Τάσου Λειβαδίτη-Εκλεγμένα Ποιήματα/Tasos Livaditis-Selected Poems

Tasos Livaditis_Vanilla

ΜΙΑ ΚΟΙΝΗ ΚΑΜΑΡΑ

Ανέβαινα απ’ ώρα τη σκάλα, μου άνοιξε μια γριά με μια μαύρη
σκούφια, “εδώ έχουν πεθάνει πολλοί” μου λέει “γι αυτό ό,τι κι αν
πεις δεν ακούγεται”, τότε είδα κάποιον που σερνόταν κάτω απ’ τον
καναπέ, “τί ψάχνει;” ρώτησα, “ο Χριστός” μου λέει “θα `ρθει κι
άλλες φορές”, η γυναίκα έριχνε τα χαρτιά, τρόμαξα καθώς είδα το
χέρι της ν’ ανεβαίνει, “θα χάσεις πολλές φορές το δρόμο” μου λέει,
“μα πώς θα τον χάσω” της λέω “εγώ είμαι ανήπηρος και δεν περ-
πατάω, άλλος σέρνει το καροτσάκι”, “κι όμως θα τον χάσεις” μου
λέει, “είσαι μια πουτάνα” της λέω “να με ταράζεις άγιον άνθρωπο
—κι εσύ, αφού κανένας δε σε θέλει, γιατί κουνιέσαι;”, “δεν κουνιέ-
μαι εγώ” μου λέει “το καντήλι τρέμει”, την λυπήθηκα, “σε ξέρω”
τής λέω “δέν αποκλείεται, μάλιστα, να `χουμε ζήσει πολύν καιρό
μαζί”, η ώρα ήταν επτά ακριβώς, κοίταξα το ρολόι μου κι έδειχνε
κι εκείνο το ίδιο, “τώρα αρχίζει” σκέφτηκα με απόγνωση, κι η
γριά με συρτά βήματα πήγε και μαντάλωσε την πόρτα.

A COMMON ROOM

I was going up the stairs for a while when an old woman with a black
hood opened the door “everyone has died here” she says to me
“whatever you say nobody listens”; then I saw someone crawling
under the sofa “what is he looking for?” I asked “Christ” she says to me
“will come a few more times”; the woman started to read the cards
I was scared when I saw her hand pointing at me “you will lose
your way many a time” she says to me “how can I lose it” I say
“I’m crippled, I don’t walk, someone else pulls the cart”, “you will still
lose it”, “you are a whore” I say to her “and you disturb me, a holy man
—and you, if no one wants you why do you tease me?”, “I don’t tease
you, it’s the candle that flickers”; I felt sorry for her. “I know you”
I say to her “in fact it’s possible that we lived together long time ago”
the time was exactly seven o’clock; I looked at my watch and it showed
the same time “now she’ll start again” I thought in despair and
the old woman with slow steps went and locked the door.

~Τάσου Λειβαδίτη-Εκλεγμένα Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Tasos Livaditis-Selected Poems/Translated by Manolis Aligizakis
http://www.libroslibertad.ca

Γιάννης Ρίτσος-Εκλεγμένα Ποιήματα/Yannis Ritsos-Selected Poems

Ritsos_front large

Μετεωρισμός

Τά δέντρα, μέ τά πρώτα κρύα, φεύγουν σκυφτά στόν άνεμο.

Τό βράδι, ο ουρανός γίνεται μιά μεγάλη κλεισμένη τζαμόπορτα.

Κεί μέσα, συναγμένοι πολλοί, κουβεντιάζουν σιγανά καί καπνίζουν,

γιατί βλέπουμε, πίσω απ’ τά χνωτισμένα τζάμια,

ν’ αναβοσβήνουν κάτι ασήμαντες λάμψεις.

Πότε – πότε, κάποιος πετούσε από κεί πάνου τό τσιγάρο του

κ’ εμείς μαζεύαμε τά δάχτυλά μας μήν καούμε.

Κανένας μας δέν είχε πιά λίγο χώμα δικό του,

ένα στρέμμα χωράφι ή έναν τάφο.

Floating in Air

With the first cold spells, the trees leave stooping in the wind.

In the evening, the sky becomes a large closed glass door.

In there, many have gathered talking in low tones and smoking,

because we see, behind the steamed glass

some insignificant flashes flickering.

From time to time, someone threw his cigarette from above

and we kept our fingers in check not to be burned.

None of us had a small piece of ground anymore,

an acre of land or a grave.

Χειμωνιάζει

Μέ κάθε χτύπο τού ρολογιού πέφτει ένα κίτρινο φύλλο.

Είχες ένα ψάθινο καπέλο μέ λιλά λουλούδια.

Τώρα κεί μέσα γεννάνε οι κόττες

κ’ ένα σαλιγκάρι ανηφορίζει στό πόδι τής καρέκλας.

Τό χιόνι θάναι κρύο, κρύο, κρύο

σάν τό ψηλό κολλάρο τού πατέρα

πού βρίσκεται από χρόνια στό σεντούκι.

Μύρισαν κιόλας τά δέντρα ναφθαλίνη.

Winter Approaches

With each tick of the clock a yellow leaf falls.

You had a straw hat with lilac flowers.

Now in there, chickens lay eggs

and a snail climbs on the leg of the chair.

The snow will be cold, cold, cold

like the high collar of our father

hidden in the chest for years.

The trees already smell of mothballs.

Μύθος

Τή νύχτα ανάψαμε τά λαδοφάναρα

καί πήραμε τούς δρόμους ρωτώντας τούς διαβάτες.

Φορούσε, λέγαμε, ένα φόρεμα

στό χρώμα κάθε ονείρου. Δέν τήν είδατε;

Φορούσε δυό γαλάζια σκουλαρίκια.

Κανένας δέν τήν είχε δεί. Μόνο στήν ακρινή καλύβα

η μάνα η γριά τού ξυλοκόπου τέντωσε τό δάχτυλο

κ’ έδειξε πίσω από τά δέντρα τό ποτάμι.

Κεί κάτου αναβοσβήναν δυό γαλάζια αστέρια.

Myth

At night we lighted the oil lamps

and took the roads asking the passersby.

She wore a dress, we said,

in the color of every dream. Didn’t you see her?

She wore two light-blue earrings.

No one had seen her. Only in the cabin at the end of the village

the old woman, the lumberjack’s mother, pointed her finger

and showed us the river behind the trees.

~Translated by Manolis

Image

Down to where two light-blue stars flickered.