Dimitris Liantinis//Δημήτρης Λιαντίνης

!cid_8A6047E6-FB09-47C2-B768-B275C2705D38@telus

ΠΡΟΛΟΓΙΣΜΑ

Πριν οκτώ χρόνους έφυγε ο άνδρας μου Δημήτρης Λιαντίνης. Ήταν η πρώτη Ιουνίου 1998 όταν εξαφανίστηκε από το σπίτι μας και το επαγγελματικό πανεπιστημιακό του περιβάλλον. Και όχι απρόσμενα και απροσδόκητα. Το μόνο που δεν γνώριζα ήταν η μέρα και η ώρα.
Σχέδιο φυγής, αρχιστρατηγικό, όπως μου έλεγε, που το ετοίμαζε με απόλυτη ακρίβεια χρόνους πολλούς.
Άδειασε το πρώτο συρτάρι του γραφείου του και τοποθέτησε μέσα όσα σημαντικά έκρινε, όσα μου επέτρεψε να γνωρίζω για την τελευταία του πράξη. Άλλα με γλώσσα σαφή, άλλα με αινιγματική και μυθοπλαστική. Του μύθου όμως του φιλοσοφικού (πλατωνικός μύθος) που λέγει με σύμβολα όσα έχει απορία ο νους να εκφράσει με ορισμούς. Μου άφησε γραπτές εντολές και δικαιοδοσίες, εξουσιοδοτήσεις, το ημιτελές βιβλίο του για τον Καβάφη, που το έγραφε στο τέλος της δεκαετίας του 80 και ποτέ δεν περάτωσε, το ποιητικό του έργο που εκδίδω σήμερα, ένα ακόμη βιβλίο γραμμένο στις αρχές της δεκαετίας του 90, που ποτέ δεν εξέδωσε, και το πιο σημαντικό και διαφωτιστικό της πράξης του· ένα κείμενο που έγραψε την παραμονή της αναχώρησής του, στις 31 Μαίου 1998.
Πάνω στο γραφείο του υπήρχε ένα γράμμα προς την κόρη μας Διοτίμα. Το μόνο κείμενο που έδωσα μέχρι σήμερα στη δημοσιότητα, και αυτό την πρώτη εβδομάδα της εξαφάνισης, θέλοντας τότε να προστατεύσω την τιμή του απέναντι στα ανόσια σχόλια κάποιων δημοσιογράφων για το πρόσωπό του.

Έζησα πολλά και περίεργα αυτούς τους οκτώ χρόνους. Ώρες – ώρες ένιωθα να ξεχειλίζει η αδικία, όπως η γη στον κατακλυσμό. Της πληγής μου και της απορίας μου τον ψίθυρο αποκήρυσσε αμίλητη η προστασία του που γένναγε την ευκρασία στην αλλαγή από το σκοτάδι στο φως και αντίστροφα. Και το σκοτάδι έχει μέσα του φως. Το λυκαυγές.
Ό,τι οι δυο μας ζήσαμε 26 χρόνους ήταν το δρύινο σκαρί του Οδυσσέα, σημαδεμένη μοίρα, δαιμονικό (με την αρχαιοελληνική σημασία του όρου «δαίμων») παραμύθι. Είτε οι χρόνοι μας ήταν γελαστοί είτε λυπημένοι. Σπουδάσαμε την ευτυχία μας ζωγραφίζοντας μέρες και νύχτες στο δρόμο της μεγάλης επιστροφής. Ήταν η ιστορία μιας θάλασσας, όπως εκείνης των Κεχρεών, που κατακλύζει την ακρογιαλιά, το βράχο στο μπούρτζι, το δάσος αντίκρυ, το κορίτσι στον απέναντι λόφο που κοιμάται στο φως του φεγγαριού, την αντάρα της βροχής, τη θύελλα του ίμερου. Αγωνιστήκαμε να μεταλλάξουμε το θυμό της καταστροφής σε πνοή δημιουργίας. Και όλα με την ίδια αταραξία και βεβαιότητα του ίδιου θανάτου, που όταν θα ερχότανε, θάταν μόνο ένα άλλο παιγνίδισμα, ένας απλά διαφορετικός ήχος στην απεραντοσύνη του πελάγους.

Ο Λιαντίνης δημοσίευσε οκτώ βιβλία. Το τελευταίο ήταν η Γκέμμα. Το καταληκτικό αλλά και αποκαλυπτικό για τους σοβαρούς ερμηνευτές κεφάλαιο (π), σελ. 255, με τίτλο «Sonne über Austerlitz» είχε στο χειρόγραφό του αρχικά το παρακάτω περιεχόμενο:

«Καθώς ο Οκταβιανός Αύγουστος, γέροντας εβδομήντα δύο χρονώ, γύριζε αλλόφρονας στο παλάτι, χτύπαγε το κεφάλι του στους τοίχους*, και φώναζε: – Κοϊντιλιανέ Βάρε, δος μου πίσω τις λεγεώνες μου!
Δόστε μου πίσω τους συντρόφους! Στο Νυμφαίο του Ελικώνα μου! Τον Ηράκλειτο, τον Εμπεδοκλή, το Νίτσε, τον Πλάτωνα, το Δάντη, το Σολωμό, τον Αισχύλο!
Δόστε μου πίσω το έχει μου! Τους δοξασμένους πρίγκιπες των χρωμάτων και του χρόνου. Τον Ορλώφ, τον Κούλιναν, το Σάχη, το Μεγάλο Μογγόλο, τον Τίφανυ, το Φλωρεντίνο, τον Αστέρα του Νότου.
Δόστε μου πίσω τις αναπνοές μου, στον κήπο ανατολικά! Τη Λου, τη Λαμπιδούσα, τη Μυρτάλη, τη Μαριέ, την Ευτζενική, την Υπεριώδη, τη Διοτίμα.
Γιατί η διαφορά, η τρομερή, εστάθηκε ότι οι ποιητές, που μοιάζαν την αλήθεια, είπανε ψέματα.
Εγώ όμως, που μοιάζει με τα ψέματα, έζησα την αλήθεια.»

* στις καλυδώνιες πέτρες του παλατιού, χτύπαγε το κεφάλι στα σφηνώματα.

Στο τυπογραφείο άφησε τελικά μόνο τις δύο τελευταίες παραγράφους. Γιατί;…

Τα ποιήματά του ο Λιαντίνης τα έγραψε από το 1971 μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 80. Στην ερώτησή μου, γιατί δεν τα εκδίδει, μου απαντούσε: Γράφω και δημοσιεύω πλέον ποίηση μέσα από τον πεζό επιστημονικό λόγο. Αυτά θα μείνουν σε σένα, στα κατάλοιπά μου. Πίστευε ότι η αληθινή ποίηση είναι αυτόνομη πηγή ζωής. Αγάπημά της διαλεχτό η μορφή. Το έργο της, ανεπανάληπτο, έχει μέσα του την εντελέχειά της. Ο δημιουργός νικάει το θάνατο με το έργο του.
Με έμαθε ότι ο γνήσιος ποιητής ζει την αλήθεια, ότι ο ποιητής φανερώνει την αλήθεια, ότι ο ποιητής πεθαίνει, ότι η φανερωμένη αλήθεια έρχεται στο φως μετά το «θάνατό» του, ότι ο ποιητής ανασταίνεται, ότι τον τραγικό ποιητή συμπληρώνει ο αναστημένος ποιητής.

Οι ποιητικές του συλλογές είναι δύο. Οι ώρες των άστρων και Η όγδοη μέρα. Δημοσιεύω τα ποιήματα στο πολυτονικό σύστημα, όπως ακριβώς υπάρχουν στα χειρόγραφά του.

Το πλέον όμως σημαντικό ποιητικό του κείμενο είναι από έποψη μορφής και ουσίας εκείνο που έγραψε την παραμονή της εξαφάνισής του (31. Μαίου 1998) και που το ίδιο μιλάει για την τελευταία του πράξη. Αρκεί ο μελετητής του να διαθέτει ικανότητα ερμηνευτική και εκπαιδευμένη αντίληψη.
Το αποκαλύπτω για πρώτη φορά σήμερα και αφήνω τον ίδιο να μιλήσει για το «τέλος» της πράξης του εντελεχειακά.

 

«Έ συ, αρχηγέ της φύσης! Τιμημένε και πολυκράτη.
Με τα πολλά ονόματα στον εσπερινό και στον όρθρο.
Ύπατε και τιμητή στις φρουρές και στα κάστρα του χρόνου.
Και ισχυρέ δήμαρχε των συνελεύσεων της αγοράς.
Που κυβερνάς με το δίκιο το άγιο, και τον ίσιο νόμο.
Χαίρε! Στρατηγέ και δορυκτήτορα.
Ζώνεσαι τα αμφίστομα ξίφη στον τελαμώνα.
Και πολεμάς τούς απελάτες στα σύνορα. Πέρα μακριά.
Στα μαγνητικά πεδία και τις αντλαντκές βαρύτητες.
Καμαρώνω τη δύναμη και τα γκέμια σου.
Κρατάς τις πληγές του κεραυνού στο χέρι.
Όπως ο καπετάνιος το δοιάκι του καραβιού.
Ανοίγεις το δρόμο δύσκολα μέσα από την αλαλησιά της αγαμίας.
Αναμερίζοντας τον πανικό του χάους.
Και κυβερνάς στη γραμμή του κράτει.
Το πλοίο των άστρων και το ποτάμι του σύμπαντος.
Έχεις υπουργό το Βοριά. Ξεπαστρευτή και Νυκτέλιο.
Για τους σήψαιμους, και για τους θράσιους.
Έχεις και του θρόνου σου σύμβουλο το δαδούχο τον Ήλιο.
Αγνέ αθλητή του δέκαθλου και του φωτός.
Φιλιώνεις το νερό και τη φάγουσα φλόγα. Πλέκεις στεφάνι.
Στο ανώφλι της αυγής από αστραπή κι από νύχτα.
Κι όλα τ’ αγκαλιάζει η στοργική μοναξιά σου.
Περιστέρια και φίδια, καρπούς και ηφαίστεια,και νησιά και ίσκιους.
Το άχ! Και το δυόσμο.
Μόνο οι μωροί μη σε νιώθουν.
Οι άδικοι και οι ταγμένοι του φθόνου.
Ποτέ δε σε φτάνει η γκρεμισμένη ματιά τους.
Η μολυσμένη ανάσα τους.
Των χεριών τους οι κάκτοι.
Ο αραχνεώνας του νου τους.
Εσένα οι αμίαντοι καλοδέχουνται ξένο.
Σιωπηλοί όταν πίνουν το στόμα της θάλασσας.
Και τρώνε μαζί με τους μήνες.
Αγγίζουν τη χλαμύδα σου στο σβήσιμο της αστραπής.
Και το χέρι τους πετρωμένο ελάφι σε δείχνει.
Γνώριμε άγνωστε.

Ο Λιαντίνης δεν έχει πει όμως ακόμη το δικό του νόημα και περιεχόμενο στην τελευταία λέξη της Γκέμμας «αλήθεια». Κάποτε οι δείχτες του χρόνου θα γελάνε με πολλά ανεδαφικά και επιπόλαια που γράφτηκαν και ειπώθηκαν για την ζωή του, την κοινή μας πορεία και την πράξη του .
Όμως και τότε δεν θα έχει αλλάξει κάτι.
Νικολίτα Γεωργοπούλου – Λιαντίνη
Κηφισιά, 1 Ιουνίου 2006
PROLOGUE

Eight years ago Dimitris Liantinis passed on. It was June the 1st 1998 when he disappeared from our home and his professional world. His disappearance wasn’t unexpected, I only didn’t know the date and time of day.
An escape plan that of a general as he often said to me, one he was preparing in detail and for a lot of years.
He emptied the top drawer of his desk and placed in it what he considered important, what he wanted me to know regarding his last course of action. Some of his comments were crystal clear others enigmatic and mythopoetic. The philosophical myth that describes with symbols what the mind can’t express with terminology. He also left me with instructions, requests, right to do as I wish regarding a book about Constantine Cavafy he left half-finished, which he was writing the last years of 1980 but never completed, his poetry work which is published this year, another book he wrote during the `90ies but never published and his most significant clarifying note regarding his last action; a comment he wrote the night before he departed, May 31st 1998.
On the desk he left a letter for our daughter Diotima, the only material I released to the media during the first week after his disappearance in order to protect his honour opposite the impious comments of some news reporters regarding Liantinis.
I went through a lot and strange events during those eight months. At times I felt the overflowing injustice not different than the deluge. His silent absence served as having a soothing effect and a wonder on my wound, his absence that gave birth to the benevolent feeling we sometimes have when light succeeds darkness and vise-versa. Even darkness has light in it: the twilight.
What Dimitris and I lived together, 26 years of marriage was the of oak tree craft of Odysseus, the marked Fate, a demonic (with the ancient Greek meaning of the word demon) fable. Our years were sometimes smiling other times sorrowful. We studied happiness by painting for days and nights the great return. It was the story of the sea, like the sea of Kechrees- Korinth that floods the seashore, the rock of Bourtsi, the opposite forest, the girl who sleeps under the moonlight on the opposite hill, the wrath of rain, the storm of sexual arousal. We fought to transcend the anger of destruction into the breath of creativity and all this with the calmness and certainty of the same death which whenever it would come it would be nothing but a game, simply a different sound in the endlessness of the sea.
He wrote all his poems between 1971 and 1985. To my question why he wouldn’t publish them he would answer “I write and publish poetry through my scientific prose. These poems will be left to you. He believed that true poetry has its own spring life as it is an exquisite form of expression; its purpose, irreplaceable, has in it its final completeness: the creator turns into an immortal.
Liantinis learned that the true poet experiences truth and reveals the truth; he learned that the poet dies and reveals the truth after his death; that the tragic poet is completed by the re-risen poet. He wrote two poetry collections: The Hour of the Stars and The Eight Day which are included in this publication.
However his most important poem in content and substance is the one he wrote on March 31st 1998 the night before he left; this poem speaks of his final course of action. I reveal this poem for the first time today and I let it speak to the discerning reader of the final completeness, of Dimitris Liantinis’ last course of action.

 

Hey, you leader of nature! Honored master of everything
with many names in the evening vespers and in the matins
consul and censor in the guards and castles of time and
powerful mayor in the meetings of the agora.
You who with justice govern the holy and right law
hail to You! General and holder of the spear
you criss-cross two swords in your bandolier and
you fight the frontiersmen at the borders. Far away
in the magnetic field and in the gravity of the Atlantic
I admire the power and your reins.
You hold the wound of thunderbolt in your hand
like a captain holds the tiller of the boat
you draw a difficult path through the silence of celibacy
putting aside the panic of chaos and
you control along the line of the sustainable
the ship of the stars and the river of the universe.
You have the North Wind as your minister: killer and nocturnal
for the septiaemic and the audacious and
you have the torchbearer Sun as your throne advisor.
Pure athlete of the decathlon and the light
you make friends of the water and the devouring fire. You fashion a wreath
on the cornice of dawn made of the lightning and the night.
Your loving loneliness embraces everything
doves and snakes, fruits and volcanos and islands and shadows
the ah! And the mint.
Only that the fools don’t sense you
the unjust and the dedicated to hatred
never let their tumbled glance reach you
their infected breath
the cactuses of their hands
the spider webs of their minds.
Your chaste people welcome the foreigner
when silently they drink the mouth of the sea and
eat along with the months
they touch your chlamys in the blowing out of the lightning and
their hands, petrified does, show you.
Familiar and unknown.

 

Liantinis yet hasn’t said his meaning and his explanation of truth, the last word of GEMMA. At some time the fingers of time will laugh with the lot of unsubstantiated and foolish reports written and said about his life, about our common path and his final course of action.
However even then nothing will be changed.

~Nikolitsa Georgopoulos-Liantinis, Kifisia, 1st of June 2006

Kostis Palamas//Κωστής Παλαμάς

palamas

Orphic Hymn

Beyond the minds of the thoughtless
functionary and orphic hymnist
I bring back the hymn
of an ancient light worship
as my thought run to it now
a river stashed away
the people’s buzzing but a surprise
to the rhythm of my guitar
that during the night I start to climb
the difficult to reach mountain top
first I wish to hail the Apollonian light
while down where people live
sleep and darkness still prevail
Ὀρφικὸς Ὕμνος
Έξω απὸ τους δρόμους των ἀστόχαστων,
λειτουργὸς και ψάλτης ὀρφικός,
έναν ύμνο ξαναφέρνω
μιας λατρείας πανάρχαιας προς το φως.
Έτρεξε ως τα τώρα ο λογισμός μου,
καταχωνιασμένος ποταμὸς
ξάφνισμα στο βούισμα των ἀνθρώπων
της κιθάρας μου ο ρυθμός.
Νύχτα ξεκινώ, νύχτ᾿ ανεβαίνω
τη δυσκολανέβατη κορφὴ
θέλω μόνος, θέλω πρώτος
τ᾿ ἀπολλώνιο φως να χαιρετίσω,
ἐνώ κάτου στους ἀνθρώπους
θα είν᾿ ἀκόμα ο ύπνος και το σκότος.
Motionless Life
And for the temple I struggled to create
a statue on this rock: my body,
to place it naked, and to spend my life
to spend my life and never die

and I created it. And people, latest worshipers
before the wooden statues badly dressed
felt the thrill of anger and fear’s shiver
and saw the statue and I as combatants.

And they thrashed the statue and sent me to exile.
And to the foreign lands I led my steps
yet before it I offered a strange sacrifice
I dug a hole and deep into it I buried my statue.

And I whispered to it: “unseen spend your days
along with the roots and ancient ruins,
until your time comes, invincible flower that you are
even temple longs to dress your godly nakedness!”

And with his wide open mouth and voice of a prophet
the hole spoke: “No temple, nor depth, nor light, alas.
For here, for there, nowhere your flower, oh, master craftsman!
Let it for ever vanish in the un-rummaged hole.

It may never have its time! Yet if it appears
let the temple shine filled by the people’s statues
immaculate the statues and the all-great sculptors
come back, a phantasm, during the night of the tombs!

Today’s day came early, tomorrow’s will be late
the dream won’t rescue you, the dawn you wish will never coma
with the longing of immortality you can’t reach, stay,
a hunter of the cloud, Praxiteles of the shadow.

The present and tomorrow’s things, snares and seas, all
tools of your drowning and tricky visions
farther from your glory, single violet in the garden
and you will wither, you better learn, and you will die.”

And I answered: “Let me wither and let me die!
Creator I also am with all my mind and all my heart
let the tomb consume my flesh, perhaps my fast passing
through worthy is more than all the immortal.”

Η ασάλευτη ζωή
Και τ᾿ άγαλμα αγωνίστηκα για το ναὸ να πλάσω
στην πέτρα τη δική μου απάνω,
και να το στήσω ὁλόγυμνο, και να περάσω,
και να περάσω, δίχως να πεθάνω.
και το ῾πλασα. Κ᾿ οι ἄνθρωποι, στενοὶ προσκυνητάδες
στα ξόανα τ᾿ ἄπλαστα μπροστὰ και τα κακοντυμένα,
θυμοῦ γρικῆσαν τίναγμα και φόβου ἀνατριχάδες,
κ᾿ είδανε σαν ἀντίμαχους και τ᾿ αγαλμα κ᾿ εμένα.
Και τ᾿ άγαλμα στα κύμβαλα, κ᾿ ἐμὲ στην ἐξορία.
Και προς τα ξένα τράβηξα το γοργοπέρασμά μου
και πριν τραβήξω, πρόσφερα παράξενη θυσία
έσκαψα λάκκο, κ᾿ έθαψα στὸ λάκκο τ᾿ άγαλμά μου.
Και του ψιθύρησα: «Άφαντο βυθίσου αὐτοῦ και ζῆσε
με τα βαθιὰ ριζώματα και με τ᾿ ἀρχαία συντρίμμια,
όσο που νάρθ᾿ η ώρα σου, αθάνατ᾿ άνθος είσαι,
ναὸς να ντύση καρτερεῖ τη θεία δική σου γύμνια!»
Και μ᾿ ένα στόμα διάπλατο, και με φωνὴ προφήτη,
μίλησ᾿ ο λάκκος: «Ναὸς κανείς, βάθρο ούτε, φώς, του κάκου.
Για δώ, για κει, για πουθενὰ το ἄνθος σου, ώ τεχνίτη!
Κάλλιο για πάντα να χαθή μέσ᾿ στ᾿ άψαχτα ενὸς λάκκου.
Ποτὲ μην έρθ᾿ η ώρα του! Κι αν έρθη κι αν προβάλη,
μεστὸς θα λάμπη και ο ναὸς απὸ λαὸ αγαλμάτων,
τ᾿ αγάλματα αψεγάδιαστα, κ᾿ οι πλάστες τρισμεγάλοι
γύρνα ξανά, βρυκόλακα, στη νύχτα των μνημάτων!
Το σήμερα είτανε νωρίς, τ᾿ αύριο αργὰ θα είναι,
δέ θα σου στρέξη τ᾿ όνειρο, δε θάρθ᾿ η αὐγὴ που θέλεις,
με τον καημὸ τ᾿ αθανάτου που δεν το φτάνεις, μείνε,
κυνηγητὴς του σύγγνεφου, του ίσκιου Πραξιτέλης.
Τὰ τωρινὰ και τ᾿ αυριανά, βρόχοι και πέλαγα, όλα
σύνεργα του πνιγμού για σε και οράματα της πλάνης
μακρότερη απ᾿ τη δόξα σου και μία του κήπου βιόλα
και θα περάσης, μάθε το, και θα πεθάνης!»
Κ᾿ εγὼ ἀποκρίθηκα: «Άς περάσω κι άς πεθάνω!
Πλάστης κ᾿ εγὼ μ᾿ όλο το νου και μ᾿ όλη την καρδιά μου
λάκκος κι άς φάη το πλάσμα μου, ἀπὸ τ᾿ αθάνατα όλα
μπορεῖ ν᾿ αξίζει πιο πολὺ το γοργοπέρασμά μου».

~Κωστή Παλαμά, μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
Kostis Palamas
Kostis Palamas (Greek: Κωστής Παλαμάς; 13 January 1859 – 27 February 1943) was a Greek poet who wrote the words to the Olympic Hymn. He was a central figure of the Greek literary generation of the 1880s and one of the cofounders of the so-called New Athenian School (or Palamian School, or Second Athenian School) along with Georgios Drosinis, Nikos Kampas, Ioanis Polemis.
Born in Patras, he received his primary and secondary education in Mesolonghi. In 1880s, he worked as a journalist. He published his first collection of verses, the “Songs of My Fatherland”, in 1886. He held an administrative post at the University of Athens between 1897 and 1926, and died during the German occupation of Greece during World War II. His funeral was a major event of the Greek resistance: the funerary poem composed and recited by fellow poet Angelos Sikelianos roused the mourners and culminated in an angry demonstration of a 100,000 people against Nazi occupation.
Palamas wrote the lyrics to the Olympic Hymn, composed by Spyridon Samaras. It was first performed at the 1896 Summer Olympics, the first modern Olympic Games. The Hymn was then shelved as each host city from then until the 1960 Winter Olympics commissioned an original piece for its edition of the Games, but the version by Samaras and Palamas was declared the official Olympic Anthem in 1958 and has been performed at each edition of the Games since the 1960 Winter Olympics.
The old administration building of the University of Athens, in downtown Athens, where his work office was located, is now dedicated to him as the “Kosti Palamas Building” and houses the “Greek Theater Museum”, as well as many temporary exhibitions.
He has been informally called the “national” poet of Greece and was closely associated with the struggle to rid Modern Greece of the “purist” language and with political liberalism. He dominated literary life for 30 or more years and greatly influenced the entire political-intellectual climate of his time. Romain Rolland considered him the greatest poet of Europe and he was twice nominated for the Nobel Prize for Literature but never received it. His most important poem, “The Twelve Lays of the Gypsy” (1907), is a poetical and philosophical journey. His “Gypsy” is a free-thinking, intellectual rebel, a Greek Gypsy in a post-classical, post-Byzantine Greek world, an explorer of work, love, art, country, history, religion and science, keenly aware of his roots and of the contradictions between his classical and Christian heritages.

Κωστής Παλαμάς

Ο Κωστής Παλαμάς (Πάτρα, 13 Ιανουαρίου 1859 – Αθήνα, 27 Φεβρουαρίου 1943) ήταν ποιητής, πεζογράφος, θεατρικός συγγραφέας, ιστορικός και κριτικός της λογοτεχνίας. Θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες ποιητές, με σημαντική συνεισφορά στην εξέλιξη και ανανέωση της νεοελληνικής ποίησης. Αποτέλεσε κεντρική μορφή της λογοτεχνικής γενιάς του 1880, πρωτοπόρος, μαζί με το Νίκο Καμπά και το Γεώργιο Δροσίνη, της αποκαλούμενης Νέας Αθηναϊκής (ή Παλαμικής) σχολής. Επίσης, είχε σπουδάσει και ως θεατρικός παραγωγός της ελληνικής λογοτεχνίας
Γεννήθηκε στην Πάτρα στις 13 Ιανουαρίου 1859 από γονείς που κατάγονταν από το Μεσολόγγι. Η οικογένεια του πατέρα του ήταν οικογένεια λογίων, με αξιόλογη πνευματική δραστηριότητα, και ασχολούμενων με τη θρησκεία. Ο προπάππος του Παναγιώτης Παλαμάς (1722-1803) είχε ιδρύσει στο Μεσολόγγι την περίφημη “Παλαμαία Σχολή” και ο παππούς του Ιωάννης είχε διδάξει στην Πατριαρχική Ακαδημία της Κωνσταντινούπολης. Ο θείος του Ανδρέας Παλαμάς υπήρξε πρωτοψάλτης και υμνογράφος, τον οποίο ο Κωστής Παλαμάς αναφέρει στα “Διηγήματά” του (Β’ έκδοση, 1929, σελ. 200). Ο Μιχαήλ Ευσταθίου Παλαμάς (αδελφός του Ανδρέα) και ο Πανάρετος Παλαμάς ήταν ασκητές. Ο Δημήτριος Ι. Παλαμάς, επίσης θείος του Κωστή, ήταν ψάλτης και υμνογράφος στο Μεσολόγγι.
Όταν ο ποιητής ήταν 6 χρονών έχασε και τους δύο γονείς του σε διάστημα σαράντα ημερών (Δεκέμβριος 1864-Φεβρουάριος 1865). Στενοί συγγενείς ανέλαβαν τότε τα τρία παιδιά της οικογένειας, το μικρότερο αδερφό του η αδερφή της μητέρας του και εκείνον και το μεγαλύτερο αδερφό του ο θείος τους Δημήτριος Παλαμάς, που κατοικούσε στο Μεσολόγγι. Εκεί έζησε από το 1867 ως το 1875 σε ατμόσφαιρα μάλλον δυσάρεστη και καταθλιπτική, που ήταν φυσικό να επηρεάσει τον ευαίσθητο ψυχισμό του, όπως φαίνεται και από ποιήματα που αναφέρονται στην παιδική του ηλικία.
Μετά την αποφοίτησή του από το γυμνάσιο εγκαταστάθηκε στην Αθήνα το 1875, όπου γράφτηκε στην Νομική Σχολή. Σύντομα όμως εγκατέλειψε τις σπουδές του αποφασισμένος να ασχοληθεί με τη λογοτεχνία. Το πρώτο του ποίημα το είχε γράψει σε ηλικία 9 ετών, μιμούμενος τα πρότυπα της εποχής του, “ποίημα για γέλια”, όπως το χαρακτήρισε αργότερα ο ίδιος. Η αρχή του ποιήματος εκείνου ήταν: “Σ΄ αγαπώ εφώνησα, / κι εσύ μ΄ αστράπτον βλέμμα /Μη – μ΄ απεκρίθης – μη θνητέ, / τολμήσης να μιάνης / δια της παρουσίας σου / τας ώρας τας ωραίας / που έζησα στον κόσμον /…”.
Από το 1875 δημοσίευε σε εφημερίδες και περιοδικά διάφορα ποιήματα και το 1876 υπέβαλε στον Βουτσιναίο ποιητικό διαγωνισμό την ποιητική συλλογή Ερώτων Έπη, σε καθαρεύουσα, με σαφείς τις επιρροές της Α’ Αθηναϊκής Σχολής. Η συλλογή απορρίφθηκε με το χαρακτηρισμό “λογιωτάτου γραμματικού ψυχρότατα στιχουργικά γυμνάσματα”. Η πρώτη του αυτοτελής έκδοση ήταν το 1878 το ποίημα “Μεσολόγγι”. Από το 1898 εκείνος και οι δύο φίλοι και συμφοιτητές του Νίκος Καμπάς (με τον οποίο μοιραζόταν το ίδιο δωμάτιο) και Γεώργιος Δροσίνης άρχισαν να συνεργάζονται με τις πολιτικές-σατιρικές εφημερίδες “Ραμπαγάς” και “Μη χάνεσαι”. Οι τρεις φίλοι είχαν συνειδητοποιήσει την παρακμή του αθηναϊκού ρομαντισμού και με το έργο τους παρουσίαζαν μια νέα ποιητική πρόταση, η οποία βέβαια ενόχλησε τους παλαιότερους ποιητές, που τους αποκαλούσαν περιφρονητικά “παιδαρέλια” ή ποιητές της “Νέας Σχολής”.
Το 1886 δημοσιεύτηκε η πρώτη του ποιητική συλλογή Τραγούδια της Πατρίδος μου στη δημοτική γλώσσα, η οποία εναρμονίζεται απόλυτα με το κλίμα της Νέας Αθηναϊκής Σχολής. Το 1887 παντρεύτηκε τη συμπατριώτισσά του Μαρία Βάλβη, με την οποία απέκτησαν τρία παιδιά, μεταξύ των οποίων και ο Λέανδρος Παλαμάς. το 1889 δημοσιεύτηκε ο Ύμνος εις την Αθηνάν, αφιερωμένος στη γυναίκα του, για τον οποίο βραβεύτηκε στον Φιλαδέλφειο ποιητικό διαγωνισμό την ίδια χρονιά. Ένδειξη της καθιέρωσής του ως ποιητή ήταν η ανάθεση της σύνθεσης του Ύμνου των Ολυμπιακών Αγώνων, το 1896. Το 1898, μετά το θάνατο του γιου του Άλκη σε ηλικία τεσσάρων ετών, δημοσίευσε την ποιητική σύνθεση “Ο Τάφος”. Το 1897 διορίστηκε γραμματέας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, απ’ όπου αποχώρησε το 1928. Από την ίδια χρονιά (1897) άρχισε να δημοσιεύει τις σημαντικότερες ποιητικές του συλλογές και συνθέσεις, όπως οι “Ίαμβοι και Ανάπαιστοι” (1897), “Ασάλευτη Ζωή” (1904), “ο Δωδεκάλογος του Γύφτου” (1907), “Η Φλογέρα του Βασιλιά” (1910). Το 1918 του απονεμήθηκε το Εθνικό Αριστείο Γραμμάτων και Τεχνών, ενώ από το 1926 αποτέλεσε βασικό μέλος της Ακαδημίας των Αθηνών, της οποίας έγινε πρόεδρος το 1930.
Κατά τον Ελληνοϊταλικό πόλεμο του 1940 ο Κωστής Παλαμάς μαζί με άλλους Έλληνες λογίους προσυπέγραψε την έκκληση των Ελλήνων Διανοουμένων προς τους διανοούμενους ολόκληρου του κόσμου, με την οποία αφενός μεν καυτηριάζονταν η κακόβουλη ιταλική επίθεση, αφετέρου δε, διέγειρε την παγκόσμια κοινή γνώμη σε επανάσταση συνειδήσεων για κοινό νέο πνευματικό Μαραθώνα.
Πέθανε στις 27 Φεβρουαρίου του 1943 έπειτα από σοβαρή ασθένεια, 40 ημέρες μετά το θάνατο της συζύγου του (τον οποίο δεν είχε πληροφορηθεί επειδή και η δική του υγεία ήταν σε κρίσιμη κατάσταση). Η κηδεία του έμεινε ιστορική, καθώς μπροστά σε έκπληκτους Γερμανούς κατακτητές, χιλιάδες κόσμου τον συνόδευσαν στην τελευταία του κατοικία, στο Α΄ νεκροταφείο Αθηνών, ψάλλοντας τον εθνικό ύμνο.

Η οικία του Παλαμά στην Πάτρα σώζεται ως σήμερα στην οδό Κορίνθου 241. Τρία χρόνια πριν τη γέννηση του Παλαμά στο ίδιο σπίτι γεννήθηκε η μεγάλη Ιταλίδα πεζογράφος Ματθίλδη Σεράο.
Ήταν υποψήφιος για το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας 14 φορές (1926, 1927, 1928, 1929, 1930, 1931, 1932, 1933, 1934, 1935, 1936, 1937, 1938 και 1940).[3] Ανάμεσα σε αυτούς που πρότειναν τον Παλαμά για το βραβείο υπήρξε και ο νικητής του 1916 Καρλ Γκούσταφ Βέρνερ φον Χάιντενσταμ, ο οποίος πρότεινε τον Παλαμά τρεις φορές (1928, 1930 και 1935).[4]
Σήμερα “τιμής ένεκεν” φέρεται αφιερωμένη στο όνομά του μεγάλη αίθουσα εκθέσεων του πολυχώρου Τεχνόπολις στην Αθήνα.
Ο Παλαμάς ήταν ένας από τους πολυγραφότερους Έλληνες λογοτέχνες και πνευματικούς ανθρώπους. Δημοσίευσε συνολικά σαράντα ποιητικές συλλογές, καθώς και θεατρικά έργα, κριτικά και ιστορικά δοκίμια, συγκριτικές μελέτες και βιβλιοκριτικές. Την επιμέλεια της επανέκδοσης των έργων του μετά το θάνατό του ανέλαβε ο γιος του Λέανδρος Παλαμάς επίσης ποιητής και κριτικός της λογοτεχνίας.

Ποιητικό έργο

Το ποιητικό του έργο είναι μεγάλο σε έκταση και σε σημασία και είχε τεράστια απήχηση στην εποχή του. Διαμετρικά αντίθετες πολιτικές και πνευματικές προσωπικότητες, όπως ο Κωνσταντίνος Τσάτσος και ο Νίκος Ζαχαριάδης αισθάνθηκαν την ανάγκη να τοποθετηθούν απέναντι στο Δωδεκάλογο του Γύφτου. Ο Μίκης Θεοδωράκης έχει πει ότι ο Παλαμάς είχε μεγαλύτερη επιρροή από 10 Πρωθυπουργούς. Το ενδιαφέρον για το έργο του μειώθηκε στη μεταπολεμική Ελλάδα, όταν επεκράτησαν διαφορετικά αισθητικά ρεύματα ενώ υποχώρησε και το ενδιαφέρον για την ποίηση γενικότερα.
Οι δύο πρώτες του συλλογές, Τραγούδια της πατρίδος μου και Τα μάτια της ψυχής μου είχαν ακόμα απηχήσεις του ρομαντισμού της Α’ Αθηναϊκής Σχολής και κάποια κατάλοιπα καθαρεύουσας. Η πρώτη σημαντική στάση στο έργο του ήταν η συλλογή Ίαμβοι και Ανάπαιστοι (1897), κυρίως για την ανανεωμένη μετρική της, με την εναλλαγή ιαμβικού και αναπαιστικού ρυθμού (ο ίδιος επισήμανε ότι παρακινήθηκε από την μετρική του Κάλβου), αλλά και για την εκφραστική λιτότητα και σαφήνεια. Το επόμενο έργο του, ο Τάφος (1898), αποτελείται από ποιήματα – μοιρολόγια για τον θάνατο του γιου του Άλκη. Η πρώτη περίοδος της δημιουργίας του κλείνει με την συλλογή Ασάλευτη Ζωή (1904), η οποία περιέχει υλικό από όλα τα προηγούμενα χρόνια της δράσης του. Κεντρική θέση στη συλλογή έχουν τα ποιήματα Η Φοινικιά (αναγνωρίζεται ως το καλύτερο ίσως έργο του), Ασκραίος και Αλυσίδες (συναποτελούν την ενότητα “Μεγάλα οράματα”) και η ενότητα σονέτων Πατρίδες.
Η κορυφαία έκφραση της “λυρικής σκέψης” του Παλαμά είναι Ο Δωδεκάλογος του Γύφτου (1907). Στο πνευματικό του ταξίδι ο Γύφτος θα γκρεμίσει και θα ξαναχτίσει τον κόσμον όλο. Θα απαρνηθεί τη δουλειά, την αγάπη, τη θρησκεία, την αρχαιότητα, το βυζάντιο και όλες τις πατρίδες, αλλά και θα τα αναστήσει όλα μέσα από την Τέχνη, μαζί και τη μεγάλη χίμαιρα της εποχής, τη Μεγάλη Ιδέα. Θα υμνήσει τον ελεύθερο λαό του, αλλά θα τραγουδήσει και έναν νιτσεϊκό αδάκρυτο ήρωα. Θα καταλήξει προσκυνώντας τη Φύση και την Επιστήμη.
‘Η Φλογέρα του βασιλιά (1910) διαδραματίζεται στο Βυζάντιο και αφηγείται το ταξίδι του Βασίλειου Β’ (“Βουλγαροκτόνου”) στην Αθήνα. Κεντρικό σημείο του έργου είναι το προσκύνημα του αυτοκράτορα στον Παρθενώνα, που έχει γίνει ναός της Παναγίας. Αυτό συμβολίζει για τον ποιητή τη σύνθεση και την ενότητα όλης της ιστορίας του Ελληνισμού, αρχαίας, βυζαντινής και σύγχρονης. Η έμπνευση της Φλογέρας του Βασιλιά είναι αποτέλεσμα και του ανανεωμένου τότε ενδιαφέροντος για το Βυζαντινή Αυτοκρατορία, αλλά κυρίως του Μακεδονικού Αγώνα.
Μετά τις μεγάλες συνθέσεις επανήλθε σε μικρότερες λυρικές φόρμες με τις συλλογές Οι καημοί της Λιμνοθάλασσας και Η Πολιτεία και η Μοναξιά (1912), μαζί με τις οποίες εξέδωσε και τα σατιρικά ποιήματά του (Σατιρικά γυμνάσματα). Στις επόμενες συλλογές του γενικά δεν παρουσιάστηκε κάτι νέο στην ποιητική του εξέλιξη, παρά μόνο στις τελευταίες, Ο κύκλος των τετράστιχων (1929) και Οι νύχτες του Φήμιου(1935) αποτελούνται αποκλειστικά από σύντομα τετράστιχα ποιήματα.

Η σχέση με το δημοτικισμό

Η εποχή της εμφάνισης του Κωστή Παλαμά, αλλά και των άλλων ποιητών της Νέας Αθηναϊκής Σχολής συνέπεσε με την έξαρση του προβληματισμού για το γλωσσικό ζήτημα. Το 1888 εκδόθηκε το Ταξίδι μου του Ψυχάρη, ενώ είχε προηγηθεί η διαμάχη Κωνσταντίνου Κόντου- Δημ. Βερναρδάκη, το 1882. Ενώ σταδιακά στην ποίηση η δημοτική καθιερώθηκε (με τη συμβολή και των ποιητών της Νέας Αθηναϊκής Σχολής), στην πεζογραφία (και φυσικά στον επίσημο λόγο) επικρατούσε η καθαρεύουσα. Ο Παλαμάς, υποστηρικτής της δημοτικής, υποδέχθηκε με ευνοϊκή κριτική το Ταξίδι μου. Μια μόλις μέρα αφ’ ότου το διάβασε, έγραψε το άρθρο “Το επαναστατικόν βιβλίον του κ. Ψυχάρη” εκφράζοντας ενθουσιώδεις κρίσεις, χωρίς βέβαια να παραλείψει να επισημάνει και τις ακρότητες του συγγραφέα. Η υποστήριξή του προς όλες τις προσπάθειες καθιέρωσης της δημοτικής ήταν συνεχής και έμπρακτη. Συνεργαζόταν με το περιοδικό-όργανο του δημοτικισμού Ο Νουμάς από το πρώτο κιόλας τεύχος και στη δημοτική έγραψε όχι μόνο τα ποιήματα αλλά και τα (λίγα) διηγήματά του.
Είναι αξιοσημείωτο το γεγονός ότι ενώ στο λογοτεχνικό (και αργότερα και στο κριτικό) έργο χρησιμοποιούσε τη δημοτική, ως Γραμματέας του Πανεπιστημίου ήταν υποχρεωμένος να συντάσσει τα επίσημα έγγραφα σε αυστηρή καθαρεύουσα. Όπως ανέφερε ο ίδιος σε επιστολή του, στην φιλολογική του εργασία ήταν “μαλλιαρός” και στην υπηρεσία του “αττικιστής απ’ την κορφή ως τα νύχια”. Η επίσημη θέση του, όπως ήταν φυσικό, δύσκολα μπορούσε να συνδυαστεί με την υποστήριξη στο δημοτικισμό. Βρέθηκε πολλές φορές στο επίκεντρο επιθέσεων, ειδικά κατά τα “Ευαγγελικά” (1901) και τα “Ορεστειακά” (1903). Παρά ταύτα ο ίδιος δε δίστασε να δηλώσει δημοσίως ότι ο δημοτικισμός ήταν η αρετή του (1908).
~www.wikipedia.org