George Seferis-Collected Poems/Γιώργου Σεφέρη-Άπαντα

George Seferis_cover

ΠΑΝΩ ΣΕ ΜΙΑ ΧΕΙΜΩΝΙΑΤΙΚΗ ΑΧΤΙΝΑ

Δ’
Είπες εδώ και χρόνια:
“Κατά βάθος είμαι ζήτημα φωτός.”
Και τώρα ακόμη σαν ακουμπάς
στις φαρδιές ωμοπλάτες του ύπνου
ακόμη κι όταν σε ποντίζουν
στο ναρκωμένο στήθος του πελάγου
ψάχνεις γωνιές όπου το μαύρο
έχει τριφτεί και δεν αντέχει
αναζητάς ψηλαφητά τη λόγχη
την ορισμένη να τρυπήσει την καρδιά σου
για να την ανοίξει στο φως.

ON A WINTER SUNRAY

4.

Some years ago you said
“Basically I am a matter of light.”
And still today when you lean
on the wide shoulders of sleep
even when they anchor you
to the drowsy breast of pelagos
you search in corners where blackness
has turned thin with no resistance
you grope for the spear
that spear destined to pierce your heart
and open it to the light.

~Γιώργου Σεφέρη-Άπαντα, μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~George Seferis-Collected Poems, translated by Manolis Aligizakis

Επιφάνια, 1937– Epiphany, 1937

George Seferis_cover

ΕΠΙΦΑΝΙΑ, 1937

Τ’ ανθισμένο πέλαγο και τα βουνά στη χάση του φεγ-
γαριού
η μεγάλη πέτρα κοντά στις αραποσυκιές και τ’ ασφοδίλια
το σταμνί που δεν ήθελε να στερέψει στο τέλος της μέρας
και το κλειστό κρεβάτι κοντά στα κυπαρίσια και τα μαλ-
λιά σου
χρυσά, τ’ άστρα του Κύκνου κι εκείνο τ’ άστρο ο Αλδε-
βαράν.

Κράτησα τη ζωή μου, κράτησα τη ζωή μου ταξιδεύοντας
ανάμεσα στα κίτρινα δέντρα κατά το πλάγιασμα της βροχής
σε σιωπηλές πλαγιές φορτωμένες με τα φύλλα της οξιάς,
καμιά φωτιά στην κορυφή τους, βραδιάζει.
Κράτησα τη ζωή μου στ’ αριστερό σου χέρι μια γραμμή
μια χαρακιά στο γόνατό σου, τάχα να υπάρχουν
στην άμμο του περασμένου καλοκαιριού τάχα
να μένουν εκεί που φύσηξε ο βοριάς καθώς ακούω
γύρω στην παγωμένη λίμνη την ξένη φωνή.
Τα πρόσωπα που βλέπω δε ρωτούν μήτε η γυναίκα
περπατώντας σκυφτή βυζαίνοντας το παιδί της.
Ανεβαίνω τα βουνά, μελανιασμένες λαγκαδιές ο χιονι-
σμένος
κάμπος ως πέρα ο χιονισμένος κάμπος τίποτε δε ρωτούν
μήτε ο καιρός κλειστός σε βουβά ερμοκλήσια μήτε
τα χέρια που απλώνονται για να γυρέψουν κι οι
δρόμοι.
Κράτησα τη ζωή μου ψιθυριστά μέσα στην απέραντη
σιωπή
δεν ξέρω πια να μιλήσω μήτε να συλλογιστώ, ψίθυροι
σαν την ανάσα του κυπαρισιού τη νύχτα εκείνη
σαν την ανθρώπινη φωνή της νυχτερινής θάλασσας στα
χαλίκια
σαν την ανάμνηση της φωνής σου λέγοντας ‘ευτυχία’.
Κλείνω τα μάτια γυρεύοντας το μυστικό συναπάντημα των
νερών
κάτω απ’ τον πάγο το χαμογέλιο της θάλασσας τα κλει-
στά πηγάδια
ψηλαφώντας με τις δικές μου φλέβες τις φλέβες εκείνες
που μου ξεφεύγουν
εκεί που τελειώνουν τα νερολούλουδα κι αυτός ο άνθρωπος
που βηματίζει τυφλός πάνω στο χιόνι της σιωπης.
Κράτησα τη ζωή μου, μαζί του, γυρεύοντας το νερό που
σ’ αγγίζει
στάλες βαριές πάνω στα πράσινα φύλλα, στο πρόσωπό σου
μέσα στον άδειο κήπο, στάλες στην ακίνητη δεξαμενή
βρίσκοντας έναν κύκνο νεκρό μέσα στα κάτασπρα φτε-
ρά του,
δέντρα ζωντανά και τα μάτια σου προσηλωμένα.

Ο δρόμος αυτός δεν τελειώνει δεν έχει αλλαγή, όσο
γυρεύεις
να θυμηθείς τα παιδικά σου χρόνια, εκείνους που έφυγαν
εκείνους
που χάθηκαν μέσα στον ύπνο τους πελαγίσιους τάφους,
όσο ζητάς τα σώματα που αγάπησες να σκύψουν
κάτω από τα σκληρά κλωνάρια των πλατάνων εκεί
που στάθηκε μια αχτίδα του ήλιου γυμνωμένη
και σκίρτησε ένας σκύλος και φτεροκόπησε η καρδιά σου,
ο δρόμος δεν έχει αλλαγή, κράτησα τη ζωή μου.
Το χιόνι
και το νερό παγωμένο στα πατήματα των αλόγων.

EPIPHANY, 1937

The flowering sea and the mountains in the waning
moon
the great rock near the cactus pear trees and the asphodels
the water pitcher that wouldn’t go dry at the end of the day
and the vacant bed near the cypresses and your
hair
golden, the stars of the Swan and that star, Alde-
baran.

I got hold of my life, I got hold of my life traveling
among yellow trees in the slanting rain
in silent slopes loaded with beech-tree leaves
no fire on their peaks; it’s getting dark.
I got hold of my life; a line on your left hand
on your knee a scar, perhaps they still exist
in the sand of last summer, perhaps
they are still there where the north wind blew as I hear
the unfamiliar voice around the frozen lake.
The faces I see don’t ask questions nor does the woman
stooping as she walks breastfeeding her baby.
I climb the mountains; bruised ravines; the snow
covered
plain, up to the far end the snow-covered plain, they ask nothing
nor does the time enslaved in silent chapels, nor
do the hands outstretched to beg, nor the
roads.
I got hold of my life whispering in the boundless
silence
I no longer know how to speak nor how to think; whispers
like the cypress’ breath that night
like the human voice of the night sea on
pebbles
like the memory of your voice saying ‘happiness’.
I close my eyes searching for the secret encounter
of waters
under the ice , the smile of the sea, the closed water
wells
groping with my veins those veins
that escape me
there where the water lilies end and this man
who saunters as though blind on the snow of silence.
I got hold of my life, with him, searching for the water
that touches you
heavy drops on the green leaves, on your face
in the vacant garden, drops on the motionless cistern
dropping on a dead swan’s snow-white
wings
living trees and your eyes fixated.

This road has no end, doesn’t change, no matter
how hard you try
to recall your childhood years, the ones who left
those
who got lost in their sleep, the pelagic graves
no matter how hard you ask the bodies you loved to stoop
under the hardened branches of the plane trees there
where the sun ray stood still naked
and a dog leaped and your heart shuddered
the road has no change; I got hold of my life.
The snow
and the frozen water in the horses’ hoof-marks.

~Γιώργου Σεφέρη-Άπαντα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~George Seferis-Collected Poems/Translated by Manolis Aligizakis

http://www.libroslibertad.ca

GEORGE SEFERIS-SUMMER SOLSTICE/ΓΙΩΡΓΟΥ ΣΕΦΕΡΗ-ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΟ ΗΛΙΟΣΤΑΣΙ

George Seferis_cover

 

Τώρα,με το λιωμένο μολύβι του κλήδονα
το λαμπύρισμα του καλοκαιρινού πελάγου,
η γύμνια ολόκλρης της ζωής
και το πέρασμα και το σταμάτημα και το πλάγιασμα
και το τίναγμα
τα χείλια το χαϊδεμένο δέρας,
όλα γυρευουν να καούν.

Όπως το πεύκο καταμεσήμερα
κυριεμένο απ’ το ρετσίνι
βιάζεται να γεννήσει φλόγα
και δε βαστά πια την παιδωμή —

φώναξε τα παιδιά να μαζέψουν τη στάχτη
και να τη σπείρουν.
Ό,τι πέρασε πέρασε σωστά.

Κι εκείνα ακόμη που δεν πέρασαν
πρέπει να καούν
τούτο το μεσημέρι που καρφώθηκε ο ήλιος
στην καρδιά του εκατόφυλλου ρόδου.

14

Now,
with the melted led of St John’s festivity
with the brilliance of summer pelagos,
all the nakedness of life,
and the going beyond and the staying put
the leaning down
and the upsurge
the lips, the caressed skin
they all long to be burned.

Like the pine at high noon
overcome by resin
in haste to produce flame
and can’t endure the struggle anymore —

call the children to gather the ash
and spread it.
What has passed has passed as it was fit.

And even what hasn’t passed yet
must burn
this high noon when the sun is nailed
in the heart of the one hundred-petalled rose.

ΓΙΩΡΓΟΥ ΣΕΦΕΡΗ “ΘΕΡΙΝΟ ΗΛΙΟΣΤΑΣΙ”
Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
GEORGE SEFERIS “SUMMER SOLSTICE”
Translation by Manolis Aligizakis

Πάνω σε μια Χειμωνιάτικη Αχτίνα/On a Ray of Winter Light

 

ImageΠΑΝΩ ΣΕ ΜΙΑ ΧΕΙΜΩΝΙΑΤΙΚΗ ΑΧΤΙΝΑ

Είπες εδώ καί χρόνια:

“Κατά βάθος είμαι ζήτημα φωτός”.

Καί τώρα ακόμη σάν ακουμπάς

στίς φαρδιές ωμοπλάτες τού ύπνου

ακόμη κι όταν σέ ποντίζουν

στό ναρκωμένο στήθος τού πελάγου

ψάχνεις γωνιές όπου τό μαύρο

έχει τριφτεί καί δέν αντέχει

αναζητάς ψηλαφητά τή λόγχη

τήν ορισμένη νά τρυπήσει τήν καρδιά σου

γιά νά τήν ανοίξει στό φώς.

~Γιώργος Σεφέρης

ΟΝ A RAY OF WINTER LIGHT

Some years ago you said

‘Basically I am a matter of light.’

And still today when you lean

on the wide shoulders of sleep

even when they anchor you

to the drowsy breast of pelagos

you search in corners where blackness

has turned thin with no resistance

you grope for the spear

that spear destined to pierce your heart 29

and open it to the light.

~George Seferis,

Translation by Manolis Aligizakis

ON A RAY OF WINTER LIGHT/ΠΑΝΩ ΣΕ ΜΙΑ ΧΕΙΜΩΝΙΑΣΤΙΚΗ ΑΧΤΙΔΑ

ΠΑΝΩ ΣΕ ΜΙΑ ΧΕΙΜΩΝΙΑΤΙΚΗ ΑΧΤΙΝΑ

 

Είπες εδώ καί χρόνια:

“Κατά βάθος είμαι ζήτημα φωτός”.

Καί τώρα ακόμη σάν ακουμπάς

στίς φαρδιές ωμοπλάτες τού ύπνου

ακόμη κι όταν σέ ποντίζουν

στό ναρκωμένο στήθος τού πελάγου

ψάχνεις γωνιές όπου τό μαύρο

έχει τριφτεί καί δέν αντέχει

αναζητάς ψηλαφητά τή λόγχη

τήν ορισμένη νά τρυπήσει τήν καρδιά σου

γιά νά τήν ανοίξει στό φώς.

~Γιώργος Σεφέρης

 

ΟΝ A RAY OF WINTER LIGHT

Some years ago you said

‘Basically I am a matter of light.’

And still today when you lean

on the wide shoulders of sleep

even when they anchor you

to the drowsy breast of pelagos

you search in corners where blackness

has turned thin with no resistance

you grope for the spear

that spear destined to pierce your heart 29

and open it to the light.

~George Seferis,

Translation by Manolis Aligizakis