Tasos Livaditis//Τάσος Λειβαδίτης

cover

 

ΩΣΤΟΣΟ, η είδηση που περιμέναμε έφτασε, και θα μπορούσε
ίσως ν’αλλάξει τη ζωή μας, αν δεν ήταν σε μια γλώσσα
άγνωστη, που κάποιοι που την ήξεραν είχαν πεθάνει, όλοι νέοι,
όμως ο κόσμος συγκινήθηκε, αφού στο τέλος ήταν μια πατρότητα
κι αυτή, κι όπως γίνεται συνήθως σ’ αυτές τις περιπτώσεις, ο
άνθρωπος που έψαχνε ανάμεσα στα παλιά πεταμένα πράγματα,
έξω απ’την πόλη, γύρισε και με κοίταξε κι όσο κι αν ήμουν
δύσπιστος, δεν μπόρεσα να μην αντιληφθώ το θησαυρό, γιατί το μήνα
Νοέμβριο οι νύχτες έχουν ολότελα μεγαλώσει, κι οι καυτές πατάτες
που συναλλάζαμε από χέρι σε χέρι άχνιζαν μέσα στο βράδυ, όπως
αυτός που προσεύχεται.

 
AND YET, the news we expected reached us and it could
perhaps change our lives if it wasn’t in an unknown language
the people who spoke it had all died young but the crowd was
touched it was finally just a matter of fatherhood and as it happens
in such cases the man who searched in the old discarded things in
the city’s outskirts turned and looked at me and no matter how
a doubter I was, I couldn’t but smell the treasure because in
November the nights are very long and the boiled potatoes
we threw from hand to hand steamed in the night like one
who prays.

 

~Tasos Livaditis-Selected Poems, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad.ca
~Τάσος Λειβαδίτης-Εκλεγμένα Ποιήματα, μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη.

~www.libroslibertad.ca

Βύρων Λεοντάρης, ” Έως… “

him

Ποιητικός Πυρήνας
Από την ενότητα «Εκτός»

Δεν είναι παρά μόνο μαύρα σημαδάκια στο χαρτί
ίχνη που άγνωστο αν οδηγούν σε μένα
αλλά συνάζονται και συνωστίζονται, διεκδικούν τον χώρο μου
δε μου αφήνουνε λευκό
κι επαίρονται αναίσχυντα «εμείς γραφτήκαμε,
θα μείνουμε. Εσύ έζησες, πεθαίνεις».

Ε όχι και όχι… Μου ’ρχεται να τα καταραστώ
(…να μείνετε, να μείνετε εσαεί στη γέενα της γραφής
και να μην έχει ο παιδεμός σας τελειωμό
να σπαρταράτε σε κειμενικά δίχτυα και να ξεσκίζεστε
απ’ τα τσιγκέλια των γραφίδων
να πετσοκόβεστε σε χειρουργεία παραναγνώσεων
πολύποδες να βγαίνουν απ’ τα σύμφωνά σας
και φλύκταινες να σκαν τα φωνήεντά σας
λήθη για σας να μην υπάρχει αλλά αιώνια αναπαραγωγή
σε μνήμες ηλεκτρονικές
ατέλειωτο μαρτύριο αθανασίας…) Να τα καταραστώ…
Αλλά κλάμα μου κι αυτά δεν είναι;

If we could weep words…
Όμως τώρα το πρόβλημα ακριβώς είναι ότι κλαίμε λέξεις
και δεν κλαίμε δάκρυα
Α, δάκρυα, πού είστε δάκρυά μου…
Διαπεράστε τα έγκατα πετρώματα αναβλύστε
σαρώστε αυτά τα μυγοχέσματα απ’ τα μάτια μου
και κάντε μου ξανά το κλάμα κλάμα
Σεσημασμένος είμαι. Έχετε τα γραφικά μου αποτυπώματα
μπορείτε να με αναγνωρίσετε, όχι όμως και να με
διαβάσετε ούτε να με διαβείτε
Ποντάρατε στο μαύρο μου και χάσατε
Ποντάρατε στο κόκκινό μου πάλι χάσατε
κακή ζαριά ήμουνα στα χέρια σας

Τα λόγια που μιλώ μου κόβουνε τη γλώσσα
κάθε χειρονομία μου με σταυρώνει
Ας το ξεκαθαρίσουμε λοιπόν.
Σ’ αυτή την εποχή της υπαρκτής ποίησης
ποιητής μιας ποίησης που δε μπορεί να υπάρξει
μόνο με τους νεκρούς μιλώ και γι’ αυτούς γράφω.
Μόνο αυτοί μπορούν να με διαβάσουν
Ας με ονειδίσουν που τα παρατάω πριν απ’ το τέρμα
και ματαιώνεται η αίσια έκβαση και πάει στράφι
της τόλμης η παραφορά κι ο κόπος της ελπίδας
Δεν είναι που μακραίνει και μακραίνει το πλην
της τελικής ευθείας
μα που στρεβλώνεται

Χάθηκε το ίσιο βλέμμα
κι ο λόγος ο γεννναιόφρων
Λοξοδρομούν τα αισθήματα
Στα δίχτυα του μυαλού σκλαβώθηκε το πνεύμα
η οθόνη σκέπασε τη θέα
δεν έχω πέλαγος, δεν έχω αγνάντεμα

Φεύγουν οι μέρες απ’ τους μήνες τους
κι οι μήνες απ’ τα έτη
το εδώ γίνεται αλλού
κι ό,τι ήταν χρόνος πια δεν είναι
κι ό,τι ήταν τόπος πια δεν είναι
θραύση ορίων και μεγάλη θλίψη
κάτι σαν αντιγένεση
Από τα θραύσματά μου εν σκοτομήνη πλήττομαι

Ας με ονειδίσουν
όσοι προσβλέπουν στο αποτέλεσμα
σ’ αυτό το απόβλητο του τέλους που ρυπαίνει τα ιερά
Ας με ακυρώσουν οι κριτές στους πίνακές τους
Αλλά εσύ γενιά του αιώνα
τραγούδα μην κρεμάς τα όργανά σου στις ιτιές
και μην κολλάς τη γλώσσα στο λαρύγγι σου
Τίποτε μη μνησθείς
Περίτρομη τον τρόμο σου τραγούδα
σε γήπεδα πλατείες και στρατόπεδα
με λίθο μυλικό περί τον τράχηλό σου
λαβέ κιθάραν, ρέμβευσον… καλώς κιθάρισον,
πολλά άσον

ίνα σου μνεία γένηται.
Από την ενότητα «Επέκεινα»

*

Έμπλεος από σένα
πώς κι από πού να σε φωνάξω;
Χύνεται μέσα μου η φωνή μου
και δεν μ’ ακούς και δε μ’ ακούω
και σε ζητώ και δε σε βρίσκω
γιατί είσαι όπου είμαι
κι είμαι όπου είσαι
και κανείς μας δεν είναι όπου είναι.

Απροσδιόριστοι στον κόσμο.
Ένα κυμάτισμα είμαστε ένα τρέμισμα
− έρωτα το είπαν
ποίηση το είπαν…

Ας ήταν να βρεθούμε
έξω από μένα
έξω από σένα
γιατί περνάει η ώρα και βραδιάζω.

Στα δυτικά μου πάντα ήθελα να ’σουν
να μου γνέφεις
απ’ τα βαθιά των ημερών.
Ένας ο βίος κι αγύριστος κι όλα του αμετάκλητα
ό,τι είπαμε και πράξαμε δε σβήνει ούτε ξεγίνεται
μα η μνήμη βολοδέρνει όλο στο κακό.
Γιατί, ποιος λογαριάζει το καλό ποιος το θυμάται
το ρίχνεις στο γιαλό και χάνεται
μα το κακό πώς να χαθεί που είναι χαμός
με τίποτε δε σβήνει ούτε ξεγίνεται
για πάντα μένει και μας τυραννάει.

Και δε μιλώ για τύψεις.
Αυτές λίγο-πολύ όλους μας βολεύουν
είναι κρυφές οι τύψεις δεν εκτίθενται και
δεν σε εκθέτουν
δε σου στερούν υπόληψη κι αυτοεκτίμηση
μυθοποιούν τα κρίματά σου και τα παρασταίνουν
μέσα σου περίτεχνα
με νέες πάντα ερμηνείες και εκδοχές
και στο άλλοθι του θεατή του εαυτού σου
νιώθεις σιγά-σιγά να γίνεται η συγκίνησή σου
αισθητική
εν τέλει μια ποιητική του ήθους
− κι αν σε τρελαίνουν κάποτε σε ξαγοράρη πήγαινε…

Ντροπή ξέρεις τι είναι κι ένιωσες ποτέ σου;
Αυτή δεν κρύβεται εκτίθεται και σ’ εκθέτει σε
φτυσιές και λιθοβολισμούς
αυτή δεν έχει αντισήκωμα
δεν την καλύπτει τίποτε στο πρόσωπό σου
και στη γυμνή της θέα εξαγριώνονται
όσοι δεν ντρέπονται ή φοβούνται να ντραπούν,
οι ανώδυνοι και ανεπαίσχυντοι κι ειρηνικοί,
και σου χυμούν με λύσσα να σε ξαποστείλουν
σε ανεξιλέωτο θάνατο.

Ντροπή ξέρεις τι είναι κι ένιωσες ποτέ σου;
Ντροπή ν’ ανοίγει να σε καταπιεί η γη
ντροπή που έζησες
στον κόσμο ετούτον.

http://www.ppirinas.blogspot.com