα κι αγαπήθηκα, κι έπειτα προσπάθησα να παρεισφρύσω στο άβατο των ανθρώπων.
Ακόμα δεν το `χω καταφέρει. Δεν μπορώ να καταλάβω πώς λειτουργεί.
Κάποια βράδια, σαν το αποψινό, ρωτάω τον θεό, μήπως ξέρει αυτός, μήπως αυτός έχει καταλάβει.
Τον ρωτάω γιατί πρέπει να πονάμε.
Δεν απαντάει.
Τον ρωτάω γιατί πρέπει να πεθαίνουμε.
Δεν απαντάει.
Τον ρωτάω γιατί πνίγονται άνθρωποι.
Δεν απαντάει.
Αν μπορούσε να μιλήσει ξέρω τι θα μου `λεγε.
«Αυτός ο κόσμος είναι ο κόσμος των ανθρώπων.
Όταν όλοι ήσασταν κοντά μου σας ρώτησα τι προτιμάτε; Αθανασία ή ελευθερία;
Οι άγγελοι προτίμησαν την αθανασία. Οι άνθρωποι την ελευθερία.
Οι άγγελοι δεν μπορούν να επιλέξουν ανάμεσα στο Κακό και στο Καλό. Γι’ αυτό είναι αθάνατοι.
Οι άνθρωποι μπορούν να επιλέξουν. Γι’ αυτό πεθαίνουν.»
«Γι αυτό σκοτώνουν», του είπα.
Δεν απάντησε.
Περπατούσαμε στο δάσος με τον Χρυσόστομο και μου `δειχνε τα ίχνη απ’ τα αγριογούρουνα. Κάπου είδαμε μια τρύπα στο βουνό.
«Κελί», μου είπε. «Εμενε ένας γέροντας εδώ.»
«Τι έκανε;» τον ρώτησα.
«Πέθανε», μου είπε.
Το τελευταίο βράδυ, πριν φύγω απ’ τον Άθω, θυμήθηκα εκείνη τη βουδιστική ιστορία.
Ένας νεαρός είναι δόκιμος μοναχός. Περνάει όλες τις δοκιμασίες, αλλά δεν μπορεί να ξεχάσει το κορίτσι στο χωριό.
Πηγαίνει στον δάσκαλο και τον ρωτάει: «Δάσκαλε, τι να κάνω; Να γίνω μοναχός ή να γυρίσω στο χωριό να παντρευτώ;»
Ο δάσκαλος μασουλούσε κολοκυθόσπορους, με τα λίγα δόντια που του `χαν μείνει. Έφτυσε τα τσόφλια κι είπε:
«Ό,τι και να κάνεις, στο τέλος θα το μετανιώσεις.»
Το φεγγάρι μοιάζει με τσόφλι από πασατέμπο κι ο Αλντεμπαράν κρέμεται στην άκρη του.
Η Πέρλα, ο σκύλος, μασουλάει σαν σοφός ένα ξύλο.
Κάπου πνίγονται άνθρωποι, κάπου άνθρωποι πλουτίζουν, κάπου ένα παιδί ονειρεύεται την ειρήνη.
Ο ήλιος συνεχίζει να βγαίνει απ’ την ανατολή στον κόσμο των ανθρώπων.
Κι ο θεός ξαπλώνει στο κελί του, χωρίς ποτέ να απαντάει.

Ο Αλντεμπαράν στο κελί του Θεού

Impact/Επίπτωση

Impact

     And since the new reality was upon us truly we 

accepted it: dead was our God. Buried him yesterday

afternoon with no songs, no paeans, nor lamentations

and we felt a lot lighter. Nothing was as ticklish as

the mood of the sombre day while fear, I would say,

deep in our hearts, hidden. Sorrow reigned in the black

funeral home office while just outside beggars stretched

their hands asking for what we couldn’t spare, decency

of the new serpent who appeared but without fangs,

feverish magnolia bloomed its purple flowers over

our nuptial bed and in an eyrie we filled our chalice

with courage and we mailed it to the four corners of

the universe and promised never to be trapped again  

in the idiocy of a system.

 

The Andian condor we declared heir of the flesh.

The wind and the rain we proclaimed our catharsis.

 

     Evoe, oh, free elements, evoe.

 

     ‘Multiply and conquer the earth’ someone said. And

it was good.

 

Επίπτωση

     Όντως ήταν αληθινό και το δεχτήκαμε. Πέθανε

ο Θεός μας. Τον θάψαμε χθές το απόγευμα χωρίς

τραγούδια ή παιάνες, δίχως κλαυθμούς και μοιρολόγια

κι ανάλαφροι ενιώσαμε τίποτα πιο πολύ δεν μας

γαργάλαγε παρά το ύφος της μουντής μέρας ενώ ο φόβος,

θάλεγα, βαθειά μες την καρδιά μας είχε καταχωνιαστεί.

Στην σκοτεινή αίθουσα του γραφείου κηδειών κουμάντο

έκανε η θλίψη κι έξω απ’ την πόρτα οι ζητιάνοι απλώνανε

το χέρι και ζητούσαν αυτό που δεν θα τους δίναμε, ευπρέπεια

του φιδιού που δίχως δόντια εμφανίστηκε, η μαγνόλια

που άνθισε μενεξελιά μπουμπούκια πάνω στο νυφικό

κρεβάτι κι εμείς μες τη φωλιά του αετού γεμίσαμε κουράγιο

το δισκοπότηρό μας και το ταχυδρομήσαμε στα τέσσερα

της οικουμένης άκρα κι υποσχεθήκαμε ποτέ συστήματος

θύματα να μην πέσουμε.

 

Τον κόνδορα κληρονόμο της σάρκας κηρύξαμε.

Τον άνεμο και τη βροχή κάθαρση ονομάσαμε.

 

      Ευοί, ώ, λεύτερα στοιχεία, ευοί.

 

     ‘Πολλαπλασιαστείτε και κατακτήσετε τη γη’

κάποιος εφώναξε. Κι ήταν σωστό.

~Übermensch

~Υπεράνθρωπος