Yannis Ritsos-Poems, “The World is One”/Γιάννη Ρίτσου “Ο Κόσμος Είναι Ένας”

Ritsos_front large

Vatican Museum

Da Vinci Raphael Michelangelo, – how they incised

the greatest skies in the human face, in the human body

toenails and fingernails, leaves and stars, nipples, dreams, lips, –

to red and the light blue the tangible and the inconceivable. Perhaps from

touching of these two fingers the world was reborn. The space

between these two fingers still measures accurately

the earth’s pull and duration.

I can’t bear it – he said –

so much beauty and so much sinful sanctity. I’ll go out to the white

balcony and smoke fifteen cigarettes in a row, marveling at the

view of Rome from high above looking at the big buses below

unloading bunches of tourists at the Museum’s front

breaking with my two fingers in my pants pocket

a bunch of stolen toothpicks, as if I would break all

the wooden crosses where all human desires were crucified.

 

ΜΟΥΣΕΙΟ ΒΑΤΙΚΑΝΟΥ

 

Ντα Βίντσι, Ραφαήλ, Μικελάντζελο, — πώς κλείσαν

τους πιο μεγάλους ουρανούς στο ανθρώπινο πρόσωπο, στο ανθρώπινο σώμα,

νύχια ποδιών και χεριών, φύλλα και άστρα, θηλές, όνειρα, χείλη, —

το κόκκινο και το γαλάζιο, το απτό και το ασύλληπτο. Απ’ το άγγιγμα ίσως

αυτών των δακτύλων να γεννήθηκε και πάλι ο κόσμος. Η απόσταση

ανάμεσα σ’ αυτά τα δάχτυλα μετράει με ακρίβεια ακόμη

την έλξη της γης και τη διάρκεια.

Δεν αντέχω — είπε—

τόση ομορφιά και τόση αμαρτωλή αγιότητα. Θα βγω στον άσπρο εξώστη

να κανπνίσω συνέχεια δεκαπέντε τσιγάρα, αποθαυμάζοντας από ψηλά

τη θέα της Ρώμης, βλέποντας κάτω τα μεγάλα λεοφωρεία

ν’ αδειάζουνε τσαμπιά τουρίστες στα προπύλαια του Μουσείου,

σπάζοντας με τα δυο μου ΄δαχτυλα μέσα στην τσέπη του παντελονιού μου

ένα σωρό κλεμμένες οδοντογλυφίδες, σαν να σπάζω

όλους τους ξύλινους σταυρούς όπου σταυρώθηκαν οι ανθρώπινες επιθυμίες.

~Translated by Manolis Aligizakis

~ www.libroslibertad.ca

 

ΣΤΗΝ ΟΔΟ ΠΟΥ ΔΕΝ ΟΝΟΜΑΣΤΗΚΕ “ΟΔΟΣ ΠΑΖΟΛΙΝΙ”

 

Πλατύ πρωινό της Ρώμης που πλαταίνει το σύμφωνο λάμδα

μες στις φωνές των μικροπωλητών, στα λάστιχα των λεοφωρείων,

και στη σιωπή των αγαλμάτων.

Ώχρα σκιασμένη στις ανατολικές προσόψεις

των μαγαζιών και των μεγάρων. Πόρτες και πόρτες

συγκρατούν τα ημικύκλια των ίσκιων σ’ ένα κ ά π ο τ ε. Παράξενο,

— είπε —

σε μιάν αρχαία πολιτεία, με κόκκινα σκοτεινά χρώματα,

να υπάρχουνε παιδιά κρατημένα απ’ το χέρι της μάνας τους

σ’ αυτούς τους πολυσύχναστους δρόμους, κάτω από αναρίθμητα παράθυρα,

εδώ

που ο Παζολίνι σεργιανούσε τις νύχτες του, — Στρατσιόνε Τέρμινι, εδώ

που σ’ ένα υπαίθριο σανιδένιο κιόσκι ένας χοντρός σύγχρονος Νέρων

πουλούσε στους περιηγητές πολύχρωμα φουλάρια. Αγόρασα ένα κόκκινο

το `δεσα στο λαιμό μου, και καταμεσής του δρόμου σφύριξα:

Ε μ π ρ ό ς  τ η ς  γ η ς  ο ι  κ ο λ α σ μ έ ν ο ι,  Ε μ π ρ ό ς  τ η ς  γ η ς

ο ι  κ ο λ α σ μ έ ν ο ι.

THE STREET THAT WAS NOT NAMED “PASOLINI STREET”

Wide morning in Rome that widens the consonant l

amid the vendors yelling, the tires of buses

and the statues’ silence.

Ocher shadowed in the eastern facades

of stores and buildings. Doors and doors uphold

the semicircles of shadows at one time. Strange –

he said –

in an ancient city, with red and dark yellow colors

to find children held by their mother’s hand

in these very busy streets, under the countless windows,

here

where Pasolini saunter in the night – Termini Station, here

in an outdoor wooden kiosk a contemporary fat Nero was

selling colorful scarves to tourists. I bought a red one

and tied it around my neck and in the midst of the street I whistled

C o m e  o n  a l l  t h e  e a r t h’ s  s i n f u l, C o m e  o n  a l l  t h e

e a r t h’ s  s i n f u l

 

                                                                               ~Rome, 18-9-78

~Translation, Manolis Aligizakis

~“Yannis Ritsos-Poems”

www.libroslibertad.ca