ΑΘΙΒΟΛΕΣ

12714293_10205989244719169_1900460297_n

ΑΦΙΣΑ

Η γυμνή κορασίδα έλαμψε στην αφίσα.
Καλοσχηματισμένο στήθος
που δίχως ντροπή
ν’ αγγίξεις πόθησες

Κι ο βασιλικός στο γλαστράκι μαράθηκε από ντροπή
και το καναρίνι στο κλουβί του σιωπηλό
προς τη γωνία εστιάστηκε
που η σκόνη έχει βασίλειό της

Και γδύνεσαι μπρος στον καθρέφτη
καθώς η κορασίδα στην αφίσα κράζει—

δώσ’ μου ζωή και δώσ’ μου ανάσα

έρωτας τ’ άγχος μου ν’ αναιρέσει

POSTER

The naked girl flashes on the poster
her well-shaped breasts
that you crave to touch
shame not intended

and the basil in its small pot wilted of embarrassment
and the canary silent in its cage
stares at the corner where
the dust has its kingdom

and you undress before the mirror
and the poster girl cries out —

give me life and give me breath

my restlessness annulled by Eros
~ΑΘΙΒΟΛΕΣ, εκδόσεις ΦΙΛΝΤΙΣΙ, Αθήνα, Μάρτιος 2016

Nostos and Algos

nostos and algos cover

ΦΑΚΟΣ

Γελά ο οπάλινος καθρέφτης
στη λάμψη των ματιών σου
κομένες λέξεις, λυπημένες
για το πολύ λίγο που τραγούδησες
του ήλιου σου που κρύβεται πίσω
απ’ του δέντρου τον κορμό
μια προθεσμία που απαιτεί
την προσοχή και μιαν απόφασή σου.
Μα ξέχασες τίς γρίλλιες σου ν’ ανοίξεις
το φώς του ήλιου πάντα μαρτυρά
μ’ άσπρα σεντόνια τα καλυμένα
μυστικά, σαν δυο σπυριά σταριού
στο χέρι σου που κρύβεις
μικρή ευτυχία και κουβέντες
άσκοπες, στεγνές

και λές—

φιλόσοφος θα γίνω την επόμενη φορά
του κόσμου τα προβλήματα να λύσω.

LENS

Opaline lens smiling
in the glitter of your eyes
static words, sorrowful
for the little you sang
to your sun hidden
behind the tree trunk
deadline that demands
attention and your decision
and you keep your blinds shut
sunlight always reveals
secrets the white bed-sheets cover
like two grains of laughter
you hide in your palm
little happiness and
aimless, dry talk

and you say—

philosopher next time I’ll become
the problems of the world to solve.

 

http://www.ekstasiseditions.com

 

 

Γιάννης Ρίτσος//Yannis Ritsos

Ritsos_front large

ΓΝΩΣΤΕΣ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ

Χρόνια και χρόνια αδημονούσε, γδυνόταν
μπροστά σε μικρούς ή μεγάλους καθρέφτες,
μπροστά σε όποιο τζάμι, δοκίμαζε με προσοχή
τη μια, την άλλη στάση, να διαλέξει, να εφεύρει
την πιο δική του, την πιο φυσική, για να γίνει
το τελειωμένο του άγαλμα—παρ’ όλο που τόξερε
πως συνηθέστερο τ’ αγάλματα ετοιμάζονται
για τους νεκρούς, κι ακόμη συνηθέστερο
για κάποιους άγνωστους, ανύπαρκτους θεούς.

~Αθήνα, 17-3-71

KNOWN OUTCOMES

For years and years he longed, he undressed
in front of small or large mirrors,
in front of every window, he carefully tried
one or another pose trying to choose, to invent
his own most natural pose, so that he would become
the perfect statue of himself – although he knew
that usually statues were prepared
for the dead and even more
often for some unknown, inexistent gods.

~Athens, 17-3-71

http://www.authormanolis.wordpress.com
http://www.libroslibertad.ca
http://www.ekstasiseditions.ca

George Seferis//Γιώργος Σεφέρης

Image

FIRES OF ST JOHN

Our fate, spilled lead, it can’t be altered
you can do nothing about it.
They spilled the lead in the water pitcher under the stars
and let the fires burn.

If you stand naked before the mirror at midnight
you see
you see the man moving through the mirror’s depth
your destined man, who will rule your body
in loneliness and in silence, the man
of loneliness and silence
and let the fires burn.

At the hour when one day ends and the other hasn’t commenced
at the hour when time is stopped
you need to find the man
who now and from the very beginning ruled your body
you must search for him, so that someone else may find him
when you are dead.

It’s the children who light the fires and yell before the fires
in the hot night
(Was there ever a fire not started by a child,
oh, Herostratus)
and they throw salt in the flames to sparkle it
(How strange the houses suddenly stare at us
the crucibles of men, when the gleam of fire
falls on them).

But you who met with the stone’s grace on the sea-whipped rock
the evening when stillness came
you heard from afar the human voice of solitude and silence
in your body
that night of St John
when all the fires went out
and you studied the ashes under the stars.

ΦΩΤΙΕΣ ΤΟΥ ΑΪ ΓΙΑΝΝΗ
Η μοίρα μας, χυμένο μολύβι, δεν μπορεί ν’ αλλάξει
δεν μπορεί να γίνει τίποτε.
Έχυσαν το μολύβι μέσα στο νερό κάτω από τ’ αστέρια κι
ας ανάβουν οι φωτιές.

Αν μείνεις γυμνή μπροστά στον καθρέφτη τα μεσάνυχτα
βλέπεις
βλέπεις τον άνθρωπο να περνά στο βάθος του καθρέφτη
τον άνθρωπο μέσα στη μοίρα σου που κυβερνά
το κορμί σου
μέσα στη μοναξιά και στη σιωπή τον άνθρωπο
της μοναξιάς και της σιωπής
κι ας ανάβουν οι φωτιές.

Την ώρα που τέλειωσε η μέρα και δεν άρχισε η άλλη
την ώρα που κόπηκε ο καιρός
εκείνον που από τώρα και πριν από την αρχή κυβερνούσε
το κορμί σου
πρέπει να τον εύρεις
πρέπει να τον ζητήσεις για να τον εύρει τουλάχιστο
κάποιος άλλος, όταν θα `χεις πεθάνει.

Είναι παιδιά που ανάβουν τις φωτιές και φωνάζουν
μπροστά στις φλόγες μέσα στη ζεστή νύχτα
(Μήπως έγινε ποτές φωτιά που να μην την άναψε
κάποιο παιδί, ώ Ηρόστρατε)
και ρίχνουν αλάτι μέσα τις φλόγες για να πλαταγίσουν
(Πόσο παράξενα μας κοιτάζουν ξαφνικά τα σπίτια
τα χωνευτήρια των ανθρώπων, σαν τα χαϊδέψει κάποια
ανταύγεια).

Μα εσύ που γνώρισες τη χάρη της πέτρας πάνω στο
θαλασσόδαρτο βράχο
το βράδυ που έπεσε η γαλήνη
άκουσες από μακριά την ανθρώπινη φωνή της μοναξιάς
και της σιωπής
μέσα στο κορμί σου
τη νύχτα εκείνη του Αϊ Γιάννη
όταν έσβησαν όλες τις φωτιές
και μελέτησες τη στάχτη κάτω από τ’ αστέρια.
~George Seferis-Collected Poems, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, 2012

http://www.libroslibertad.ca
http://www.authormanolis.wordpress.com

ΑΡΓΟΝΑΥΤΕΣ–ARGONAUTS

George Seferis_cover

ΑΡΓΟΝΑΥΤΕΣ

Καί ψυχή

ει μέλλει γνώσεσθαι αυτήν

εις ψυχήν

αυτή βλεπτέον:

τόν ξένον καί τόν εχθρόν τόν είδαμε στόν καθρέφτη.

Ήτανε καλά παιδιά οι συντρόφοι, δέ φωνάζαν

ούτε από τόν κάματο ούτε από τή δίψα ούτε από

       τήν παγωνιά,

είχανε τό φέρσιμο τών δέντρων καί τών κυμάτων

πού δέχονται τόν άνεμο καί τή βροχή

δέχονται τη νύχτα καί τόν ήλιο

χωρίς ν’ αλλάξουν μέσα στήν αλλαγή.

Ήτανε καλά παιδιά, μέρες ολόκληρες

ίδρωναν στό κουπί μέ χαμηλωμένα μάτια

ανασαίνοντας μέ ρυθμό

καί τό αίμα τους κοκκίνιζε ένα δέρμα υποταγμένο.

Κάποτε τραγούδησαν, μέ χαμηλωμένα μάτια

όταν περάσαμε τό ερημόνησο μέ τίς αραποσυκιές

κατά τή δύση, πέρα από  τόν κάβο τών σκύλων

πού γαυγίζουν.

ARGONAUTS

And the soul

if it is to know itself

must look

into its own soul

the stranger and the enemy, we have seen him in the mirror.

 

They were good boys, the comrades, they didn’t complain

about the tiredness or the thirst or

        the frost

they had the behaviour of the trees and the waves

that accept the wind and the rain

that accept the night and the sun

without changing in the middle of change.

They were good boys, for days on

they sweated at the oars with lowered eyes

breathing in rhythm

and their blood reddened a submissive skin.

Sometimes they sang, with lowered eyes

when we passed by the deserted island with the prickly pear trees

toward the west, beyond the cape of the dogs

that bark.

 

Γιώργου Σεφέρη-Άπαντα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

George Seferis-Collected Poems/Translated by Manolis Aligizakis