Tasos Livaditis//Τάσος Λειβαδίτης

cover

ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΧΡΗΣΗ
Βέβαια, όλα αυτά ήταν κάπως θολά, ίσως μάλιστα κι ανεξήγητα
γι’ αυτούς που σηκώνουν μ’ έμφαση το ποτήρι τους πάνω απ’ το
τραπέζι, χωρίς να βλέπουν ποιος το κρατά, ώσπου σιγά σιγά, η
καθημερινή χρήση μας κάνει θνητούς, έτσι προσπαθούσα πάντα να
κοιτάζω αλλού όταν χτυπούσε το κουδούνι, κι όταν ύστερα όλα
ησύχασαν, ήταν αργά, που είναι ο οικοδεσπότης, γιατί κρύβεται,
ακούμπησα στο τραπέζι για να μην πέσω, ύστερα με κεφάλι
σκυφτό άνοιξα την πόρτα κι ακολούθησα το δρόμο μου.
Και τα βράδυα, στο δείπνο, τους άκουγα να διηγούνται τις ιστο-
ρίες τους, αποσιωπώντας με τρόμο το σκοτεινό, απόμακρο έξω —
εκεί που είχαμε ζήσει.
DAILY USE
Of course, all these were somehow vague perhaps even inexplicable
for the ones who raise their glass emphatically over the table without
seeing who holds it until slowly the everyday use makes us mortal
thus I always tried to look elsewhere when the doorbell rang and when
everything was quietened: where is the host, why is he hiding?
I leaned on the table that I wouldn’t fall; then bowing my head
I opened the door and followed my path.
And at night, dinner time, in horror I listened to them narrating
their stories that in a way silenced the dark, remote outside — there
where we had lived.

~Τάσου Λειβαδίτη-Εκλεγμένα Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Tasos Livaditis-Selected Poems/Translated by Manolis Aligizakis
http://www.libroslibertad.ca
http://www.authormanolis.wordpress.com

Τάσου Λειβαδίτη-Εκλεγμένα Ποιήματα/Tasos Livaditis-Selected Poems

35774-tl

ΓΥΜΝΑ ΧΕΡΙΑ

     Κανείς δέ θά μάθει ποτέ μέ πόσες αγρύπνιες συντήρησα τή ζωή

μου, γιατί έπρεπε νά προσέχω, κινδυνεύοντας κάθε στιγμή απ’ τήν

καταχθόνια δύναμη, πού κρατούσε αυτήν τήν αδιατάρακτη τάξη,

φυσικά, όπως ήμουν φιλάσθενος, τέτοιες προσπάθειες μέ κούραζαν,

προτιμούσα, λοιπόν, πλαγιασμένος νά βλέπω κρυμμένο τό μυστικό

πού φθείρουμε ζώντας, καί πώς θά επιστρέψουμε μέ άδεια χέρια

      καί συχνά αναρωτιόμουν, πόσοι νά υπάρχουν, αλήθεια, στό σπί-

τι, καμιά φορά, μάλιστα, μετρούσα τά γάντια τους γιά νά τό εξα-

κριβώσω, μά ήξερα πώς ήταν κι οι άλλοι, πού πονούσαν μέ γυμνά

χέρια, άλλοτε πάλι έρχονταν ξένοι πού δέν ξανάφευγαν, κι άς μήν

τούς έβλεπα, έβλεπα, όμως, τούς αμαξάδες τους πού γερνούσαν καί

πέθαιναν έξω στό δρόμο,

       ώσπου βράδιαζε σιγά σιγά, κι ακουγόταν η άρπα, πού ίσως,

βέβαια, καί νά μήν ήταν άρπα, αλλά η αθάνατη αυτή θλίψη πού

συνοδεύει τούς θνητούς.

EMPTY HANDS

     No one will ever learn with how many nights in vigil I maintained

my life as I had to be careful at every moment in danger of the sinister

power that preserved this undisturbed order, of course, as I was prone

to sickness such efforts tired me therefore I preferred to lay down and

watch after the hidden secret we, by living, wear out and how we’ll

return with empty hands

     and often I asked myself how many people really live in the house

in fact sometime I counted their gloves to confirm this although I knew

there were the others who were in pain with empty hands again at

other times foreigners would come never to leave again even if I couldn’t

see them however I saw their carriage men growing old and die out

in the street,

     until night slowly came and you could hear the harp that perhaps

most certainly wasn’t a harp but the immortal sorrow that escorts

the mortals.

Τάσου Λειβαδίτη-Εκλεγμένα Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

Tasos Livaditis-Selected Poems/Translated by Manolis Aligizakis