On the secluded seashore
white like a dove
we thirsted at noon;
but the water was brackish.

On the golden sand
we wrote her name;
when the sea breeze blew
the writing vanished.

With what heart, with what spirit
what desire and what passion
we led our life; what a mistake!
so we changed our life.

Στο περιγιάλι το κρυφό
κι άσπρο σαν περιστέρι
διψάσαμε το μεσημέρι
μα το νερό γλυφό.

Πάνω στην άμμο την ξανθή
γράψαμε τ’ όνομά της
ωραία που φύσηξε ο μπάτης
και σβύστηκε η γραφή.

Με τί καρδιά, με τί πνοή,
τί πόθους και τί πάθος
πήραμε τη ζωή μας, λάθος!
Κι αλλάξαμε ζωή.

~George Seferis-Collected Poems, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, 2012



Ο Αφέντης της Καρύταινας, ο εξάκουστος εκείνος…
~Χρονικόν του Μορέως

Ποιος είν’ αυτός που σήκωσε πολεμικό χαζράνι
κ’ όλη τη νύχτα περπατεί, σε βαλτονέρια οδεύει
το μέτωπό του κόσμησε με σέλινα και σμύρτα
και σκέπασε τη γύμνια του με λυρικά παλτά;

Ποιος είν’ αυτός που στα θαμπά της θλίψης μεσημέρια
μ’ όλο τον κόσμο τάβαλε και βγήκε νικητής
που μες’ στους κάμπους έσυρε ολόξανθες πλεξούδες
γέμισε τάφρους κι’ εγκρεμούς με μάτια λαμπερά;

Αυτός που μες στα στήθια του ξανάζησε το μύθο
του όνειρου και της ζωής, του νου και του κορμιού
που είταν καράβι κι’ έφυγε να μην ξαναγυρίσει
που είταν σαν άγαλμα στητό σ’ ερήμους αιγιαλούς;

Που όταν ο ήλιος έδυε πίσω απ’ τα κορφοβούνια
εφάνταζε ολόλαμπρος ωσάν το σταυραητό
που είναι της μέρας καύχημα και της αυγής σκουτάρι
της νύχτας άξιος εραστής σε μυστικούς σηκούς;

Αν είν’ αυτός π’ αγάπησαν οι δεκατρείς νεράϊδες
προτού πλησιάσει ας πάη να πιη τ’ αθάνατο νερό
κι αν είν’ αυτός ο λυτρωτής ο εικονισματάρης
προτού μιλήσει ο ίσκιος του ας σβύση κι ας χαθή.

Χρόνια τον επροσμένανε στα ερειπωμένα σπίτια
και σε καθρέφτες σκοτεινούς, στα τζάμια τα κλειστά
καρδιές που ώργωσε βαθειά ο πόνος της αγάπης
μάτια που ώργισε φριχτά των πόθων ο καϋμός.

Κι ως έρθει το πελέκι του, ψηλά θαν το σηκώσει
θα θρέψη μ’ αίμα ποταμούς ηρωική φωτιά
τα σπλάχνα που ξερρίζωσε στους άνεμους θα σπείρη
και θα σταθή εκδικητής στο Κάστρο της Σιωπής.

The master of Karytaina, that famous one
~Chronicle of Moreas

Who is he who raised the staff of war
who walked all night and strode over bog waters
he who adorned his forehead with celery and myrtle
and covered his nakedness with lyrical coats?

Who is he who during the foggy noon of sorrow
battled against all others and turned victorious
who dragged golden braids on green plains
who filled trenches and crevasses with bright eyes?

He who in his heart relived the myth
of life and dream, of the mind and body
he who was a ship that left never to return
who was like a statue standing on desolate shores?

He who when the sun went down behind the mountain ridge
shone resplendent like a spotted eagle
who was the day’s boasting and shield of dawn
worthy lover of the night in secret temples?

If it’s he who was loved by the thirteen fairies
let him drink the water of immortality before he comes near
and let him be the saviour depicted in the icons
before he speaks let his shadow dissolve and vanish.

They’ve longed for him in the devastated houses
and in the dark mirrors behind the shut windows
hearts deeply ploughed by the ache of love
eyes terribly angered by the grief of lust.

And when he comes he will raise his axe up high
he will make the rivers contend of blood, heroic fire,
the viscera he uprooted he will scatter to the winds
and he will stand at the Tower of Silence: avenger

~Nikos Engonopoulos, translated by Manolis Aligizakis